Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τρύγος στη Σητεία

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρχές Σεπτέμβρη! Ταξιδεύοντας με της μνήμης τα φτερά στα παλιά, έρχονται στα μάτια μου γνώριμες εικόνες από τις εργασίες στο μακρινό, ορεινό χωριό μου Απίδια Σητείας!


Αληθινός οργασμός στα κρασάμπελα! Τρυγητός, φόρτωμα των σταφυλιών στις κόφες και μεταφορά τους στο πατητήρι. Τη σημερινή εποχή σπάνια βλέπεις τέτοιες εικόνες. Το χωριό σχεδόν έχει ερημώσει, η καλλιέργεια των αμπελιών περιορίστηκε. Λίγοι οι νέοι κάτοικοι για να ασχοληθούν με γεωργικές εργασίες! Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα πολλών χωριών μας!
Οι παρακάτω στίχοι του ποιήματός μου”ΠΑΤΗΤΗΡΙ- ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ (σελ. 279-280 του βιβλίου μου ΜΕ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ) θα φέρουν τα μάτια μας εικόνες σχετικές:

ΠΑΤΗΤΗΡΙ – ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ
(στο χωριό Απίδια Σητείας πριν πολλά χρόνια)

Αρχές Σεπτέμβρη τρυγητός, στ’ αμπέλι «πανηγύρι»,
εικόνες όμορφες θωρείς, όπου το μάτι γύρει.
Οι πιο πολλοί οι χωριανοί βρίσκονται μες τ’ αμπέλια,
άντρες, γυναίκες, να τρυγούν ακόμη και κοπέλια.
Κόβουν σταφύλια ώριμα, λιάτικα, κοτσυφάλι,
κρασί να κάμουν διαλεκτό, που να μην το ‘χουν άλλοι.
Στο πατητήρι φέρνουν τα, τσι κόφες ξεφορτώνουν
και με σταφύλια διαλεκτά σε λίγο το γεμώνουν.
Την άλλη μέρα το πρωί το πάτημα αρχίζει
κι ο μούστος τρέχει αδιάκοπα και το βρασκί γεμίζει.
Με τα ποδάρια τους γυμνά, μα και καλοπλυμένα,
στα παντελόνια έχουνε μπατζάκια σηκωμένα.
Από το πήλινο βρασκί το μούστο μεταφέρουν
και μες τα κρασοβάρελα προσεκτικά φκεραίνουν.
Μεταπατούν αδιάκοπα, λιώνουνε τα σταφύλια,
τραγούδι, μερικές φορές, βγαίνει από τα χείλια.
Φαίνεται δεν κουράζονται και τη δουλειά ξετρέχουν,
γιατί στα κρασοβάρελα καλό κρασί θα έχουν.
Να πίνουν με τα φαγητά αλλά και στην παρέα,
βάσανα να ξεχάσουνε και να περνούν ωραία.
Στην άκρη του πατητηριού τα στράφυλα πετρώνουν,
σε ξύλινες παλιόπορτες πέτρες βαριές φορτώνουν.
Καλά για να συμπιεστούν, μούστος να μην ‘πομείνει,
θέλουνε περισσότερο κρασάκι να τους γίνει.
Μες σε πιθάρια πήλινα στράφυλα θα στερέψουν,
στο μήνα, που θα «ζυμωθούν», πρέπει να καζανέψουν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Πως χτίζανε παλιά τους φούρνους στα χωριά

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάρουμε και πάλι σαν βάση στο τι γινόταν με τo χτίσιμο των φούρνων, μαθαίνοντας πως τους έχτιζαν στο χωριό μας τη Γαλιά, γιατί κάτι ανάλογο γινόταν και στα υπόλοιπα χωριά της Κρήτης


Κυρίως θα περιγράψουμε τον πιο παλιό παραδοσιακό τρόπο, που υπήρχε εδώ και χιλιάδες χρόνια, πριν καν εμφανιστεί το τσιμέντο.

Ήταν δύσκολο τα παλαιότερα χρόνια να φτιαχτεί ένας φούρνος, γιατί ήταν κυρίως δυσεύρετα τα υλικά. Ήθελε τουλάχιστον έξη μήνες να περάσουν, ώστε να καταφέρει να συγκεντρώσει κάποιος, κυρίως τα κεραμικά υλικά για το θόλο του φούρνου, αλλά και τα υπόλοιπα, όπως τις πέτρες με τα πελέκια, τα ειδικά χώματα κλπ.
Ένα φούρνο θα μπορούσαμε να τον χωρίσουμε σε πέντε στάδια κατασκευής:
1)Το χτίσιμο από τα θεμέλια μέχρι το πρώτο επίπεδο. 2)Τη βάση εσωτερικά του φούρνου. 3) Τον θόλο του φούρνου. 4) Το χτίσιμο εξωτερικά στο δεύτερο επίπεδο, και 5) Τη σκεπή.

Α) Το χτίσιμο στο πρώτο επίπεδο
Το χτίσιμο του φούρνου γινόταν από χτίστες ειδικούς στην κατασκευή φούρνου, όπου αναλάμβαναν όλη την κατασκευή του, πλην της βάσης του φούρνου.

Αρχικά η κατασκευή ξεκίναγε σκάβοντας τα θεμέλια, όπως θα γινόταν και σε ένα μικρό τετράγωνο σπιτάκι 2,5 Χ2,5 μ για ένα συνηθισμένο φούρνο. Μπορούσε όμως να αλλάξει η διάσταση, και να γίνει μικρότερο, ή και μεγαλύτερο, ακόμα και μέχρι 3Χ3 μ απ άκρη σ άκρη, για ένα μεγάλο φούρνο. Οι χτίστες φούρνου ήταν ειδικοί, αλλά ειδικευόταν και σε άλλες δύσκολες κατασκευές, όπως πέτρινες κρήνες, γέφυρες κλπ. Στο χωριό μας στη Γαλιά, μαστόροι τέτοιοι είχαν έρθει από την Κάρπαθο, αλλά ωστόσο οι Σκαρπαθιώτες αυτοί (Καρπαθιώτες), οι οποίοι έμαθαν σιγά – σιγά την τέχνη των φούρνων και σε ντόπιους τεχνίτες. Αν το έδαφος ήταν αμμουδερό, έκαναν κανονικά θεμέλιο βαθύτερο, και αν υπήρχε πετρώδες υπέδαφος, το θεμέλιο ήταν λιγότερο βαθύ. Το πάχος του χτιριού ξεκίναγε στα πενήντα εκατοστά στο πρώτο επίπεδο.
Όταν είχε χτιστεί η βάση του φούρνου και σε ύψος 80 εκατοστά μέχρι ένα μέτρο, τότε γινόταν η σκεπή του, που γινόταν με ξύλινα δοκάρια, από πάνω μια σειρά καλάμια. Επάνω στην καλαμωτή έβαζαν κλαριά από σφάκες (πικροδάφνες), και επάνω έστρωναν κοσκινισμένο ομοιογενές κοκκινόχωμα, και από επάνω έμπαινε λάσπη από το ίδιο χώμα πάχους 5 με 10εκατοστών. Όταν ήθελαν να φτιάξουν δυνατή λάσπη, τότε πήγαιναν σε μια τοποθεσία στο Μονόχωρο, το λεγόμενο Καβούσι, και από εκεί έβγαζαν ένα ειδικό αμμουδερό χώμα από πέτρωμα το οποίο κοπάνιζαν, ή ακόμα και κοκκινόχωμα, και το ανακάτευαν με λεπίδα. Το μείγμα αυτό γινόταν σκληρό σαν ξεραινόταν.
Στο κτίσιμο αυτό του πρώτου επιπέδου, άφηναν μπροστά ένα μικρό πορτάκι. Ο χώρος αυτός του κάτω επιέδου, ήταν κατάλληλος για να κοιτάσουν (κοουρνιάζουν) οι όρνιθες (κότες) του σπιτιού, και λεγόταν κούμος (κοτέτσι). Για να είναι πιο πρακτικός ο κούμος, κατά το χτίσιμο της βάσης, στους 15 πόντους από το έδαφος έβαζαν μερικά ξύλινα δοκαράκι ή ίσιους κορμούς δένδρων οριζόντια, από τη μια μεριά έως την άλλη, και εκεί επάνω ανέβαιναν οι κότες τον χειμώνα για να κουρνιάσουν . Κ
αμιά φορά έμπαινε και ο σκύλος εκεί μέσα και την άραζε όταν έβρεχε ή τα καλοκαίρια στη δυνατή ζέστη.

Β) Η βάση στο εσωτερικό του φούρνου – Τι ήταν η πυροκότα

Η Κρήτη βέβαια κράτησε πολλές λέξεις από την αρχαιότητα, που αφορούσαν τις πήλινες κατασκευές, όπως το κουνενίδι (κύπελο), το βρασκί (πήλινο δοχείο ανοιχτό από επάνω) το κάψι (θυμιατό) κουρούπι (μικρό πιθάρι) κλπ, έτσι έχει επικρατήσει και η λέξη «πυροκότα».
Η πυροκότα είναι αντίστοιχη της λέξης «τερακότα»,που είναι λέξη λατινική από το terra – cotia, που σημαίνει «ψημένη γη», το ίδιο και η πυροκότα.
Για να συνεχίσει λοιπόν ο φούρνος επάνω στη ξερή λάσπη που ήταν επάνω από το χώμα, στο πρώτο επίπεδο, δηλαδή τον κούμο, έπρεπε ο πάτος να είναι ανθεκτικός, και τη δουλειά αυτή να την αναλάβανε ο αγγειοπλάστης. Έπρεπε να πάει στον φούρνο και να πάρει τις διαστάσεις, και να φτιάξει τη βάση αυτή στο σπίτι του. Η βάση αυτή έως σήμερα λέγεται πυοκότα. Στο σπίτι του επάνω σε ξύλινες παλιές πόρτες , χάραζε τον αντίστοιχο κύκλο της πυροκότας, χρησιμοποιώντας σπάγκο, που ήταν δεμένος σε καρφί στο κέντρο και είχε μολύβι στην άκρη. Γύρω – γύρω κάρφωνε στο πλάι ξύλινες τάβλες ακολουθώντας τον κύκλο, που ήταν όσο η βάση του φούρνου. Στην συνέχεια αυτό το καλούπι το γέμιζε με λάσπη δυο ειδών. Η μία ήταν η γλυνιά από καθαρή σταχτί λεπίδα για, που ήταν για μόνωση που μάλιστα δεν καίγεται. Η άλλη ήταν από καθαρό κοκκινόχωμα γνωστό και σαν σαντορινιό, ειδικό για να δώσει το σαντορινιό κεραμιδί χρώμα. Την λάσπη την δούλευε με τα χέρια του, φρόντιζε να απλώνει ομοιόμορφα τη λάσπη, και είχε πάχος περίπου 8 εκατοστά. Η λάσπη στη βάση έμενε στον ήλιο μέχρι να στεγνώσει, και πριν πήξει καλά, την χάραζε σε κομμάτια, πρώτα ο αγγειοπλάστης έκανε ένα κύκλο στο κέντρο και στη συνέχεια χάραζε ακτίνες. Έκανε μετά κι άλλους κύκλους προς τα έξω ανάλογα το μέγεθος της βάσης του φούρνου. Τα κομμάτια αυτά της πυροκότας τα αρίθμιζε από το κέντρο προς τα δεξιά, και τα έβαζε στο καμίνι να ψηθούν καλά. Όταν είχαν πλέον ψηθεί και είχαν γίνει κεραμικά τα κομμάτια, τότε τα πήγαινε αριθμημένα και τα τοποθετούσε με την ίδια σειρά επάνω στη βάση του φούρνου, δηλαδή επάνω στην ξερή λάσπη. Τα κομμάτια όλα της πυροκότας που μπορεί να ήταν από 10 μέχρι 30 ανάλογα τη βάση, δεν έπρεπε να είναι μεγάλα, γιατί τότε κινδύνευαν να σπάσουν.

Γ)Το χτίσιμο του θόλου
Αφού τοποθετήθηκε και η πυροκότα, δηλαδή η βάση του εσωτερικού φούρνου, έπρεπε να χτιστεί ένα δύσκολο κομμάτι του φούρνου, που ήταν φυσικά ο θόλος. Τα κεραμικά υλικά που χρειαζόταν για μόνωση στο εσωτερικό του φούρνου, εκείνα τα χρόνια στην Κρήτη, και ειδικά στη Μεσαρά, ήταν δύσκολο να βρεθούν. Ο θόλος του φούρνου επειδή ήθελε πυρότουβλα, αλλά δεν υπήρχαν ή ήταν ακριβά για να αγοραστούν, μάζευαν για μήνες ότι κομμάτια έβρισκαν από σπασμένα σταμνιά, πιθάρια, πήλινα γαστριά (γλάστρες) , σπασμένα βρασκιά πήλινες κυψέλες μελισσών, σπασμένα τούβλα, γενικά ότι κεραμικό έβρισκαν! Πυρότουβλα άρχισε να κατασκευάζει ο Πετρακογιώργης στις Μοίρες, στο εργοστάσιο του από το 1946 –’47 και μετά. Τα σπασμένα κομμάτια αυτά όλα, τα λέγανε βίσαλα. Πολλοί μάλιστα στην Μεσαρά για να βρουν βίσαλα, πήγαιναν σε μέρη που υπήρχαν αρχαιότητες όπως στην Γόρτυνα, στο Ψιλό καστέλι, στου Βελούδη που υπήρχαν πιθάρια που έβαζαν μέσα τους νεκρούς και τους έθαβαν, στην Περβόλα όπου παλιά υπήρχαν εργαστήρια αγγειοπλαστικής, και όπου αλλού έβρισκαν σπασμένα πιθάρια ή πιατέλες σε κομμάτια τα μάζευαν. Κάποτε όμως είχαν τελειώσει και αυτά, και έτσι είχαν αρκεστεί σε σπασμένα σταμνιά και άλλα πήλινα είδη καθημερινής χρήσης . Ο χτίστης λοιπόν χάραζε με ένα καρφί και σπάγκο ένα κύκλο επάνω στην τοποθετημένη πυροκότα, με διάμετρος του κύκλου θα ήταν από 1,50μ με 1,60 μ για μεσαίο φούρνο, και περί τα 2 μέτρα εσωτερικό άνοιγμα για μεγάλο φούρνο. Στη συνέχεια έβρισκε τρία με τέσσερα λεπτά σανίδια, τα γύριζε σε καμπύλη όσο το άνοιγμα και έφτιαχνε τον θόλο σε ύψος από 1,5 μ μέχρι και 1,80 μέτρα. «Όσο ψηλότερος ήταν ο θόλος, τόσο καλύτερα» έλεγαν, γιατί στο επάνω μέρος αποθήκευε μεγάλη ποσότητα θερμοκρασίας, που ήταν χρήσιμη για να ψηθεί το ψωμί ή το φαγητό. Τα σανίδια αυτά τα κάρφωνε στο επάνω μέρος του θόλου, και κάτω τα στερέωνε με άλλα ξύλα, για να είναι συμπαγής η όλη κατασκευή του θόλου. Λέμε έβρισκε απλά σανίδια, γιατί τα κόντρα πλακέ ήταν ακριβά τότε και δυσεύρετα. Άρχιζε από χαμηλά να χτίζει ο τεχνίτης τα βίσαλα με λάσπη από άργιλο και ανέβαινε προς τα πάνω. Όταν έπεφτε σε κενό έστριβε λίγο – λίγο τον θόλο για να ακουμπάνε και πάλι, και συνέχιζε να χτίζει, ώσπου τον έχτιζε ολόκληρο. Μονάχα στο επάνω μέρος στο τελείωμα άφηνε μια τρύπα, περίπου δέκα πόντους διάμετρο, για να φεύγει ο καπνός στο άναμμα του φούρνου. Συνήθως εκεί έχτιζαν τον λαιμό ενός σπασμένου σταμνιού. Η τρύπα αυτή είχε ειδική ονομασία, και λεγόταν «του φούρνου η κατσούλα»!Μάλιστα υπήρχε και το εξής σχετικό τετράστιχο:
«Ο κάτης μας (ο γάτος) εψόφισε στου φούρνου τη κατσούλα
να περιμένει το ψωμί να πάρει μια κουλούρα»!

Μπροστά από την είσοδο του θόλου, χτιζόταν άλλη σειρά πέτρες με στενόμακρη τρύπα 0.60 επί 30 εκατοστά, και έκαναν μια δεύτερη καμινάδα που στένευε προς τα πάνω και άφηνε μια τρύπα 15 Χ15 εκατοστά στο επάνω μέρος. Η τρύπα αυτή βοηθούσε στο να βγαίνει ο πολύς καπνός κατά το άναμμα του φούρνου.

Δ) Το χτίσιμο εξωτερικά στο δεύτερο επίπεδο
Αφού χτιζόταν και ο θόλος, τότε άρχιζε και το χτίσιμο με πέτρα εξωτερικά, αλλά το χτίσιμο από εδώ και πάνω δεν ήταν συνήθως μισό μέτρο αλλά 30 εκ. πάχος. Όταν χτιζόταν μέχρι επάνω το τοιχίο με πέτρα, το κενό μέσα γέμιζε με κοσκινισμένο αργιλόχωμα, το οποίο λειτουργούσε σαν μονωτικό κι αυτό, να μην φεύγει η ζέστη, και δεν έπρεπε να έχει πέτρες γιατί μπορούσε να ασβεστοποιηθούν.

Ε) Η σκεπή του φούρνου
Στο πάνω – πάνω μέρος αντί σκεπής επάνω στο χώμα, έβαζαν πάλι λάσπη πέντε με εφτά πόντους πάχος, από το ειδικό μείγμα λεπίδας και αργιλόχωμα, και άμα ξεραινόταν έμπαινε και ένα άλλο ειδικό μαύρο χώμα για στεγανοποίηση του φούρνου, τη λεγόμενη μαύρη λεπίδα.Η λεπίδα ήταν πολύ ομοιογενές χώμα και δεν άφηνε το νερό να περάσει στο εσωτερικό του φούρνου. Η καλή μαύρη λεπίδα βρισκόταν μέσα σε στοές βαθιά μέσα στη γη, όπως ήταν στον γνωστό Λεπιδόλακκοστα Σκούρβουλα. Μάλιστα τα παλιά χρόνια ακουγόταν συχνά η φράση:
«Το μαύρο λεπιδάκι, το βγάνει το κολάκι»,που σήμαινε τότε, πως για να αποχτήσεις αυτό το καλό μαύρο χώμα, μπορούσε να κινδυνεύσεις να γίνει κατολίσθηση και να σε καταπλακώσει το χώμα, δηλαδή να σε βγάλει από τη ζωή.

Το πρώτο άναμμα του φούρνου

Όταν είχαν τελειώσει οι εργασίες όλες του χτισίματος του φούρνου, τότε έπρεπε να του βάλουν φωτιά, να τον ζεστάνουν λίγο – λίγο ώστε να στεγνώσει ομαλά, αλλά με τις δυο τρύπες του φούρνου ανοιχτές για να μπαίνει οξυγόνο, παράλληλα να βγαίνουν έξω και οι καπνοί. Πρώτα άναβαν λεπτά ξύλα όπως θυμάρια, θρούμπες αστοιβίδες κλπ, για να καούν και τα σανίδια στο εσωτερικό του θόλου, αλλά και για να στεγνώσει και όλος ο φούρνος. Σιγά – σιγά ανέβαζαν τη θερμοκρασία βάζοντας και πιο χονδρά κλαριά όπως κατσοπρίνια, αλλά όχι πολύ δυνατά για να μην σκάσει κάπου ο φούρνος. Ο φούρνος αν άναβε το πρωί μέχρι το βράδυ, ήταν έτοιμος για χρήση.
Όταν ήθελαν να φτιάξουν ψωμί ή να ψήσουν φαγητά, άναβαν κανονικά τον φούρνο με ξύλα, στη συνέχεια τραβούσαν με ένα σίδερο τα αναμμένα κάρβουνα σε μια γωνιά, και τον υπόλοιπο πάτο τον σκούπιζαν καλά με τον λεγόμενο «πανιστή» που ήταν δεμένα σε ένα μακρύ ξύλο (ή αργότερα σωλήνα), πανιά ή ένα παλιό τσουβάλι, το οποίο έβρεχαν πρώτα στο νερό. Όταν έβαζαν για να ψήσουν κάτι, έκλειναν την κεντρική τρύπα της οροφής την κατσούλα με ένα πέτρινο πλακάκι ή άλλο πυρίμαχο υλικό, αλλά και την εξωτερική είσοδο του φούρνου με ένα ανεξάρτητο σιδερένιο πορτάκι, που ήταν μια λαμαρίνα βαρέως τύπου, τετράγωνη, και από επάνω είχε σχήμα οβάλ. Το πορτάκι αυτό ήταν ανάλογο με την είσοδο, για να την καλύπτει πλήρως. Ανάλογα το μέγεθος του είχε ένα ή δυο χερούλια, που όταν έκαιγε τα πιάνανανε με πανιά.

Υπήρχαν δυο ειδών φούρνοι

Υπήρχαν δυο ειδών φούρνοι, ο ένας ήταν αυτός που περιγράψαμε παραπάνω, και ο άλλος είχε τρύπα στο κέντρο της βάσης, η οποία κατά το άναμμα ήταν σκεπασμένη με πυρίμαχο πλακάκι. Όταν είχαν καεί τα ξύλα και γινόταν όλα αναμμένα κάρβουνα, τότε έβγαζαν το πλακάκι, και αντί να σωριάζουν τα κάρβουνα σε μια γωνιά, τα έριχναν κάτω από την τρύπα, και την σκέπαζαν και πάλι με το πλακάκι. Πέρναγαν μετά τον πάτο με τον πανιστή, και στη συνέχεια έβαζαν το ψωμί ή τα ταψιά με τα φαγητά. Η ζέστη πλέον θα ερχόταν από κάτω και όχι μέσα στο φούρνο. Αυτό όμως το σύστημα δεν επεκράτησε και πολύ, διότι δεν αξιοποιούνταν σωστά το κάτω επίπεδο, και δεν μπορούσε να γίνει κοτέτσι είτε χώρος για το σκύλο, είτε ακόμα χώρος για να βάζουν μέσα κούτσουρα, ταψιά κλπ. Δεν βοηθούσε λοιπόν ιδιαίτερα με το να ρίχνουν κάτω εκεί τα αναμμένα κάρβουνα, αν και πρακτικά η όλη κατασκευή μόνο για χρήση φούρνου, θα ήταν μια καλή και πρακτική λύση, να έρχεται η ζέστη από κάτω.

Οι παλαιότεροι φούρνοι της Γαλιάς

Οι φούρνοι στα χωριά έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στα έθιμα του κάθε χωριού, γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές, που σε γάμους ή βαφτίσεις άναβαν 4 με 5 φούρνοι για τα ψητά, για να υποδεχτούν τους καλεσμένους! Κατά μαρτυρία του κου Μύρωνα Μαραγκάκη, ο παλαιότερος φούρνος του χωριού μας ήταν εκείνος της Μπλαδοφωτεινιάς (πριν το 1920) δίπλα από την εκκλησία, που γκρεμίστηκε για να μεγαλώσει το προαύλιο. Ο φούρνος του Σγουράφου (1920.) Ο φούρνος του Μαραγκού (1925). Ο φούρνος του Παπαδογιαννάκο (πριν το 1930). Ο φούρνος του Φανουροζαχάρη (1935) Ο φούρνος του Δράκο (1938), Ο φούρνος ου Δαμιανοβασίλη (πριν το 1940). Ο φούρνος του Ζουρίδη (1940). Επίσης οι φούρνοι του Βολικού, του Ρετζεπομανώλη, του Χρονογιώργη στο Μονόχωρο και άλλοι.

(Ευαρεστούμε τον κο Μύρωνα Μαραγκάκη, τον κο Γιάννη Κυριακάκη, και τον κο Μανώλη Νιοτάκη, για τις πληροφορίες επάνω στο θέμα)

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη