Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όλες οι παραλίες γυμνιστών της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα τελευταία χρόνια, η Κρήτη έχει εξελιχθεί σε έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς για γυμνιστές διεθνώς


Επισήμως, ο γυμνισμός στην Ελλάδα επιτρέπεται μονάχα σε ελάχιστες παραλίες. Ωστόσο, οι απομονωμένοι κόλποι προσφέρουν μιας πρώτης τάξης καταφύγιο στους λάτρεις του είδους.

Περισσότεροι από 140 ερημικοί «παράδεισοι», κυρίως στη νότια πλευρά του νησιού, είναι έτοιμοι να υποδεχτούν τους…  τολμηρούς λουόμενους από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Οι πιο γνωστές παραλίες για γυμνιστές είναι οι εξής:

Αγία Γαλήνη (το ανατολικό κομμάτι) – Ρέθυμνο

agia-galini

Αγία Ρουμέλη (τα απομονωμένα άκρα της) – Χανιά

agia-roymeli

Ακουμιανή Γυαλιά – Ρέθυμνο

akoumiani-gyala

Αμμουδάκι (Μικρό Αμμούδι, Πλακιάς) – Ρέθυμνο

ammoudi

Βριτομάρτις – Χανιά

vritomartys

Γαύδος (όλες οι απόμερες παραλίες) – Χανιά

gavdos2

Γλυκά Νερά – Χανιά

glyka-nera

Δαμόνι (Πρέβελη) – Ρέθυμνο

damoni

Δυσκός – Ηράκλειο

diskos

Κεδρόδασος (Ελαφονήσι) – Χανιά

kedrodasos

Κόκκινη Άμμος (Μάταλα) – Ηράκλειο

kokkini-ammos

Κομμός – Ηράκλειο

kommos

Λέντα – Ηράκλειο

lentas

Λίγρες – Ρέθυμνο

ligres

Ορθή Άμμος (το ανατολικό τμήμα) – Χανιά

orthi-ammos

Παχειά Άμμος (το ανατολικό μέρος της Παλαιόχωρας) – Χανιά

pahia-ammos

Πλακιάς (το ανατολικό μέρος) – Ρέθυμνο

plakias

Σούγια (το ανατολικό μέρος) – Χανιά

sougia

Φυλακή – Χανιά

fylaki

Χερσόνησος (η παραλία των γυμνιστών) – Ηράκλειο

hersonisos1

Χρυσή (η νότια παραλία) – Λασίθι

hrysi

Να σημειωθεί ότι στις περισσότερες μη αδειοδοτημένες παραλίες, ο γυμνισμός ενδέχεται να απαγορεύεται τα σαββατοκύριακα, ιδιαίτερα κατά τους μήνες Ιούλιο και τον Αύγουστο.

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη