Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *