Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η εποχή της καντάδας και ο Λευτέρης Γαλιανός

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη Μεσαρά, αλλά και σε όλα τα χωριά υπήρξαν στο παρελθόν σπουδαίοι μερακλήδες, αλλά και οι λυράρηδες, όπου ανέβαζαν στα ύψη το κέφι της παρέας!


Όταν σχόλαγε ένα γλέντι κάπου, σπάνια πήγαιναν για ύπνο! Σμίγαμε ξανά η παρέα, και συνέχιζε το τραγούδι με τις καντάδες στο χωριό, κι ας ήταν ήδη πολύ αργά! Άλλοτε πάλι έφευγαν νωρίς από το καφενείο η παρέα, και κάθε ένας για το δικό του λόγο, βγαίνανε στις γειτονιές και τραγούδαγαν όλοι μαζί διάφορους σκοπούς, από μαντινάδες με αργά κρητικά τραγούδια, μέχρι και λαϊκά της εποχής!

Οι καντάδες στην Μεσαρά είχαν κορυφωθεί, την εποχή του Λευτέρη Μανασάκη ή «Γαλιανού»!

Όλα τα χωριά είχαν συνήθως 4 η 5 λυράρηδες, το ίδιο και η Γαλιά, όλες τις εποχές, ακόμα και σήμερα, διότι σαν χωριό, ήταν από τα πιο μερακλίδικα της Μεσαράς!

Ο λυράρης και η παρέα, συγκεντρωνόταν είτε σε σπίτι κάποιου από την παρέα, είτε πήγαιναν μετά από σπίτι σε σπίτι, έτρωγαν κυρίως απλό φαγητό, έπιναν κάμποσο κρασί, και όταν νύχτωνε, έβγαιναν στους δρόμους δήθεν «να τους χτυπήσει αέρας», αλλά στην πραγματικότητα ήταν όλοι τους τρελά ερωτευμένοι με κάποια όμορφα νεανικά ματάκια, και ήθελαν να βρεθούν κοντά στη γειτονιά της κοπέλας, για να καμαρώσει η νεαρά το ταλέντο τους στη φωνή αλλά και στον στίχο!

Τραγούδαγαν λοιπόν αγκαλιά όλοι κάνοντας καντάδα στις γειτονιές, και περνούσαν από τα καλντερίμια εκεί όπου αγαπούσε ο κάθε ένας, είτε είχε «μπολιάσει» κάποια κοπέλα, και του έκανε την καρδιά να σκιρτά, να χτυπά δυνατά, που τους έκανε να βγαίνουν στα ουράνια!

Έτσι έκανε και ο Λευτέρης Μανασάκης ή «Γαλιανός»!
Είχε το μαγαζί του, ένα καφενείο στη μεσοχωριά, όπου μαζευόταν οι τέσσερις πέντε κολλητοί φίλοι του, κουτσοπίνανε, παίζοντας εκείνος λύρα. Ενίοτε τον συνόδευε και μαντολίνο ή λαούτο.

Όλοι τους τότε ήταν ανύπαντροι.

Φίλοι του Λευτέρη εκείνα τα χρόνια ήταν, ο Κουτσόκωστας, ο Καπαϊδώνης, ο Καψαλόκωστας, ο Χαζιρομιχάλης, ο Ρετζεπομιχάλης και ίσως και άλλοι.

Σαν πήγαινε 9 με 10 η ώρα το βράδυ, ο Λευτέρης τους έλεγε:

-Άντε, σηκωθείτε, να πάμε μια γύρα στο χωριό!
Αυτός βέβαια είχε τους δικούς του λόγους, γιατί υπεραγαπούσε κάποια, και λάτρευε να της κάνει καντάδα!!

Σαν έφθαναν κοντά στην αγαπημένη του κάθε ενός, σταματούσε η παρέα, και έπαιζαν κυρίως σκοπούς της νύχτας, που ήταν δικοί του, παρόμοιοι με το «άστρα μη με μαλώνετε»! Πολλές φορές έλεγαν και αυτοσχέδιες μαντινάδες, που με αυτές έδιναν ένα «σήμα» στην κοπέλα σχετικά με το μέλλον τους.

Έκτοτε καθιερώθηκε στις τότε καντάδες ο Γαλιανός σκοπός στις καντάδες, απ’ όλους τους μερακλήδες Μεσαρίτες!

Δεν μπορούμε να πούμε ότι έβγαιναν κάθε μέρα για καντάδες, αλλά όμως δυο φορές τη βδομάδα σίγουρα!

Ο Γαλιανός σκοπός είναι σκοπός της νύχτας, και νύχτα λοιπόν «τη ρομαντσάδα» όπως έλεγαν έβγαιναν στις ρούγες, γιατί κατά βάση όλοι τους ήταν ρομαντικοί άνθρωποι!

Τραγούδαγαν όλοι μαζί τη νύχτα με τα αστέρια και το φεγγάρι, και η νύχτα βοηθούσε στην αγαλλίαση της ψυχής, ώστε να ανέβει ως τον ουρανό, κι ως τα άστρα!

Ο Ανδρέας Νικολούδης, ένας από τους βασικούς λυράρηδες του χωριού, όπως και ο Τσαχονικολής, δεν ήταν στη βασικά στελέχη της παρέας του Λευτέρη.

Όμως, Ανδρέας, Τσαχονικολής, αλλά και ο Μιχάλης Μαραγκάκης, αν και μικρότεροι ηλικιακά, αφού ήταν ακόμα νεαρά παιδιά, είχαν τον Λευτέρη …από κοντά!

Παρακολουθούσαν συχνά το παίξιμό του, και ήταν και οι ίδιοι αργότερα συνεχιστές εκείνων των τραγουδιών του Λευτέρη.

Και οι τρεις αυτοί είχαν φτιάξει κι από μια λύρα, και προσπαθούσαν να τον πλησιάζουν όσο κοντά μπορούσαν, με σκοπό να τον μιμηθούν, και να μάθουν σωστά τα κομμάτια και τα «πατήματα» του Λευτέρη.

Πήγαιναν μετά στο σπίτι, και προσπαθούσαν λίγο – λίγο να τα «βγάλουν»!

Έτσι, όταν ο Λευτέρης καθόταν στα πέτρινα σκαλοπάτια του σπιτιού του και έπαιζε, ο Ανδρέας και οι άλλοι, καθόταν η στου γέρο Τσάχα το σπίτι, (πατέρα του Τσαχονικολή), η στου Αντρεογιώργη που ήταν κι αυτό δίπλα και άκουγαν κρυφά.

Εκείνοι επιτόπου δοκιμάζανε κατά πόσο μπορούσαν να παίξουν τα κομμάτια ή όχι.

Κάπου εδώ συνέβη και το εξής ευτράπελο!

Μια μέρα καθόντουσαν πάλι αυτοί οι δυο φίλοι του Ανδρέα στο σπίτι του γέρο Τσάχα, αλλά ο ίδιος ο Τσάχας έλειπε.

Ο Μαραγκάκης Μιχάλης κάτι κοίταζε μέσα στο σπίτι, και ξαφνικά βλέπει κάπου ένα παλιό πιστόλι!

Εκεί που το περιεργαζόταν, πατά κατά λάθος τη σκανδάλη, και το όπλο εκπυρσοκροτεί!

Η σφαίρα έφυγε και τρύπησε το παπούτσι του Τσαχονικολή, αλλά παράλληλα πήγε και έξω, και σκότωσε και μια αίγα που είχε δεμένη ο γέρο Τσάχας!

Έτυχε να επέστρεφε εκείνη την ώρα ο Τσάχας στο σπίτι, και ακούει από μακριά τη κραυγή της αίγας, μαζί με το μπουρμπαδίδι!

Αμέσως από μακριά κατάλαβε τι είχε συμβεί!

-Ωχ! Βρήκανε το όπλο μου και παίξανε τση αίγας! Σκέφτηκε…

Οι άλλοι δεν τον είχαν δει πως ερχόταν, και είπανε να κρύψουν στη θέση του το όπλο, και να κάνουν τους αδιάφορους!

Ωστόσο ο γέρο Τσάχας σαν έφθασε δεν τους μάλωσε, αλλά απλά πήρε το όπλο και κάπου πέταξε, και το εξαφάνισε οριστικά! Δεν ήθελε να δώσει συνέχεια, μάλιστα ήταν και ευχαριστημένος, που δεν σκοτώθηκε κανένας άνθρωπος!

Πριν τον Λευτέρη, λύρα έπαιζαν στη Γαλιά, και ο ίδιος ο Τσάχας, καθώς και ο Μαραγκοδράκος, ο Πασπαρογιώργης, ο Παπαγιάννης, και ο Ευαγγελινός.

Οι περισσότεροι από αυτούς όχι επαγγελματικά, μονάχα σε παρέες. Ο Τσάχας και Παπαγιάννης έπαιζαν κάπως πιο επαγγελματικά.

Η λύρα του Πασπαρογιώργη, ήταν πολύ μικρή!

Οι καντάδες, συνεχίστηκαν από τις γενιές εκείνες του ’20, και στις επόμενες γενιές του ’50 και του ’60, όπου και εξέπνευσαν σιγά- σιγά, κράτησαν μέχρι περίπου το 1975, όπου ακούστηκαν και οι τελευταίες καντάδες.

Όσοι έχουν αναμνήσεις από τις παλιές καντάδες, όπως και εγώ ο γράφων, θα έχουν μια πολύ καλή ανάμνηση από τα ωραιότερα ξέγνοιαστα νεανικά εκείνα χρόνια!

Θα θυμούνται τα καλαμπούρια της παρέας, τα γέλια με τα αστεία, αλλά και τη νεανική λαχτάρα, σαν πέρναγε κοντά στην «συμπάθεια» του κάθε ένα από τη γειτονιά της! Ακόμα εκείνο το καρδιοχτύπι, άμα το «σινιάλο» από ένα φως του παραθύρου, πρόδιδε, ότι «το μήνυμα ελήφθη! Έλεγε η παρέα:

-‘Αντε εδά κοπέλια να πάμε στα σπίθια μας, μα επλερωθήκαμε!

Αυτό έλεγε και ο ίδιος ο Λευτέρης, με τη δικιά του παρέα!
Πράγματι κάπου τα μεσάνυχτα, διέλυε η παρέα, και πήγαιναν όλοι στα σπίτια τους πανευτυχείς, και κάνανε τον ομορφότερο ύπνο!

Ευχαριστούμε για άλλη μια φορά τον Γαλιανό κ Μύρο Μαραγκάκη, για τις πληροφορίες σχετικά με τις καντάδες, στα τα χρόνια του Λευτέρη!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Cretanmagazine