Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μεσαρίτικες ιστορίες: “Χόρτα Αγά”

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Αληθινές Μεσαρίτικες ιστορίες, στο διάβα του χρόνου


Αν γυρίσουμε το ημερολόγιο του χρόνου πολλά χρόνια πίσω, θα βρεθούμε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στα χρόνια της υποδουλωμένης Ελλάδας, στα χρόνια που όλα τά ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Ο Τούρκος τότε ήταν ο ρυθμιστής όλων των καταστάσεων.

Ήταν αυτός που το πρώτο και το τελευταίο λόγο είχε για όλα.

Επιλογές πολλές για τους Έλληνες ραγιάδες δεν υπήρχαν καθ’ όσον δούλευαν νύχτα και μέρα στις διάφορες αγροτοκτηνοτροφικές δουλειές των Τούρκων για ένα κομμάτι ψωμί και μόνο.

Ήταν τότε που ένας αγάς είχε πάρει ένα Ελληνόπουλο από μικρό παιδί για φαμεγιούρι του, το Μανωλιό.

Το είχε μεγαλώσει, ενώ το είχε υπεύθυνο για όλες τις αγροτοκτηνοτροφικές δουλειές του.

Η μοναδική πληρωμή του κακόμοιρου ήταν, η φαγοπιοτούρα και μόνο.

Αλλά και τι φαγοπιοτούρα;; Από τη ”μύτη” του ‘βγαινε, λόγω της πολλής δουλειάς που έκανε.

Όλη τη μέρα στα χωράφια, το βράδυ στα πρόβατα για το καθιερωμένο παραβόσκιο τους.

Δουλειά χωρίς μέτρο, δουλειά χωρίς ωράριο, δουλειά ασταμάτητη.

Μανωλιό πάνω, Μανωλιό κάτω, και όλη μέρα Μανωλιό και Μανωλιό.

Αλλά και τι να έκανε το άμοιρο, αφού έτσι του τό ΄χε νε η μοίρα του γραμμένο.

Κάποτε μετά τη σπορά, τα σπαρτά άρχισαν να φυτρώνουν και μεγαλώνουν, ενώ ο Μανωλιός, ζιζάνια ολημερίς της μέρας ξερίζωνε μέσα από αυτά.

Ήταν μια μοναδική χρονιά από πολλές άλλες, καθ’ όσον τη χαρακτήριζε η μεγάλη καρποφορία.

image

Ο Αγάς ενθουσιασμένος άρχισε να παινεύεται ότι φέτος θα έχει πολύ μεγάλες σοδειές και θα γίνει πάμπλουτος όσο ποτέ άλλοτε.

Έβαλε το Μανωλιό να καθαρίσει όλες τις παλιές αποθήκες, ενώ τον έβαλε να κτίσει και νέες.

Τον έβαλε δε να συγκεντρώσει και άλλα πιθάρια πέρα από τα παλιά για να βάλει τη πολλή μεγάλη σοδειά που περίμενε.

Μη έχοντας τι άλλο να κάνει ο Μανωλιός, έκανε ότι του έλεγε ο αφέντης του. Αλλά συγχρόνως όμως του έλεγε την εξής χαρακτηριστική φράση: ”Χόρτα Αγά”.

Στον Αγά όμως καθόλου δεν άρεσε η κουβέντα αυτή.

Έκρυβε όμως διακριτικά το θυμό του και περίμενε ανυπόμονα τη μεγάλη σοδειά.

Ήλθε ο καιρός που μέστωσαν τα σπαρτά, έγινε ο θερισμός, και τα κουβάλησαν στ’ αλώνι.

Κάθε μέρα και όλη τη μέρα ο Αγάς πενευόταν για τους πολλούς καρπούς που φέτος θα σοδιάσει.

Ο Μανωλιός δούλευε ασταμάτητα, αλλά συνέχιζε να λέει στον Αγά: ”Χόρτα Αγά”.

Άρχισε ο αλωνισμός, τα ίδια λόγια ο Αγάς, αλλά και τα ίδια λόγια ο Μανωλιός.

Ήρθε η σειρά να σοριάσουν τα κόντυλα με το καρπό στη μέση του αλωνιού, αλλά με το ίδιο επαναλαμβανόμενο σκηνικό.

– Ναι δούλευε και σκάσε, έλεγε ο Αγάς στο Μανωλιό.

Δούλευε, που θα μου πεις εμένα, ”Χόρτα Αγά”, που σε λίγη ώρα θα βάλω το καρπό στα σακιά και θα το κλείσω μέσα στις αποθήκες μου!!

Λίγο αργότερα ένα τεράστιο λαμί δημιουργήθηκε στη μέση του αλωνιού από τον αλωνισμό.

– Ναι τε μρε λέει ο Αγάς, σε όλους, και τελειώνουμε.

Δεν θα περάσει του άθεου, που θα μου λέει ακόμα τέτοια λόγια.

Πάλι ακουγόταν η φωνή του Μανωλιού να λέει: ”Χόρτα Αγά”.

Όταν πλέον ήταν έτοιμοι να φέρουν τα σακιά, να σακιάσουν το καρπό, ο ουρανός σκοτείνιασε εντελώς απρόσμενα και άρχισε να βρέχει.

Έβρεχε τόσο πολύ που το αλώνι έγινε μια τεράστια λίμνη, ενώ ο καρπός άρχισε να επιπλέει στη λίμνη και να φεύγει έξω από το αλώνι.

Τότε ο Αγάς κατάλαβε και πίστεψε ότι:

”Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός κελεύει”.

Πολλάκις όμως τα γεγονότα επαναλαμβάνονται στο διάβα του χρόνου.

Είχα τη τύχη και εγώ να βιώσω ανάλογο περιστατικό, και θα ήθελα να μου επιτρέψετε να το παραθέσω στη συνέχεια.

Ήταν Μάιος του 1971, και τα αμπέλια στο κάμπο της Μεσαράς είχαν ανθίσει πέρα από το φυσιολογικό.

Ένα παραπάνω όμως είχε ανθίσει το αμπέλι του Μανώλη και της Αρετής.

Θα μπορούσες να μετρήσεις χωρίς υπερβολή, περισσότερα σταφύλια παρά και φύλλα ακόμα, στη κάθε κουρμούλα.

Όλη τη μέρα άκουγες την Αρετή να παινεύεται για τη σταφυλοχρονιά που είχε νε παρουσιασθεί.

Πω πω, πω πω, σταφύλια που έχουμε εμείς φέτος, την άκουγες όλη τη μέρα να λέει.

Πω πω, πω πω, σταφύλια που έχει τ’ αμπέλι μας!!

Ο γείτονας της όμως ο Φανούριος, που κριθάρι είχε σπείρει στο δικό του το χωράφι, ακούγοντας την, της απαντούσε τα λόγια που θυμόταν από την ιστορία με τον Αγά και το δούλο. Αυτά ακριβώς: ”Χόρτα Αγά”.

Πλησίασε ο τρυγητός, τα ίδια λόγια η Αρετή, αλλά και τα ίδια λόγια ο γείτονας της ο Φανούριος.

Η Αρετή άρχισε να δείχνει λίγο λίγο ότι της κακοφαινόταν, σαν άκουγε το γείτονα της να της λέει αυτά τα λόγια.

Ξεκίνησε ο τρύγος, αφού έβαλε ο Μανώλης κάμποσους εργάτες για να τρυγήσει.

Γέμισε όλο το χωράφι του γείτονα Φανούριο, αφού πιο μπροστά το είχε ο Μανώλης διαμορφώσει κατάλληλα σε οψιγιά.

Η Αρετή συνέχισε να λέει: Πω πω, πω πω!!! Ενώ ο γείτονας της επαναλάμβανε: ”Χόρτα Αγά”!!!

Την πέμπτη μέρα του τρυγητού, όταν τα περισσότερα σταφύλια ήταν απλωμένα στο έδαφος, ο ουρανός σκοτείνιασε, αστραπές, βροντές και μεγάλη πλημμύρα επακολούθησε, ενώ ο Γεροπόταμος που ήταν ακριβώς δίπλα, άρχισε να κατεβάζει τεράστιες ποσότητες νερού, που δεν είχαν προηγούμενο.

Κατέβαζε τόσο πολλά νερά, που ο Φρίξος δεν πρόλαβε καθόλου να βγάλει το μουλάρι του από τη ποταμίδα που το είχε δεμένο και πνίγηκε.

Δεκαπέντε σιδερένια βαρέλια μετρήσαμε να πλένε στα νερά του ποταμού, χωρίς να ξέρουμε τι περιείχαν.

Αργότερα μάθαμε ότι ήταν γεμάτα λάδι και τα είχε πάρει το νερό του ποταμού από μια αποθήκη που βρισκόταν πλησίον του.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, κάποια κοφίνια ψάθινα και μια μεγάλη κανισκάρα που έπλεαν, παρέα με μιαν αίγα που και αυτή την είχε πάρει το νερό του ποταμού.

Ο Μανώλης όμως, παρέα με το γείτονα του το Γιώργη, δεν χαμπαργιαζόταν.

Ο Γιώργης, είχε ακόμα πιο πολλές σταφίδες απλωμένες στη γη.

Είχε όμως ο Γιώργης ένα μικρό σπίτι μες τ’ αμπέλι και μέσα στο σπίτι διατηρούσε ένα βαρέλι κρασί, κι’ απ’ ότι έλεγε χωρούσε τετρακόσιες οκάδες.

Γέμιζε και ξαναγέμιζε ο Γιώργης μια πεντάρα μπουκάλα (χωρητικότητα, πέντε οκάδες) κρασί και έπιναν για συνεχόμενες μέρες, παρέα με το γείτονα του το Μανώλη, περιμένοντας να…… στεγνώσουν οι σταφίδες.

Αλλά ο καιρός δεν είχε καμία βελτίωση και λίγο αργότερα επακολούθησε το χορτάριασμα των οψιγιάδων, με συνέπεια την ολοκληρωτική καταστροφή της σταφίδας.

Όλοι εμείς οι μικρότεροι στην ηλικία, άπειροι από τη ζωή, είμαστε απλοί θεατές των γεγονότων, διδασκόμενοι από αυτά.

Αλλά και η Αρετή, είχε πάρει το μάθημα της, να κρατεί πάντα μικρό καλάθι και να μην είναι πλεονέχτης, τα όνειρα της να συμβαδίζουν με τη πραγματικότητα, να περιμένει πάντα καρτερικά τη σοδειά, να κάνει πάντα το σταυρό της και να βάζει μπροστά το μεγαλοδύναμο από όλες τις καταστάσεις, καθ’ όσον σε όλους μας είναι γνωστό πως :

”Όσα θέλεις δούλευε και όσα θέλει ο Θεός σου πέμπει”!!!.

Σύνταξη κειμένου: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *