Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Πιλότος στην παρέλαση του Ηρακλείου… ετών 17!

Δημοσιεύτηκε

στις

Εντυπωσιάζει η 17χρονη πιλότος, Μαρία Γιατράκη


Τι μπορεί να αισθανθεί κανείς όταν παρακολουθεί τους μαθητές να παρελάζουν με υψωμένη την ελληνική σημαία και στο γαλάζιο ουρανό να πετάει ένα αεροσκάφος που πιλοτάρει μία 17χρονη Ηρακλειώτισσα;

Δέος και περηφάνια αναμένεται να νιώσουν όσοι βρεθούν την ερχόμενη Δευτέρα 25η Μαρτίου στη μαθητική παρέλαση που θα γίνει στις 11.30 το πρωί στις Γούρνες, στην έδρα του Δήμου Χερσονήσου, στην πρώην αμερικανική βάση.

Η μαθήτρια της Γ’ Λυκείου του Μουσικού Σχολείου Ηρακλείου Μαρία Γιατράκη, με δική της πρωτοβουλία σε ένδειξη τιμής και μνήμης θα πραγματοποιήσει πτήση με αεροπλάνο DA-40 (diamond) πάνω από τις Γούρνες και μάλιστα για δεύτερη φορά!

Η 17χρονη πιλότος συνδυάζει με μοναδικό τρόπο την αγάπη της για τους αιθέρες αλλά και τη μουσική και μοιράζεται με την «ΠΑΤΡΙΣ» την αδημονία της για τον τρόπο που επέλεξε να αποχαιρετήσει τα μαθητικά της χρόνια.

 

Πιλότος ετών 17

Η Μαρία πρόκειται να διασχίσει τους αιθέρες τη στιγμή που θα περνά η σημαία του σχολείου της αλλά και των άλλων παιδιών. «Θέλω με αυτό τον τρόπο να αποχαιρετήσω το σχολείο μου, αφού πηγαίνω στη Γ΄ τάξη, αλλά και να τιμήσω τους πεσόντες της 25ης Μαρτίου» αναφέρει στην «ΠΑΤΡΙΣ».

ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΤΡΑΚΗ: Πιλότος ετών 17.Στο πλευρό της, επειδή η νομοθεσία δεν της επιτρέπει να είναι μόνη της σε τόσο χαμηλό υψόμετρο, λόγω των λίγων ωρών πτήσης που έχει στο ενεργητικό της, θα έχει τον εκπαιδευτή της, κ. Γιώργο Κελαράκη.

«Την προηγούμενη φορά που το έκανα αισθάνθηκα πολύ όμορφα, ένιωσα περηφάνια, χαρά και ενθουσιασμό» περιγράφει.

Η σχέση της με τα αεροπλάνα ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, ξεκίνησε όταν η ομάδα «Ζευς» της Πολεμικής Αεροπορίας έκανε για πρώτη φορά επίδειξη στον Καράβολα ανήμερα του Αγίου Μηνά.

Ήταν μόλις 14 χρονών όταν ξεκίνησε την εκπαίδευσή της στον Κρητικό Αετό (Cretan Eagle Aviation).

Την περίοδο εκείνη ήταν το μοναδικό κορίτσι και μάλιστα σε τόσο νεαρή ηλικία.

Από 16 ετών, όταν είχε και το «πράσινο φως» της νομοθεσίας, πραγματοποίησε την πρώτη πτήση μόνη της σε αεροσκάφος.

«Όταν είμαι στο πιλοτήριο αισθάνομαι μία ελευθερία, μία χαλάρωση, όπως μου την προσφέρει και η μουσική. Όταν κατέβω από το αεροπλάνο, οι μπαταρίες μου είναι γεμάτες» αναφέρει.

Διευκρινίζει πως δεν πρόκειται για μία απλή διαδικασία, δεν απολαμβάνει τη διαδρομή, δεν ρεμβάζει όπως ένας επιβάτης. Όταν είναι στο πιλοτήριο, χρειάζεται συγκέντρωση, πρέπει να κάνει χιλιάδες πράγματα ταυτόχρονα, το μυαλό της δεν έχει χώρο για οτιδήποτε άλλο.

Έχει λάβει το ερασιτεχνικό δίπλωμα για μονοκινητήρια αεροσκάφη και στόχος της είναι να πάρει και το επαγγελματικό.

Σε ερώτηση πώς γίνεται να πιλοτάρει πριν ακόμα της επιτραπεί να βγάλει δίπλωμα αυτοκινήτου, απαντά πως για το αυτοκίνητο, βγάζεις ένα δίπλωμα με μία τυπική εκπαίδευση και στη συνέχεια… όποιον πάρει ο Χάρος.

Στην αντίπερα όχθη, στο αεροπλάνο ελέγχεσαι από παντού, σε παρακολουθούν τα ραντάρ, τα άλλα αεροσκάφη, ακούγεται ο, τι και αν πεις και αν υποπέσεις σε παράπτωμα, τότε κινδυνεύεις να χάσεις το δίπλωμά σου.

«Η ενασχόλησή μου με τα αεροπλάνα με ωρίμασε πριν την ηλικία μου» αναφέρει η Μαρία.

Μουσική-αιθέρες σημειώσατε «Χ»

Η 17χρονη μαθήτρια ετοιμάζεται να δώσει πανελλήνιες και έχει βάλει πλώρη για μουσικές σπουδές.

Τα επόμενα χρόνια φαντάζεται τον εαυτό της σολίστ να δίνει συναυλίες, κάτι που ήδη κάνει και πολλές φορές δίπλα στον πατέρα της, ο οποίος παίζει μπουζούκι.

Η Μαρία είχε τα ακούσματα από το σπίτι της, προσπάθησε να πιάσει μπουζούκι όταν ακόμα τα χεράκια της ήταν πολύ μικρά. Στην πορεία αγάπησε το πιάνο ενώ παίζει ακόμα βιολί, τσέλο, κιθάρα, ντραμς, όμποε.

Δεν της περνά καν από το μυαλό να αφήσει πίσω της καμία από τις δύο μεγάλες της αγάπες, τη μουσική και την αεροπορία. Στόχος της είναι να καταφέρει να γίνει και μουσικός και πιλότος και μέχρι σήμερα έχει δείξει πως πετυχαίνει ό,τι βάζει στο μυαλό της.

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όταν στη Μεσαρά οι παλιοί έπιαναν αχέλια και καβρούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάμε στην εποχή που οι Μεσαρίτες είχαν στο τραπέζι τους πολλά αχέλια ή χέλια και καβρούς – Πως τα ψάρευαν όμως;


Ήταν μια εποχή που ο κάμπος της Μεσαράς, ήταν όλο ζωντάνια από το πολύ νερό, που το συναντούσες ακόμα και στο πιο μικρό ρέμα!

Όλο το χρόνο Χειμώνα  – Καλοκαίρι, όλα τα ποτάμια και ρέματα στη Μεσαρά έτρεχαν άφθονα τρεχούμενα νερά.

Όταν ήρθε ο αναδασμός στο κάμπο της Μεσαράς μονοπάντησε τα χωράφια των ανθρώπων και τους τα έδωσε σε ένα τόπο.

Ανά  160 μέτρα έκανε ένα δρόμο και στη μέση έκανε ένα ρέμα. Όλα τα  ρέματα αυτά, κατέληγαν στη “Γριά Σαίτα” και από εκεί τα νερά κατέληγαν στη θάλασσα.

Σε μια ηλικία από 10 έως 17, η δική μας εποχή της δεκαετίας ´80, η νεολαία δεν είχε και με πολλά πράγματα να ασχοληθεί (βλέπεις δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε) και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να περνάμε την ώρα μας.

Η καλύτερη ασχολία που είχαμε ήταν το κυνήγι σε αυτά τα ρέματα, που ταλέγανε και σαίτες. Τι κυνηγούσαμε? Φυσικά αχέλια και καβρούς!

Ο καλύτερος μεζές για τους πιο πολλούς Μεσσαρίτες και κυρίως Πετροκεφαλιανούς, που τα είχανε στα πόδια τους,  ήταν τα χέλια και οι καβροί!

Τα χέλια τα ψαρεύαμε συνήθως τα Καλοκαίρια, ή τις ημέρες που ήταν αποκριές, επειδή το κρέας του θεωρείται νηστίσιμο.

Τα χέλια σύχναζαν στο τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε κολύμπες, στα ποτάμια σε φράγματα η λίμνες, και φυσικά στις σαΐτες της Μεσαράς.

Το χέλι του άρεσε να τρέχει κόντρα στο ρέμα και όπου έβρισκε κολύμπα, εκεί και φώλιαζε και άφηνε τα αυγά του.

Ο κόσμος τότε μικροί ή μεγάλοι, κυνήγαγαν τα χέλια για τον εκλεκτό μεζέ τους, μια και το κρέας ήταν δύσκολο να βρεθεί στο τραπέζι.

Υπήρχαν διάφοροι τρόποι ψαρέματος του χελιού

Ψάρεμα με φλόμο

Σε κάποιες περιοχές της Μεσαράς όπως στα Κάτω περβόλια, υπήρχαν άφθονα  φλομάκια, που τα μάζευαν και τα πήγαιναν να τα ρίξουν στα μέρη που υπήρχαν χέλια.

Ο φλόμος όταν τον κόψεις βγάζει ένα τοξικό γάλα, δηλητηριώδες, που αυτό κάνει το νερό να μυρίζει, και το χέλι να βγάλει έξω το κεφάλι του. Τότε με ένα πιρούνι στο χέρι, τα κάρφωναν, και τα πέταγαν έξω.

Ψάρεμα με αλισανδρούλα

Υπήρχε ένα άλλο φυτό που το έλεγαν αλισανδρούλα, που ανήκει και αυτό στα δηλητηριώδη φυτά. Αλλού τον λένε καλάνθρωπο και είναι ένα φυτό με πλατιά φύλλα, και γίνεται όρθιο πάνω από ένα μέτρο. Και αυτό το φυτό βέβαια, βάσει της φυτολογίας, ανήκει στη γενική κατηγορία του φλόμου.

Το φυτό αυτό το έκοβαν και το πήγαιναν εκεί όπου είχε χέλια. Εκεί το κοπανίζανε καλά με μια πέτρα και αυτό έβγαζε ένα ζουμί, και κατόπιν το πέταγαν στο νερό.

Λέγεται πως το ζουμί αυτό έχει την ιδιότητα να καταστρέφει το οξυγόνο του νερού, και τα χέλια μη μπορώντας να αναπνεύσουν έβγαζαν και πάλι το κεφάλι τους έξω από μια γωνιά, και τότε τα κάρφωναν με ένα πιρούνι πάλι, και τα πέταγαν έξω!

Φυσικά το χέλι, μόλις βρεθεί δυο λεπτά έξω από το νερό, πεθαίνει όπως και το ψάρι.

Ψάρεμα με τα κερτάρια  ή κούρτα

Άλλος σπουδαίος τρόπος ψαρέματος χελιού, ήταν και το ειδικά καλαθάκια, που τα λέγανε κερτάρια ή αλλού κούρτες.

Η κούρτα η το κερτάρι, ήταν σαν καλαθάκι στενόμακρο και πλεχτό από ειδικά άγρια βρούλα που ήταν μυτερά στην άκρη.

Η κατασκευή αυτή , είχε μια στενή τρύπα από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια τάπα, σαν πορτάκι, που άνοιγε για να μπαίνει το χέρι να πιάνει το χέλι.

Τις κούρτες τις βάζανε από βραδύς στο νερό με διάφορες τροφές μέσα για να προσελκύσουν τα χέλια.

Το πρωί πήγαιναν και τα κοίταζαν να δουν τι χέλια είχαν πιάσει.  Το χέλι ήταν το ψάρι της εποχής!

Έτσι πολλές φορές, αυτό γινόταν πιο οργανωμένα. Έφτιαχναν πεντ’ έξη κούρτες, και τις πήγαιναν σε διάφορα σημεία που είχε κολύμπες,  και τις έριχαν στο νερό σε διαφορετικές περιοχές.

Το πρωί που πήγαιναν και τα μάζευαν, μπορούσε να είχαν μαζέψει καμιά δεκαριά χέλια, για να χορτάσει όλη η οικογένεια. Τα έκαναν συνήθως τηγανιτά η στα κάρβουνα.

Ψάρεμα με την καβούλα

Σκάβοντας στο χώμα βρίχναμε σκουλήκια τα οποία στη συνέχεια πιάναμε κλωστή και τα μπρουλιάζαμε φτιάχνοντας έτσι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο κλωστή με σκουλήκια. Στη συνέχεια το τυλίγαμε όπως το σχοινί, το δέναμε σε μια πετονιά και το πετούσαμε στο νερό. Το σύστημα αυτό λεγόταν καβούλα.

Όταν τσιμπούσαν τα χέλια με μια απότομη κίνηση τραβούσαμε την πετονιά με αποτέλεσμα η κλωστή να μαγκώνει στα δόντια του χελιού και το τραβούσαμε έξω.

Τα αχέλια και τα πιτσιρίκια στην εξοχή

Στην εξοχή, τα παιδιά που βλέπανε τα έχνη, (αιγοπρόβατα), σαν πεινούσαν πήγαιναν να πιάσουν 3 έως 5 χέλια για να φάνε τον εκλεκτό τους μεζέ.

Άναβαν πρώτα μια φωτιά για να είναι έτοιμη, και κατόπιν πήγαιναν στο νερό είτε με φλόμο, είτε με τα χέρια, είτε χτυπώντας τα με ένα ξύλο, τα έπιαναν και επιτόπου τα πήγαιναν για ψήσιμο!

Έκοβαν μια βέργα από αγριελιά και την έκαναν μυτερή μπροστά με ένα τσακί, σαν σούβλα.

Εκεί τα πέρναγαν ολόκληρα τα χέλια όπως είναι, ζικ – ζακ σαν λουκάνικα. Το χέλι δεν έχει λέπια, οπότε το έβαζαν όπως είναι πάνω σε δυο πέτρες στη φωτιά

Πολλές φορές όμως όταν έτρωγαν πολλά χέλια, τα βάραινε το στομάχι τους, γιατί το χέλι ανήκει στα βαριά δυσκολοχώνευτα φαγητά.

Πως χάθηκε και το τελευταίο χέλι από τον κάμπο της  Μεσαράς!

Έφτασε μία εποχή, που τα νερά πλέον λιγόστεψαν στα ρέματα και νερά.

Έβλεπες πλέον αχέλια, μόνο στις κολύμπες που είχαν φτιάξει η αγρότες, για να αντλούν τα νερά ποτίζοντας τις καλλιέργειες τους.

Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κολύμπες είχαν εγκλωβιστεί και τα τελευταία χέλια μην μπορώντας να πάνε αλλού πουθενά!

Όλο το χωριό αποφάσισε τότε, πως αυτά τα χέλια έτσι και αλλιώς θα ψοφούσαν μετά από λίγο καιρό που θα στέρευαν οι κολύμπες.

Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, και  μπαίνοντας οι πιο τολμηροί μέσα στις κολύμπες και με σαρακάκια, σκότωναν τα αχέλια και συγχρόνως τα πετούσαν στους υπόλοιπους χωριανούς που ήταν απέξω,  που κι αυτοί με την σειρά τους, τα έβαζαν στα τσουβάλια!

Θυμάμαι ότι από εκείνη την κολύμπα βγάλαμε πάνω από 300 κιλά αχέλια!

Από τι θυμάμαι οι πιο “φανατικοί” Πετροκεφαλιανοί δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αχέλια και για πολλά χρόνια μαζεύονταν παρέες και έκαναν μια διαδρομή πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας κοντά στο Πρέβελη, στο Κουρταλιώτικο φαράγγι και ψάρευαν εκεί αχέλια, έτσι ώστε να ξεθυμαίνει λίγο η επιθυμία τους για αυτό τον θεσπέσιο μεζέ.

Αυτό λοιπόν ήταν και το τέλος μιας εποχής η οποία θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας.

Το ψάρεμα του καβρού στον ποταμό

Ο καβρός, κοινός καβούρι, για να πιαστεί ήθελε καλό μάστορα!

Στα χωριά όλοι, από παιδιά όμως είχαν εκπαιδευτεί στο ψάρεμα του καβρού, και σπάνια θα πήγαινε κάποιος και να μην φέρει κάμποσα καβούρια στο σπίτι.

Ο λόγος που τα κυνήγαγαν ήταν για το πολύ νόστιμο κρέας του, που μοιάζει με αστακού η γαρίδας.

Ο απλός τρόπος ψαρέματος

Συνήθως τα παιδιά που δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα, πήγαιναν στα ποτάμια και ξυπόλητα με τα κοντά παντελονάκια, ανασήκωναν πέτρες η πλάκες στο νερό, και κοίταζαν αν έχει από κάτω «καβρούλια». Έτσι συνήθως έπιαναν μικρά δεύτερα αδέσποτα καβούρια, ή θηλυκά που σύχναζαν κάτω από πλακωτές πέτρες μέσα στο νερό.

Τρόπος ψαρέματος με το βρούλο

Ένας παμπάλαιος τρόπος για να πιάσει κάποιος καβρούς η καπατσέλες (μεγάλους καβρούς), μέσα στην τρύπα τους (φωλιά τους), ήταν να βρει ένα έξυπνο τρόπο να τα ξεγελάσει, γιατί το ίδιο το καβούρι είναι πανέξυπνο, και η

παραμικρή λάθος κίνηση θα το αφήσει κρυμμένο για ώρες μέσα στη φωλιά του! Ο τρόπος λοιπόν είναι «το κόλπο με το βρούλο»!

Έβρισκαν λοιπόν ένα βρούλο που στην άκρη να έχει το δικό του ανθάκι, η ένα άλλο άριο βρούλο μυτερό, που στην άκρη έδεναν σφιχτά με σπάγκο ένα φτερό!

Εντόπιζαν την καβροτρυπχιά, και με πολύ αργές κινήσεις την πλησίαζαν.

Γονάτιζαν με προσοχή να μην τρομάξει ο καβρός, και με προσοχή πολύ, κρατώντας με το δεξί χέρι το βρούλο, το κατεύθυναν προς τον καβρό αργά αργά, που ακόμα φαινόταν ελάχιστα στην τρύπα του.

Αρχίζοντας ένα αργό σφύριγμα μακρόσυρτο. «Φιούουου», και ξανά «φιούουουου», αργά και χαμηλόφωνα, και παράλληλα άρχιζε ένα γαργάλημα με το φτερό στα πόδια του καβρού διακριτικά και πολύ απαλά…

Ο καβρός επεξεργάζοντας στο μυαλό του τα «νέα στοιχεία» που έχει μπροστά του, νομίζει πως το φτερό είναι κάποιο έντομο είναι και θέλει να περάσει μέσα στην τρύπα του!

Έτσι ο καβρός κάνει την πρώτη κίνηση ένα βήμα προς τα έξω, για να είναι πιο κοντά «στη λεία του»!

Όμως το βρούλο όλο και το τραβά πιο έξω το χέρι, και δόστου και βγαίνει και ο κάβουρας προς τα έξω!

Όταν έχει βγει ολόκληρος ο καβρός έξω, κάνει μια με το αριστερό ο εκάστοτε καβροκυνηγός, και το αρπά και το πετά έξω μακριά από την φωλιά του!

Έτσι πλέον με ευκολία, πιέζοντας το στη πλάτη του, και με τέχνη το πιάνει το καβούρι και το βάζει στο καλαθάκι του, που από πάνω είναι δεμένο με ένα πανί, να μη φύγουν όσα έχει μέσα.

Ψάρεμα με την σαρδέλα

Ένας άλλος τρόπος και πιο αποτελεσματικός, ήταν το ψάρεμα με την σαρδέλα. Δέναμε τη παστή σαρδέλα από την ουρά με ένα σπάγγο, και στην συνέχεια την ρίχναμε στο νερό,.

Η μυρωδιά  της σαρδέλας φυσικά  τραβούσε τους καβρούς, και πήγαιναν να την φάνε.

Δολώματα βάζαμε σε πολλά σημεία και το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να πηγαίνουμε να πιάνουμε τους καβρούς, που προσπαθούσαν να φάνε τη σαρδέλα, που συνήθως σε κάθε δόλωμα ήταν δύο και τρεις καβροί μαζί!

Στη μέθοδο αυτή, είχαμε ένα μόνο πρόβλημα, αν καθυστερούσαμε λίγο παραπάνω να πάμε στο επόμενο δόλωμα, δεν προλαβαίναμε, και οι καβροί έτρωγαν την σαρδέλα!

Όμως και σε αυτό το πρόβλημα βρήκαμε λύση. Βάζαμε τη σαρδέλα μέσα σε  κάλτσα, έτσι ώστε οι καβροί να προσπαθούν να κόψουν την κάλτσα, χωρίς  όμως να προλαβαίνουν να φάνε και τη σαρδέλα!

Τρόποι για να μεταφέρουν τα καβούρια στο σπίτι

Εκτός από το καλαθάκι η κουβά, με το πανί από πάνω, ήταν και το σταμνί, με το στενό λαιμό, που δεν μπορούσε να βγει ο καβρός από εκεί.

Συνήθως τα παιδιά που δεν είχαν ούτε σταμνί, ούτε καλαθάκι, μόλις τα έπιαναν, τους άνοιγαν τον αφαλό που έχουν στην κοιλιά, και εκεί τους κάρφωναν ένα ξύλο, και το καβούρι πέθαινε αμέσως, και άρα ήταν ακίνδυνο να δραπετεύσει! Έτσι εν ανάγκη τα έβαζαν και στις τσέπες τους!

Χέλια και καβούρια στο ρεφενέ!

Πολλές φορές στα καφενεία, που δεν ήθελαν να πιούνε το κρασάκι με σκέτες ελιές και κριθαρόνταγκο, έλεγαν σε κάποιον…

-Πετάξου μπρε Μανώλη μέχρι το μποταμό, να φέρεις καμιά δεκαριά καβρούς, η πράμα χέλια να πχιούμε ένα (γ)κρασί !

Πήγαινε ο εκάστοτε Μανωλιός, και τα έφερνε στην παρέα και ο καφετζής τα έψηνε, η βραστά η τηγανητά η στα κάρβουνα.

Φυσικά εκείνος που πήγαινε και τα έφερνε, δεν πλήρωνε ρεφενέ στο μερίδιό του!

Ήταν βλέπεις και εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία, τα κρέατα σπανίζανε, και αυτοί οι μεζέδες ήταν ιδιαίτερα εκλεκτοί για όλους!

Έτσι ο φτωχός κόσμος στα χωριά, κατεργαζόταν άλλα πράγματα για να κάνει τη ζωή του καλύτερη!

Κάτι ανάλογο, γινόταν και όταν υπήρχαν εργάτες σε διάφορες δουλειές, σε αμπελοσκάματα, σε τρυγητούς η σε έργα της κοινότητας, κλπ.

Όταν σχόλαγαν αργά, έστελναν κάποιον να πάει να χελέψει, η να πιάσει καβρούς, να περάσουν το βράδυ τους όμορφα πίνοντας τα κρασάκια τους πλέον με θεσπέσιους μεζέδες!

Σήμερα φυσικά ο κόσμος δεν ασχολείτε  πλέον με αυτά τα σπόρ, και γιατί δεν υπάρχουν πλέον στη φύση, αλλά κι αν υπάρχουν ελάχιστα, τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων έχουν αλλάξει προς άλλες κατευθύνσεις.

Έτσι χέλια και καβροί, μας άφησαν τουλάχιστον σε μας τους παλιότερους πολλές αναμνήσεις…

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γεώργιο Χουστουλάκη για την πολύτιμη βοήθειά του 

Κέιμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος ΧουστουλάκηςΙορδάνης Μπιτσακάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το σαμιαμίδι – Ένας παρεξηγημένος συγκάτοικος

Δημοσιεύτηκε

στις

Στην Κρήτη τον λέμε ”σαμάμουθα”, είναι ο συγκάτοικος που έχει ή φίλους η εχθρούς, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων, σε κάθε περιοχή της Ελλάδας


Γράφει ο Γεώργιος Χουστουλάκης

Δεν ζει μονάχα στα σπίτια, αλλά και στην εξοχή, άσχετο που δεν το βλέπουμε εμείς.

Βγαίνει συνήθως τα βράδια, με το άναμμα της λάμπας.

Τη νύχτα κουρνιάζει η πίσω από μια ανθισμένη βοκαμβίλια, κάτω από τη γλάστρα του βασιλικού, σε σχισμές ραγισμένων τοίχων κλπ.

Στην εξοχή κρύβεται σε κουφάλες δένδρων, σε σχισμές βράχων η κάτω απο πέτρες.

Στη φύση απλά δεν το βλέπουμε, γιατί όλη μέρα κρύβεται.

Λένε διάφορα για τα σαμιαμίδια.

Λένε, άλλοι πως φέρνουν τύχη, άλλοι πως είναι δηλητηριώδη, άρα και επικίνδυνα.

Με τη λογική αυτή, άλλοι τα αφήνουν ελεύθερα, και άλλοι τα σκοτώνουν.

Στην πραγματικότητα όμως, τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια!

Ούτε δηλητηριώδη είναι, αλλά δεν μπορώ να πω, και πως φέρνουν καμιά σπουδαία καλοτυχία, πέρα που μας απαλλάσσουν από τα βλαβερά έντομα, μύγες κουνούπια κλπ!

Είναι όμως γεγονός, η μεγάλη συμπάθεια που έχουν στα σαμιαμίδια οι μοναχικοί και εγκαταλειμμένοι άνθρωποι, κυρίως μεγάλης ηλικίας.

Σχεδόν τους μιλάνε, τα χρειάζονται για παρέα, και πολλοί τα αποκαλούν και με…τα μικρά τους ονόματα, αφού σε κάθε ένα έχουν βγάλει και από ένα όνομα!

Γεννάνε δυο τρία πολύ μικρά αυγά συνήθως σε παλιές θυρίδες η σε σχισμές πετρόχτιστων σπιτιών.

Τον χειμώνα (Μάρτη έως Νοέμβρη) είναι σε χειμερία νάρκωση.

Όταν εμφανιστούν, δίνουν το ευχάριστο προμήνυμα του ερχομού του Καλοκαιριού, και πλέον είναι αισθητή και η διακριτική παρουσία τους.

Θα τα δούμε στα μπαλκόνια, μόλις ανάψουμε το φως, η μέσα τη λάμπα.

Στη πραγματικότητα δεν τους αρέσει το φως, γιατί βλέπουν τέλεια και στο σκοτάδι!

Απλά, η λάμπα τραβά τα έντομα, και αυτό τα σαμιαμίδια το γνωρίζουν, και πάνε κοντά για αναζήτηση τροφής.

Επίσης είναι αξιοθαύμαστο, το πως αναπληρώνουν την κομμένη ουράτους, αλλά όμως όχι όμως τόσο τέλεια όπως πριν, ούτε με τα προηγούμενα σχέδια.

Εκπληκτική και η ικανότητά τους να προσαρμόζουν το χρώμα και τα σχέδια τους, ανάλογα το περιβάλλον που ζουν

Τα σαμιαμίδια, είναι από τα λίγα είδη σαύρας, που διαθέτουν και φωνή!

Πολλές μπορούμε να ακούσουμε ΄ενα υπόκωφο ”κα-κα-κα-κα!” και αυτό είναι η χαμηλή φωνή τους.

Παλιά πίστευαν πως κάποιες ασθένειες, κυρίως δερματικές, οφείλονται στον σαμάμουθα.

Έτσι μια δερματική πάθηση που ξέφτιζε το δέρμα, κυρίως σε χέρια πρόσωπο λαιμό, πίστευαν πως οφείλεται στο σαμιαμίδι.

”Αυτός έγινε έτσι, και ξεφλούδισε, γιατί έχει φάει κατά λάθος σαμάμουθα”, έλεγαν κάποιοι τότε.

Στην πραγματικότητα όμως, αυτή ήταν μια πάθηση, ίσως είναι ένα είδος λύκου.

Μου άρεσε πάντα να χαζεύω τα σαμιαμίδια ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, ειδικά τη στιγμή που εκτοξεύονται και από δέκα η είκοσι εκατοστά, για να γραπώσουν την αμέριμνη μύγα η πεταλουδίτσα!

Μπορούν να πιάσουν το έντομο και στον αέρα!

Μπορούν να περιμένουν ώρες σε ετοιμότητα, μέχρι να βρουν την κατάλληλη στιγμή να ορμήσουν στο θύμα.

Είναι καταπληκτικοί και αξιοθαύμαστοι κυνηγοί εντόμων, και απαλλάσσουν το δωμάτιο από δεκάδες ενοχλητικά έντομα κάθε βράδυ.

Εκπληκτικό επίσης το πως καταφέρνουν και περπατάνε ανάποδα στο ταβάνι, και να τρέχουν γρήγορα χωρίς να πέφτουν!

Ποικίλουν τα αισθήματα των ανθρώπων για τα ερπετά αυτά.

Αυτές οι διαφορετικές συμπεριφορές, με έβαλαν …στη μέση, κάποτε, στην Κάρυστο Ευβοίας!

Κάποια μέρα, μια γυναίκα είδε ένα σαμιαμίδι στον τοίχο, το έριξε κάτω με τη σκούπα, και μου είπε να το πατήσω με το παπούτσι μου!

Εδώ ευρέθηκαν ανάμεσα στη… νοοτροπία δύο λαών!

Και ενώ μου φώναζε αγριεμένα, ”σκότωσέ το, πάτησέ το”!

Τελικά αδιαφόρησα, και δεν υπάκουσα!

Άσχετο που θεώρησαν άνανδρο, να μην μπορώ σκοτώσω, λέει, ένα ”άχρηστο βλαβερό ερπετό”!

Τι να το κάνεις όμως ,που η κυρία η συγκεκριμένη, το σκότωσε η ίδια, αφού έβγαλε το παπούτσι της…

Με έπιασε θλίψη και αηδία, και πιστεύω πολλοί θα ήταν εκείνοι που θα είχαν φερθεί όπως εγώ…

Θα μπορούσα όμως να πω, πως το επίπεδο ενός λαού, οι ευαισθησίες του, η καλοσύνη του, φαίνονται ακόμα και πώς συμπεριφέρονται και στα μικρά αυτά αθώα ζωάκια!

φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

«Μάνα θα πάρω παπί» – «όχι παιδί μου θα σκοτωθείς». Τα θρυλικά παπάκια των 80′ς (βίντεο) …

Δημοσιεύτηκε

στις

«Μάνα φεύγω, έχω ραντεβού για καφέ με τα παιδιά»

«Μην αργήσεις. Εσώρουχο άλλαξες; Κάλτσες;»

«Ναι ρε μάνα. Όλα τα άλλαξα, φεύγω».

«Κοίτα μη τυχόν και ανέβεις σε παπάκι. Δε θέλω παρέες με τέτοιους».

«Γιατί ρε μάνα, κέρατα έχουν;»

«Αυτό που σου λέω. Με αυτά σκοτώνονται τα παιδιά και κλείνουν τα σπίτια».


Ο διάλογος κλασικός.

Μετά τα εσώρουχα και τις κάλτσες, η έννοια της μάνας στη δεκαετία του ’80, ήταν τα παπάκια. Αυτά τα ανεπανάληπτα και πλέον all time classic 50άρια μηχανάκια.

Στις ηλικίες 16 ως 25, οι πωλήσεις έκαναν θραύση. Οι μύθοι της εποχής, σχετικά με αυτούς που τα καβαλούσαν και τα ατυχήματα στους δρόμους, ήταν ατελείωτοι.

«Μάνα, θα αγοράσω μηχανάκι».

«Όχι παιδί μου, μην μου το κάνεις αυτό (τράβηγμα μαλλιών). Φοβάμαι, σε παρακαλώ. Κάνε υπομονή να πάρεις αυτοκίνητο».

Και αυτός ο διάλογος κλασικός. Όλοι ήθελαν ένα παπάκι γιατί ήταν μόδα, δεν απαιτούσε ιδιαίτερες οδηγικές ικανότητες, ήταν φθηνό και «σήκωνε» πολλές τροποποιήσεις στον κινητήρα και τη γενική εμφάνιση.

Η αγορά …

 

Το προσωνύμιο«παπί» δεν είναι απολύτως διευκρινισμένο πως το απέκτησε. Οι απόψεις είναι ότι είτε λόγω του θορύβου του, είτε λόγω της εμφάνισής του. Το πιθανότερο είαναι ότι πήρε το όνομα απο τον ήχο πα-πα-πα, που έκανε μόλις αφαιρούσες  την εξάτμιση απο το μοτέρ.

 

Τα πειραγμένα

 

Τα Super Club 50cc και οι οδηγοί τους, είχαν ένα ιδιαίτερο στιλ. Ο αναβάτης, μόλις αγόραζε το παπάκι, έριχνε άλλα τόσα λεφτά για να το κάνει «αγριόπαπια».

Έβγαζε αμέσως τους καθρέπτες και τη σχάρα. Έβγαζε την ποδιά. Έκοβε τα φτερά. Άσπριζε την πινακίδα για να ξεφεύγει από τα μπλόκα ή την έκοβε για να μην ενοχλεί στη σούζα, και «πείραζε» τον κινητήρα για να το κάνει 72cc.

Σταδιακά, τα κυβικά ανέβαιναν και άλλαζαν οι ρόδες, η σέλα, τα φλασάκια, και οτιδήποτε άλλο «φορούσε» το εργοστασιακό μηχανάκι.

Ακολουθούσε πάντα η σχετική μόστρα του «γκαζιού» μπροστά από καφετέριες και πλατείες και σε ορισμένες περιπτώσεις παίζονταν στοιχήματα σε κόντρες με παπάκια.

Ο θρύλος λέει ότι κάποιοι έκαιγαν κηροζίνη και πέταγαν …

Το στράβωμα των ποδιών

Ένας οδηγός «πάπιας» που σεβόταν τον εαυτό του, έπρεπε να ξέρει να στήνεται σε αυτό.

Το στυλ απαιτούσε από τον οδηγό να κάθεται στη σέλα όσο πιο μπροστά μπορούσε.

Τα γόνατα να είναι κολλητά και στους μασπιέδες, τα πόδια στραβά προς τα μέσα με τις φτέρνες προς τα έξω.

Το κράνος ήταν «ξενέρωτο», καθώς η μοδάτη χαίτη έπρεπε να ανεμίζει.

Το παντελόνι μπάγκι ή ψαράδικο και ελαφρώς τραβηγμένο προς τα πάνω, για να φαίνεται η άσπρη κάλτσα και το μαύρο Sebago ή sea and city.

Τις μπότες και τα δερμάτινα τύπου perfecto τα φορούσαν αυτοί που είχαν μεγάλες μηχανές. Αργότερα οι παπάκηδες τους μιμήθηκαν.

Το μπουφάν αρχικά ήταν στρατιωτικό, τύπου flight και αργότερα έγινε φουσκωτό.

Η σούζα, η κολιά και λοιπά τσαλιμάκια στις δύο ρόδες, ήταν «υποχρεωτικά μαθήματα». Το ίδιο και οι μηχανικές γνώσεις επί όλων των τμημάτων του παπιού.

Όσο πιο πειραγμένο και φτιαγμένο εξωτερικά ήταν ένα παπάκι, τόσο πιο περπατημένος φαινόταν ο οδηγός του. Ένα καλό παπί έπρεπε οπωσδήποτε να κάνε…

Η τέχνη του συνοδηγού

Όσο για τον συνοδηγό, έπρεπε να είναι ελαφρώς προς τα πίσω, με τα χέρια και τα πόδια κρεμασμένα και όχι ακουμπισμένα πίσω στους μασπιέδες.

Ο εκπαιδευμένος συνοδηγός ήταν απαραίτητος, για τη φιγουράτη «δικάβαλη σούζα», καθώς ήξερε να τραβάει και να κρατάει σταθερά τον οδηγό προς τα πίσω.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξομοίωναν τους οδηγούς με το ιδιαίτερο στιλ, με «άτομα που έχουν μπλέξει», ή μέλη φοβερών και τρομερών συμμοριών.

Τη δεκαετία του ’90, η άποψη για τα παπάκια άλλαξε. Οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι και η έλλειψη πάρκινγκ, έστρεψαν πολλούς σε μια φθηνή και αξιόπιστη λύση.

Το παπάκι ήταν ότι έπρεπε, ευέλικτο, δεν έκαιγε και πολλή βενζίνη, ενώ το πάρκαρες σε δευτερόλεπτα.

Η ταχύτητα και η ενεργητική ή παθητική ασφάλειά του παπιού, δεν ήταν ποτέ τα «προσόντα» του, αλλά πρόκειται για ένα καλοφτιαγμένο και διαχρονικό όχημα….

Η προέλευση

Τα παπάκια της Honda και της Yamaha κυκλοφόρησαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από την Ιαπωνία, που προσπαθούσε να ανακάμψει.

Η είσοδός τους στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική αγορά ήταν πολύ δύσκολη. Κανείς δεν εμπιστευόταν ακόμη ένα ιαπωνικό προϊόν. Ήταν όμως μια λύση, για αυτούς που δεν ήθελαν μεγάλου κυβισμού μηχανές, αλλά ένα ελαφρύ δίκυκλο, για να εξυπηρετούνται σε μικρές αποστάσεις.

Τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να κάνουν τις πρώτες σημαντικές πωλήσεις και σταδιακά καθιερώθηκαν. Με αυτό το θρυλικό μηχανάκι άρχισαν πολλοί να εκπαιδεύονται στην οδήγηση με δύο ρόδες και να αγαπούν τις μηχανές. Ακόμη και αυτοί που δεν είχαν χαίτη ή ψαράδικο παντελόνι.

Στην Ελλάδα έκανε θραύση τη δεκαετία του ’80. Σήμερα παράγεται και από άλλες εταιρείες, σε διάφορα σχέδια και κυβικά και αποτελεί ακόμη εγγύηση για τις μετακινήσεις. Δείτε το βίντεο  με το παπάκι της Βίκυς που εχουν επιλέξει περίπου 1,5 εκατομμύριο χρήστες στο διαδίκτυο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη