Τρόποι μαρκαρίσματος στα παλιά παιδικά παιγνίδια


Στα κρητικά παιδόπουλα υπήρχαν διάφοροι τρόποι. στο ποιος ή ποια ομάδα θα άρχιζε πρώτη το παιγνίδι. Πολλοί ήταν οι τρόποι για να «νικάρουν» όπως έλεγαν, δηλαδή να δοκιμάσουν με διάφορους τρόπους, ποιος θα ξεκινήσει πρώτος, ή ποιος θα διαλέξει παίχτη πρώτος.

Με γραμμή στο έδαφος και τις πλακωτές πέτρες

Τραβούσαν μια γραμμή στο έδαφος με ένα ξύλο, σίδερο ή πέτρα, και μετά οι παίχτες σε μια απόσταση έπαιρναν από μια πλακωτή πέτρα, και την πετούσαν με σκοπό ποιος θα φτάσει κοντύτερα στη γραμμή, όπου και θα άρχιζε πρώτος.

Το χλωρό και το ξερό

Για το ποιος θα αρχίσει πρώτος, θα μας το πει «το χλωρό και το ξερό»! Έπαιρνε κάποιος από τη παρέα ένα πλακάκι πέτρινο, βίσαλο, ή οτιδήποτε πλακωτό, και το έφτυνε από τη μια του πλευρά, και αυτή ήταν το «χλωρό»!
Στη συνέχεια έλεγε στον άλλο, ή τον αρχηγό της άλλης ομάδας, τι προτιμά «το χλωρό ή το ξερό», που το ξερό ήταν η πίσω πλευρά η στεγνή. Στη συνέχεια πετούσε τη πέτρα πάνω, και αναλόγως από ποια μεριά έπεφτε, θα έβγαζε και τον κερδισμένο!

Κορώνα ή γράμματα

Παρόμοιος τρόπος με το χλωρό και το ξερό ήταν και ένα οποιοδήποτε κέρμα, που είχε από τη μια πλευρά τη «κορόνα», και από την άλλη τα «γράμματα». Πάλι διάλεγε ο άλλος ένα από τα δύο, το πετούσαν πάνω και αναλόγως τι έδειχνε πέφτοντας φαινόταν ποιος είναι ο κερδισμένος που θα κάνει πρώτος επιλογή.

Τα ξυλάκια το κοντό και το μακρύ

Άλλος τρόπος ήταν τα ξυλάκια, που μπορεί να ήταν και σπιρτόξυλα! Εκείνος που θα έκανε το τέστ έκοβε ξυλάκια όσα και τα άτομα σε διάφορα μεγέθη, και έλεγε στον κάθε ένα να τραβήξει κι από ένα. Εκείνος που θα τραβούσε το μεγαλύτερο ήταν ο κερδισμένος, ή αντίθετα το μικρότερο ο χαμένος!

Ο τοίχος και τα μολύβια

Ένας τρόπος για το ποιος θα βγει πρώτος, ήταν να πετούν σον τοίχο κάθε ένας το μολύβι του, και όποιου το μολύβι πήγαινε πιο κοντά στον τοίχο, εκείνος νίκαγε.

Με συλλαβές από στιχάκια

Ένα παιδί από τη παρέα έλεγε ένα μικρό συγκεκριμένο ποιηματάκι, και σε κάθε συλλαβή ή λέξη τονίζοντας έντονα το φωνήεν, και ακουμπούσε το χέρι του και σε ένα άτομο της παρέας. Σε εκείνον που θα τέλειωνε πάνω του η τελευταία τονισμένη λέξη ή συλλαβή, ήταν ο χαμένος που θα άρχιζε πρώτος. Συνήθως στο παιγνίδι «χωστό» (κρυφτό) γινόταν αυτό, και ο χαμένος φύλαγε πρώτος. Ειδικό στιχάκι για την περίσταση ήταν τα εξής:

‘Τό /σπυρί / σπυρί /κουκάκι,/ τό /μανά/ μανά/θουλάκι
ποιό/ να πέψω/ ποιό/ να αφήσω/, άμε /σύ /κουτσό/ριφάκι!»

Σε ποιο απ’ τα δυο χέρια?

Άλλος εύκολος και πραχτικός τρόπος, ήταν να κρύψει κάποιος στο ένα του χέρι κάτι, πετραδάκι χαρτάκι κλπ, και να ρωτήσει τον άλλο «σε ποιο απ’ τα δύο»? Εννοώντας, πως αν βρει ο ‘άλλος σε ποιο χέρι το κρύβει κέρδισε! Αν πάλι δεν εύρισκε τότε έχανε.

Με βηματισμό

Για τα αγόρια που έπρεπε να παίξουν παιγνίδια σε δυο ομάδες, όριζαν και από ένα αρχηγό. Οι αρχηγοί διάλεγαν παίχτες συνήθως «από το σωρό», αλλά αν ένας παίχτης ήταν πολύ ικανός, τότε έπεφταν στη διαδικασία να τον «μαρκάρουν», και αυτό γινόταν με τα πόδια! Έπρεπε όμως και να ξέρουν ποια ομάδα θα αρχίσει πρώτη, ποιος θα πάρει το τάδε τέρμα κλπ. Αυτό κυρίως το κανόνιζαν εύκολα με το «χλωρό και ξερό», πετώντας μια πέτρα ψηλά, ή ακόμα και κέρμα. Όμως το ποιος από τους δυο αρχηγούς θα διάλεγε τον καλό παίχτη, το κανόνιζαν οι δυο αρχηγοί. Πήγαιναν σε μια απόσταση από τρία έως πέντε μέτρα περίπου, και βημάτιζαν με το πέλμα φορώντας, χωρίς να είναι απαραίτητο, τα παπούτσια. Έκανε ένα βήμα ο ένας από δω, και άλλο ένα ο άλλος από την άλλη. Το κάθε βήμα ήταν όσο το μήκος του παπουτσιού, δηλαδή έφερνε το δεξιό παπούτσι, να ακουμπάει στο αριστερό, και ούτω καθ’ εξής και προχώραγε ο κάθε ένας! Ένα προς ένα βήμα ο κάθε ένας, πλησιάζοντας ο ένας τον άλλο. Όποιος στο τέλος τύχαινε και «πατούσε το πόδι του άλλου», αυτός ήταν ο κερδισμένος και διάλεγε παίχτη! Φυσικά έπαιρνε τον καλύτερο! Το σύστημα με τον βηματισμό τον θεωρούσα δίκαιη επιλογή και τον εφάρμοζαν συχνά στην αρχή στα παιγνίδια για διάφορους λόγους όπως προαναφέραμε.

Το παιγνίδι του Βεζίρη ( Μεσαρίτικη εκδοχή)

Στα χωριά της Κρήτης, πάρα πολλά παιγνίδια ήταν παλιά σε άνθιση, και είχαν επικρατήσει και πριν από την εποχή της τουρκοκρατίας, συνεχίστηκαν και μέχρι τη δεκαετία του ’70 όπου ήρθε η τηλεόραση, και φυσικά χάθηκαν όλα! Παιγνίδι διασκεδαστικό, που άφησε όμως εποχή στα παιδιά, ήταν και ο λεγόμενος «Βεζίρης»! Ο «Βεζίρης» είναι παιγνίδι πανελλαδικό με διάφορες εκδοχές.
Παιδιά σε μικρές ομάδες τεσσάρων και πέντε ατόμων, κυρίως του δημοτικού αλλά και μεγαλύτερα, έπαιζαν το παιγνίδι αυτό, και μάλιστα με μεγάλο φανατισμό! Για ένα τέτοιο θέμα βέβαια όπως ο «Βεζίρης», θα χρειαστεί να φρεσκάρουμε καλά τη μνήμη μας, γιατί έχουν περάσει κάμποσα χρονάκια, και σχεδόν έχουν ξεχαστεί τα περισσότερα από αυτά τα απλά παιγνίδια. Ελάχιστοι πλέον τα θυμούνται ή κάνουν μνεία για αυτά, αλλά και πάλι χωρίς πολλές λεπτομέρειες! Ο λόγος που όλοι μας τα ξεχάσαμε, είναι που μεγαλώνοντας, μπήκαν στη ζωή μας πιο σημαντικά θέματα να ασχοληθούμε, οπότε αμέσως κιόλας ξεχάσαμε ότι μας συνέδεε με την παιδική μας ηλικία! Ελάχιστοι θυμούνται να μας πουν κάποια πράγματα, και έτσι θα πρέπει να ρωτηθούν πολλοί, για να βγει κάποια άκρη!
Δεν μπορούμε να πούμε πως είναι άγνωστο το πως πήρε το όνομα του το παιγνίδι αυτό, «Βεζίρης», γιατί στη πραγματικότητα αναπαριστά την τούρκικη διοικητική κλίμακα κατά κάποιον τρόπο, οπότε και την σατιρίζει! Πάντως σαν παιγνίδι ο «Βεζίρης» για τα παιδιά, ήταν εξαιρετικά διασκεδαστικό και πολύ ζωντανό! Ήταν παιγνίδι για αγόρια κυρίως, αλλά το έπαιζαν και με κορίτσια!
Το παιγνίδι είχε σαν βάση το ξύλο, και παιζόταν με τρία πράγματα, το κόκκαλο που είχε και την ονομασία του παιγνιδιού, και ήταν από το μπροστινό πόδι του κατσικιού, μήκος 3,5 έως 5 εκατοστά, και δυο ξύλα, το ένα του «Βασιλιά», και το άλλο του «Βεζίρη»!
Παρ’ όλο που το παιγνίδι περιείχε ξύλο, ωστόσο τα αγόρια τότε δεν ήταν ιδιαίτερα μαμμόθρεφτα όπως θα τα λέγαμε σήμερα, και σε πολλά παιγνίδια τον βασικό λόγο τον είχε το ξύλο, όπως το «μπιζ» με τη παλάμη του χεριού, και ο Βεζίρης με δυο ξύλα – βέργες! Στα αγόρια πολλές φορές, έπεφτε και ξύλο που έμοιαζε με αληθινό!
Είχε το κόκκαλο αυτό ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σχήμα με τέσσερις έδρες , αλλά όμως στην πράξη είχε πέντε θέσεις που μπορούσε να στηθεί. Οι τέσσερις έδρες αυτές με το χαρακτηριστικό τους σχήμα, είχαν διαφορετικό συμβολισμό. Όπου το έβρισκαν το κόκκαλο του βεζίρη τα παιδιά, το φύλαγαν για να το έχουν στα παιγνίδια τους! Καμιά φορά και οι ίδιοι οι γονείς σαν έσφαζαν κανένα αρνάκι, φύλαγαν και εκείνοι το κοκαλάκι αυτό για τα παιδιά τους, για να έχουν να παίζουν, μιας και δεν τους αγόραζαν ποτέ παιγνίδια!
Τις πιο πολλές φορές όμως, τα παιδιά παράγγελναν το κόκκαλο να τους το φυλάξουν οι γονείς τους!
Το κόκκαλο το έριχναν όπως το ζάρι, ο πετούσαν στον αέρα δηλαδή αλλά χαμηλά, και ανάλογα ποια έδρα ερχόταν επάνω, ήταν και η ανάλογη θέση για εξουσία ή τιμωρία! Συνήθως όλα τα παιδιά είχαν στα «παιγνίδια» τους και από ένα κοκαλένιο βεζίρη, και όταν μαζευόταν κάπου – κάπου σε μικρές παρέες, έβγαζε κάποιος το κόκκαλο αυτό, για να παίξουν, και πραγματικά να διασκέδαζαν πολύ με αυτό!
Για να καταλάβουμε όμως καλύτερα το παιγνίδι, θα κάνουμε πρώτα μια περιγραφή των τεσσάρων αυτών θέσεων του Βεζίρη. Βασικά είχε δυο πλατιές θέσεις μπρος πίσω, και άλλες δυο στενές. Από τις πλατιές, η μια είχε κοίλωμα, και η άλλη ήταν πιο ίσια με ελαφρώς εξόγκωμα. Το ίδιο ήταν και οι άλλες δυο στενές πλευρές. Το παιγνίδι του Βεζίρη βέβαια είναι πανελλαδικό, και εμείς εδώ θα αναφέρουμε τη Κρητική εκδοχή, και ειδικά εδώ της Μεσαράς.
Το παιγνίδι που περιείχε και ξύλο, είχε τριών ειδών ξυλιές! Τις «μελάτες» που ήταν απαλές σαν χάδι, τις «βραστές» που ήταν λιγάκι πιο δυνατές και πονάγανε ελάχιστα, και τις «ξιδατες», που ήταν πιο δυνατές από όλες!

Πλατιά πλευρά με εξόγκωμα – Γάϊδαρος

Η φαρδιά πλευρά με το εξογκωματάκι, όποιανου τύχαινε, αυτός γινόταν «ΓάΪδαρος», και φυσικά εισέπραττε τις ξυλιές!

Πλατιά πλευρά με λακουβίτσα -Ψωμάς

Η απέναντι πλατιά πλευρά της θέσης «γάϊδαρος», υπάρχει μικρή λακουβίτσα , και η θέση λέγεται «Ψωμάς»! Η θέση του «Ψωμά» είναι ουδέτερη και το παιγνίδι συνεχίζεται κανονικά για τον επόμενο!

Στενή πλευρά με εξογκωματάκι – Βεζίρης

Στη μια από τις δυο στενές πλευρές, εκείνη με το εξόγκωμα, ήταν ο «Βεζύρης»! Σε όποιον παίχτη τύχαινε η θέση αυτή, μπορούσε να ρίξει Τις ξυλιές που θα διατάξει ο «Βασιλιάς» στη πορεία του παιγνιδιού!

Στενή πλευρά λακκάκι – Βασιλιάς

Απέναντι από τη Θέση του Βεζίρη που είχε λακκάκι, ήταν η θέση του «Βασιλιά», που σήμαινε πως είχε όλες τις εξουσίες! Διέτασσε το Βεζίρη να δείρει όποιον του τύχαινε «γάϊδαρος»! Ο «Βασιλιάς» κρατούσε τη μία βέργα και την άλλη ο Βεζίρης. Αν όμως παίζοντας το παιγνίδι στη συνέχεια και του τύχαινε και η θέση «Βεζίρης», τότε έπαιρνε και τη βέργα του «Βεζίρη» και είχε πλέον δυο βέργες!

Όρθιο ή καντιλιέργια ή σκαρβέλια – Σουλτάνος

Η πέμπτη θέση όμως που αναφέραμε παραπάνω , εξαιρετικά σπάνια να συμβεί, ήταν όταν ο βεζίρης στηνόταν όρθιος! Ονομαζόταν «σκαρβέλια» ή «καντιλιέργια»! Τα σκαρβέλια είχαν τεράστια ισχύ, και ο τυχερός γινόταν «Σουλτάνος» και έβαζε όρους και διέταζε τους πάντες κατώτερους και αξιωματούχους του, και φυσικά και τον ίδιο τον «Βασιλιά!
Στη Μεσαρίτικη εκδοχή πολλές φορές τα παιδιά αξιοποιούσαν και τη πέμπτη θέση!
Οποιαδήποτε όμως στιγμή, τα δεδομένα μπορούσαν να αλλάξουν!

Το παιγνίδι παιζόταν ως εξής:

Αν ας πούμε ότι ήταν τέσσερα ή πέντε άτομα στη παρέα,και καθόταν όλοι κατάχαμα και κυκλικά.
Ο βεζίρης δηλαδή το κόκκαλο, το έχει κάποιος στα χέρια του, συνήθως αυτός που το έφερε από το σπίτι του. Τώρα το ποιος θα αρχίσει πρώτος να το πετάξει, αυτό δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα, και έτσι άρχιζε ο πρώτος του κύκλου. Όπως είπαμε ο «Βασιλιάς» διέτασσε το «Βεζίρη» να ρίξει ξύλο. Ο «Βεζίρης» δηλαδή, ήταν το εκτελεστικό όργανο του «Βασιλιά»!
Αντίθετα ο «Γάϊδαρος» πάντα τις έτρωγε, και ο «Ψωμάς» ήταν ουδέτερος, ούτε έτρωγε ούτε διέτασσε, απλά το παιγνίδι συνεχιζόταν στη θέση αυτή!
Αρχίζοντας το παιγνίδι τα παιδιά, μπορούσε να τύχουν διάφορες θέσεις, όπως «Γάϊδαρος», «Ψωμάς» κλπ, όμως το παιγνίδι πάλι συνεχιζόταν μέχρι να ορίσει τον «Βασιλιά», και κάποιος παίχτης να αποχτήσει δύναμη! Αν στη συνέχεια τύχαινε σε κάποιον «Γάϊδαρος», τότε ο «Βασιλιάς» του έριχνε ξυλιές κατά βούληση! Αν στη συνέχεια το παιγνίδι όριζε κάποιον να είναι «ΒεζΊρης», ήταν έτοιμος να δεχτεί εντολές του «Βασιλιά» του! ‘Εάν τώρα στη συνέχεια κάποιος του τύχαινε «Γάϊδαρος», τότε ο Βασιλιάς διέτασσε τον Βεζίρη του να δώσει ότι ξυλιές ήθελε! Μπορούσε να πει του Βεζίρη του :
-«Δόστου πέντε ξιδάτες»! ή μπορούσε να του πεί: «Δόστου δυο βραστές, δυο μελάτες και μια ξιδάτη»! Ότι ήθελε παρήγγειλε του Βεζίρη του να δώσει στο «Γάϊδαρο»!
Αν ο Βασιλιάς διέτασσε τον Βεζίρη του να δείρει τον γάιδαρο, έπρεπε να εκτελεστούν σωστά οι εντολές, γιατί στην αντίθετη περίπτωση, ο Βασιλιάς έχει δικαίωμα να διατάξει ξανά νέες ξυλιές! Μάλιστα όταν διέτασσε « ξιδάτες», δηλαδή δυνατές ξυλιές, έπρεπε να είναι «ξιδάτες», και όχι «μελάτες»! Εάν ο Βεζίρης δεν εκτελούσε σωστά τις εντολές, να δώσει για παράδειγμα «πέντε ξιδάτες» στον «γάιδαρο», τότε ο Βασιλιάς κοπάναγε ο ίδιος τον ίδιο τον Βεζίρη του, μέχρι να εκτελέσει σωστά την εντολή! Οι «ξιδάτες» ας πούμε που ήταν οι πιο δυνατές, έπρεπε να είναι αληθινές «ξιδάτες’ και όχι «βραστές»! Αν δεν ήταν σε θέση να συμμορφωθεί ο Βεζίρης, τότε τις έτρωγε από το «Βασιλιά», μέχρι να μάθει καλά τη δουλειά του!
Καταλαβαίνει τώρα κανείς, τι έχει να γίνει, στη πορεία του παιγνιδιού, τι τραβούσε ο «Γάϊδαρος» από τις διαταγές του «Βασιλιά»! Πόσο δε μάλλον να καταλάβουμε τη θέση ενός «Βασιλιά», που θα χρειαστεί να παραδώσει το σκήπτρο – ξύλο στον έρμο το «ΓάΪδαρο» που τις έτρωγε μέχρι τώρα με τη σέσουλα! Γιατί απλά στην πορεία ο «Βασιλιάς» έγινε κι ο ίδιος «Γάϊδαρος», κι ο ίδιος ο «Γάϊδαρος» «Βασιλιάς»! Το γλέντι το δυνατό βέβαια θα άρχιζε, σαν ένας πρώην «Γάιδαρος» που έφαγε «το ξύλο της χρονιάς του» από το Βεζίρη με διαταγές Βασιλιά, είχε πάρει πλέον ένα αξίωμα, που θα κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, εκείνο του «Σουλτάνου»!
Για αυτό το παιγνίδι αυτό απαιτεί, οι παίχτες να είναι συγκρατημένοι, και να μην κάνουν «κατάχρηση εξουσίας», γιατί αργά ή γρήγορα «ο τροχός γυρίζει»!

Κείμενο – Φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης