Στην αναφορά μας για τα παλιά παιγνίδια, θα αναφερθούμε κυρίως σε όσα δεν ήταν ευρέως διαδεδομένα, και τα γνώριζαν κυρίως κάποια παιδιά από χωριά της Μεσαράς


Τα καπάκια από μπουκάλια
———————————–

Ένα παιγνίδι όχι ευρέως γνωστό, ήταν τα καπάκια από τις λεμονάδες, πορτοκαλάδες, γκαζόζες, μπύρες κλπ! Πολλοί ήμαστε αυτοί που έχουμε εμπειρίες από το παιγνίδι με τα καπάκια.
Τα μαζεύαμε επισταμένως, και κάναμε ένα είδος συλλογής, και καμαρώναμε για την μεγάλη ποικιλία, τα χρώματα τους, τον αριθμό τους, και φυσικά τα πρωτεία για το ποιος είχε τα πιο σπάνια και εντυπωσιακά, τα οποία είχαν για μας …περισσότερη αξία!
Όπου λοιπόν βρίσκαμε καπάκια, τα μαζεύαμε. Έτσι πηγαίναμε επί τούτου έξω από τα καφενεία που τα πέταγε ο καφετζής, και όπου τα βρίσκαμε τα μαζεύαμε, για να πλουτίσουμε τη συλλογή μας! Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρακαλούσαμε ακόμα και τον ίδιο τον καφετζή να μας τα φυλάει, και τι να κάνει ο άνθρωπος, τα άφηνε στον πάγκο για να τα πάρουμε σαν μαζευόταν καμιά δεκαριά!
Αυτά τα καπάκια τα πηγαίναμε στο σπίτι, και εκεί τα κοπανίζαμε με ένα σφυρί, και τα κάναμε «πιταρίδες», δηλαδή εντελώς επίπεδα!
Συνήθως τα περισσότερα σπίτια είχαν ένα μεγάλο σίδερο τη λεγόμενη «σιντέρα», και εκεί πάνω τα κοπανούσαμε με ένα σφυρί. Μετά το κοπάνισμα, αφαιρούσαμε με ένα μαχαιράκι το εσωτερικό πλαστικό, που τότε ήταν από φελλό.
Αφού τα είχαμε κοπανίσει όλα, τότε το κάθε παιδί από μας είχε τα δικά του «λεφτά», και παίζαμε με αυτά με διάφορους τρόπους. Είτε τα χρησιμοποιούσαμε σαν λεφτά στα «χαρθιά», δηλαδή κολιτσίνα ή ξερή. Άλλος τρόπος ήταν ποιος θα πετάξει το δικό του πιο μακριά, και αν συνέβαινε αυτό έπαιρνε το καπάκι του άλλου! Έτσι μαθαίναμε τρόπους που με τέχνη και ανάμεσα στα δάχτυλα, σε συνδυασμό με δύναμη, τα πετούσαμε πολύ μακριά! Είχε φανατικούς φίλους το παιγνίδι αυτό, και ένας από αυτούς, ήταν και ο…γράφων!

Τα χωράφια
—————-

Ένα άλλο πάλι παιγνίδι καθόλου γνωστό αλλά έντονα διασκεδαστικό κι αυτό, ήταν και τα λεγόμενα «χωράφια». Το παιγνίδι αυτό παιζόταν από δύο άτομα, και απαιτούσε χώρο που το χώμα να μην είναι πολύ σκληρό, να είναι επίπεδο και καθαρό! Το παιγνίδι χρειάζεται και ένα μεγάλο καρφί, τουλάχιστον 20 εκατοστών, η ένα αντίστοιχο σίδερο, λιμαρισμένο στην άκρη με τη λίμα, ώστε να κάνει μύτη! Στην ανάγκη χρησιμοποιούσαμε και καμιά καδρονόπροκα, αν δεν είχαμε άλλη λύση! Το παιγνίδι είχε ως εξής:
Κάποιος σχεδίαζε με τη μύτη του σίδερου στο έδαφος ένα τετράγωνο ή παραλληλόγραμμο, περίπου ένα με δύο τετραγωνικά, και το χώριζε ακριβώς στη μέση κάθετα. Μετά έπρεπε να «νικάρουν» για το ποιος θα αρχίσει πρώτος, για να διαλέξει ποιο τμήμα από τα δύο «χωράφια» θα πάρει!
Υπήρχε ο βασικός τρόπος για να «νικάρουν».
Τράβαγε ο ένας μια γραμμή έξω από το παραλληλόγραμμο, και στη συνέχεια έπρεπε οι δυο τους να καρφώσουν πεταχτά το σίδερο η καρφί, και όποιος το κάρφωνε πιο κοντά στη γραμμή, εκείνος έπαιζε πρώτος! Μπορούσε αυτή η τεχνική στο τεστ, να γίνει και στη μεσαία γραμμή του παραλληλόγραμμου, που το χωρίζει στα δυο.
Αν τύχαινε και δεν κάρφωνε, και έπεφτε στο χώμα το καρφί, τότε πάλι έχανε τη σειρά, και άρχιζε το παιγνίδι ο άλλος! Τώρα ο κερδισμένος για να αρχίσει πρώτος το παιγνίδι, πήγαινε το «χωράφι» που είχε σχεδιαστεί με χαραγές, και διάλεγε ποιο από τα δύο ήταν το δικό του!
Έτσι διάλεγε μια κατεύθυνση για να καρφώσει το καρφί στο χωράφι του άλλου, και αφού το κάρφωνε, χάραζε μια γραμμή απ άκρη σε άκρη όπως είναι η κατεύθυνση του σώματος, και του έπαιρνε το πιο πολύ χωράφι! Έτσι έσβηνε την προηγούμενη οριογραμμή, και το ένωνε με το δικό του! Έτσι προχώραγε στο υπόλοιπο του άλλου που έμενε , και το χάραζε ξανά στη μέση, και ούτω καθ εξής. Αν δεν έχανε με το να καρφώσει έξω από το «χωράφι» το καρφί , ή να μην καρφώσει καθόλου, προχώραγε μέχρι το χωράφι του άλλου να το πιάνει απ άκρη σε άκρη με τη σπιθαμή του! Αν ήταν δηλαδή το χωράφι μικρότερο από τη σπιθαμή, τότε νικούσε τον άλλο! Όταν ήταν να αφαιρέσουν τμήματα του άλλου, ο βασικός σκοπός ήταν να δημιουργήσουν το λεγόμενο «νησί»! Νησί ήταν το χωράφι που δεν συνόρευε κάποια εξωτερική γραμμή του χωραφιού.
Όταν έμενε πολύ μικρό χωράφι στον αντίπαλο που το κάλυπτε η παλάμη του χεριού του παίχτη, τότε κέρδιζε όλο το χωράφι του αντιπάλου, και φυσικά ήταν νικητής!
Από τη στιγμή όμως που σχηματιζόταν το λεγόμενο «νησί», διότι ήταν δηλαδή το κομμάτι αυτό στο εσωτερικό του χωραφιού, και το κάλυπτε πάλι η παλάμη του παίχτη, το παιγνίδι ο παίχτης το έπαιρνε διπλό!

Οι καρτέλες
—————

Ένα άλλο παιγνίδι εποχής του ‘60, ήταν και οι περιβόητες «καρτέλες»! Οι καρτέλες ήταν συνήθως από κοινά χαρτόνια, κομμένα σε κομμάτια με το ψαλίδι στο σχήμα της τράπουλας.
Μπορεί βέβαια οι καρτέλες να ήταν και έτοιμες χάρτινες κάρτες από γκοφρέτες ή σοκολάτες, με κάποια εικόνα επάνω, συνήθως παίχτη ποδοσφαίρου, ηθοποιό, τραγουδιστή, κλπ.
Κάθε παιδί είχε από ένα πάκο τέτοια χαρτόνια, και γινόταν συναγωνισμός, ποιο παιδί θα πετάξει πιο μακριά την καρτέλα του, οπότε σε αυτή τη περίπτωση έπαιρνε των αλλωνών τις κάρτες! Δηλαδή, τραβούσαν μια γραμμή, και πατούσαν όλοι εκεί το πόδι τους, και επεδίωκαν να πετάξουν τη δική του κάθε ένας μακρύτερα! Πάλι και εδώ, όπως και στα καπάκια, είχαν αναπτύξει τα παιδιά την ειδική τεχνική, εκείνη με την καρτέλα ανάμεσα των δαχτύλων, του δείχτη και του μέσου του δεξιού χεριού, με πέταγμα από την πίσω πλευρά της παλάμης, αυτή που είναι τα κότσια!
Η κάρτα έφευγε με δύναμη περιστρεφόμενη, και φυσικά πεταγόταν σε μεγάλη απόσταση, ίσως και πάνω από πενήντα μέτρα! Καμιά φορά έκοβαν τις γωνίες με το ψαλίδι για να πηγαίνει ακόμα μακρύτερα!
Με τα ίδια αυτά χαρτόνια μπορούσαν να παίξουν και κολιτσίνα στα χωράφια, αφού έγραφαν με μολύβι τα σύμβολα και τα νούμερα της τράπουλας! Ακόμα άμα βαριόταν και αυτά, μπορούσαν να τα τσακίσουν στη μέση κάθετα , και να τα στήσουν όρθια για να παίξουν το λεγόμενο ντόμινο!

Το ελικόπτερο
——————

Ένα παιγνίδι για τα παιδιά της ίδιας εποχής, ήταν και το ελικόπτερο! Το έπαιζαν κυρίως στην εξοχή γιατί έβρισκαν πιο εύκολα τα υλικά! Τα παιδιά επειδή τους άρεσε πολύ το «αγλάκιο», δηλαδή να τρέχουν με ταχύτητα, πολλά παιγνίδια συνδύαζαν αυτά τα δυο ταυτόχρονα! Το ελικόπτερο ήταν απλό παιγνίδι, και χρειαζόταν ξερά λατζούνια, το γερό βλαστό δηλαδή του αγριοκρόμιου. Ένα λατζούνι το έκοβαν σε δυο κομμάτια γύρω στα 10εκατοστά, και τα ένωναν με σπάγκο σε σχήμα σταυρού. Στερέωναν καλά δηλαδή τα δυο αυτά ξυλάκια μεταξύ τους, και αυτά ήταν η φτερωτή! Ένα άλλο ξύλο πιο χονδρό 15 με 20 εκατοστών θα ήταν το χερούλι, όπου κοβόταν κάθετα, και στο κέντρο στην μια άκρη του, κάρφωναν τη φτερωτή, συνήθως με μπροκάκι , τέλι, ή και μεγάλο σκληρό αγκάθι!
Αν φύσαγε αέρας, η φτερωτή φυσικά θα γύρναγε! Τα παιδιά όμως δάγκωναν με τα δόντια τους το χερούλια της φτερωτής και έτρεχαν και η φτερωτή γύρναγε λόγω ταχύτητας! , Έτοιμο το «ελικόπτερο»! Έχοντας λοιπόν το χερούλι στο στόμα και τρέχοντας γρήγορα, ο σβούρος (φτερωτή) γύριζε, αργά ή γρήγορα, ανάλογα την ταχύτητα! Ο λόγος που είχαν το το σβούρο στο στόμα και όχι στο χέρι, ήταν που και το παιδί γινόταν το ίδιο «ελικόπτερο», γιατί ο ήχος που έκανε η φτερωτή μεταδιδόταν στα αυτί, στην ακοή δηλαδή με ενίσχυση! Έτσι τρέχανε γρήγορα με τα χέρια ανοιχτά, και τα ίδια τα παιδιά που έπαιζαν το παιγνίδι αυτό , αισθανόταν πως είναι τα ίδια ελικόπτερα ή αερπλάνα!

Το παιγνίδι «πάου»
————————-

Το παιγνίδι «πάου», είναι η πολύ παλιά ονομασία του παιγνιδιού «πάω κι έρχομαι», όπως επεκράτησε μετά τη κατοχή, και μεταγενέστερα τη δεκαετία του ’60.
Ήταν ένα παιγνίδι πολύ διαδεδομένο στα παιδιά, σχεδόν σε καθημερινή βάση! Μπορεί να ήταν παιγνίδι μαντικής, αλλά στην ουσία ήταν περισσότερο τύχης. Παιζόταν κυρίως με φασόλια ή κουκιά στο σπίτι ,από αγόρια και κορίτσια! Παιζόταν βέβαια και στα χωράφια, μόνο που αντί φασόλια, έβρισκαν το σπόρο του αγιόγυρου, που ήταν τα «αγιογυροφάσουλα», όμοια πολύ με τα κοινά φασόλια!
Κάθε παιδί είχε στις τσέπες του δέκα με είκοσι φασόλια, και όταν ήταν η ώρα του παιγνιδιού, ρωτούσε το άλλο παιδί:
-«Παίζουμε πάου»? Ή «Παίζουμε πάω κι έρχομαι»?
-Παίζουμε! Έλεγε και το άλλο! Και τα δύο παιδιά είχαν στις τσέπες τους αρκετά φασόλια. Τώρα το παιδί που έκανε τη πρόταση, έβαζε πρώτο το χέρι του και στις δυο τσέπες, έπιανε όμως στη μία φούχτα του μερικά φασόλια, παράδειγμα πέντε, αλλά στην ουσία όσα ήθελε, μπορεί από κανένα μέχρι 15 όσα θα χώραγε η φούχτα του! Στη συνέχεια έκλεινε και τις δύο φούχτες, και με τα χέρια οριζόντια, και οι φούχτες εστραμμένες κάτω, ρωτούσε το άλλο παιδί:
«Πάω κι έρχομαι, σα μ-πόσα?»
-«Τρία» για παράδειγμα απαντούσε ο άλλος, και του ακουμπούσε απαλά το χέρι που υπέθετε πως σε αυτό κρυβόταν τα φασόλια! Αν δεν πετύχαινε το χέρι που κρυβόταν τα φασόλια, έχανε και τη σειρά έπαιρνε ο άλλος να κάνει τη δική του ερώτηση «πάω και έρχομαι, σαν πόσα?» με όσα φασόλια ήθελε.
Αν όμως στο χέρι που υπήρχαν πέντε, και το πετύχαινε ο άλλος, τότε του τα έπαιρνε όλα, αν ο άλλος έλεγε τρία, τότε έπρεπε στο παιδί να δώσει τη διαφορά, δηλαδή δύο!
Αν έλεγε έξη, έπρεπε το παιδί που τα κρατούσε, να του δώσει ένα!
Κάποια παιδιά όμως είχαν αναπτύξει ικανότητα στο να ψυχολογούν το άλλο παιδί, ως προς το σε ποιο χέρι κρύβει τα φασόλια, και μάλιστα αν πετύχαιναν και τον ακριβή αριθμό, τότε του τα έπαιρναν όλα!
Υπήρχαν τρείς τρόποι μαντικής σε ποιο χέρι κρύβονται τα φασόλια!
Από τους τρόπους αυτούς που ήταν θέμα εμπειρίας, καταλάβαιναν που τα κρύβονται τα φασόλια! Ο ένας τρόπος ήταν το ελαφρό τρεμούλιασμα του χεριού, που άθελά του έκανε το παιδί που κρατούσε τα φασόλια, και φυσικά για το έμπειρο παιδί ήταν εύκολο να τα εντοπίσει!
Άλλος τρόπος ήταν το φούσκωμα του χεριού, και φυσιολογικά, αφού έκρυβε πολλά φασόλια, ήταν και αυτό εύκολε αντιληπτό, γιατί το χέρι η «γροθιά επαπούργιαζε» κάπως, δηλαδή φούσκωνε λίγο ή πολύ, και πάντα γινόταν η σχετική σύγκριση των δύο χεριών!
Τρίτη μαντεψιά ήταν, πως το παιδί που κρατούσε τα φασόλια στο ένα χέρι, εκείνο και συχνοκοίταζε άθελά του περισσότερο! Αυτά όμως τα τρία σημάδια που πρόδιδαν ένα νέο παίχτη, σιγά – σιγά άρχιζαν να γίνονται γνωστά και σε αυτόν, και έτσι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν μπούμεραγκ, δηλαδή ξεγέλασμα για τον αντίπαλο!
Και ο άπειρος πλέον τώρα αφού μάθει , θα μπορεί άνετα να το ξεγελάσει τον αντίπαλο με ψεύτικα τρέμουλα του χεριού, πως εκεί δήθεν έκρυβε τα φασόλια, αλλά στην ουσία, να τα είχε στο άλλο! Το ίδιο επίσης και με ψεύτικα φουσκώματα, ψεύτικα κοιτάγματα κλπ!
Το ενδιαφέρον βέβαια του παιγνιδιού, αρχίζει, από τη στιγμή πλέον, που και οι δύο παίχτες είναι ενήμεροι για τις πονηριές, και πλέον τίθεται θέμα αυθυποβολής του αντίπαλου, ξεγελάσματα με δήθεν ψεύτικο τρέμουλο, φούσκωμα και κοίταγμα, και όλα αυτά σε σημείο, που ο αντίπαλος δεν ξέρει τώρα πλέον πότε γίνεται μπλόφα, και πότε είναι αλήθεια! Νικητής φυσικά ήταν εκείνος που έπαιρνε όλα τα φασόλια του άλλου ή εκείνος που στο τέλος είχε τα πιο πολλά στις τσέπες του!

Τα παιδιά πάντως εκείνα τα χρόνια, είχαν την δυνατότητα να παίξουν και να διασκεδάσουν στις αλάνες με παιγνίδια που είχαν και μηδενικό κόστος, όμως υπήρχε η ομαδικότητα, η συνεργασία, η οικειότητα και η φιλία, έννοιες που πάσχουν σήμερα ακόμα και στα πιο ακριβοαγορασμένα παιγνίδια!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης