Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αλέξανδρος Βενέτικος: Ο Βοριανός φύλακας της Φαιστού (Μέρος Β’)

Δημοσιεύτηκε

στις

Ήταν για χρόνια ο φύλακας της Φαιστού, ο καλύτερος που πέρασε ποτέ, και δεν ήταν άλλος από τον Αλέξανδρο Βενέτικο!

Άνθρωπος – ορόσημο για τη Φαιστό και την εποχή του, ήταν ο κυρ Αλέξανδρος, από τους πιο υπέροχους, τους πιο ευγενείς, ειλικρινείς, έντιμους και εργατικούς ανθρώπους της Μεσαράς. Έντονα θρησκευόμενος, με απόλυτη αφοσίωση στην δουλειά και στην οικογένειά του, πάντα γλυκομίλητος και καλόκαρδος.

Ήταν για χρόνια ο φύλακας της Φαιστού, ο καλύτερος που πέρασε ποτέ, και δεν ήταν άλλος από τον Αλέξανδρο Βενέτικο!

Αυτός είναι και ο λόγος που αφιερώνουμε σήμερα και δεύτερο άρθρο για τον άνθρωπο αυτόν, για να μάθει ο κόσμος περισσότερα για τον ίδιο, μέσω του τρόπου που ενεργούσε και εκτελούσε τη δουλειά του, για να καταλάβει, πόσο μοναδικός ήταν.

Πάντα ευπροσήγορος ο κυρ Αλέξανδρος, δοτικός και ευχάριστος, ήταν ίσως το μόνο πρόσωπο που δεν είχε στη ζωή του ποτέ κανέναν εχθρό!

Με λίγα λόγια ήταν η «ήρεμη δύναμη» που λένε, αν και μικρόσωμος και πολύ αδύνατος, ήταν όμως σεβαστός από όλους. Ήταν ιδιαίτερα συμπαθής με αίσθηση του χιούμορ, από τους ανθρώπους εκείνους, που υποκλίνεσαι όταν τους συναντάς.

Το μεγάλο του χάρισμα ήταν ο τύπος του χαρακτήρα του, καθώς ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακός, και κέρδιζε αμέσως τον άλλο!

Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στην Πόμπια το 1903 και πληροφορίες αναφέρουν ότι ίσως καταγόταν από την οικογένεια του καπετάν Μιχαήλ Κόρακα. Όταν ήταν μικρός η μητέρα του χώρισε τον πατέρας του επειδή έπινε, πήρε το παιδί και πήγε στους Βώρους, στο πατρικό της. Ο πατέρας του πέθανε νέος σε ηλικία 36 ετών, και η μάνα του στο σπίτι αδυνατούσε να τα βγάλει πέρα. Ήταν φορές που έβαζε στο ψωμί ξύδι με λάδι και αλάτι, και το έδινε στα τρία παιδιά της, στον Αλέξανδρο, και στις δύο αδερφές του, την Δέσποινα και τη Στυλιανή.

Κάποια στιγμή οι αδερφοί Στεφανίδηδες (ο Δημοσθένης και ο Χαρίλαος), η μητέρα των οποίων ήταν νονά του Αλέξανδρου, αναλαμβάνουν τα τρία ορφανά. Ο Αλέξανδρος εργάζεται σε εξωτερικές δουλειές και οι αδερφές του στο αρχοντικό της οικογένειας. Ο Δημοσθένης μάλιστα μεσολαβεί για να εργαστεί ο Αλέξανδρος στη Φαιστό.

Όταν έμαθε ο Αλέξανδρος ότι τον προσέλαβαν για φύλακα, καταχάρηκε, και από τη χαρά του έβγαλε το καπέλο που φορούσε και φιλούσε πολλές φορές το σταυρό του καπέλου!

Όσον αφορά το επίθετο «Βενέτικος», κάποιοι ισχυρίζονται ότι προήλθε από τις εμπορικές συναλλαγές των προγόνων του με τους Βενετούς, που όταν ερχόταν στο χωριό, έλεγαν οι χωριανοί: «Ήρθαν οι Βενέτικοι, ήρθαν οι Βενέτικοι», και έτσι έμεινε το παρατσούκλι και αργότερα επώνυμο «Βενέτικος».

Άλλοι πάλι ισχυρίζονται, ότι δεν προερχόταν από τους Βενετούς, αλλά από τους Βένετους του Βυζαντίου κάποιοι από τους οποίους μετά την Στάση του Νίκα έφυγαν από το Βυζάντιο για την Κρήτη.

Η λατρεία του στην σύζυγό του Ιωάννα

Τα πρώτα χρόνια που διορίστηκε (ως φύλακας στην αρχή και σαν ξεναγός μετά), δεν κοιμόταν στο σπίτι του στους Βώρους, αλλά στο περίπτερο της Φαιστού, για να εξυπηρετεί όσο καλύτερα μπορούσε τους τουρίστες. Κάποια στιγμή ζήτησε για τον ξενώνα βοήθεια από την υπηρεσία, μια κοπέλα δηλαδή να μαγειρεύει για τους τουρίστες αλλά και να τους σερβίρει, να σκουπίζει και να συγυρίζει, γιατί δεν προλάβαινε να τα κάνει όλα μόνος του. Του στείλανε αμέσως την νεαρή τότε Ιωάννα!

Η νεαρή Ιωάννα όμως έτυχε να είναι εκτός από καλή νοικοκυρά και καλόψυχος άνθρωπος, και μια πανέμορφη κοπέλα, μια κούκλα περιζήτητη σα ζωγραφιά! Ο Αλέξανδρος δεν άργησε να την ερωτευτεί, και φυσικά να την ζητήσει σχεδόν αμέσως σε γάμο. Παντρεύτηκαν και στην αρχή νοίκιασαν σπίτι, μέχρι να φτιάξουν σιγά – σιγά το δικό τους στους Βώρους, και να στεγάσουν εκεί, την αγάπη τους, και εκτός από αυτήν, τα παιδιά τους, τη μάνα του, και τις δύο αδερφές του!

Το αξιοπερίεργο ήταν πως ο Αλέξανδρος σαν παιδί, είχε παρευρεθεί στη βάπτιση της Ιωάννας (είχαν 13 χρόνια διαφορά ηλικίας) και θυμόταν ότι ήταν ένα μωρό κλαψιάρικο και αδύνατο και μάλιστα είχε αναρωτηθεί «ποιανού θα ήταν το τυχερό του να παντρευτεί τουτονά το κοπέλι!!»

Με την Ιωάννα απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Τον Γιάννη, τη Μαρίκα, την Ελβίρα και την Ελένη. Η σύζυγός του Ιωάννα ήταν ένας άνθρωπος πράος, με άπειρες καλοσύνες! Η ομορφιά και η καλοσύνη αυτής της γυναίκας, η πραότητα του πρόσωπου της, ακόμα και στα γεράματα της, αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε μια φωτογραφία της, που είναι αναρτημένη στον τοίχο του Εθνολογικού Μουσείου των Βώρων, τραβηγμένη την στιγμή που γνέθει τη ρόκα της. Η φωτογραφία αυτή από μόνη της τα λέει όλα!

Η λατρεία του στην οικογένεια

Κι όμως, ήταν τόσο ευλογημένοι όλοι τους από τον Θεό, που ποτέ δεν μαλώσανε για το παραμικρό! Δεν θυμάται σήμερα κανένα παιδί του Αλέξανδρου ή εγγόνι, να έχουν μαλώσει ποτέ οι γονείς τους, ούτε μεταξύ τους, ούτε αντάλλαξαν κουβέντα με τις αδερφές του, την μάνα του, αλλά ούτε και με κανέναν στο χωριό! Κάθε πρωί που ξυπνούσαν, έρχονταν οι αδελφές από το δωμάτιο τους, με ένα χαμόγελο στα χείλη και ένα αλέγρο (γιορτινό) καλημέρα. Έλεγαν στην νύφη τους την Ιωάννα και τη μάνα τους: «Κοπελιές τι θα κάνουμε σήμερα;» και εννοούσαν «τι θα μαγειρέψουμε». Φυσικά όλες μαζί οι γυναίκες βοηθούσαν στην κουζίνα και σε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Ο Αλέξανδρος ρωτούσε τα παιδιά του και τις γυναίκες κάθε πρωί τι ανάγκη είχε ο κάθε ένας, και εκείνος πρώτα πήγαινε και τους τα αγόραζε, και μετά έφευγε για τη δουλειά του. Έφευγε πρωί, και ερχόταν βράδυ, καμιά φορά και προχωρημένη ώρα, ακόμα και μεσάνυχτα! Κανένα παιδί δεν καθόταν να φάει αν δεν ερχόταν πρώτα ο πατέρας τους, και να καθίσει τότε όλη η οικογένεια στο τραπέζι, να κάνουν προσευχή και μετά να αρχίσουν να τρώνε!

Στην αυλή του σπιτιού τους είχαν ένα θαυμάσιο κήπο με πολλά λουλούδια, αυλή με γιασεμιά, αγιόκλημα και κληματαριές, και ο Αλέξανδρος πλήρωνε άνθρωπο με τον μήνα για να περιποιείται όλα αυτά. Κάποτε ήθελε να πάρει και μια κατσίκα. Η σύζυγός του Ιωάννα αντιδρούσε:

-Μα Αλέξανδρε μου, πληρώνεις τόσα λεφτά εδώ και εκεί, μέχρι και κηπουρό έχεις, δεν συμφέρει να ξοδεύεσαι τώρα και για κατσίκα..

-Μα Ιωάννα παιδί μου…

Συνήθως την αποκαλούσε «Ιωάννα παιδί μου» ή «αγάπη μου Ιωάννα», ή «κοπελιά μου»!

Πάντα με όμορφο τρόπο γινόταν ο διάλογος τους, και την αποκαλούσε με τα ωραιότερα κοσμητικά επίθετα! Ήταν σαν να ζούσαν μια ατέλειωτη Άνοιξη!

Ήταν φορές στις μεγάλες γιορτές, που μαζεύονταν στο σπίτι του Αλέξανδρου, όλη του η οικογένεια, παιδιά γαμπροί, νύφες και εγγόνια, από παντού, από την Πόμπια, την Αθήνα, τη Γερμανία (όπου ζούσαν κάποια χρόνια ο γιος του Γιάννης και η κόρη του Ελένη με τις οικογένειές τους, η νύφη του μάλιστα η Μαργκίτ είναι Γερμανίδα) και αργότερα από την Πελοπόννησο.

Σε όλους έκανε κι από ένα δώρο, και αν τυχόν έλειπε κάποιος, του το έστελνε στο σπίτι του! Από βραδύς έβαζε τα παιδιά νωρίς για ύπνο. «Κοιμηθείτε παιδιά μου, γιατί πρέπει όλοι αύριο να ξυπνήσουμε νωρίς – νωρίς, και να πάμε στην εκκλησία!»

Έπρεπε απαραιτήτως όλοι να σηκωθούν πρωί την Πρωτοχρονιά, να πάνε στην εκκλησία, και μετά στο γυρισμό αφού σταθούν στη σειρά, να τους μοιράσει τα φιλοδωρήματά τους, κάνοντας τους την Καλή Χέρα! Βλέπεις ήταν τόσο θρησκευόμενο άτομο, που όταν κάποτε προσευχήθηκε στην Παναγία την Καρδιώτισσα για να βρει τη δουλειά που του είχε προβλέψει η γριά γύφτισσα από την Καισάρεια, το δάκρυ του που έπεσε κάτω ήταν τόσο πολύ, που έκανε λάσπη στο χώμα!

Κάθε βράδυ όλα τα παιδιά, πάλι στη σειρά, τον περίμεναν να του φιλήσουν το χέρι, κι αυτός εκτός της ευχής του να τους δώσει κι από ένα εικοσάρικο και μετά ένα – ένα πάλι για ύπνο!

Οι δύο αδερφές του η Δεσποινιώ και η Στυλιανή ήταν κι αυτές αξιοθαύμαστες και είχαν ιδιαίτερες φιλίες με την Ελένη Καζαντζάκη, αλλά και με τον ίδιο τον Νίκο Καζαντζάκη, που ερχόταν συχνά στο σπίτι των Στεφανίδηδων. Μάλιστα κάποτε ο Νίκος Καζαντζάκης είχε βάλει στα χαρτιά ένα στοίχημα με την αδερφή του Αλέξανδρου την Δεσποινιώ, αν χάσει εκείνος να της πάρει ένα φουστάνι, και όντως έχασε! Το φουστάνι αυτό της το αγόρασε πράγματι ο Καζαντζάκης, και υπάρχει σήμερα στο Μουσείο των Βώρων .

Η πραγματική λατρεία του με την Φαιστό

Ο Αλέξανδρος άφησε εποχή και πολύ αγάπη επίσης, γιατί ότι κι αν έκανε, ήταν εκδηλώσεις αγάπης και αφοσίωσης στη δουλειά του, που την έκανε σκοπό της ζωής του. Τα καλοκαίρια και στις διακοπές έπαιρνε στη Φαιστό και τα παιδιά του, που όλα έμαθαν την ιστορία της Φαιστού, και μπορούσαν κάλλιστα και τα ίδια να κάνουν ξενάγηση με τον δικό τους απλοϊκό τρόπο.

Ο Αλέξανδρος μπορούσε να ξεναγεί τρείς ώρες, και στο τέλος για να αναπαραστήσει πώς ενταφίαζαν τους νεκρούς στην στενή πήλινη λάρνακα, ξάπλωνε κάτω και κουλούριαζε το σώμα του, στη στάση που θάβονταν.

Από την πολύ ομιλία κάποτε είχε πάθει ο λαιμός του, και μίλαγε βραχνά. Πήγε όμως στο Ηράκλειο για εγχείρηση, και ευτυχώς όλα πήγαν καλά, και συνέχισε έτσι κανονικά τη δουλειά του. Πήρε σύνταξη το 1968, αλλά και πάλι τον καλούσε συχνά η υπηρεσία του, να πηγαίνει εκεί και να κάνει ξενάγηση σε διάφορα γκρουπ, είτε μαθήματα σε νέους ξεναγούς. Έλεγε κάποιες φορές στους δικούς του όταν ήταν ακόμα υπηρεσία: «Θέλω όταν πάρω την σύνταξή μου, να πάω στη Φαιστό , να γονατίσω, και να φιλήσω τις πέτρες και τα χώματα, κι αν είναι δυνατόν ύστερα να πεθάνω εκεί…»!

Τις μέρες των εορτών, τις Κυριακές και τα καλοκαίρια, τα παιδιά είχαν για δεύτερο σπίτι τους τη Φαιστό. Κάθε Τρίτη ερχόταν το πλοίο της γραμμής από τον Πειραιά, και έφερνε πολλούς τουρίστες, ιδιαίτερα μορφωμένους και καλλιεργημένους, με ιστορικές γνώσεις. Φυσικά πολλοί από αυτούς έρχονταν στη Φαιστό για την ξενάγηση. Στο τέλος της ξενάγησης, πήγαιναν στον ξενώνα για φαγητό. Έλεγε τότε στα παιδιά του ο Αλέξανδρος:

-Παιδιά μου, να κρατάτε μια κανάτα νερό, και να περνά ένας – ένας τουρίστας, να του ρίχνετε νερό, και να πλένει τα χέρια του πριν φάει.

Τόσο σεβασμό είχε στους ξένους!

Κάποτε σε κάποιο νιπτήρα βρέθηκε ένα χρυσό πανάκριβο δαχτυλίδι, που είχε πέσει από κάποιον ξένο τουρίστα, ενώ έπλενε τα χέρια του. Όμως το γκρουπ είχε ήδη φύγει για το Ηράκλειο. Αμέσως ο Αλέξανδρος κίνησε θεούς και δαίμονες, ώσπου να εντοπίσει τον τουρίστα που το έχασε, και τον πρόλαβε στο Ηράκλειο, και αφού επικοινώνησε μαζί του, φυσικά του το έστειλε! Τόσο έντιμος άνθρωπος ήταν.

Όταν συνταξιοδοτήθηκε, εκτός από την εκκλησία όπου ήταν και επίτροπος, τις ελεύθερες ώρες του πήγαινε στο νεοσύστατο τότε Εθνολογικό Μουσείο των Βώρων, δίνοντας πληροφορίες στους επισκέπτες του για τη Φαιστό, όπως μόνο εκείνος ήξερε. Φυσικά όλα αυτά αμισθί, και η πληρωμή του ήταν όλη κι όλη η αγάπη του κόσμου!

Ήταν λοιπόν πάγιες οι αγάπες του. Εκτός από αυτήν στην οικογένεια του, και η αγάπη του στους ξένους και φυσικά στη Φαιστό! Ήταν τόσο δεμένος με τη δουλειά του, που δεν μπορούσε χωρίς αυτήν!

Μικρές ιστορίες

Τα Χριστούγεννα ο Αλέξανδρος δεν έδιωχνε ποτέ παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα στο σπίτι του καθώς ήταν γνωστή η αγάπη και ο σεβασμός που έτρεφε για αυτά.

Κάθε Πάσχα για σαράντα μέρες ο χαιρετισμός του σε όποιον συναντούσε ήταν μόνο «Χριστός Ανέστη!»

Και κάθε μέρα μετά το φαγητό μάζευε και το παραμικρό ψιχουλάκι και δεν τα πέταγε ποτέ, μόνο τα έδινε στις κότες.

Όταν πλέον ο Αλέξανδρος είχε συνταξιοδοτηθεί και ήταν σπίτι του, έτυχε να επισκεφτούν την Φαιστό ένα γκρουπ από ξένους τουρίστες, που κάποτε τους είχε ξεναγήσει, και ήρθαν τώρα με τα παιδιά τους και με φίλους τους για να τους ξεναγήσει και πάλι, και οι νεότεροι να γνωρίσουν τον ξακουστό στο εξωτερικό Αλέξανδρο. Ο νέος όμως φύλακας της Φαιστού για να τους ξεφορτωθεί, τους είπε πως ο Αλέξανδρος πια έχει πεθάνει… Εκείνοι στεναχωρήθηκαν τόσο πολύ, σαν να έχασαν δικό τους άνθρωπο. Επάνω στη θλίψη τους πήραν λουλούδια, και αποφάσισαν να τα πάνε στον τάφο του στους Βώρους, και να τα καταθέσουν σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης. Πρώτα είπαν να περάσουν από τους δικούς του μια και ήξεραν το σπίτι, για να συλλυπηθούν τους τεθλιμμένους…

Επισκέφτηκαν λοιπόν το σπίτι του Αλέξανδρου, και φώναξαν για να τους ανοίξουν. Με μεγάλη για αυτούς όμως έκπληξη, την πόρτα τους άνοιξε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, που εκείνοι τον είχαν για πεθαμένο!

Το τι αγκαλιές, το τι δάκρυα χαράς όλων, δεν περιγράφονται με λόγια, και οι ξένοι ζητωκραύγαζαν και χοροπηδούσαν από την χαρά τους, γιατί τον ένοιωθαν σαν πραγματικά δικό τους άνθρωπο!

Δεν ήταν μόνο αυτοί, κάθε χρόνο καλούσε ξένους φίλους του, που έρχονταν από το εξωτερικό και τους φιλοξενούσε, κάνοντάς τους σπουδαίο τραπέζι στην αυλή του σπιτιού του, εκεί κάτω από την δροσερή κληματαριά και δίπλα στα πανέμορφα γιασεμιά…

Μετά πίνανε καφεδάκι και κουβεντιάζανε, καμιά φορά παίζανε και χαρτιά.

Τα παιδιά του Αλέξανδρου θυμούνται ακόμα και σήμερα, πόσες φορές γίνονταν τραπέζια εκεί έξω στην αυλή του σπιτιού τους. Ένα ζευγάρι Γάλλοι, ο Μύρων και η Ρόζεν, που αποκαλούσαν «αδερφό» τους τον Αλέξανδρο, έρχονταν κάθε χρόνο και τους έκανε τραπέζι η οικογένεια του Αλέξανδρου. Ο Εγγλέζος ο Τζωνή Μίστερ Τζων όπως τον θυμούνται τα παιδιά του κι αυτός επίσης ερχόταν κάθε χρόνο στη Φαιστό και στο σπίτι τους, αλλά και πολλοί – πολλοί άλλοι. Η αλληλογραφία δε του Αλέξανδρου ήταν πολύ μεγάλη, γιατί πολλοί τον αγαπούσαν και του έστελναν τακτικά επιστολές.

Επίλογος

Ο Αλέξανδρος υπήρξε μια πολύ σπουδαία προσωπικότητα, μια και ως προς τις ζωντανές ξεναγήσεις του άφησε εποχή.

Σφράγισε με την παρουσία του το χώρο της Φαιστού για πολλά χρόνια.

Άλλοι καιροί τότε, άλλοι άνθρωποι, τίποτα όμως δεν είναι τυχαίο, οι μανάδες είχαν εμφυσήσει στα παιδιά τους την αγάπη και τον σεβασμό πρώτα απ’ όλα, και μετά όλα τα άλλα. Αυτός ήταν και ο λόγος που κάποιοι άνθρωποι έμειναν αξέχαστοι, και έδωσαν τιμή στους εαυτούς τους, αλλά και αρχές στα παιδιά τους, όπως ο Αλέξανδρος, και για αυτό θα τον γράψει η ιστορία.

Αξιοσημείωτο όμως είναι, που και σήμερα όλη η οικογένεια του Αλέξανδρου είναι το ίδιο καλοσυνάτοι άνθρωποι, τα παιδιά του αλλά και τα παιδιά των παιδιών τους! Όλα έχουν πάρει την ειλικρίνεια τον σεβασμό και την αγάπη του κυρ Αλέξανδρου!

Στα γεράματά του ο Αλέξανδρος είχε ξεκινήσει να γράφει τα απομνημονεύματά του, μάλιστα με ένα είδος γραφής που δεν υπάρχει πια, που λεγόταν καλλιγραφική. Όμως τον βρήκε ο θάνατος και δεν τέλειωσε το έργο του αυτό. Στην ουσία δεν πρόλαβε καν να το αρχίσει…

Υπήρχαν τότε βιβλία στη Φαιστό, που οι ξένοι τουρίστες και περιηγητές έγραφαν εκεί τις εντυπώσεις τους, και εκεί φαίνονται γραμμένα και σήμερα τα εγκώμια που έγραφαν για τον Αλέξανδρο και τα έχουν κρατήσει τα παιδιά του, σαν παρακαταθήκη , αλλά και σαν απόδειξη του ήθους και της επιβράβευσης του αγαπημένου τους πατέρα από τον κόσμο.

Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος, ο παπά Γιώργης από τους Βώρους έβγαλε λόγο, και τον ξεκίνησε ως εξής:

-«Σήμερα όλοι μας αποχαιρετάμε τον Αλέξανδρο της Φαιστού…», ενώ από την διεύθυνση Μουσείων Ηρακλείου, έστειλαν τότε συλλυπητήρια επιστολή στην οικογένεια του:

«Αγαπητοί φίλοι.

Η εφορία αρχαιοτήτων και εγώ προσωπικά, πληροφορηθήκαμε με πολύ θλίψη, τον θάνατο ενός αγαπητού παλιού συνεργάτη, του Αείμνηστου φύλακα αρχαιοτήτων Φαιστού, Αλέξανδρου Βενέτικου.

Το όνομά του είχε συνδεθεί άρρηκτα με τον αρχαιολογικό χώρο της Φαιστού, που τόσο αγαπούσε, και τα ηρωικά χρόνια της κρητικής αρχαιολογίας, και γνώρισε όσο κανείς, τις αρχαιότητες της Φαιστού.

Η γραφική μορφή του, και οι ζωντανές ξεναγήσεις του, θα μείνουν χαραγμένες στην μνήμη όσων τον γνώρισαν.

Με εξαιρετική εκτίμηση

Χ. Κριτζάς»

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Φωτογραφίες: κα Μεταξία Προβατάρη

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook