Connect with us

ΘΕΜΑΤΑ

Ο θρύλος για την Ελένη

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Αφήγηση του ποιήματος από την Αικατερίνη Ιω. Φανουράκη ή Σκανδάλενα, από Γαλιά, ετών 71 το έτος 2015.


Ένας μεγάλος άρχοντας που ‘ριζε ‘να μετόχι
κια που αγάπα πλια πολύ ένα κορίτσι το ‘χει.

Το όνομα του κοριτσού το λέγανε Ελένη
να ξέρετε τα βάσανα που ‘παθε η καημένη.

Είχεν η κόρη δυο αδερφούς, Χαρίδημο και Γιάννη
μιαν ώρα να μην τσ’ ήβλεπε, δίχως το νε δε κάνει.

Εγύρισε ‘πανάσταση, στο πόλεμο να μπούνε
κι’ είχεν η κόρη το καημό, μη θελα σκοτωθούνε.

Και μια φορά ‘που τσι πολλές, σκοτώνουνε το Γιάννη
πόνο τσ’ αφήνει στη καρδιά και δε μπορεί να γιάνει.

Λέει τση κι’ ο Χαρίδημος στο πόλεμο θα πάω
να σφάξω Τούρκους ζωντανούς το δίκιο μου να κάμω.

Κάτσε μη πας στο πόλεμο, του ‘πενε η Ελένη
μα ούλη Τουρκιά να σκοτωθεί, ο Γιάννης δε γιαγέρνει.

Καβαλικεύγει τ’ άλογο στη Ρούμελη νταλντίζει
το μάτι του εμαύρισε και πίσω δε γυρίζει.

Εξήντα Τούρκους ήσφαξε κι ήσπασε το σπαθί του
κι αζωντανός επιάστηκε και πήραν τη ζωήν του.

Σε τρεις ημέρες το ‘μαθε η πολυπικραμένη
και καβαλικεύγει τ’ άλογο στη Ρούμελη και μπαίνει.

Εδιάλεξε και πήρενε, εννέα παλικάρια
που περπατούσαν τα βουνά σαν τ’ άγρια λιοντάρια.

Με πρώτη ζούργια σφάξανε πενήντα τρεις αγάδες
τσι κεφαλές τους κόψανε, πήραν και τσι φοράδες.

Αναφορά εκάμανε ούλοι μεγάλοι αγάδες
και πήγανε εις το Πασά και κάμανε ριτζάδες.

Αφέντη μου στη Ρούμελη, ήρθε ‘να παλικάρι
και ντρέπομαι να σου το πω, μα που το Θιο ‘χει χάρη.

Εννιά ‘ναι οι στρατιώτες του κι ο καπετάνιος, δέκα
το καριοφίλι που βαστά, τσι μπάλες πάει ντρέτα.

Αμέτε να διατάξετε κι όποιος τονέ προδώσει
πέστε του πως ο Πασάς, αξία θα του δώσει.

Του καπετάνιο ο σύντεκνος, ζήλευγε στην αξία
και ‘πήγαινε εις το Πασά και κάνει προδοσία.

Στο σπίτι μου θα ν-έρθουνε τη Κυργιακή το βράδυ
και στείλε να τσι πιάσουνε, στρατός πολύ, κοπάδι.

Χίλιοι τρακόσιοι στρατηγοί εζώσαν το παλάτι
κι ο καπετάνιος κι ληστές επίνανε κρασάκι.

Γρηκούνε το λεμενταργιό κι’ αφήνουν τα ποτήργια
και μετερίζι πιάσανε κι από τα παραθύρια.

Χίλιοι τρακόσιοι στρατηγοί εμείνανε στο τόπο
και έτρεξε σα το ποταμό, το αίμα των ανθρώπω.

Μα σκοτωθήκαν κι ληστές και ‘μεινε η Ελένη
να ξέρετε τα βάσανα απού παθ’ η καημένη.

Σαν είδε η κακορίζικη, τότες πως δε γλυτώνει,
το μαχαιράκι τσ’ έβγαλε, στο στήθος τση καρφώνει.

Κι όσοι πιστεύετε Θεό και τονέ προσκυνάτε
λιβάνι να τση βάνετε και να τση συγχωράτε.

 

ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *