Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Πηγαίνοντας στο κουρείο την δεκαετία του ‘30

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλη της δεκαετίας μας έκαναν το κούρεμα με την ψιλή δυο δραχμές!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σαν κοπέλια που υπήρξαμε κάποτε και εμείς, πηγαίναμε στον κουρέα μας τον Μακαρίτη τον Στελιανό Μιχαλομανωλάκη, ή στον Καψαλοστελιανό, και μας κούρευαν με την ψιλή όλα τα Γαλιανάκια, με το αντίτιμο της μιας δραχμής την δεκαετία του ‘60!

Φυσικά οι κουρείς τότε δεν είχαν αυτόματες ηλεκτρικές μηχανές, παρά δυο τρεις χειροκίνητες ψιλές ή χονδρές, ή ακόμα πιο χονδρές, και σε κούρευε ανάλογα την επιθυμία σου «με την ψιλή» ή «με τη χονδρή»!

Εντύπωση μεγάλη μου έκανε πάλι την δεκαετία του ‘60, που είδα τον σωμαρά του χωριού μας τον μπάρμπα μου Γιώργη Δημ. Χουστουλάκη, να κουρεύει ένα μουλάρι αντί με γαϊδουροψάλιδο, με μια κουρευτική μηχανή που δούλευε με …μανιβέλα!
-Μπάρμπαα θα με κουρέψεις κι εμένα με ετηνά τη μηχανή; Του κάνω.
-Κάτσε εκειέ στο κουτσουράκι!
Έκανε δυο τρεις κινήσεις πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, και έτοιμος!

Απ ευθείας από τη πλάτη του μουλαριού, με κούρεψε στο άψε σβήσε, και φυσικά δεν μου πήρε και λεφτά! Ποιες απολυμάνσεις, ποια καθαριότητα, απ ευθείας από την πλάτη του μουλαριού στο κεφάλι μου!

Και μια και μιλάμε για σύνεργα του κουρέα, σε άριστη κατάσταση βρέθηκε στο σπίτι του πρώην εφημέριου Γαλιάς Γεωργίου Εμμ Χουστουλάκη, γνωστός σαν παπά Γιώργης, ένα κασελάκι του μπαρμπέρη της δεκαετίας του ΄30. Ανήκε στον ίδιο, νεαρό τότε παπά Γιώργη πριν γίνει παπάς, που ήταν ο πρώτος κουρέας της Γαλιάς! Συγκεκριμένα όταν απολύθηκε από το στρατό, αγόρασε τα σχετικά σύνεργα αυτά του κουρέα όπως φαίνεται στο κασελάκι και άνοιξε κουρείο στη Γαλιά, σε ένα μικρό σπιτάκι ενός δωματίου όπου το είχε ο πατέρας του. Το δωμάτιο αυτό ήταν σε ένα στενό, ακριβώς πίσω από το πρώην σπίτι – φρούριο του Ρετζέπ Αγά. Το κουρείο αυτό ήταν το πρώτο που άνοιξε στη Γαλιά!

Σύνεργα αντικείμενα και υλικά του κουρέα το ’30

Στο μπαρμπέρικο του ’30 υπήρχε συνήθως ένα απλό ξύλινο τραπεζάκι 50 Χ 70 εκ, και επάνω εκεί ο κουρέας της εποχής είχε όλα τα σύνεργα του. Επάνω από το τραπέζι και δυο τρία εκατοστά, κρεμόταν στον τοίχο από μια πρόκα, δεμένος με τέλι ένας καθρέφτης σε κορνίζα, για να βλέπει ο πελάτης την πορεία του κουρέματος του.

Στο τραπεζάκι υπήρχαν τρεις τέσσερις κουρευτικές μηχανές χεριού, ψιλές χονδρές και πιο χονδρές, που να αφήνουν λιγάκι μαλλί. Κάθε βράδυ πονούσαν τα χέρια του κουρέα από την πολύ χρήση των μηχανών, γιατί έκαναν πληγές ή κάλους!
Στο τραπέζι υπήρχε ειδικό πιατάκι η σαπουνιέρα, με το πινέλο μέσα, και το πιατάκι με το τριμμένο σαπούνι. Υπήρχε μια ξύστρα που ο κουρέας έξυνε το κοινό σαπούνι που αγόραζε είτε από τον μπακάλη, είτε έδινε τριγόλαδα , η λάδια του τηγανιού ή λάδι από λαδοτύρια, και έπαιρνε σαν αντάλλαγμα πλάκες σαπούνι. Μια οκά τριγές ένα σαπούνι!

Πολλοί ξυριζόταν στο σπίτι με το γνωστό ξυραφάκι, και μετά πήγαιναν στον κουρέα για κούρεμα. Όσοι όμως ήθελαν και ξύρισμα, ο κουρέας ζέσταινε λίγο νερό στο καμινέτο σε μπρικάκιπου δούλευε με μπλε οινόπνευμα. Έπιανε με τα δάχτυλά του μερικά τρίμματα σαπουνιού, και τα έβαζε στη σαπουνιέρα με λίγο ζεστό νερό, και ανακάτευε για να κάνει τη σαπουνάδα. Το οινόπνευμα ήταν τότε μονοπώλιο του κράτους, όπως και τα τσιγάρα και τα σπίρτα. Άκουγα πως για τα σπίρτα, η Ελλάδα είχε πάρει ένα μεγάλο δάνειο από ένα Άγγλο τραπεζίτη τον Χάμπλο, και για να το ξεπληρώσει έβαλε φόρο στα σπίρτα, και αντί ένα πενηνταράκι που έκαναν κόστιζαν 2 δρχ! Η 1,5 δρχ πήγαινε για αποπληρωμή του φόρου του Χάπμλο!

Στο τραπέζι επίσης είχε δυο τρία ψαλίδια μικρά μεγάλα, και για το ακόνισμα τους περνούσε ειδικός πλανόδιος ακονιστής, και τα ακόνιζε πρώτα στον τροχό και μετά τα πέρναγε και στο ακόνι. Υπήρχαν δυο τρεις τσατσάρες μεσαίες και μεγάλες κοκάλινες, και ένα μικρό τσατσαράκι. Είχε ειδική χτένα με πολύ ψιλά δόντια για όσους είχαν κόνιδες ή ψείρες. Σε αυτή τη περίπτωση έβαζε σε ένα κουβά νερό, και χτένιζε το κεφάλι με την ειδική χτένα, και οι ψείρες να πέφτουν στο νερό για να πνίγονται! Μετά το έχυνε έξω. Όλοι όσοι είχαν κόνιδες, τους κούρευε με την ψιλή μηχανή, και για τα παιδιά υπήρχε ο σχολικός κανονισμός που έπρεπε όλα να κουρεύονται με την ψιλή μηχανή υποχρεωτικά, για να μην κολλήσουν ψείρες!

Στο τραπέζι υπήρχαν δυο ξυράφια σε λάμες που ανοίγουν και κλείνουν, και αυτές ακονιζόταν πρώτα στο ακόνι και μετά στο ειδικό διπλό λουρί ή φιλαδόρο γι να το κάνει «να κόβει σαν αιθέρα»! Όμως πολλές φορές ο κουρέας έκοβε το δέρμα του πελάτη σε ένα ή περισσότερα σημεία, και επάνω εκεί του έβαζε στύψη! Καμιά φορά αν δεν έβαζαν αντισηπτικό στην πληγή, ο πελάτης μπορούσε να μολυνθεί και να πεθάνει! Είχε συμβεί αυτό κάποτε στο χωριό μας τη Γαλιά. Κόπηκε κάποιος και δεν έβαλε τίποτα, μολύνθηκε και σε τρεις μέρες πέθανε.

Για αυτό ο κουρέας είχε πάντα στύψη, που ήταν ένα στενόμακρο σαν κιμωλία παρασκεύασμα σε στερεή μορφή, τυλιγμένο σε χαρτί. Από αυτό πέρναγε το κομμένο σημείο, και αμέσως σταματούσε το αίμα, ήταν και αντισηπτικό. Εκείνα τα χρόνια αν δεν είχαν στύψη, έβαζαν καπνό από τα τσιγάρα. Δεν έβαζε ο κουρέας οινόπνευμα στην πληγή, γιατί όπως είπαμε ήταν ακριβό εκείνα τα χρόνια.

Βασικά δεν είχε πολλά σύνεργα ο κουρέας της παλιάς εποχής, και οι περισσότεροι μάθαιναν τη τέχνη στο στρατό! Όμως δεν θα έλειπε από κανένα κουρείο το άρωμα το ροδόσταμνο, που το έφτιαχναν μόνοι τους οι κουρείς. Έβρισκαν πολλά ροδοπέταλα, τα έβραζαν με νερό ώσπου να μείνει ελάχιστο, και εκείνο μετά μύριζε έντονα. Πρόσθεταν και λίγο οινόπνευμα και έτοιμο και το άρωμα! Αν θυμηθούμε οι παλαιότεροι, στις εκκλησίες και ο παπάς είχε ροδόσταμνο, και το έβαζε σε ένα ειδικό δοχείο με λεπτή τρύπα. Γύρναγε δίσκο και ράντιζε το πλήθος, και ο κόσμος έβαζε χρήματα στο δίσκο που κρατούσε ο νεωκόρος. Τα χρήματα αυτά ήταν για τον παπά. Το δοχείο όμως εκείνο ήταν μεγάλο και χωρούσε έως και ένα κιλό άρωμα. Αν κάποιος έβαζε στον δίσκο πιο μεγάλο ποσό, άνοιγε και τα χέρια, και ο παπάς του έβαζε άρωμα, που το έβαζε μετά στα μαλλιά του! Κάτι ανάλογο σε μικρότερο δοχείο με μακρύ λαιμό, που χωρούσε 250 με 300 γραμ, είχε και ο κουρέας, και ράντιζε το κεφάλι του πελάτη του στο τέλος. Άλλοι είχαν μια φούσκα παρόμοια με κλύσμα, και έβαζαν εκεί το άρωμα, πίεζαν τη φούσκα, και ο αέρας παρέσυρε μαζί και άρωμα! Μετά βγήκαν τα ψεκαστηράκια του φλίτ, είχαν ένα δοχείο που έβαζαν το υγρό, και μια τρόμπα. Πιέζοντας πάλι την τρόμπα, ο αέρας έστελνε έξω το υγρό. Κοινά ξυραφάκια υπήρχαν και τη δεκαετία του ’30, αλλά δεν συνέφερε τον κουρέα να τα αγοράζει, οπότε χρησιμοποιούσε τα δυο δικά του. Ο στρατός όμως έδινε στον κάθε φαντάρο μια ξυριστική μηχανή με ένα χαρτί ξυραφάκια κλπ, για τον καλλωπισμό του.

Ο κουρέας είχε και πριγιόλ, το οποίο ήταν ένα ειδικό λάδι από σπορέλαια, το έβαζε σε μπουκαλάκια, και έβαζε στα μαλλιά για να καλοχτενίζονται και να στρώνουν. Είχε και καραμπογιά για να βάφει τα μαλλιά ή τα μουστάκια, αν σε κάποιον είχαν αρχίσει να ασπρίζουν!!

Οι μόδες της εποχής

Οι άνδρες δεν έκαναν ιδιαίτερες μόδες, απλά τα έκοβαν κανονικά, και πέρναγαν μονάχα το σβέρκο με την ψιλή μηχανή, και πλήρωναν τη δεκαετία του 30 ένα πενηνταράκι, και όσοι είχαν χρήματα έδιναν έως και μια δραχμή στον κουρέα.

Στη μόδα το ’30 αλλά και μέχρι το ’70, τα παιδιά είχαν σαν μόνη μόδα το «πετάσι»! Στην ουσία ήταν ένα απλό τσουλούφι, επειδή μπροστά το κεφάλι δεν ήταν περασμένο με την ψιλή μηχανή, παρά ή με την πιο χονδρή, ή άφηνε επί τούτου ο κουρέας λίγο μαλλί ένα δυο εκατοστά! Φυσικά αυτό μονάχα τα καλοκαίρια που έκλειναν τα σχολεία, γιατί πετάσια και μόδες απαγορευόταν! Είχε μείνει όμως η κλασική φράση: «Να με κάνεις θές με το…πετάσι»! Λέγανε τη φράση αυτή οι μεγάλοι στους μικρούς, όταν η προσφορά ή η εκδούλευση των μικρών ήταν ασήμαντη ή ανύπαρκτη!

Το βαλιτσάκι του πρώτου κουρέα της Γαλιάς
Και τι δεν είχε μέσα το βαλιτσάκι που βρέθηκε στο υπόγειο του σπιτιού του πρώτου κουρέα της Γαλιάς! Είχε τέσσερις κουρευτικές μηχανές ψιλές μεσαίες και χονδρές για ανάλογο κούρεμα, είχε δυο ειδικά ξυράφια γερμανικά μάρκας «tiger» με το σχετικό δερμάτινο λουρί για ακόνισμα (φιλαδόρο) και φυσικά ανταλλακτικά διάφορα για όλες αυτές τις κουρευτικές μηχανές.Φυσικά δεν θα έλειπε από το μεταλλικό βαλιτσάκι ένα τσατσαράκι, το δε κουτί με τα δυο ξυράφια λάμες, έγραφε απ έξω:

«Το ξυράφι ΤΙΓΡΕΩΣ δια να ευρίσκεται πάντοτε εν καλή καταστάσει και να ξυρίζει καλά και μαλακά, πρέπει πάντοτε να περνά από το λουρί, πριν και μετά τη χρήσιν, Όταν το περνάτε εις το λουρί πρέπει η λάμα να ακουμβά όλη και αντίθετα από το μέρος που κόπτει. Μετά την χρήσιν να το περνάτε με πανί μαλακόν, και κατόπιν από το λουρί. Κάθε ξυράφι ΤΙΓΡΕΩΣ είναι έτοιμον προς χρήσιν και εγγυώμεθα δια την εξαιρετικήν ποιότητα. Τα ξυράφια ΤΙΓΡΕΩΣ είναι εις όλον τον Κόσμον γνωστά ότι είναι τα καλλίτερα, όλων. Tiger – Fabrik Lauterjung Co, . Solingen. Έτος ιδρύσεως 1873».

Για τα κοψίματα πάντως περιείχε και την στύψη, το ειδικό αυτό ιατρικό παρασκεύασμα σε στερεή μορφή σαν στενόμακρο σαπουνάκι, το οποίο είναι μέσα σε χαρτί τυλιγμένο. Μέσα στο κουτί και σε άριστη κατάσταση σώζονται και μερικά νομίσματα των χιλίων δραχμών του 1939.

Πρέπει να πούμε όμως εδώ, πως ο Μακαρίτης πλέον παπά Γιώργης σαν κουρέας, αν του ερχόταν πελάτης στο κουρείο του και δεν είχε χρήματα, δεν τον έδιωχνε, παρά τον κούρευε τσάμπα!

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *