Connect with us

Γεια, τι ψάχνεις;

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ξαναζωντανεύοντας ένα ερειπωμένο χωριό της Μεσαράς

Πρόκειται για ένα πολύ μικρό μετόχι που βρίσκεται πεντακόσια μέτρα νότια της Γαλιάς Δήμου Φαιστού, μια γειτονιά όλο κι όλο, ερειπωμένο για αρκετά χρόνια, ανάμεσα Γαλιάς με Μοίρες

Μέρος α’

Ένα χωριό φάντασμα!

Δεν υπάρχουν πλέον κάτοικοι, παρά τα εγκαταλελειμμένα σπίτια τους, που κι αυτά κάποια μείνανε μόνο τα χαλάσματα, ή σωροί από πέτρες.
Άλλα όμως σπίτια παραμένουν όρθια σε πείσμα των καιρών, με όμορφα πελεκημένες πέτρες, αρχοντικά σπίτια με μεσαρίτικη αρχιτεκτονική.

Πολλά σπίτια, έχουν μισογκρεμισμένη την οροφή. Υπάρχουν κάποιοι μισογκρεμισμένοι φούρνοι, ωστόσο υπάρχουν και αρκετά πράγματα που μπορεί να θαυμάσει κάποιος, διότι πολλά από αυτά έτσι κι αλλιώς μας παραπέμπουν σε πραγματικό λαογραφικό μουσείο!

Κι όμως τα πιο πολλά σπίτια ήταν διώροφα με οντάδες, χτισμένα από έμπειρους χτίστες, με μεσοδοκια και ωραίες πλεχτές ψάθινες σκεπές επάνω στην οροφή με κεραμύδια. Όλες οι κατοικίες είχαν τις αυλές τους, το πατητήρι τους, είχαν στάβλους για τα ζώα τους, κουζίνα με πέτρινο ή τσιμεντένιο νεροχύτη, ξυλόφουρνο κλπ.

Περπατώντας μέσα στο μετόχι αυτό, έχεις την αίσθηση πως, και έτσι όπως είναι, ακόμα κρύβει ζωή μέσα του, πως κάποια στιγμή θα συναντήσεις κάποιον κάτοικο του χωριού να πλανιέται ανάμεσα στα ερείπια…

Πρόκειται για το μικρό μετόχι που το αποκαλούσαμε **«Ρογδιανά» **ή και απλώς **«Μετόχι». **

Στις δόξες του στο χωριό πρέπει να ζούσαν πάνω από δέκα οικογένειες , που οι περισσότεροι ήταν Μονοχωριανοί, Μανασάκηδες στο επίθετο, και μάλιστα συγγενείς μεταξύ τους, και κυρίως ξαδέρφια. Εκτός βέβαια τον Θωμά από τις Αχάνες που ήταν Μπιμπάκης, τον Σταύρο Κυριακάκη και τον γαμπρό του τον Νίκο από τις Μαργαρίτες Ρεθύμνου, που έμεινε γα ένα διάστημα σαν γαμπρός πριν έρθει στη Γαλιά, και λεγόταν Νιοτάκης.

Πάντως την εποχή που θυμάμαι εγώ, τη δεκαετία του ’60 δηλαδή, παρέμεναν ακόμα περίπου πέντε οικογένειες στο μετόχι, αλλά τέλη της δεκαετίας του ’70, ερήμωσε ολοσχερώς.

Αν μπορούσαν να μιλήσουν οι πελεκημένες και μισογκρεμισμένες πέτρες, θα μας ψιθύριζαν πολλές ιστορίες για το μέρος αυτό, για τους ανθρώπους που ήταν όλοι εργατικοί, καλοσυνάτοι, και στενά συνδεδεμένοι με την ελιά, τα σιτηρά, τα ζώα και τους κήπους τους. Μάλιστα ήταν το πρώτο χωριό, πού ήρθε η τέχνη της κεραμικής από τις Μαργαρίτες Ρεθύμνου, και διαδόθηκε κατόπιν σε όλη τη Μεσαρά! Την τέχνη την έφερε ο Νίκος Νιοτάκης που παντρεύτηκε την κόρη του Σταύρου, και παρέμεινε, και έτσι το Μετόχι είχε δυο καμίνια, ένα που το έκανε ο ίδιος ο Νίκος, και άλλο ένα που το έκανε ο πεθερός του (Κυριακοσταυρούλης). Δεν έμαθαν όμως την τέχνη του αγγειοπλάστη αυτοί οι δύο, την έμαθε και ένας γιός του Κυριακοσταυρούλη ο Κωστής, που είχε το καμίνι του στη Γαλιά. Μετά πήγε και ο Νίκος στη Γαλιά, έχτισε δικό του σπίτι, και είχε και εκεί δυο καμίνια!

Τα Ρογδιανά καθώς και το Μονόχωρο είναι πολύ αρχαιότερα χωριά από τη Γαλιά, αφού υπήρχαν και επί Βυζαντινής εποχής. Το μαρτυρεί αυτό η Βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας στο Μονόχωρο, αλλά και φάμπρικα του Μανασή στα Ντερογδιανά, που είναι από τις αρχαιότερες της Μεσαράς, αφού κανένας από τους υπερήλικες που ρωτήσαμε δεν έχει ακουστά πότε σταμάτησε να δουλεύει, και υπολογίζουμε στα μέσα του 1800 και πίσω.

Το Μετόχι με τις πολλές ρογδιές

Επί βυζαντινής εποχής, η περιοχή είχε πάρα πολλές ροδιές, για αυτό πήρε και το όνομα του το χωριό, το μαρτυρεί αυτό μια τοιχογραφία με τις «ρογδιές» στον τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας της Μονοχωριανής, που χτίστηκε πριν 700 χρόνια! Η βυζαντινή αυτή εκκλησία, βρίσκεται τριακόσια μέτρα ανατολικά, στο απέναντι χωριό το Μονόχωρο.

Υπήρχαν στην περιοχής ποικιλίες από ρόδια, μεταξύ αυτών και τα περιβόητα **«λιγόρτινα» **που ήταν μικρά μεν κόκκινα, νοστιμότατα, και φυσικά περιζήτητα! Υπήρχαν τα γλυκόρογδα που ήταν μεσαίου μέγεθος αλλά πολύ γλυκά. Τα ξινόρογδα, τα οποία κι αυτά ήταν μεσαίου μεγέθους, και τα λεφάνια που ήταν ρόδια αλλά πολύ μεγάλα. Τα λεφάνια πάλι ήταν δυο ειδών, τα σουλτανιά που δεν είχαν κουκούτσι και ήταν γλυκά, και τα λεφάνια που ήταν μεγάλα, κόκκινα απέξω, είχαν κουκούτσι και ήταν γλυκόξινα.

Όταν ρωτούσαν κάποιον που όδευε προς το μετόχι, «που θα πάς», εκείνος απαντούσε «αθω ντα Ρογδιανά», δηλαδή «προς τα Ρογδιανά». Το ηχητικό όμως άκουσμα «ντα Ρογδιανά», σιγά – σιγά μπέρδεψε τον κόσμο και άρχισαν να αποκαλούν όλοι το χωριό «Ντεροδιανά»! Έτσι λοιπόν θα το αποκαλούμε και εμείς στη συνέχεια.

Το χωριό με τα πολλά περιβόλια

Κάποτε είχε πολύ νερό ο Γαλιανός ποταμός χειμώνα – καλοκαίρι, που προέρχονταν από το τρεχούμενο νερό της Γριάς Κουτσουνάρας, αλλά και άλλες πηγές, που η πιο σπουδαία ήταν λίγο πιο κάτω στα Δρακακιανά. Έτσι το ρυάκι συγκέντρωνε «μια αγκαλιά νερό», όπως λέμε εδώ, και τροφοδοτούσε δυο καταπότες (τσιμεντένιους αγωγούς), με διαφορετική πορεία. Ο ένας καταπότης όδευε ανατολικά του ποταμού προς την περιοχή του Μονοχώρου, κι ο άλλος πήγαινε δυτικά, προς τα Ντερογδιανά.

Το χωριουδάκι το κόβει στα δυο ένα δρόμος, που συνεχίζει ανατολικά σε ένα πέτρινο καλντερίμι, με πέτρινα τραφένια τοιχώματα, όπου δεξιά αριστερά δέσποζαν πανέμορφοι κήποι! Ο καταπότης πήγαινε έως εκεί και όπου υπήρχαν κήποι, και πότιζαν τα οπωροφόρα δένδρα και διάφορα φυτά, όχι όμως και νοτιότερα του χωριού, διότι υπήρχαν εκεί ελαιώνες. Το νερό του καταπότη το είχαν «μέρες», δηλαδή τρείς μέρες στον ένα καταπότη και άλλες τέσσερις στον άλλο, αυτόν στο Μονόχωρο, που τα περβόλια εκεί ήταν περισσότερα. Υπήρχε υπεύθυνος νερουλάς που επόπτευε το νερό να καταναλώνεται και να διαμοιράζεται σωστά. Φυσικά το νερό τότε και της ύδρευσης και της άρδευσης, ήταν αληθινό δώρο του Θεού και δε είχε κανένα χρηματικό τίμημα. Τα περιβόλια τα καλοκαίρια ήταν μια ευχάριστη ενασχόληση των κατοίκων τα καλοκαίρια, και τα επισκέπτονταν οι γυναίκες συχνά πυκνά, για να κόψουν τα κηπικά τους για τα βραστά ή τα γιαχνάκια τους. Έβαζαν όλα τα είδη λαχανικών φρίγκια (λάχανα), μπαζί, κουνουπίδια μαρούλια, φασόλες, κολοκύθια, ντομάτες, μποστανικά, ακόμα και ξενικά (καλαμπόκια). Φυσικά δεν έλειπε τίποτα από κανένα σπιτικό!

Στους κήπους τους επίσης έβαζαν πατάτες και κουκιά, και επειδή τους έριχναν πολύ κοπριά, ήταν πολύ νόστιμα και φυσικά καλόψητα!

Ο φωτισμός του χωριού

Αν και μετόχι τα Ντερογδιανά, και είχε όμορφα πέτρινα σπίτια όπως προαναφέραμε, εν τούτοις είχαν στερηθεί τον τεχνικό πολιτισμό!

Το μόνο που δεν είχαν ήταν ηλεκτρικό ρεύμα και τηλέφωνο, παρόλο που το ‘70 που ήρθε ο ηλεκτρισμός 220 volt στη Γαλιά, πέρασαν οι γραμμές στην κυριολεξία από τα Ντερογδιανά. (Ηλεκτρισμός βέβαια υπήρχε στη Γαλιά από το ‘49 από συνεταιρικό εργοστάσιο αλλά ήταν 110 volt). Σαν να λέμε πέρασαν τα καλώδια δίπλα από το χωριό, αλλά δεν ακούμπησαν!

Για κάποιο λόγο κανείς από τους διαμένοντες δεν συνδέθηκε με τον «πολιτισμό», παρόλο που έμεναν ακόμα εκεί κάποιες οικογένειες, έτσι ο φωτισμός όλα τα χρόνια στα Ντερογδιανά προερχόταν από τον πατροπαράδοτο λύχνο, τη λάμπα πετρελαίου ή το λούξ πετρελαίου.

Πώς αρδευόταν το μετόχι;

Πριν τη κατοχή, υπήρχε σοβαρότατο πρόβλημα με το νερό στα Ντερογδιανά, το οποίο δεν ήταν αρκετό για τις ανάγκες τους, και καμιά φορά έπρεπε να το κουβαλούν με τους κουβάδες ή στις κανίστρες με τα ζώα τους από μακριά. Δεν υπήρχε ακόμα η κεντρική βρύση του χωριού με τις δυο γούρνες με το κλασικό χάλκινο κλειδί που γνωρίσαμε τη δεκαετία του ’60 – ‘70.
Αυτή η μοναδική βρύση δίπλα στο δρόμο που περνά από το χωριό, φτιάχτηκε την εποχή που μπήκαν και οι τέσσερεις πέντε βρύσες στις γειτονιές της Γαλιάς, και όλες έπαιρναν νερό από τα Καπελονιανά. Από εκεί μια πομόνα έστελνε το νερό σε μια δεξαμενή στη Πάνω Γαλιά, και από εκεί έπαιρναν νερό οι πέντε βρύσες του χωριού. Όμως η κοινότητα τότε της Γαλιάς δεν είχε πρόθεση να βάλει βρύση και στα Ντερογδιανά, παρόλο που ανήκαν στην ίδια κοινότητα, ( υπολογίζω πως ήταν λιγοστό το νερό για μια επιπλέον βρύση, αφού συχνά πυκνά κοβόταν). Πάντως επαναστάτησαν οι Ντερογδιανοί, δραστηριοποιήθηκαν άμεσα, και επιτόπου ξεσηκώθηκε στο πόδι όλο το χωριό, άνδρες και γυναίκες, πήραν ανά χείρας τους κασμάδες τους, τα σκαπέθια και τα φτυάρια, και έσκαψαν μόνοι τους ένα μακρύ χαντάκι μέχρι την τελευταία βρύση της Γαλιάς, (υποθέτω πως ήταν κάπου στο εργοστάσιο), και έτσι κατάφεραν να έχουν επιτέλους και εκείνοι το δικό τους νερό! Αργότερα οι Γαλιανοί έσκαψαν μεγάλο και βαθύ χαντάκι τουλάχιστον τριών χιλιομέτρων, και έφεραν το νερό από την Απόλυχνο. Οπότε πήγε νερό πλέον σε όλα τα σπίτια της Γαλιάς, συνδέθηκε φυσικά με αυτό το νερό και η βρύση στα Ντερογδιανά. Οι παλιές βρύσες στις γειτονιές της Γαλιάς με τις γούρνες τους εγκαταλείφθηκαν και ξηλώθηκαν όλες, εκτός αυτήν στα Ντερογδιανά, που υπήρχε σε λειτουργία όσο υπήρχαν κάτοικοι. (Σώζεται ακόμα η βρύση, αν και λείπει το σωλήνι με το κλειδί)

Πριν όμως πάνε νερό στο μετόχι τους οι Ντερογδινοί, δηλαδή γύρω στο ‘48 με ‘49, κουβάλαγαν νερό από ένα καβούσι (πηγή), που ήταν ανατολικά του χωριού, μόλις ο κατηφορικός δρόμος – καλντερίμι έφτανε στο ρυάκι και αμέσως δεξιά του ρυακιού και στη γωνία με τον δρόμο, υπήρχε ένα μικρό καβούσι, που δεν έτρεχε μεν πολύ νερό, αλλά οι άνθρωποι είχαν σκάψει εκεί ένα λάκκο, και σιγά – σιγά όλο το βράδυ μάζευε τέσσερα πέντε σταμνιά νερό. Δεν ήθελαν και παραπάνω οι κάτοικοι τουλάχιστον για να πιούν.

Για τη λάτρα τους όμως, υπήρχαν και δυο πηγάδια με νερό στο μετόχι, και το ένα ήταν νότια του χωριού, μπροστά στου Μπελαδομηχάλη το σπίτι, το άλλο ήταν κοντά στου Θωμά του Αρχανιώτη κοντά «στου Παπά το Καμίνι». Δεν είχαν όμως πάντα καθαρό νερό, γιατί έπρεπε τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, να κατεβαίνει κάποιος κάτω να αδειάζει τελείως το νερό, να καθαρίζει το πηγάδι από τις λάσπες, και πλέον θα μπορούσαν να το πίνουν.

Αυτό γινόταν πολλές φορές τουλάχιστον στο ένα πηγάδι που ήταν στου Παπά το καμίνι. Εκεί κάθε χρόνο κατέβαινε με σχοινιά ο Θωμάς ο Αρχανιώτης (κάτοικος του χωριού), όπου το άδειαζε και το καθάριζε πολύ καλά. Στο άλλο όμως πηγάδι δεν κατέβαινε κανείς και έτσι δεν πινόταν το νερό του, οπότε ήταν μόνο για λάτρα και πότισμα ζώων. Επίσης υπήρχε και άλλη πηγή δυτικά, στη περιοχή «Άγιος Φανούριος», που βρίσκονταν αμέσως αριστερά στη διακλάδωση του Γαλιανού δρόμου προς το Μονόχωρο (απέναντι από του Φανουράκη το εργοστάσιο). Εκεί ερχόταν οι γυναίκες από το μετόχι με τους κουβάδες και έπαιρναν πόσιμο νερό, που έτρεχε ελεύθερο από ένα σωλήνι, και γέμιζε δυο τσιμεντένιες γούρνες. Εκεί πότιζαν και τα ζώα τους οι περαστικοί, φυσικά οι κάτοικοι της Γαλιάς Μονοχώρου και Ντερογδιανών. Και την βρύση αυτήν τέλος του ’70 την ξήλωσαν, έτσι δεν υπάρχει πλέον τίποτα που να θυμίζει την εποχή εκείνη.

Για δροσερό νερό επίσης, ή για πότισμα αργουλίδων, πήγαιναν και στην περιβόητη κρήνη τη Γριά Κουτσουνάρα, (πλυντήρια της Γαλιάς) με τις 11 γούρνες της, κι ας απείχε τουλάχιστον ένα χιλιόμετρο!

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Συνεχίζεται. (Στο επόμενο άρθρο θα πούμε για τους κατοίκους

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Δείτε και αυτά

ΚΡΗΤΗ

Σύμφωνα με ανακοίνωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Γιάννη Οικονόμου για την περιφέρεια Αττικής και την Κρήτη 1. Αύριο Πέμπτη 27 και μεθαύριο Παρασκευή 28 Ιανουαρίου,...

ΚΡΗΤΗ

Ολοκληρώθηκε σήμερα, Τετάρτη, το μεσημέρι η επιχείρηση απεγκλωβισμού κτηνοτρόφου που είχε αποκλειστεί στο ποιμνιοστάσιό του, στην περιοχή του Ζαρού, στο δήμο Φαιστού Σύμφωνα με τον δήμαρχο,...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Θα αποδοθούν ευθύνες - Διδασκόμαστε και προχωράμε

Sports

Αποδίδοντας κατά διαστήματα εξαιρετικό τένις, ο Στέφανος Τσιτσιπάς, ο οποίος βρίσκεται στο Νο 4 της παγκόσμιας κατάταξης, προκρίθηκε στον ημιτελικό του Australian Open, που...