Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο καφές των παλιών Κρητικών και τα τσιγάρα του… βουνού!

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι παλιοί κρητικοί έψαχναν τρόπους για να εξασφαλίσουν τον καθημερινό τους καφέ αλλά και τσιγάρο


Ίσως κάποιοι να  έχουν ακούσει ιστορίες με αντάρτες στα βουνά, με τι αντικαθιστούσαν  τα τσιγάρα όταν δεν είχαν. Αλλά και εμείς τα παιδιά του ’60, πάλι δεν ξεχνάμε κάποια 12χρονα παιδιά στις διάφορες διαολοπαρέες, που για τη πλάκα τους έφτιαχναν αυτοσχέδια τσιγάρα στα έχνη (στη βοσκή των αιγοπροβάτων στην εξοχή, με ότι  ξερά  χορταρικά βρίσκανε στη φύση!

Οι «θεριακλήδες»  της εξοχής, έφτιαχναν τσιγάρα κυρίως με  φύλλα φασκομηλιάς, τυλίγοντας τα με χαρτάκια από εφημερίδα, ή οποιοδήποτε άλλο χαρτί!

Τσιμπούκι από χοχλιό!

Πολλές  φορές, κυρίως στη κατοχή, ήταν δύσκολο να βρεθεί εφημερίδα ή χαρτί στην εξοχή, έτσι τα παιδιά ή οι μεγάλοι αν έβρισκαν κάποια εφημερίδα, την έκρυβαν σε κάποια σπηλιά, που μπορούσε να γίνεται σταδιακά  τσιγαρόχαρτα , και μπορούσε να κρατήσει και ένα χρόνο!

Αν όμως τα παιδιά στις διαολοπαρέες  δεν έβρισκαν χαρτί,  για να «στρίψουν ένα τσιγαράκι», μιμούμενοι πάντα τους μεγάλους,  τότε τους ήταν πιο εύκολο να βρούνε ένα άδειο χονδροχοχλιό, και να τον κάνουνε τσιμπούκι!  Φρόντιζαν να  του κάμουν μια τρύπα από το πλάι, και εκεί να σφηνώσουν μια καλαμιά που είναι κούφια! Στη συνέχεια έβρισκαν ξερά κλαδιά διάφορα, όπως σκίνο, ελιά, και  με το μαχαιράκι τους τα έξυναν, και  έβαζαν τα τρίμματα στο χοχλιό, και επίσης τρίματα από ξερά φύλλα φασκομηλιάς, θυμάρι ή θρούμπα κλπ, που ήταν και αρωματικά! Μετά τα άναβαν  με σπίρτο, και τα κάπνιζαν για τη πλάκα τους, σαν να ήταν τσιμπούκι! Η δραστηριότητα  βέβαια αυτή των νέων της εποχής εκείνης με το κάπνισμα, έκρυβε και μεγάλο ρίσκο, διότι αν ο αγροφύλακας τα έπαιρνε χαμπάρι, το βράδυ θα είχαν όλα τους  «χοροπατινάδα» από τους γονείς τους!

Κάποια στιγμή βέβαια, κατάλαβαν  όλοι μικροί και μεγάλοι, πως πιο πολύ ζημιά έκανε στα πνευμόνια τους  η εφημερίδα με τα χημικά που περιείχε, παρά  ακόμα και ο αυτοσχέδιος «καπνός» από τα διάφορα  ξερά χορταρικά και ξύσματα  που έβαζαν μέσα!

Ο κανονικός καφές ήταν δυσεύρετος τη κατοχή

Μπορεί στη κατοχή τα μαγαζιά να είχαν καφέ και  από το 30, αλλά ήταν ακριβός, και ακρίβαινε περισσότερο, όσο πιο σπάνια ερχόταν καΐκια από τις χώρες της Αφρικής! Οι μαυραγορίτες που τον προμήθευαν, και τον έφερναν στο λιμάνι του Ηρακλείου, αν δεν έφερναν μεγάλες ποσότητες, ο καφές  ακρίβαινε, και αν δεν ερχόταν καθόλου, τότε γινόταν είδος πολυτελείας! Μονάχα το ‘47, ήδη ο καφές είχε ένα πενηνταράκι, και παλαιότερα στη κατοχή ήταν ακόμα ακριβότερος! Οι μαυραγορίτες πουλούσαν τον καφέ μόνο σε χρυσές λίρες στους εμπόρους, με τις οποίες εκείνοι μετά αγόραζαν κρητικό λάδι, και το πουλούσαν στην Αθήνα. ‘Όμως από μαρτυρίες σήμερα, όπως  αυτή της 90χρονης Ελένης Φαραγκουλιτάκη από τη Γαλιά,  μας λέει, πως η Κρήτη είχε κάποτε  τον δικό της καφέ!  Ξέρουμε όλοι  τις βλαβερές συνέπειες του σημερινού καφέ σε περίπτωση κατάχρησης, και πόσο καμιά φορά οι στιγμιαίοι καφέδες,  συντελούν στο να έχουν κάποιοι  αϋπνίες ή ταχυπαλμίες  και τρέμουλο, όταν γίνεται  κάποια κατάχρηση.

Τις εποχές που σπάνιζε ο καφές και ήταν ακριβός στη Κρήτη, , τα καφενεία διέθεταν και κρητικό καφέ, που ήταν σαφώς φτηνότερος του κανονικού! Δε είχαν όλα τα σπίτια κρητικό καφέ. Απλά κάποιες νοικοκυρές, διέθεταν και αυτόν τον καφέ, γιατί ήθελαν να ευχαριστήσουν την παρέα τους, ή ειδικά κάποιο συγκεκριμένο επισκέπτη, και του πρότειναν αν θέλει, «να τον κεράσουν μια ρακή, ή ένα σπιτικό καφέ»! Αν ήταν μεγάλη η παρέα, τον καφέ τον έφτιαχναν στο κατσαρόλι, ειδάλλως στο μπρικάκι! Οι κρητικές νοικοκυρές που έφτιαχνα τον καφέ αυτόν, είχαν διάφορες ονομασίες. Τον ονόμαζαν «κρητικό καφέ» ή «σπιτικό καφέ», για να τον ξεχωρίζουν από τον «κανονικό καφέ» του εμπορίου.
Κι όμως, δεν είχε μονάχα τις τονωτικές ιδιότητες του κλασικού  καφέ, απεναντίας  ήταν και θρεπτικότατος, αλλά και θεραπευτικός και από πάνω, γιατί το χαρούπι που περιείχε, είχε και  ανιδιαρροϊκό αποτέλεσμα! Μπορούσε κάποιος να πιεί και μια κατσαρόλα κρητικό  καφέ,  και όχι μονάχα δεν θα τον πείραζε, απεναντίας  θα του έκανε και πολύ καλό στην υγεία γενικά!

Από τι υλικά φτιαχνόταν  ο «κρητικός καφές»?

Τα κύρια υλικά του  κρητικού καφέ, ήταν τα όσπρια! Ο πιο συνηθισμένος «κρητικός καφές», αποτελούνταν από τρία διαφορετικά υλικά, όπως μου ανέφερε η Ελένη Φαραγκουλιτάκη, φυσικά και τα τρία υλικά είχαν μονάχα θρεπτικές ουσίες να δώσουν!
Τα υλικά αυτά ήταν το χαρούπι, το ρεβίθι και το σιτάρι!

Δεν ήταν απαραίτητο να τηρούν την παραπάνω συνταγή των τριών υλικών, γιατί  κάποιοι αν ήθελαν έβαζαν περισσότερα όσπρια όπως κουκιά στον καφέ τους, για να έχουν έτσι  πιο πλούσιο μείγμα, όμως όσοι ήθελαν, έβαζαν  ακόμα και  ρόβι ή λαθούρι!

Προεργασία του κρητικού καφέ

Αφού είχαν προμηθευτεί ίσες ποσότητες από χαρούπια ρεβίθια και σιτάρι, από το  βράδυ τα έβαζαν στο νερό να μουλιάσουν και τα τρία.   Τα δε ρεβίθια για να γίνουν πιο αφράτα, έβαζαν στο νερό και ένα σακουλάκι ή σε πανί δυο φούχτες στάχτη! Στο σταχτόνερο τα ρεβίθια γινόταν πιο αφράτα , γιατί η  στάχτη έκανε τη δουλειά της σόδας!  Τα υπόλοιπα, χαρούπια και σιτάρι, τα έβαζαν απλά και αυτά στο νερό από το βράδυ να μουλιάσουν και να αφρατέψουν κι αυτά. Το πρωί, άδειαζαν  το νερό, και  ακλουθούσαν έπειτα  τη μέθοδο του καβουρντίσματος!

Τι ήταν τα καβουρντιστήρια?

Το μυστικό να πετύχει ο καφές με τα τρία αυτά  υλικά, ήταν στο σωστό  καβούρντισμα! Για το σωστό καβούρντισμα, υπήρχαν  τα ειδικά «καβουρντιστήρια»!

Τα καβουρντιστήρια κατά αρχάς δεν τα είχαν όλοι στα χωριά, από ότι μας είπε ο Μύρωνας Μαραγκάκης 94 χρόνων σήμερα, τα είχαν οι πιο πλούσιοι και επιφανείς, δυο τρείς ίσως  σε κάθε χωριό (πρόεδρος παπάς, γραμματικός κλπ). Ήταν κάτι σαν στενόμακρα κονσερβοκούτια , χωρητικότητας μιας οκάς , ή σαν σωλήνα 20 με 25 εκατοστά, κλειστός πάνω και από κάτω. Στη μέση είχε ένα πορτάκι που έβαζαν τα υλικά μέχρι να γεμίσει,  και μετά το πορτάκι  έκλεινε. Το καβουρντιστήρι  επίσης στη μέση είχε  δυο χερούλια σαν κολλημένα εξωτερικά σαν άξονας. Αφού έβαζαν τα υλικά  του  κρητικού καφέ μέσα, δηλαδή χαρούπι ρεβίθι, σιτάρι κλπ, τότε πήγαιναν στη παραστιά, άναβαν φωτιά και γύρναγαν κάθετα  γύρω – γύρω το κουτί – καβουρντιστήρι, μέχρι να καβουρντιστούν καλά τα υλικά που είναι μέσα!

Καβούρντισμα στο τηγάνι

Οι φτωχοί όμως, και όσοι  δεν διέθεταν το ειδικό «εργαλείο πολυτελείας», όπως ήταν το καβουρντιστήρι, υπήρχε για το καβούρντισμα και η μέθοδος του «παλιού τηγανιού»!
Πάντα όλα τα σπίτια είχαν και ένα παλιοτήγανο, όπου έβαζαν ψιλή άμμο θαλάσσης, και το τοποθετούσαν στη φωτιά στη παρασθιά (τζάκι). Εκεί μέσα έβαζαν τα υλικά που ήταν να καβουρντιστούν, και απλά τα ανακάτευαν συνέχεια  την άμμο, για να μην καούν και μαυρίσουν. Με σιγανή φωτιά και συνεχή ανακάτεμα, πρόσεχαν τα υλικά τους, μέχρι να πάρουν ένα καφετί χρώμα, οπότε ήταν έτοιμα . Τέλος κατέβαζαν το τηγάνι, και ξεχώριζαν τα  υλικά του καφέ από την άμμο με το «τρυπητό» (σουρωτήρι), ή με τη «τρυπητή κουτάλα» της εποχής εκείνης.

Άλεσμα στο χειρόμυλο

Όλα τα υλικά καλά  φουρνισμένα πλέον, τα  έβαζαν στον «χειρόμυλο», ή  «γύφτικο μύλο» όπως τον έλεγαν, και τα έκαναν σκόνη σαν αλεύρι, και τη  σκόνη τη φύλαγαν σε ένα κουτί μεταλλικό που έκλεινε με καπάκι. Κι αν ακόμα δεν διέθεταν κάποιοι χειρόμυλο, τότε χρησιμοποιούσαν  το μεταλλικό χαβάνι (γουδί), όπου έβαζαν κάποιο παιδί να κοπανάει τα υλικά όλη μέρα, μέχρι να τα κάνει όλα σαν αλεύρι! Το παιδί μέχρι το μεσημέρι τα είχε τελειώσει με το τάκα – τούκα στο χαβάνι, και η νοικοκυρά είχε πλέον τα υλικά του κρητικού καφέ, όπως είπαμε  για τους ξένους ή εκλεκτούς επισκέπτες!

Όταν δεν υπήρχε καφές, δεν υπήρχε και ζάχαρη!

Οι ίδιοι οι προμηθευτές που έφερναν στα λιμάνια τον καφέ, έφερναν και τη ζάχαρη, και δεν ήταν λίγες οι φορές, που πολλά σπίτια δεν διέθεταν ζάχαρη, παρόλο που είχαν κρητικό καφέ! Όμως στον καφέ  αυτό έβαζαν αντί για ζάχαρη μέλι ή πετιμέζι, ή και χαρουπόμελο! Η γεύση του σπιτικού καφέ βέβαια ήταν δυνατή ευχάριστη, και με ιδιαίτερο άρωμα, το οποίο του το έδινε  κυρίως το χαρούπι! Ακόμα πιο αρωματικός ήταν ο καφές εκείνος που αντί ζάχαρη έβαζαν χαρουπόμελο, γιατί είχε ακόμα πιο έντονη τη γεύση του χαρουπιού! Μπορεί να ακούγονται σήμερα όλα αυτά σαν παρακατιανές συνήθειες, αλλά κάποτε έπαιξαν το ρόλο τους στις φτωχές κοινωνίες. Μια κοπέλα που της έκανε επίσκεψη στο σπίτι της ο νέος που τύχαινε να αγαπά κρυφά,  πως αλλιώς θα μπορούσε να τον ευχαριστήσει καλύτερα, από το να του πει:

-Κάθισε Γιάννη να σε κεράσουμε! Να σου βάλω μια ρακή, ή θες  καλύτερα να σου φτιάξω κιανένα σπιτικό  καφεδάκι?

-Ένα καφεδάκι Ελενίτσα από τα χεράκια σου θα το πιω!

Οι εντυπώσεις μου από τον κρητικό καφέ που επεχείρησα να φτιάξω ο ίδιος
Κατεχόμενος από τη περιέργεια και εγώ, μπήκα στη διαδικασία να φτιάξω κρητικό καφέ, και αφού δεν είχα καβουρντιστήρι, χρησιμοποίησα παλιό τηγάνι με άμμο θαλάσσης.
Κατάφερα ακολουθώντας τη παραπάνω διαδικασία, να φτιάξω τρείς ψιλοαλεσμένες σκόνες αλευριού, χαρούπι ρεβίθι και σιτάρι, τα οποία τα ανακάτεψα στο τέλος μεταξύ τους.

Έφτιαξα έτσι  και τον πρώτο μου κρητικό καφέ, οικολογικό  θα τον έλεγα εγώ, και σας αναφέρω τις εντυπώσεις μου, οι οποίες είναι οι εξής!

1)Διαπίστωσα πως ο καφές αυτός, δεν κάνει αφρό με φουσκάλες κλπ, αλλά είναι αραιός και μοιάζει νερουλός.

2) Είναι ευχάριστος πράγματι και αρκετά εύγεστος, και νοιώθει κάποιος ότι πράγματι πίνει καφέ!

3) Ο καφές αυτός, μπορεί να προσαρμοστεί καλύτερα στις ανάγκες κάποιου, αλλάζοντας τα ποσοστά της δοσολογίας, και προσθέτοντας ακόμα και άλλα όσπρια, οπότε μπορεί να πετύχει ένα άριστο αποτέλεσμα!

4) Προσωπικά πιστεύω ακράδαντα,  πως μια βιομηχανία αυτά τα υλικά του κρητικού καφέ, θα μπορούσε να τα εξελίξει σε εμπορεύσιμο καφέ, αφού σε πολλά υπερτερεί του κανονικού!

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Γιατί στους Κρητικούς δεν αρέσει το μπάνιο στη θάλασσα, όσο στις Κρητικές;

Δημοσιεύτηκε

στις

Είναι πλέον γνωστό, πως στους περισσότερους Κρητικούς, και δει Μεσαρίτες, δεν τους ξετρελαίνει το αλμυρό νερό!


Προτιμούνε τη ταβέρνα ή τη καφετέρια! Οι γυναίκες όμως τα πάνε καλύτερα!
Ρωτάς τον έναν:

-Ήκαμες πολλά μπάνια Μιχάλη οφέτος?
-Μπά… Δύο ήκαμα, κι αυτά τα τελευταία τρία χρόνια!
-Κωστή, έλα να πάμε Στο Κόκκινο Πύργο για μπανάκι!
-Δε τροζαίνομαι εγω για μπάνια! Πάω την οικογένεια κάπου κάπου, μα δε μπαίνω στη θάλασσα, κάθομαι και τους περιμένω στη ταβέρνα!

Ρωτάς κάποιον άλλο:
-‘Ελα να πάμε στη θάλασσα!
-Δε με χ… με τη θάλασσα, σιγά το πράμα!

Ο άλλος πάλι σου λέει:
-Ναι πάμε στη θάλασσα, μα εγώ την αράζω στη ξαπλώστρα με το φραπέ μου και χαζεύω, αλλά μέσα δεν μπαίνω!
Κάπως έτσι πάει ολωνών το «κάμπιο τους»!

Δεν τους συβάζεις να μπούνε στο κρυγιό νερό!

Τον λόγο βέβαια τον κατέχω πολύ καλά, κι από δικού μου! Ειδικά με εμάς τους πιο παλιούτσικους, συνέβαινε σαν παιδιά, να μας πέμπουν σε δουλειές τα καλοκαίρια! Άλλους στην αλωνιστική, άλλους στο μπαλιατικό, άλλους στα Μαλεβίζα, άλλους στα έχνη, και τη θάλασσα τη «καμαρώναμε» μόνο απ’ αλάργο! Δεν συνηθίζανε τότε να πηγαίνουν στη Θάλασσα, αυτό έγινε μετά το ’80, που βάζανε και λεωφορείο!
Καλά θα μου πεις, μπάνιο στο νερό δεν κάνατε?

Μα και βέβαια κάναμε! Μάλιστα «αγκαλιά με τη κανίστρα»! Πολλές φορές βουτούσαμε στα λασπόνερα, στις κολύμπες του ποταμού, και στις στέρνες!

Καμιά φορά πάλι, αν βρισκόμαστε σε νερό ποταμού ή στο φράγμα, κάναμε ένα δεματάκι με καλάμια, και πάνω εκεί καθόμαστε σαν σωσίβιο πάλι!
Εκείνα τα χρόνια μας λέγανε οι γονείς μας να φορτώσουμε στο γάιδαρο τέσσερις κανίστρες, μεταλλικές στενόπορες ή πλαστικές, και να πάμε από τη στέρνα του τάδε να τις γεμώσουμε νερό, για να ποτίσουμε αγρουλίδους!

Δεν χάναμε όμως την ευκαιρία σαν φτάναμε στη στέρνα, να πετάξουμε πέρα τα ρούχα, “να πάρουμε αγκαλιά” τη κανίστρα για σωσίβιο, και με δικό μας ρίσκο να κολυμπήσουμε μισή ωρίτσα!

Ναι, είναι γεγονός πως δροσιζόμαστε λιγάκι, όμως δεν έπαυε να ήμαστε κολυμβητές «του γλυκού νερού»!
Όταν όμως αποκτήσαμε τα πρώτα ποδήλατά μας γύρω στα δεκαπέντε μας, πηγαίναμε από τα χωριά μας στον Κόκκινο Πύργο για μπάνιο, αλλά βέβαια πρώτη φορά στο θαλασσινό νερό στα δεκαπέντε! Και στα δεκαπέντε δεν μαθαίνεις ! Τουλάχιστον δεν διαπρέπεις στην κολύμβηση!

Πως τώρα να μάθεις σε αλμυρό νερό και στα βαθειά, μάλιστα χωρίς να σου δείξουν, και μάλιστα όταν οι περισσότεροι είχαμε κινδυνέψει ήδη δυο τρεις φορές να πνιγούμε!

Έκτοτε δεν μας τράβηξε η θάλασσα, δεν μας αγάπησε και δεν την αγαπήσαμε!
Πάμε μια στο τόσο αλλά με κρύα καρδιά! Χαίρομαι βέβαια που πάω πότε – πότε στον Κόκκινο πύργο, και βλέπω στα βράχια εκεί ανεβασμένη κάποια δασκάλα, να μαθαίνει κολύμβηση σε μικρά παιδάκια! Σήμερα βέβαια άλλαξαν τα χρόνια, και οι νέοι και νέες της Κρήτης, δεν έχουν να ζηλέψουν στο κολύμπι τους υπόλοιπους Έλληνες!

Οι Κρητικές βέβαια γενικά είναι πιο φιλικές με το νερό της Θάλασσας! Έχουν βρει την παραλία και σαν ένα είδος “πασαρέλας” κατά κάποιον τρόπο, και φυσικά ευκαιρία επίδειξης στα όμορφα κάλλη τους, και για αυτό δεν διστάζουν να φορέσουν το μαγιό τους! Φρόντισαν να μάθουν γρήγορα μπάνιο, και φυσικά να μην χάνουν την ευκαιρία να το απολαύσουν!

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τα “Μαλεβίζα” των αναμνήσεων

Δημοσιεύτηκε

στις

Πολλοί είναι εκείνοι που κάποτε πήγαν στην επαρχία Μαλεβιζίου της Κρήτης τη δεκαετία του 60 και 70, για να εργαστούν στα πολλά αμπέλια της περιοχής


Είτε για να έχουν τα χρήματα που είναι απαραίτητα στον κάθε ένα, είτε για τα καλαμπούρια που γινόταν μεταξύ των εργατών, οσάκις βρισκόταν η ευκαιρία!

Η μεγαλύτερη δεξαμενή εργατών για τους αμπελουργούς τότε, ήταν η Γαλιά, το χωρίο μου.

Αμπελοπαραγωγοί μεγάλοι, από τα χωριά Πενταμοδι, Βούτες, Άγιο Μύρωνα, Σταυράκια, μέχρι και το Κρουσώνα, εκανόνιζαν είκοσι μέρες πιο μπροστά για να εξασφαλίσουν την εργατιά της χρονιάς, από δέκα έως και είκοσι άτομα.

Δουλειά πάντα έπιαναν την επόμενη εργάσιμη μετά της Παναγιάς τον Δεκαπεντάυγουστο.

Έπαιρναν λοιπόν τηλέφωνο έναν υπεύθυνο από το χωριό μας για να μεριμνήσει και να νοιαστεί να βρει όσα άτομα χρειαζόταν το αφεντικό, και να κανονίσει και για το μεροκάματο.

DSCN0779

Συνήθως ζήταγαν άνδρες και γυναίκες. Όμως οι Γαλιανοί έστελναν εκβιαστικά και τα παιδιά τους, με τη συμφωνία να πληρώνονται κι αυτά όσο και οι γυναίκες!

Οι άνδρες φυσικά έπαιρναν μεγαλύτερο μεροκάματο από τις γυναίκες, γιατί η εργασία για αυτούς ήταν πιο δύσκολη!

Κι αν κανένας (όπως εμένα), τον έβλεπε το αφεντικό πως δούλευε με μεγαλύτερο φιλότιμο από τους άλλους, του έδινε κάτι τις παραπάνω στη πληρωμή, για να τον καλοπιάσει να τον έχει και του χρόνου!

Οι γυναίκες ήταν κόφτρες και απλώστρες συνήθως, ενώ οι άνδρες κουβαλέδες, η αλουσιδιάστες που ήταν πιο βαριές δουλείες.

Τα παιδιά κι εκείνα έκοβαν σταφύλια, η κουβαλούσαν φορτώνοντας τα τσιγκάκια στο γαϊδούρι.

Τα αφεντικά τότε αυστηρά και απαιτητικά.

Για να δώσουν το κανονικό μεροκάματο στα παιδιά, και να μη νομίζουν ότι δουλεύουν καταχρηστικά, τα έστελναν για διάφορες δουλείες όση ώρα ξεκουραζόταν η εργατιά.

Να πάνε το μεσημέρι μέχρι να μαζευτούν όλοι για φαγητό, να μεταδέσουν τις κατσίκες, να τις ποτίσουν, να ποτίσουν και το γάιδαρο κλπ.

Φυσικά κάθε πρωί άρμεγαν τις κατσίκες οι εργάτες, αλλά το γάλα το κρατούσε πάντα το μεγάλο αφεντικό με τη γρια του!

Πρωί πρωί πριν ξημερώσει ο ήλιος, από τις 6 είχε εγερτήριο, και για πρωινό είχε ένα καφέ η τσάι με παξιμάδι και ελιές.

Κατά τις 10 είχε κολατσό που ήταν αποκλειστικά ντοματοσαλάτα, η ψωμί και ελιές, λίγο τυρί και σταφύλια.

Κατά τις 2 είχε στάση ένα δίωρο και φαγητό κυρίως φτωχό, όσπρια πάντα με σαλάτα, κουκιά φασόλια ρεβίθια και σπάνια η σχεδόν καθόλου κρέας!

Τα αφεντικά δεν άφηναν εύκολα τους εργάτες χωρίς επιτήρηση.

Είτε θα είχαν ένα δικό τους άνθρωπο κοντά, είτε καμιά φορά το γέρικο αφεντικό κρυβόταν κάπου σε ένα ύψωμα κι από κει επιτηρούσε απέναντι τη πλάγια που ήταν το αμπέλι του.

Αν έπαιρναν χαμπάρι ότι κάποιος δεν δούλευε, τότε τον έδιωχναν.

Μάλιστα ένα αφεντικό που δούλευα, ενώ μας παρακολουθούσε, τον πήρε ο ύπνος και βράδιασε, και εκεί μένοντας ώρες, και έβγαλε κρύο, οπότε έπαθε πνευμονία, και μετά από λίγους μήνες πέθανε.

Τα σταφύλια που τρυγούσαμε, ήταν κυρίως σουλτανιά, και σπάνια ταχτάδες.

Οι ταχτάδες ήταν ένα υπέροχο πεντανόστημο σταφύλι με μεγάλες ρώγες που έβγαζε και αυτό μια πολύ περιζήτητη σταφίδα.

Τα σταφύλια τα κόβανε οι κόφτες, τα μετέφεραν οι κουβαλέδες, τα αλουσιδιάζαν οι αλουσιδιάστες και τα άπλωναν οι απλώστρες είτε σε επίπεδο οψηγιά, είτε σε… κρεμαστό!

Ειδική κατασκευή μεταλίκι, ήταν ο κρεμαστός οψηγιάς, με θέσεις δεξιά αριστερά για να μπαίνουν τα σταφύλια να ξηραίνονται στον ήλιο.

Η μεταφορά γινόταν με τα τσιγκάκια, μεταλλικά δοχεία με δυο χερούλια και τρύπες γύρω γύρω.

Αργότερα αυτά αντικαταστάθηκαν με πλαστικά.

Η σκληρή εργασία, ο ήλιο να καίει τα πάντα και να μαυρίζει τα δέρματα, παντού να μυρίζει μούστος και αλουσά, να κολλάνε τα ρούχα, τα χέρια, και το βράδυ το νερό λιγοστό για τον κάθε ένα για ένα μπάνιο!

Αυτή ήταν μονάχα η μια όψη του ίδιου νομίσματος…

Γιατί από την άλλη, γινόταν και πολλά καλαμπούρια, πειράγματα, ακόμα και φλερτ εν ώρα εργασίας!

Εφώναζε η απλώστρα που ήταν προκομμένη και τελείωνε τα σταφύλια τάκα τάκα..

-Σταφύλια!!!!!!!!!!!!!

Ο εργάτης που τα κουβαλούσε απαντούσε από μακρυά..

-Σε φιλώ στα χείλια!!!!!!!!!!!!!!

Τέτοια παρόμοια και πολλά άλλα γινόταν στο αμπέλι.

Αρκετοί νέοι είναι αυτοί, που καλόβλεπαν τη κοπελιά εργάτρια που δούλευαν παρέα, και τελικά τα φτιάξανε και παντρευτήκανε μάλιστα!

Τα βράδια δεν έλειπε και ένα μπουζουκάκι στην παρέα, και το τραγούδι μετά το φαγητό και μετά από μερικά κρασάκια πήγαινε σύννεφο!

Τα αγόρια θέλανε να δείξουν τον καλύτερο τους εαυτό, θεωρούσαν χρέος τους να διασκεδάσουν τα κορίτσια και τη παρέα όλη να γελάνε και να περνάνε καλά!

Πολλές φορές στηνότανε κανονικό χοροστάσι!

Άμα τελείωνε αρχές του Σεπτέμβρη το αφεντικό, τότε τους εργάτες του τους πρότεινε και σε άλλο χωριανό του για όσους ήθελαν να δουλέψουν κι άλλες μέρες. Κάποιοι που είχαν μαθητές, έφευγαν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη για να πάνε να ετοιμαστούν.

Τα λατζούνια ήδη είχαν αρχίσει να πετάγονται από τη γης, και αυτό για τον μαθητή ήταν ”κακό σημάδι” γιατί ένοιωθε ότι το καλοκαίρι τελειώνει!

Μερικοί όμως, κυρίως άνδρες, έμεναν και στο μάζεμα της σταφίδας.

Να τη μαζέψουν να τη καθαρίσουν, να τη σακιάσουν,και να τη φορτώσουν στη καρότσα του τραχτεργιού για να πάει στις αποθήκες.

Είχε αρκετό χρήμα τότε η σταφίδα, αλλά και οι πάντα προκομμένοι χωριανοί μας, δεν έχαναν την ευκαιρία να έχουν χρήμα, την εποχή εκείνη που οι μαθητές θέλανε τα βιβλία τους, τα τετράδια τους, να ντυθούν και να ξεκινήσει ομαλά η χρονιά, χωρίς προβλήματα…

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ιερό σπήλαιο Ρέας και Άδη – Ιερό Κέρας Βιάννου

Δημοσιεύτηκε

στις

Στον απόηχο μιας πραγματικά σπουδαίας εξερευνητικής αποστολής δημοσιεύουμε κάποιες εικόνες από το Ιερό Κέρας της Βιάννου – Κερατόκαμπος


Εκεί υπάρχει ένα αρκετά δυσπρόσιτο σπήλαιο όπου λατρευόταν η Θεά Ρέα η Βρεφοκρατούσα. Στο τέλος της εσωτερικής δεξιάς αίθουσας υπάρχει ένας σταλαγμίτης σχεδόν στο κέντρο που αναπαριστά την Θεά Ρέα που αιώνες αργότερα ταυτίστηκε με την Λατρεία της Παναγίας στον Χριστιανισμό.

Το σπήλαιο έχει ανασκαφεί από ξένους αρχαιολόγους (Ο Hutchinson ανακάλυψε, φαίνεται, εδώ το 1935, κάποια λείψανα της Υστερο-Μινωικής 1 και ο J. Pendlebury της Μεσο-Μινωικής 3.) και υπάρχουν εργασίες και μελέτες για τα ευρήματά του. Αυτό που το κάνει δυσπρόσιτο είναι το ότι βρίσκεται σε ικανό υψόμετρο και η είσοδός του είναι μια τρύπα ύψους 65 εκατοστά και πλάτους 55 η οποία είναι δύσκολο να βρεθεί πρέπει κάποιος να περάσει 2 μικρές χαράδρες και να ανέβει ένα γκρεμό … Όταν μπεις μέσα πρέπει να συρθείς για να περάσεις ένα λαγούμι μήκους 12 περίπου μέτρων.

Μετά αυτό ανοίγει προς τα δεξιά και αριστερά. Δεξιά υπάρχει μία αίθουσα η οποία μοιάζει με ναό με τους σταλακτήτες και σταλαγμίτες να σχηματίζουν μορφές θεών ανθρώπων και ζώων. Στο βάθος αυτής της αίθουσας είναι η Βρεφοκρατούσα και στο πίσω μέρος υπήρχε χάσμα το οποίο πήγαινε έξι μέτρα κάτω … στα 6 μέτρα υπήρχε κλίμακα-σκάλα η οποία πήγαινε ακόμα πιό κάτω. Αυτή ήταν η Πύλη του Άδη.

Λίγο πιό κάτω από την σκάλα υπήρχε ποτάμι μέσα στο βράχο. Ο χώρος σήμερα είναι μιά τεράστια φωλιά νυχτερίδων οι οποίες καλό είναι να μην ενοχληθούν από την ανθρώπινη παρουσία. Θα επανέλθουμε με πλήρες ρεπορτάζ για το σπήλαιο αυτό το οποίο αναφέρω στον Λύκτο!

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

“Η σπηλιά βρίσκεται σε απόσταση 300 μ., νότια από το εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Έχει είσοδο μια λοξή τρύπα ύψους 65 εκ. και πλάτους 55 εκ., 2,20 μέτρα πάνω από μια προεξοχή από στιλπνό πορτοκαλοκίτρινο ασβεστό- λιθο. Κάποιες, ελάχιστες, μικρές εγκοπές επιτρέπουν να γαντζώνεται κανείς για να συγκρατηθεί με τα χέρια και τα πόδια.

Η είσοδος αυτή, προσανατολισμένη νοτιοανατολικά, δεσπόζει σε ύψος 500 περίπου μέτρων πάνω από τη θάλασσα, απ’ όπου όμως δεν διακρίνεται.

Από εδώ μπορεί να δει κανείς, σε απόσταση 4 χλμ., το μικρό ακρωτήριο που προστατεύει τον όρμο της Άρβης και το αγροτικό ιερό του Άρβιου Διός. Το στόμιο της εισόδου έκλεινε με μια πέτρινη πλάκα, που εξακολουθεί να βρίσκε- ται στη θέση της. …” Ναυσίνοος Αδριανός Adrianos Bezouglof

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΕΜΑΝΟΥΗΛ & ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΜΠΕΖΟΥΓΛΩΦ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΝΑΥΣΙΝΟΟΣ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη