Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Παλιά παιχνίδια: Οι αμάδες, ο μούτσος, το τζαμί, τα μανόλια και η γουρούνα

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Πολλά είναι τα παιδικά παιγνίδια της παλιάς εποχής, και τα περισσότερα ήταν προϊόντα φαντασίας, για να κάνουν τη ζωή μικρών και μεγάλων πιο διασκεδαστική και ευχάριστη!


Δεν υπάρχει ίσως παιγνίδι που να έχει περισσότερες εκδοχές, από εκείνο τις γνωστές σε όλους μας «Αμάδες»!
Οι αμάδες ήταν ένα παιγνίδι, που κρατάει από την αρχαιότητα, και είχε πολλούς φανατικούς φίλους,! Πολλοί ήταν εκείνοι που παίζανε το παιγνίδι, ενώ δεν ήταν πλέον παιδιά! Δεν σταμάτησα όμως να παίζουν το παιγνίδι αυτό, ακόμα και αν παντρεύτηκαν, και ήταν πλέον οικογενειάρχες! Γνώριζα οικογένειες που είχαν καθιερώσει το Πάσχα μετά το μεσημεριανό φαγοπότι, και ήταν σε εξοχική κατοικία, να παίζουν αμάδες έτσι «για να χωνέψουν», όπως μου έλεγαν!
Παρ’ όλο που με τον καιρό άρχισε να ξεχνιέται το παιγνίδι, ο κόσμος, ξέχασε πως παίζονται οι αμάδες, και λίγοι γνωρίζουν τις διάφορες παραλλαγές του παιγνιδιού, που δεν είναι άλλες από τον «Μούτσο», το «Τζαμί», και τα «Νονόλια»!
Είναι τόσες πολλές οι εκδοχές του παιγνιδιού ειδικά στη Μεσαρά, που είναι δύσκολο να καταγραφούν με κάθε λεπτομέρεια οι παραλαγές του, καθότι πολλές φορές παιζόταν και με χρηματικά κέρματα, ή υποκατάστατα των χρημάτων όπως τα μεταλλικά καπάκια από μπύρες αναψυκτικά, κουκιά, ρεβίθια κλπ. Στο παιγνίδι κάποιος έστηνε τις πεσμένες πέτρες, και αυτός λέγανε πως έκανε τη «μάνα».
Οι Αμάδες και ο Μούτσος, ήταν τα κυρίως παιγνίδια, που πολλές φορές οι μεγαλύτεροι έπαιζαν και μικρά χρηματικά ποσά σε κέρματα. Τα κέρματα τα τοποθετούσαν στις πέτρες πάνω σ’ άλλο, και εδώ δεν υπήρχε «μάνα», ο κάθε ένας έπαιζε για την πάρτη του! Όταν πετώντας κάποιος την αμάδα του και έπεφταν τα κέρματα και σκόρπιζαν, ο κάθε ένας έπαιρνε τα κέρματα που ήταν πιο κοντά στην αμάδα του, χωρίς να μένει κανένα κέρμα στο τέλος μετά το πέταγμα όλων στον κύκλο.

Οι Αμάδες

Οι αμάδες κι αυτές παιζόταν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, και ήταν παιγνίδι σκοποβολής, και παιζόταν από αγόρια και κορίτσια. Χρειαζόταν τέσσερεις ή πέντε πλακωτές πέτρες, που στηνόταν πάνω σ’ άλλο μέσα σε ένα κύκλο, και επίσης κάθε παίχτης κρατούσε στο χέρι την «αμάδα» στη παλάμη του, που ήταν επίσης μια πλακωτή πέτρα.
Το παιγνίδι ξεκίναγε με το γνωστό «νικάρισμα». Ο καθένας πετά την αμάδα του, προσπαθώντας να πλησιάσει πιο κοντά μια γραμμή που είχαν χαράξει. Όποιος ρίξει την αμάδα του πιο κοντά στη γραμμή, εκείνος παίζει πρώτος. Αφού βρεθεί ο πρώτος παίχτης θα μπουν όλοι οι παίχτες στη σειρά, πατώντας σε μια γραμμή, και θα αρχίσει ο πρώτος να σημαδεύει τις αμάδες, που είναι πάνω σ’ άλλο, με σκοπό να ρίξει όλες τις πέτρες, και στη συνέχεια να τρέξει να πάρει τη δική του!
Όποιος παίκτης καταφέρει να πάρει την αμάδα και να γυρίσει πίσω στη γραμμή κερδίζει έναν βαθμό. Στη συνέχεια σημαδεύουν οι επόμενοι τις αμάδες.
Άλλη εκδοχή του παιγνιδιού ήταν η εξής: Εκείνος που θα έκανε πρώτος τη «μάνα», έβγαινε με διαγωνισμό ταχύτητας. Τρέχανε λοιπόν όλοι από μια απόσταση, και όποιος θα πατούσε τον κύκλο γύρω από τις πέτρες πρώτος, αυτός έκανε τη μάνα!
Καθήκον εκείνου που έκανε τη «μάνα», ήταν να στήνει όλες πάνω σ’ άλλο τις πέτρες που σκόρπιζαν κάθε φορά, και να προλάβει να κυνηγήσει τους παίχτες να πιάσει έναν, ο οποίος θα έκανε τη «μάνα».
Η απλή πάντως μορφή του παιγνιδιού, ήταν να βγει νικητής, εκείνος που θα καταφέρει κάποιος να ρίξει όλες τις πέτρες με τη μία!

Ο Μούτσος

Ο μούτσος ήταν παρόμοιο παιγνίδι, αλλά δεν ήταν υποχρεωτικό να είναι πέτρες πάνω σ’ άλλο, μπορούσε να είναι και μια τετραγωνισμένη πέτρα 10Χ15 εκατοστά περίπου ύψος, τοποθετημένη σε ένα χαραγμένο κύκλο περίπου ένα μέτρο διάμετρο, αλλά μπορούσε να είναι και ένας μεταλλικός ντενεκές από γάλα νουνού από «σαλμό» καλαμάρι κλπ.
Κάθε φορά, που πετούσαν το μούσο φώναζαν:
«Πέτα το μούτσο χτύπα τσ’ αμάδας»!
Η φράση αυτή άλλαξε λίγο και έγινε η γνωστή κρητική λαϊκή φράση: «πιάσε το μούτσο κόλα τα’ αμάδας» που έχει πλέον μεταφορική έννοια.
Η φράση εννοεί, πως τα πρόσωπα που μιλάμε είναι ίσα κι όμοια μεταξύ τους, δηλαδή, ότι άχρηστος είναι ο ένας, είναι κι ο άλλος! Σαν να λέμε «πάρε τον ένα χτύπα τον άλλο»! Το θέμα ποιος θα κάνει αρχικά τη «μάνα» και να στήνει όρθιο τον ντενεκέ, γινόταν πάλι με το να «νικάρουν». Το «νικάρισμα» γινόταν με μια χαραγμένη γραμμή στο έδαφος, και με το πέταγμα της αμάδας από ίδια απόσταση, και όποιου η αμάδα πήγαινε πιο μακριά από τη γραμμή, εκείνος έχανε οπότε έκανε τη μάνα!
Και το παιγνίδι του μούτσου γινόταν και με κέρματα, τα οποία τοποθετούσαν πάνω στον τενεκέ, και σκορπίζοντας με το πέταγμα, σε όποιου την αμάδα ήταν πιο κοντά το κέρμα ή τα κέρματα, τα έπαιρνε.

Το Τζαμί

Παραλλαγή των αμάδων και παιγνίδι του ’50 είναι και το «τζαμί», και εδώ έχουμε τέσσερις με πέντε πάλι πλακωτές πέτρες σε ένα κύκλο, και πέντε μέτρα απόσταση μια γραμμή που πατούσαν όλοι το πόδι για να πετάξουν την αμάδα. Και εδώ υπήρχε η «μάνα» που περίμενε να πέσουν οι πέτρες για να προλάβει να τις στήσει για να ελευθερωθεί, για να μπει άλλος. Όταν οι παίχτες έριχναν τις αμάδες, και η «μάνα» προλάβαινε να τις στήσει, τότε φώναζε «τζαμί»! Στη συνέχεια ελευθερωνόταν από τα καθήκοντά του και ο χαμένος φύλαγε τη «μάνα»

Τα Νονόλια

Κατοχικό παιγνίδι παρόμοιο τις αμάδες ήταν και τα «νονόλια». Ίσως να ήταν μικρότερες οι πλακωτές πέτρες, αλλά και εδώ ήταν μέσα σε κύκλο. Όποιος έριχνε την αμάδα του έξω από τον κύκλο, έχανε.
Τα παιδιά του ’40 πριν πετάξουν την αμάδα τους από την γραμμή, έλεγαν την εξής χαρακτηριστική φράση:
«Γαρμπί και ελευθερία, και τα νονόλια κάτω»!
Η λέξη «ελευθερία» εδώ ίσως σήμαινε την ελευθερία της «μάνας», δηλαδή να καταφέρει να στήσει γρήγορα τα νονόλια και να αναλάβει άλλος!
Για τα ανωτέρω παιγνίδια, την εργασία μου τη θεωρώ αρκετά ελλειπή, αλλά επιφυλάσσομαι με τη πάροδο του χρόνου, να επανέλθω με περισσότερα αναλυτικά στοιχεία ανά κατηγορία, με σκοπό τη διατήρηση όλων αυτών των ξεχασμένων παιγνιδιών.

Η ΓΟΥΡΟΎΝΑ

Ένα παιγνίδι κυριολεκτικά παιγνίδι ξεφαντώματος, ήταν η περιβόητη «γουρούνα»!
Η «γουρούνα» είναι μια παραλλαγή του παιγνιδιού «χόκεϊ»!
Για το παιγνίδι χρειαζόταν η «γουρούνα» που δεν ήταν άλλο από ένας απλός τενεκές, κατά προτίμηση μεγάλου μεγέθους, άδειο φυσικά, ώστε να κάνει πολύ θόρυβο, και ένα δυνατό ρόπαλο! Χρειαζόταν ο « βοσκός», που θα πάει τη «γουρούνα» για βοσκή, και οι «κλέφτες» που παραφυλάνε να τη «κλέψουν» από το βοσκό που ετοιμάζεται να τη πάει για «βοσκή» κάπου γύρω στην αλάνα!
Βγαίνει λοιπόν η «γουρούνα» από ένα λάκκο, ο οποίος είναι ο «στάβλος», και χτυπάει ο «βοσκός» τον τενεκέ, τον πάει μια από δω, μια από εκεί, σκοπός του είναι να τον κάνει μια μεγάλη βόλτα, και να τον ξαναγυρίσει στον ίδιο λάκκο, οπότε και θεωρείται νικητής! Όποιος λοιπόν έβαζε τον τενεκέ στο λάκκο, αυτός κέρδιζε!
Δεν είναι όμως τόσο εύκολο, γιατί παραφυλάνε άλλοι δυο τρείς μαντραχαλάδες «κλέφτες», με τα δικά τους ρόπαλα, έτοιμοι να παρεκκλίνουν τη πορεία του τενεκέ, και να αναλάβουν εκείνοι να πάνε τη γουρούνα στη βάση της!
Αυτή η φασαρία που ακούγεται, το λένε στα χωριά μας, «ένας σύθρηνος»! Δηλαδή, έντονη ηχητική κατάσταση του περιφερόμενου τενεκέ, μαζί με τις ζητωκραυγές των παιδιών! Με ανεβασμένη την αδρεναλίνη λοιπόν, γίνεται ο μεγάλος συναγωνισμός, μάλιστα ντάλα μεσημέρι, και με τις παρακλήσεις των γειτόνων, για το ποιος θα κυριαρχήσει στη γουρούνα!:
-Κάνετε ησυχία παιδί μου, γιατί ο θείος σου έχει εκκλησία το βράδυ και θέλει να κοιμηθεί!
Ναι γιατί ήταν παπάς ο θείος μου, και εμείς ενώ έπρεπε να κάνουμε ησυχία, κάναμε ακριβώς το αντίθετο!
Έπρεπε να έρθει τρεις φορές να μας παρακαλέσει η θεία μου η παπαδιά, για να φιλοτιμηθούμε να σταματήσουμε!
Εξ’ άλλου δεν ήταν για πολλές ώρες αυτό το παιγνίδι, γιατί κουζούλαινε όλη τη γειτονιά, και δεν μας άντεχαν για πολύ!
Όλα τα παιδιά ήθελαν να παραλάβουν τη «γουρούνα», και έπρεπε να τη πάρουν με οποιονδήποτε τρόπο! Δεν την έπιαναν με τα χέρια, απλά την έσπρωχναν με το ρόπαλο, που για ευκολία όλων, δεν ήταν άλλο από ένα απλό αγκιναρόδαυλο, που όλα τα σπίτια είχαν, αφού όλοι στα χωριά είχαν αγκιναροκήπια! Για αυτό. Κατάλληλη εποχή ήταν το Καλοκαίρι που υπήρχαν σε αφθονία, άλλη εποχή έπρεπε να χρησιμοποιούμε άλλου είδους ξύλινα ρόπαλα!

Κείμενο – φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης