Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών του 60’

Δημοσιεύτηκε

στις

Στην αναφορά μας για τα παλιά παιγνίδια, θα αναφερθούμε κυρίως σε όσα δεν ήταν ευρέως διαδεδομένα, και τα γνώριζαν κυρίως κάποια παιδιά από χωριά της Μεσαράς


Τα καπάκια από μπουκάλια
———————————–

Ένα παιγνίδι όχι ευρέως γνωστό, ήταν τα καπάκια από τις λεμονάδες, πορτοκαλάδες, γκαζόζες, μπύρες κλπ! Πολλοί ήμαστε αυτοί που έχουμε εμπειρίες από το παιγνίδι με τα καπάκια.
Τα μαζεύαμε επισταμένως, και κάναμε ένα είδος συλλογής, και καμαρώναμε για την μεγάλη ποικιλία, τα χρώματα τους, τον αριθμό τους, και φυσικά τα πρωτεία για το ποιος είχε τα πιο σπάνια και εντυπωσιακά, τα οποία είχαν για μας …περισσότερη αξία!
Όπου λοιπόν βρίσκαμε καπάκια, τα μαζεύαμε. Έτσι πηγαίναμε επί τούτου έξω από τα καφενεία που τα πέταγε ο καφετζής, και όπου τα βρίσκαμε τα μαζεύαμε, για να πλουτίσουμε τη συλλογή μας! Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρακαλούσαμε ακόμα και τον ίδιο τον καφετζή να μας τα φυλάει, και τι να κάνει ο άνθρωπος, τα άφηνε στον πάγκο για να τα πάρουμε σαν μαζευόταν καμιά δεκαριά!
Αυτά τα καπάκια τα πηγαίναμε στο σπίτι, και εκεί τα κοπανίζαμε με ένα σφυρί, και τα κάναμε «πιταρίδες», δηλαδή εντελώς επίπεδα!
Συνήθως τα περισσότερα σπίτια είχαν ένα μεγάλο σίδερο τη λεγόμενη «σιντέρα», και εκεί πάνω τα κοπανούσαμε με ένα σφυρί. Μετά το κοπάνισμα, αφαιρούσαμε με ένα μαχαιράκι το εσωτερικό πλαστικό, που τότε ήταν από φελλό.
Αφού τα είχαμε κοπανίσει όλα, τότε το κάθε παιδί από μας είχε τα δικά του «λεφτά», και παίζαμε με αυτά με διάφορους τρόπους. Είτε τα χρησιμοποιούσαμε σαν λεφτά στα «χαρθιά», δηλαδή κολιτσίνα ή ξερή. Άλλος τρόπος ήταν ποιος θα πετάξει το δικό του πιο μακριά, και αν συνέβαινε αυτό έπαιρνε το καπάκι του άλλου! Έτσι μαθαίναμε τρόπους που με τέχνη και ανάμεσα στα δάχτυλα, σε συνδυασμό με δύναμη, τα πετούσαμε πολύ μακριά! Είχε φανατικούς φίλους το παιγνίδι αυτό, και ένας από αυτούς, ήταν και ο…γράφων!

Τα χωράφια
—————-

Ένα άλλο πάλι παιγνίδι καθόλου γνωστό αλλά έντονα διασκεδαστικό κι αυτό, ήταν και τα λεγόμενα «χωράφια». Το παιγνίδι αυτό παιζόταν από δύο άτομα, και απαιτούσε χώρο που το χώμα να μην είναι πολύ σκληρό, να είναι επίπεδο και καθαρό! Το παιγνίδι χρειάζεται και ένα μεγάλο καρφί, τουλάχιστον 20 εκατοστών, η ένα αντίστοιχο σίδερο, λιμαρισμένο στην άκρη με τη λίμα, ώστε να κάνει μύτη! Στην ανάγκη χρησιμοποιούσαμε και καμιά καδρονόπροκα, αν δεν είχαμε άλλη λύση! Το παιγνίδι είχε ως εξής:
Κάποιος σχεδίαζε με τη μύτη του σίδερου στο έδαφος ένα τετράγωνο ή παραλληλόγραμμο, περίπου ένα με δύο τετραγωνικά, και το χώριζε ακριβώς στη μέση κάθετα. Μετά έπρεπε να «νικάρουν» για το ποιος θα αρχίσει πρώτος, για να διαλέξει ποιο τμήμα από τα δύο «χωράφια» θα πάρει!
Υπήρχε ο βασικός τρόπος για να «νικάρουν».
Τράβαγε ο ένας μια γραμμή έξω από το παραλληλόγραμμο, και στη συνέχεια έπρεπε οι δυο τους να καρφώσουν πεταχτά το σίδερο η καρφί, και όποιος το κάρφωνε πιο κοντά στη γραμμή, εκείνος έπαιζε πρώτος! Μπορούσε αυτή η τεχνική στο τεστ, να γίνει και στη μεσαία γραμμή του παραλληλόγραμμου, που το χωρίζει στα δυο.
Αν τύχαινε και δεν κάρφωνε, και έπεφτε στο χώμα το καρφί, τότε πάλι έχανε τη σειρά, και άρχιζε το παιγνίδι ο άλλος! Τώρα ο κερδισμένος για να αρχίσει πρώτος το παιγνίδι, πήγαινε το «χωράφι» που είχε σχεδιαστεί με χαραγές, και διάλεγε ποιο από τα δύο ήταν το δικό του!
Έτσι διάλεγε μια κατεύθυνση για να καρφώσει το καρφί στο χωράφι του άλλου, και αφού το κάρφωνε, χάραζε μια γραμμή απ άκρη σε άκρη όπως είναι η κατεύθυνση του σώματος, και του έπαιρνε το πιο πολύ χωράφι! Έτσι έσβηνε την προηγούμενη οριογραμμή, και το ένωνε με το δικό του! Έτσι προχώραγε στο υπόλοιπο του άλλου που έμενε , και το χάραζε ξανά στη μέση, και ούτω καθ εξής. Αν δεν έχανε με το να καρφώσει έξω από το «χωράφι» το καρφί , ή να μην καρφώσει καθόλου, προχώραγε μέχρι το χωράφι του άλλου να το πιάνει απ άκρη σε άκρη με τη σπιθαμή του! Αν ήταν δηλαδή το χωράφι μικρότερο από τη σπιθαμή, τότε νικούσε τον άλλο! Όταν ήταν να αφαιρέσουν τμήματα του άλλου, ο βασικός σκοπός ήταν να δημιουργήσουν το λεγόμενο «νησί»! Νησί ήταν το χωράφι που δεν συνόρευε κάποια εξωτερική γραμμή του χωραφιού.
Όταν έμενε πολύ μικρό χωράφι στον αντίπαλο που το κάλυπτε η παλάμη του χεριού του παίχτη, τότε κέρδιζε όλο το χωράφι του αντιπάλου, και φυσικά ήταν νικητής!
Από τη στιγμή όμως που σχηματιζόταν το λεγόμενο «νησί», διότι ήταν δηλαδή το κομμάτι αυτό στο εσωτερικό του χωραφιού, και το κάλυπτε πάλι η παλάμη του παίχτη, το παιγνίδι ο παίχτης το έπαιρνε διπλό!

Οι καρτέλες
—————

Ένα άλλο παιγνίδι εποχής του ‘60, ήταν και οι περιβόητες «καρτέλες»! Οι καρτέλες ήταν συνήθως από κοινά χαρτόνια, κομμένα σε κομμάτια με το ψαλίδι στο σχήμα της τράπουλας.
Μπορεί βέβαια οι καρτέλες να ήταν και έτοιμες χάρτινες κάρτες από γκοφρέτες ή σοκολάτες, με κάποια εικόνα επάνω, συνήθως παίχτη ποδοσφαίρου, ηθοποιό, τραγουδιστή, κλπ.
Κάθε παιδί είχε από ένα πάκο τέτοια χαρτόνια, και γινόταν συναγωνισμός, ποιο παιδί θα πετάξει πιο μακριά την καρτέλα του, οπότε σε αυτή τη περίπτωση έπαιρνε των αλλωνών τις κάρτες! Δηλαδή, τραβούσαν μια γραμμή, και πατούσαν όλοι εκεί το πόδι τους, και επεδίωκαν να πετάξουν τη δική του κάθε ένας μακρύτερα! Πάλι και εδώ, όπως και στα καπάκια, είχαν αναπτύξει τα παιδιά την ειδική τεχνική, εκείνη με την καρτέλα ανάμεσα των δαχτύλων, του δείχτη και του μέσου του δεξιού χεριού, με πέταγμα από την πίσω πλευρά της παλάμης, αυτή που είναι τα κότσια!
Η κάρτα έφευγε με δύναμη περιστρεφόμενη, και φυσικά πεταγόταν σε μεγάλη απόσταση, ίσως και πάνω από πενήντα μέτρα! Καμιά φορά έκοβαν τις γωνίες με το ψαλίδι για να πηγαίνει ακόμα μακρύτερα!
Με τα ίδια αυτά χαρτόνια μπορούσαν να παίξουν και κολιτσίνα στα χωράφια, αφού έγραφαν με μολύβι τα σύμβολα και τα νούμερα της τράπουλας! Ακόμα άμα βαριόταν και αυτά, μπορούσαν να τα τσακίσουν στη μέση κάθετα , και να τα στήσουν όρθια για να παίξουν το λεγόμενο ντόμινο!

Το ελικόπτερο
——————

Ένα παιγνίδι για τα παιδιά της ίδιας εποχής, ήταν και το ελικόπτερο! Το έπαιζαν κυρίως στην εξοχή γιατί έβρισκαν πιο εύκολα τα υλικά! Τα παιδιά επειδή τους άρεσε πολύ το «αγλάκιο», δηλαδή να τρέχουν με ταχύτητα, πολλά παιγνίδια συνδύαζαν αυτά τα δυο ταυτόχρονα! Το ελικόπτερο ήταν απλό παιγνίδι, και χρειαζόταν ξερά λατζούνια, το γερό βλαστό δηλαδή του αγριοκρόμιου. Ένα λατζούνι το έκοβαν σε δυο κομμάτια γύρω στα 10εκατοστά, και τα ένωναν με σπάγκο σε σχήμα σταυρού. Στερέωναν καλά δηλαδή τα δυο αυτά ξυλάκια μεταξύ τους, και αυτά ήταν η φτερωτή! Ένα άλλο ξύλο πιο χονδρό 15 με 20 εκατοστών θα ήταν το χερούλι, όπου κοβόταν κάθετα, και στο κέντρο στην μια άκρη του, κάρφωναν τη φτερωτή, συνήθως με μπροκάκι , τέλι, ή και μεγάλο σκληρό αγκάθι!
Αν φύσαγε αέρας, η φτερωτή φυσικά θα γύρναγε! Τα παιδιά όμως δάγκωναν με τα δόντια τους το χερούλια της φτερωτής και έτρεχαν και η φτερωτή γύρναγε λόγω ταχύτητας! , Έτοιμο το «ελικόπτερο»! Έχοντας λοιπόν το χερούλι στο στόμα και τρέχοντας γρήγορα, ο σβούρος (φτερωτή) γύριζε, αργά ή γρήγορα, ανάλογα την ταχύτητα! Ο λόγος που είχαν το το σβούρο στο στόμα και όχι στο χέρι, ήταν που και το παιδί γινόταν το ίδιο «ελικόπτερο», γιατί ο ήχος που έκανε η φτερωτή μεταδιδόταν στα αυτί, στην ακοή δηλαδή με ενίσχυση! Έτσι τρέχανε γρήγορα με τα χέρια ανοιχτά, και τα ίδια τα παιδιά που έπαιζαν το παιγνίδι αυτό , αισθανόταν πως είναι τα ίδια ελικόπτερα ή αερπλάνα!

Το παιγνίδι «πάου»
————————-

Το παιγνίδι «πάου», είναι η πολύ παλιά ονομασία του παιγνιδιού «πάω κι έρχομαι», όπως επεκράτησε μετά τη κατοχή, και μεταγενέστερα τη δεκαετία του ’60.
Ήταν ένα παιγνίδι πολύ διαδεδομένο στα παιδιά, σχεδόν σε καθημερινή βάση! Μπορεί να ήταν παιγνίδι μαντικής, αλλά στην ουσία ήταν περισσότερο τύχης. Παιζόταν κυρίως με φασόλια ή κουκιά στο σπίτι ,από αγόρια και κορίτσια! Παιζόταν βέβαια και στα χωράφια, μόνο που αντί φασόλια, έβρισκαν το σπόρο του αγιόγυρου, που ήταν τα «αγιογυροφάσουλα», όμοια πολύ με τα κοινά φασόλια!
Κάθε παιδί είχε στις τσέπες του δέκα με είκοσι φασόλια, και όταν ήταν η ώρα του παιγνιδιού, ρωτούσε το άλλο παιδί:
-«Παίζουμε πάου»? Ή «Παίζουμε πάω κι έρχομαι»?
-Παίζουμε! Έλεγε και το άλλο! Και τα δύο παιδιά είχαν στις τσέπες τους αρκετά φασόλια. Τώρα το παιδί που έκανε τη πρόταση, έβαζε πρώτο το χέρι του και στις δυο τσέπες, έπιανε όμως στη μία φούχτα του μερικά φασόλια, παράδειγμα πέντε, αλλά στην ουσία όσα ήθελε, μπορεί από κανένα μέχρι 15 όσα θα χώραγε η φούχτα του! Στη συνέχεια έκλεινε και τις δύο φούχτες, και με τα χέρια οριζόντια, και οι φούχτες εστραμμένες κάτω, ρωτούσε το άλλο παιδί:
«Πάω κι έρχομαι, σα μ-πόσα?»
-«Τρία» για παράδειγμα απαντούσε ο άλλος, και του ακουμπούσε απαλά το χέρι που υπέθετε πως σε αυτό κρυβόταν τα φασόλια! Αν δεν πετύχαινε το χέρι που κρυβόταν τα φασόλια, έχανε και τη σειρά έπαιρνε ο άλλος να κάνει τη δική του ερώτηση «πάω και έρχομαι, σαν πόσα?» με όσα φασόλια ήθελε.
Αν όμως στο χέρι που υπήρχαν πέντε, και το πετύχαινε ο άλλος, τότε του τα έπαιρνε όλα, αν ο άλλος έλεγε τρία, τότε έπρεπε στο παιδί να δώσει τη διαφορά, δηλαδή δύο!
Αν έλεγε έξη, έπρεπε το παιδί που τα κρατούσε, να του δώσει ένα!
Κάποια παιδιά όμως είχαν αναπτύξει ικανότητα στο να ψυχολογούν το άλλο παιδί, ως προς το σε ποιο χέρι κρύβει τα φασόλια, και μάλιστα αν πετύχαιναν και τον ακριβή αριθμό, τότε του τα έπαιρναν όλα!
Υπήρχαν τρείς τρόποι μαντικής σε ποιο χέρι κρύβονται τα φασόλια!
Από τους τρόπους αυτούς που ήταν θέμα εμπειρίας, καταλάβαιναν που τα κρύβονται τα φασόλια! Ο ένας τρόπος ήταν το ελαφρό τρεμούλιασμα του χεριού, που άθελά του έκανε το παιδί που κρατούσε τα φασόλια, και φυσικά για το έμπειρο παιδί ήταν εύκολο να τα εντοπίσει!
Άλλος τρόπος ήταν το φούσκωμα του χεριού, και φυσιολογικά, αφού έκρυβε πολλά φασόλια, ήταν και αυτό εύκολε αντιληπτό, γιατί το χέρι η «γροθιά επαπούργιαζε» κάπως, δηλαδή φούσκωνε λίγο ή πολύ, και πάντα γινόταν η σχετική σύγκριση των δύο χεριών!
Τρίτη μαντεψιά ήταν, πως το παιδί που κρατούσε τα φασόλια στο ένα χέρι, εκείνο και συχνοκοίταζε άθελά του περισσότερο! Αυτά όμως τα τρία σημάδια που πρόδιδαν ένα νέο παίχτη, σιγά – σιγά άρχιζαν να γίνονται γνωστά και σε αυτόν, και έτσι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν μπούμεραγκ, δηλαδή ξεγέλασμα για τον αντίπαλο!
Και ο άπειρος πλέον τώρα αφού μάθει , θα μπορεί άνετα να το ξεγελάσει τον αντίπαλο με ψεύτικα τρέμουλα του χεριού, πως εκεί δήθεν έκρυβε τα φασόλια, αλλά στην ουσία, να τα είχε στο άλλο! Το ίδιο επίσης και με ψεύτικα φουσκώματα, ψεύτικα κοιτάγματα κλπ!
Το ενδιαφέρον βέβαια του παιγνιδιού, αρχίζει, από τη στιγμή πλέον, που και οι δύο παίχτες είναι ενήμεροι για τις πονηριές, και πλέον τίθεται θέμα αυθυποβολής του αντίπαλου, ξεγελάσματα με δήθεν ψεύτικο τρέμουλο, φούσκωμα και κοίταγμα, και όλα αυτά σε σημείο, που ο αντίπαλος δεν ξέρει τώρα πλέον πότε γίνεται μπλόφα, και πότε είναι αλήθεια! Νικητής φυσικά ήταν εκείνος που έπαιρνε όλα τα φασόλια του άλλου ή εκείνος που στο τέλος είχε τα πιο πολλά στις τσέπες του!

Τα παιδιά πάντως εκείνα τα χρόνια, είχαν την δυνατότητα να παίξουν και να διασκεδάσουν στις αλάνες με παιγνίδια που είχαν και μηδενικό κόστος, όμως υπήρχε η ομαδικότητα, η συνεργασία, η οικειότητα και η φιλία, έννοιες που πάσχουν σήμερα ακόμα και στα πιο ακριβοαγορασμένα παιγνίδια!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όταν στη Μεσαρά οι παλιοί έπιαναν αχέλια και καβρούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάμε στην εποχή που οι Μεσαρίτες είχαν στο τραπέζι τους πολλά αχέλια ή χέλια και καβρούς – Πως τα ψάρευαν όμως;


Ήταν μια εποχή που ο κάμπος της Μεσαράς, ήταν όλο ζωντάνια από το πολύ νερό, που το συναντούσες ακόμα και στο πιο μικρό ρέμα!

Όλο το χρόνο Χειμώνα  – Καλοκαίρι, όλα τα ποτάμια και ρέματα στη Μεσαρά έτρεχαν άφθονα τρεχούμενα νερά.

Όταν ήρθε ο αναδασμός στο κάμπο της Μεσαράς μονοπάντησε τα χωράφια των ανθρώπων και τους τα έδωσε σε ένα τόπο.

Ανά  160 μέτρα έκανε ένα δρόμο και στη μέση έκανε ένα ρέμα. Όλα τα  ρέματα αυτά, κατέληγαν στη “Γριά Σαίτα” και από εκεί τα νερά κατέληγαν στη θάλασσα.

Σε μια ηλικία από 10 έως 17, η δική μας εποχή της δεκαετίας ´80, η νεολαία δεν είχε και με πολλά πράγματα να ασχοληθεί (βλέπεις δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε) και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να περνάμε την ώρα μας.

Η καλύτερη ασχολία που είχαμε ήταν το κυνήγι σε αυτά τα ρέματα, που ταλέγανε και σαίτες. Τι κυνηγούσαμε? Φυσικά αχέλια και καβρούς!

Ο καλύτερος μεζές για τους πιο πολλούς Μεσσαρίτες και κυρίως Πετροκεφαλιανούς, που τα είχανε στα πόδια τους,  ήταν τα χέλια και οι καβροί!

Τα χέλια τα ψαρεύαμε συνήθως τα Καλοκαίρια, ή τις ημέρες που ήταν αποκριές, επειδή το κρέας του θεωρείται νηστίσιμο.

Τα χέλια σύχναζαν στο τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε κολύμπες, στα ποτάμια σε φράγματα η λίμνες, και φυσικά στις σαΐτες της Μεσαράς.

Το χέλι του άρεσε να τρέχει κόντρα στο ρέμα και όπου έβρισκε κολύμπα, εκεί και φώλιαζε και άφηνε τα αυγά του.

Ο κόσμος τότε μικροί ή μεγάλοι, κυνήγαγαν τα χέλια για τον εκλεκτό μεζέ τους, μια και το κρέας ήταν δύσκολο να βρεθεί στο τραπέζι.

 

Υπήρχαν διάφοροι τρόποι ψαρέματος του χελιού

 

Ψάρεμα με φλόμο

Σε κάποιες περιοχές της Μεσαράς όπως στα Κάτω περβόλια, υπήρχαν άφθονα  φλομάκια, που τα μάζευαν και τα πήγαιναν να τα ρίξουν στα μέρη που υπήρχαν χέλια.

Ο φλόμος όταν τον κόψεις βγάζει ένα τοξικό γάλα, δηλητηριώδες, που αυτό κάνει το νερό να μυρίζει, και το χέλι να βγάλει έξω το κεφάλι του. Τότε με ένα πιρούνι στο χέρι, τα κάρφωναν, και τα πέταγαν έξω.

 

Ψάρεμα με αλισανδρούλα

Υπήρχε ένα άλλο φυτό που το έλεγαν αλισανδρούλα, που ανήκει και αυτό στα δηλητηριώδη φυτά. Αλλού τον λένε καλάνθρωπο και είναι ένα φυτό με πλατιά φύλλα, και γίνεται όρθιο πάνω από ένα μέτρο. Και αυτό το φυτό βέβαια, βάσει της φυτολογίας, ανήκει στη γενική κατηγορία του φλόμου.

Το φυτό αυτό το έκοβαν και το πήγαιναν εκεί όπου είχε χέλια. Εκεί το κοπανίζανε καλά με μια πέτρα και αυτό έβγαζε ένα ζουμί, και κατόπιν το πέταγαν στο νερό.

Λέγεται πως το ζουμί αυτό έχει την ιδιότητα να καταστρέφει το οξυγόνο του νερού, και τα χέλια μη μπορώντας να αναπνεύσουν έβγαζαν και πάλι το κεφάλι τους έξω από μια γωνιά, και τότε τα κάρφωναν με ένα πιρούνι πάλι, και τα πέταγαν έξω!

Φυσικά το χέλι, μόλις βρεθεί δυο λεπτά έξω από το νερό, πεθαίνει όπως και το ψάρι.

 

Ψάρεμα με τα κερτάρια  ή κούρτα

Άλλος σπουδαίος τρόπος ψαρέματος χελιού, ήταν και το ειδικά καλαθάκια, που τα λέγανε κερτάρια ή αλλού κούρτες.

Η κούρτα η το κερτάρι, ήταν σαν καλαθάκι στενόμακρο και πλεχτό από ειδικά άγρια βρούλα που ήταν μυτερά στην άκρη.

Η κατασκευή αυτή , είχε μια στενή τρύπα από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια τάπα, σαν πορτάκι, που άνοιγε για να μπαίνει το χέρι να πιάνει το χέλι.

Τις κούρτες τις βάζανε από βραδύς στο νερό με διάφορες τροφές μέσα για να προσελκύσουν τα χέλια.

Το πρωί πήγαιναν και τα κοίταζαν να δουν τι χέλια είχαν πιάσει.  Το χέλι ήταν το ψάρι της εποχής!

Έτσι πολλές φορές, αυτό γινόταν πιο οργανωμένα. Έφτιαχναν πεντ’ έξη κούρτες, και τις πήγαιναν σε διάφορα σημεία που είχε κολύμπες,  και τις έριχαν στο νερό σε διαφορετικές περιοχές.

Το πρωί που πήγαιναν και τα μάζευαν, μπορούσε να είχαν μαζέψει καμιά δεκαριά χέλια, για να χορτάσει όλη η οικογένεια. Τα έκαναν συνήθως τηγανιτά η στα κάρβουνα.

 

Ψάρεμα με την καβούλα

Σκάβοντας στο χώμα βρίχναμε σκουλήκια τα οποία στη συνέχεια πιάναμε κλωστή και τα μπρουλιάζαμε φτιάχνοντας έτσι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο κλωστή με σκουλήκια. Στη συνέχεια το τυλίγαμε όπως το σχοινί, το δέναμε σε μια πετονιά και το πετούσαμε στο νερό. Το σύστημα αυτό λεγόταν καβούλα.

Όταν τσιμπούσαν τα χέλια με μια απότομη κίνηση τραβούσαμε την πετονιά με αποτέλεσμα η κλωστή να μαγκώνει στα δόντια του χελιού και το τραβούσαμε έξω.

 

Τα αχέλια και τα πιτσιρίκια στην εξοχή

Στην εξοχή, τα παιδιά που βλέπανε τα έχνη, (αιγοπρόβατα), σαν πεινούσαν πήγαιναν να πιάσουν 3 έως 5 χέλια για να φάνε τον εκλεκτό τους μεζέ.

Άναβαν πρώτα μια φωτιά για να είναι έτοιμη, και κατόπιν πήγαιναν στο νερό είτε με φλόμο, είτε με τα χέρια, είτε χτυπώντας τα με ένα ξύλο, τα έπιαναν και επιτόπου τα πήγαιναν για ψήσιμο!

Έκοβαν μια βέργα από αγριελιά και την έκαναν μυτερή μπροστά με ένα τσακί, σαν σούβλα.

Εκεί τα πέρναγαν ολόκληρα τα χέλια όπως είναι, ζικ – ζακ σαν λουκάνικα. Το χέλι δεν έχει λέπια, οπότε το έβαζαν όπως είναι πάνω σε δυο πέτρες στη φωτιά

Πολλές φορές όμως όταν έτρωγαν πολλά χέλια, τα βάραινε το στομάχι τους, γιατί το χέλι ανήκει στα βαριά δυσκολοχώνευτα φαγητά.

 

Πως χάθηκε και το τελευταίο χέλι από τον κάμπο της  Μεσαράς!

Έφτασε μία εποχή, που τα νερά πλέον λιγόστεψαν στα ρέματα και νερά.

Έβλεπες πλέον αχέλια, μόνο στις κολύμπες που είχαν φτιάξει η αγρότες, για να αντλούν τα νερά ποτίζοντας τις καλλιέργειες τους.

Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κολύμπες είχαν εγκλωβιστεί και τα τελευταία χέλια μην μπορώντας να πάνε αλλού πουθενά!

Όλο το χωριό αποφάσισε τότε, πως αυτά τα χέλια έτσι και αλλιώς θα ψοφούσαν μετά από λίγο καιρό που θα στέρευαν οι κολύμπες.

Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, και  μπαίνοντας οι πιο τολμηροί μέσα στις κολύμπες και με σαρακάκια, σκότωναν τα αχέλια και συγχρόνως τα πετούσαν στους υπόλοιπους χωριανούς που ήταν απέξω,  που κι αυτοί με την σειρά τους, τα έβαζαν στα τσουβάλια!

Θυμάμαι ότι από εκείνη την κολύμπα βγάλαμε πάνω από 300 κιλά αχέλια!

Από τι θυμάμαι οι πιο “φανατικοί” Πετροκεφαλιανοί δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αχέλια και για πολλά χρόνια μαζεύονταν παρέες και έκαναν μια διαδρομή πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας κοντά στο Πρέβελη, στο Κουρταλιώτικο φαράγγι και ψάρευαν εκεί αχέλια, έτσι ώστε να ξεθυμαίνει λίγο η επιθυμία τους για αυτό τον θεσπέσιο μεζέ.

Αυτό λοιπόν ήταν και το τέλος μιας εποχής η οποία θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας.

 

Το ψάρεμα του καβρού στον ποταμό

 

Ο καβρός, κοινός καβούρι, για να πιαστεί ήθελε καλό μάστορα!

Στα χωριά όλοι, από παιδιά όμως είχαν εκπαιδευτεί στο ψάρεμα του καβρού, και σπάνια θα πήγαινε κάποιος και να μην φέρει κάμποσα καβούρια στο σπίτι.

Ο λόγος που τα κυνήγαγαν ήταν για το πολύ νόστιμο κρέας του, που μοιάζει με αστακού η γαρίδας.

 

Ο απλός τρόπος ψαρέματος

Συνήθως τα παιδιά που δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα, πήγαιναν στα ποτάμια και ξυπόλητα με τα κοντά παντελονάκια, ανασήκωναν πέτρες η πλάκες στο νερό, και κοίταζαν αν έχει από κάτω «καβρούλια». Έτσι συνήθως έπιαναν μικρά δεύτερα αδέσποτα καβούρια, ή θηλυκά που σύχναζαν κάτω από πλακωτές πέτρες μέσα στο νερό.

 

Τρόπος ψαρέματος με το βρούλο

Ένας παμπάλαιος τρόπος για να πιάσει κάποιος καβρούς η καπατσέλες (μεγάλους καβρούς), μέσα στην τρύπα τους (φωλιά τους), ήταν να βρει ένα έξυπνο τρόπο να τα ξεγελάσει, γιατί το ίδιο το καβούρι είναι πανέξυπνο, και η

παραμικρή λάθος κίνηση θα το αφήσει κρυμμένο για ώρες μέσα στη φωλιά του! Ο τρόπος λοιπόν είναι «το κόλπο με το βρούλο»!

Έβρισκαν λοιπόν ένα βρούλο που στην άκρη να έχει το δικό του ανθάκι, η ένα άλλο άριο βρούλο μυτερό, που στην άκρη έδεναν σφιχτά με σπάγκο ένα φτερό!

Εντόπιζαν την καβροτρυπχιά, και με πολύ αργές κινήσεις την πλησίαζαν.

Γονάτιζαν με προσοχή να μην τρομάξει ο καβρός, και με προσοχή πολύ, κρατώντας με το δεξί χέρι το βρούλο, το κατεύθυναν προς τον καβρό αργά αργά, που ακόμα φαινόταν ελάχιστα στην τρύπα του.

Αρχίζοντας ένα αργό σφύριγμα μακρόσυρτο. «Φιούουου», και ξανά «φιούουουου», αργά και χαμηλόφωνα, και παράλληλα άρχιζε ένα γαργάλημα με το φτερό στα πόδια του καβρού διακριτικά και πολύ απαλά…

Ο καβρός επεξεργάζοντας στο μυαλό του τα «νέα στοιχεία» που έχει μπροστά του, νομίζει πως το φτερό είναι κάποιο έντομο είναι και θέλει να περάσει μέσα στην τρύπα του!

Έτσι ο καβρός κάνει την πρώτη κίνηση ένα βήμα προς τα έξω, για να είναι πιο κοντά «στη λεία του»!

Όμως το βρούλο όλο και το τραβά πιο έξω το χέρι, και δόστου και βγαίνει και ο κάβουρας προς τα έξω!

Όταν έχει βγει ολόκληρος ο καβρός έξω, κάνει μια με το αριστερό ο εκάστοτε καβροκυνηγός, και το αρπά και το πετά έξω μακριά από την φωλιά του!

Έτσι πλέον με ευκολία, πιέζοντας το στη πλάτη του, και με τέχνη το πιάνει το καβούρι και το βάζει στο καλαθάκι του, που από πάνω είναι δεμένο με ένα πανί, να μη φύγουν όσα έχει μέσα.

 

Ψάρεμα με την σαρδέλα

Ένας άλλος τρόπος και πιο αποτελεσματικός, ήταν το ψάρεμα με την σαρδέλα. Δέναμε τη παστή σαρδέλα από την ουρά με ένα σπάγγο, και στην συνέχεια την ρίχναμε στο νερό,.

Η μυρωδιά  της σαρδέλας φυσικά  τραβούσε τους καβρούς, και πήγαιναν να την φάνε.

Δολώματα βάζαμε σε πολλά σημεία και το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να πηγαίνουμε να πιάνουμε τους καβρούς, που προσπαθούσαν να φάνε τη σαρδέλα, που συνήθως σε κάθε δόλωμα ήταν δύο και τρεις καβροί μαζί!

Στη μέθοδο αυτή, είχαμε ένα μόνο πρόβλημα, αν καθυστερούσαμε λίγο παραπάνω να πάμε στο επόμενο δόλωμα, δεν προλαβαίναμε, και οι καβροί έτρωγαν την σαρδέλα!

Όμως και σε αυτό το πρόβλημα βρήκαμε λύση. Βάζαμε τη σαρδέλα μέσα σε  κάλτσα, έτσι ώστε οι καβροί να προσπαθούν να κόψουν την κάλτσα, χωρίς  όμως να προλαβαίνουν να φάνε και τη σαρδέλα!

 

Τρόποι για να μεταφέρουν τα καβούρια στο σπίτι

Εκτός από το καλαθάκι η κουβά, με το πανί από πάνω, ήταν και το σταμνί, με το στενό λαιμό, που δεν μπορούσε να βγει ο καβρός από εκεί.

Συνήθως τα παιδιά που δεν είχαν ούτε σταμνί, ούτε καλαθάκι, μόλις τα έπιαναν, τους άνοιγαν τον αφαλό που έχουν στην κοιλιά, και εκεί τους κάρφωναν ένα ξύλο, και το καβούρι πέθαινε αμέσως, και άρα ήταν ακίνδυνο να δραπετεύσει! Έτσι εν ανάγκη τα έβαζαν και στις τσέπες τους!

 

Χέλια και καβούρια στο ρεφενέ!

Πολλές φορές στα καφενεία, που δεν ήθελαν να πιούνε το κρασάκι με σκέτες ελιές και κριθαρόνταγκο, έλεγαν σε κάποιον…

-Πετάξου μπρε Μανώλη μέχρι το μποταμό, να φέρεις καμιά δεκαριά καβρούς, η πράμα χέλια να πχιούμε ένα (γ)κρασί !

Πήγαινε ο εκάστοτε Μανωλιός, και τα έφερνε στην παρέα και ο καφετζής τα έψηνε, η βραστά η τηγανητά η στα κάρβουνα.

Φυσικά εκείνος που πήγαινε και τα έφερνε, δεν πλήρωνε ρεφενέ στο μερίδιό του!

Ήταν βλέπεις και εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία, τα κρέατα σπανίζανε, και αυτοί οι μεζέδες ήταν ιδιαίτερα εκλεκτοί για όλους!

Έτσι ο φτωχός κόσμος στα χωριά, κατεργαζόταν άλλα πράγματα για να κάνει τη ζωή του καλύτερη!

Κάτι ανάλογο, γινόταν και όταν υπήρχαν εργάτες σε διάφορες δουλειές, σε αμπελοσκάματα, σε τρυγητούς η σε έργα της κοινότητας, κλπ.

Όταν σχόλαγαν αργά, έστελναν κάποιον να πάει να χελέψει, η να πιάσει καβρούς, να περάσουν το βράδυ τους όμορφα πίνοντας τα κρασάκια τους πλέον με θεσπέσιους μεζέδες!

Σήμερα φυσικά ο κόσμος δεν ασχολείτε  πλέον με αυτά τα σπόρ, και γιατί δεν υπάρχουν πλέον στη φύση, αλλά κι αν υπάρχουν ελάχιστα, τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων έχουν αλλάξει προς άλλες κατευθύνσεις.

Έτσι χέλια και καβροί, μας άφησαν τουλάχιστον σε μας τους παλιότερους πολλές αναμνήσεις…

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γεώργιο Χουστουλάκη για την πολύτιμη βοήθειά του 

Κέιμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος ΧουστουλάκηςΙορδάνης Μπιτσακάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Παγκόσμια ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ημέρα αυτή είναι αφιερωμένη στα παιδιά που δίνουν καθημερινά μάχη να επιβιώσουν, να αντιμετωπίσουν την ασθένειά τους και να ζήσουν όπως τα υπόλοιπα παιδιά με ανεμελιά και αγάπη.


O καρκίνος είναι μια ασθένεια ιδιαίτερα «δύσκολη» και γίνεται ακόμα «δυσκολότερη» όταν εμφανίζεται σε παιδιά. Οι κυριότερες μορφές παιδικού καρκίνου είναι οι λευχαιμίες, οι εγκεφαλικοί όγκοι και τα λεμφώματα. Η έγκαιρη διάγνωση αυξάνει και τα ποσοστά ίασης.

ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ;

Πολλά παιδιά γνωρίζουν την ασθένειά τους εφόσον δεν αισθάνονται καλά, επισκέπτονται τον γιατρό συχνότερα και καταλαβαίνουν το άγχος της οικογένειας. Το παιδί όταν δεν γνωρίζει, μπορεί να φαντάζεται χειρότερα επομένως, λέγοντάς του την αλήθεια μειώνεται το άγχος και συνεργάζεται στη θεραπεία.

ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ;

Εξαρτάται από τη σχέση των γονιών με το παιδί και την ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων τους. Οι γονείς μπορούν να μιλήσουν στο παιδί, αφού πρώτα συμβουλευτούν ειδικούς. Διαφορετικά, μπορεί να το ανακοινώσει ο γιατρός με την παρουσία, όμως, κάποιου κοντινού προσώπου που θα παρέχει υποστήριξη. Καμία χρονική στιγμή δεν είναι η κατάλληλη. Το καλύτερο είναι να το μάθει όσο πιο σύντομα γίνεται.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ;

Η ηλικία και η πνευματική ωριμότητα του παιδιού καθορίζουν το τι πρέπει να ξέρει. Στο παιδί πρέπει να μιλήσουν με ευγένεια και ειλικρίνεια και να απαντήσουν σε όλες του τις ερωτήσεις. Σημαντικό είναι να μάθει την διαδικασία της θεραπείας και τις παρενέργειες που μπορεί να έχει.

ΚΥΡΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ:

• Συνεχείς εισαγωγές στο νοσοκομείο
• Παρενέργειες χημειοθεραπείας (ναυτία) και ακτινοθεραπείας (εμετοί)
• Παρενέργειες χειρουργικής επέμβασης
• Αλλεργία στην χορήγηση αίματος, παραγώγων αίματος ή αντιβιοτικών
• Τροποποιήσεις σχολικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων
• Αποτυχία ορισμένων θεραπειών

«ΘΑ ΓΙΝΩ ΚΑΛΑ;»

Πρέπει να εξηγήσουμε στο παιδί ότι τα φάρμακα, οι ακτινοθεραπείες και η εγχείρηση θα το βοηθήσουν να απαλλαγεί από τον καρκίνο. Πρέπει να μάθει ότι οι γιατροί και η οικογένειά του θα κάνουν ότι μπορούν για να το βοηθήσουν. Αυτή είναι μία ελπιδοφόρα απάντηση που το κάνει να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια.

ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ​

Το παιδί συχνά αισθάνεται θλίψη, άγχος, ανασφάλεια και ίσως δυσκολεύεται να εκφράσει συναισθήματα και φόβους. Ένας τρόπος έκφρασης είναι το παιχνίδι όπου οι γονείς πρέπει να το ενθαρρύνουν σε αυτό. Ιδιαίτερα παίζοντας με κούκλες, αυτοκινητάκια ή ζωγραφίζοντας, μπορεί να εκφράσει την αβεβαιότητα που νιώθει και την ανάγκη για αγάπη και στήριξη.

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΓΟΝΕΩΝ

Εξίσου σημαντική είναι η ψυχολογική υποστήριξη στους γονείς. Τα παιδιά αγχώνονται περισσότερο με την υπερβολική ανησυχία των γονιών, ενώ όταν αντιδρούν ψύχραιμα το παιδί δείχνει υπομονή και συμμόρφωση στη θεραπεία.
Οι γονείς, πέρα από το άρρωστο παιδί, θα πρέπει να φροντίζουν τον εαυτό τους και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Είναι σημαντικό να συνεχίσουν φυσιολογικά την ζωή τους με κανόνες, οικογενειακές δραστηριότητες και προσδοκίες δείχνοντας έτσι εμπιστοσύνη στο παιδί για την αντιμετώπιση της ασθένειας.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΩ;

Μπορείς και εσύ να βοηθήσεις!
– Δώρισε μαλλιά: εάν πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις (π.χ. 20 εκατοστά και άνω, φυσικό χρώμα).
– Γίνε αιμοδότης: τα παιδιά που νοσηλεύονται στα Ογκολογικά Τμήματα των Παιδιατρικών Νοσοκομείων παρουσιάζουν μεγάλες ανάγκες σε αίμα, αιμοπετάλια και παράγωγα.
Ο ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΑΤΟΣ, ΟΥΤΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ.

Κόρχατζη Ειρήνη, Μαυρόκωστα Άννα

Ψυχολόγοι

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Και αρχές του περασμένου αιώνα υπήρχαν ερωτευμένοι!

Δημοσιεύτηκε

στις

Από εκείνη την εποχή αντάλλαζαν δώρα


Έστελναν δώρα και τότε οι νέοι με ευχετήριες κάρτες, και στην αγάπη δεν είχαν τον πρώτο λόγο μονάχα τα λουλούδια, αλλά και τα προβατάκια τα κατσικάκια τα σκυλάκια, τα ωραία καπέλα, και οπωσδήποτε τα παιδάκια!

Τώρα εκτός από τα λουλούδια έχουμε τα μπαλόνια με καρδιά, τα μαξιλαράκια, αρκουδάκια, τα σοκολατάκια…

Να δούμε τον επόμενο αιώνα τι θα έχουν να δωρίζουν οι ερωτευμένοι…

Φωτο Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη