Connect with us

ΘΕΜΑΤΑ

Ζέτα Μακρυπούλια: Θα ήθελα να δοκιμαστώ και σε άλλα πράγματα

Δημοσιεύτηκε

στις

Είναι η δεύτερη φορά που αναμετράται με τον «Γιούγκερμαν» του Μ. Καραγάτση


Η πρώτη, ήταν πριν από μία δεκαετία στην τηλεοπτική μεταφορά του εμβληματικού μυθιστορήματος. Τώρα, η Ζέτα Μακρυπούλια καλείται να ενσαρκώσει τον διπλό ρόλο της μητέρας και της ερωμένης του γοητευτικού τυχοδιώκτη για τις ανάγκες της ομώνυμης παράστασης που παρουσιάζεται, από 28 Νοεμβρίου, στη σκηνή του θεάτρου Πορεία σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου και διασκευή Στρατή Πασχάλη.

Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα, η ηθοποιός μίλησε στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη Νάντια Μπακοπούλου για τον αγώνα του Γιούγκερμαν να νιώσει αγάπη, τη σκηνοθετική προσέγγιση του Δημήτρη Τάρλοου, τις ευκαιρίες που της έχουν δοθεί στο θέατρο και την επιθυμία της ν’ ασχοληθεί με έργα ρεπερτορίου.

-Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεστε με τον Δημήτρη Τάρλοου. Σας ξάφνιασε η πρόταση του να συμμετέχετε στη διανομή του «Γιούγκερμαν»;

-Με ξάφνιασε ωραία. Έγινε σε μία στιγμή που δεν το περίμενα. Δεν είχε τύχει να γνωριστούμε στο παρελθόν. Ούτε με είχε δει ποτέ στο θέατρο. Πέρυσι πήγα στην πρεμιέρα της «Αγριόπαπιας» στο θέατρο Πορεία, και εκεί συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Όταν με πήρε τηλέφωνο ήταν πραγματικά μία ευχάριστη έκπληξη. Βρεθήκαμε στο θέατρο μαζί με τον Γιάννη Στάνκογλου, ο οποίος είχε ήδη κλείσει στη διανομή και κάναμε μία δοκιμή και για τους δύο ρόλους που ερμηνεύω στην παράσταση. Ο Δημήτρης (Τάρλοου) δεν ήθελε να το πει ακρόαση, αλλά αυτό ήταν. Κάναμε μία ανάγνωση με τον Γιάννη να δούμε αν ταιριάζουμε, να με ακούσει και ο Δημήτρης και μετά προχωρήσαμε πολύ γρήγορα.

-Ποια είναι η σκηνοθετική του προσέγγιση στον «Γιούγκερμαν»;

-Η παράσταση δεν περιορίζεται στο βασικό πεζογράφημα του «Γιούγκερμαν» αλλά και στα «Στερνά» του. Είναι ένα έργο πολύ μεγάλο, σχεδόν 800 σελίδες, πυκνογραμμένο από τον Καραγάτση. Για να μεταφερθεί στο θέατρο είναι ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα. Επειδή έχει τόσο ενδιαφέρον το βιβλίο, φαντάζομαι ότι θα ταλαιπωρήθηκε στην αρχή με το τι να κρατήσει και τι ν’ αφήσει απ’ έξω, γιατί αναγκαστικά δεν γίνεται να ειπωθούν όλα. Όλο το έργο το προσεγγίζει σαν έναν εφιάλτη. Η παράσταση ξεκινάει από το τέλος, από την επιστροφή του Γιούγκερμαν στον πύργο του Τάμερφορς λίγο πριν πεθάνει, και ακολουθεί ένα συνεχές φλας μπακ, ένα παιχνίδι αναμνήσεων του κεντρικού ήρωα όπου θυμάται καταστάσεις και πρόσωπα της ζωής του που τον σημάδεψαν.

-Διαβάζοντας το βιβλίο, τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε στον συγκεκριμένο ήρωα;

-Διαβάζοντας ξανά το καλοκαίρι το βιβλίο, γιατί το είχα διαβάσει και στο παρελθόν, θυμάμαι ότι τελειώνοντας το, ήμουν πλημμυρισμένη από συναισθήματα. Αρχικά, νόμιζα ότι διάβασα την αυτοβιογραφία κάποιου υπαρκτού προσώπου. Δηλαδή, για μένα ο Γιούγκερμαν κάπου υπάρχει, κάπου έχει ζήσει. Νομίζω ότι αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν η διαδρομή του ήρωα, η αναζήτηση της ταυτότητάς του και ο αγώνας του να νιώσει την αγάπη που διατρέχει όλο το έργο. Πρόκειται για έναν άνθρωπο ο οποίος δεν πήρε αγάπη, ούτε προσοχή από την οικογένειά του. Η μητέρα του τον εγκατέλειψε πάρα πολύ μικρό και ο πατέρας του, του συμπεριφερόταν σαν να μην υπήρχε στο σπίτι. Σταμάτησε το σχολείο, πήγε στρατιώτης, πολέμησε, μπήκε σε μία ζωή απίστευτης ασυδοσίας αλλά κατάφερε μέσα από όλη αυτή την κατάσταση ν’ αγαπήσει μέρη, ανθρώπους και να δημιουργήσει μέσα του μία ηθική υπόσταση. Γιατί μέχρι τότε δεν ήξερε ακριβώς τι είναι ηθική, ενστικτωδώς όμως η ζωή τον οδήγησε εκεί.

-Θεωρείτε ότι οι δύο ρόλοι που ερμηνεύετε στην παράσταση, η Ντάινα και η Λίλη, συγγενεύουν μεταξύ τους;

-Ναι, αυτός ήταν και ο λόγος που ο Δημήτρης Τάρλοου επέλεξε να υποδυθεί ένα πρόσωπο και τους δύο ρόλους. Μάλιστα και στο έργο, ο Γιούγκερμαν αναφέρει σε μία συζήτηση με τον φίλο τον Καραμάνο ότι η Ντάινα (η ερωμένη του), του θυμίζει τη Λίλη, τη μητέρα του. Πρόκειται για δύο όμορφες γυναίκες, των οποίων οι οικογένειες έδιναν μεγάλη σημασία στην εικόνα. Είχαν μία κενοδοξία και αυτό φαντάζομαι, έτσι όπως εγώ έχω οραματιστεί τις δύο ηρωίδες, δεν τις κάλυπτε πάρα πολύ. Ωστόσο, η Ντάινα δεν μπορούσε να σπάσει τις αλυσίδες και να φύγει, η Λίλη το έκανε. Δεν ξέρω αν της βγήκε σε καλό, γιατί άφησε πίσω της δύο παιδιά. Και οι δύο χαρακτήρες «παίζουν» με την έννοια της αυτοκαταστροφής, έχουν ένα δαίμονα μέσα τους. Βασανίζονται οι ίδιες και με τη σειρά τους βασανίζουν και τους άλλους. Η Ντάινα έχει μία τάση εκδίκησης, νομίζω ότι αντιλαμβάνεται το νοιάξιμο, την τρυφερότητα και την αγάπη μέσα από τη βία.

-Ποια από τις δύο ηρωίδες, σας ήταν πιο εύκολο να προσεγγίσετε ερμηνευτικά;

-Σίγουρα τη Ντάινα, γιατί η Λίλη είναι μπορώ να πω πια, εντελώς κόντρα ρόλος για μένα. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχω κάποια στοιχεία της. Με τη Ντάινα από την άλλη, έχουμε συναντηθεί πολύ στο κομμάτι της ψυχρότητας. Είναι μία παγωμένη συναισθηματικά ηρωίδα. Αυτός είναι ένας μηχανισμός άμυνας πολύ οικείος σε μένα, τον οποίον βέβαια προσπαθώ πια ως Ζέτα να μην χρησιμοποιώ, γιατί έχω αντιληφθεί ότι δεν με εξυπηρετεί, αλλά ως Ντάινα ξέρω να τον χειριστώ καλά.

-Γιατί αισθανθήκατε αυτή την ανάγκη στο παρελθόν;

-Έχει ειπωθεί πολλές φορές για μένα στο παρελθόν, ότι μπορεί να είμαι κρύα ή ξινή ή δεν ξέρω και εγώ τι. Μπορεί αυτοί οι τίτλοι να μπαίνουν εύκολα, αλλά από πίσω κρύβεται μία άμυνα. Είναι ο τοίχος που υψώνει ο καθένας μας για να νιώσει ότι προστατεύεται. Δεν είναι και απαραίτητα αληθινό, μόλις νιώσεις ασφάλεια με κάποιον ο μηχανισμός αυτός καταρρέει. Αλλά μέχρι να νιώσεις αυτή την ασφάλεια, λειτουργεί κάπως αντανακλαστικά.

Είναι αυτές οι αποφάσεις που παίρνουμε υποσυνείδητα κάποιες στιγμές στη ζωή μας νομίζοντας ότι έτσι θα προφυλάξουμε τον εαυτό μας και τις κουβαλάμε για χρόνια χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Εγώ επειδή δουλεύω πολύ πάνω στο θέμα της αυτογνωσίας, έχω αντιληφθεί ότι πλέον δεν τον χρειάζομαι αυτόν τον μηχανισμό και εάν τον χρειαστώ, ξέρω εύκολα να τον ενεργοποιήσω. Είναι δύσκολο όμως ν’ απεμπλακώ τελείως από αυτόν.

-Έχετε συμμετάσχει σε μεγάλες παραγωγές, εμπορικές επιτυχίες, κωμωδίες, μιούζικαλ.. Σας έχουν δοθεί οι ευκαιρίες που θα θέλατε στο θέατρο;

-Δεν μου αρέσει να κλαίγομαι. Είμαι πολύ ικανοποιημένη με ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα, διότι ξεκίνησα από το μηδέν χωρίς να ξέρω καλά-καλά και τι θέλω να κάνω. Αφέθηκα λίγο στη ροή των πραγμάτων, γιατί στην ηλικία εκείνη δεν γνώριζα κιόλας ακριβώς πως πρέπει να κινηθεί κάποιος μέσα σε αυτό το χώρο και πήγαινα λίγο ενστικτωδώς. Σίγουρα θα μπορούσα να είχα παίξει και άλλα πράγματα, αλλά δεν τελειώνει εδώ η πορεία μου, μπορεί τώρα ν’ ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο. Είμαι αισιόδοξη γενικά σε αυτό το κομμάτι και πιστεύω ότι έχουμε και την ευθύνη των πραγμάτων. Δεν είμαστε, δηλαδή, έρμαια της τύχης, κάπως καθοδηγούμε τα πράγματα. Εγώ σύμφωνα με τη γνώση που είχα τότε, έκανα αυτές τις επιλογές. Τώρα πια βλέπω τα πράγματα αλλιώς.

-Θεωρείτε ότι ο «Γιούγκερμαν» είναι ένα πρώτο βήμα για να ασχοληθείτε περισσότερο με έργα ρεπερτορίου;

-Οι βαρύγδουπες δηλώσεις γενικά με τρομάζουν, προτιμώ να έρχονται τα πράγματα πιο ήρεμα. Θα ήθελα να είναι ο Γιούγκερμαν ένα σκαλοπάτι για να δοκιμαστώ και σε άλλα πράγματα. Θα το ήθελα πάρα πολύ. Έχει τρομερό ενδιαφέρον για έναν ηθοποιό να δοκιμάζεται από το να καλείται συνέχεια να κάνει παρόμοια πράγματα.

-Ονειρεύεστε ρόλους ή συνεργασίες;

-Τώρα πια ναι, έχει ανοίξει αυτό το πεδίο για μένα. Μέσα σε όλο αυτό τον μηχανισμό άμυνας που σας περιέγραφα πριν, ήμουν πολύ κλειστή στο να ονειρευτώ. Αισθανόμουν ότι άφηνα τους άλλους να το κάνουν για μένα.

-Στο παρελθόν, χρειάστηκε να κάνετε συμβιβασμούς στις επιλογές σας;

-Αρκετές φορές. Δεν γίνεται αλλιώς, γιατί ζούμε από αυτή τη δουλειά. Αν είχαμε άλλη άνεση θα μπορούσαμε να κινούμασταν διαφορετικά στο χώρο. Όταν όμως εξαρτάσαι από τη δουλειά σου, αναγκαστικά κάνεις και κάποιες επιλογές που μπορεί να μην σου αρέσουν πολύ με στόχο πάντα να φτάσεις εκεί που θέλεις. Εμένα η δική μου διαδρομή, δεν ήταν μια ευθεία γραμμή, αναγκάστηκα να «κόψω» δρόμο πολλές φορές. Και επειδή δεν ασχολούμαι μόνο με το θέατρο, αλλά ασχολούμαι και με την τηλεόραση και με την παρουσίαση και εκεί χρειάστηκε να κάνω πράγματα κάποιες φορές που μπορεί να μην ήταν 100% του γούστου μου.

-Είχατε συμμετάσχει και στην τηλεοπτική μεταφορά του «Γιούγκερμαν» το 2007 με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Πώς είναι που ξανασυναντιέστε με το συγκεκριμένο έργο;

-Είναι παράξενο αλλά επειδή στην τηλεόραση τα πράγματα αντιμετωπίζονται με άλλους ρυθμούς, και τότε ήμουν και πιο μικρή και πιο άπειρη, αισθάνομαι ότι είναι σαν να το κάνω πρώτη φορά. Δεν θέλω ούτε να μειώσω, ούτε να μηδενίσω την δουλειά εκείνη, αλλά εγώ σαν διαδικασία το αντιμετωπίζω πολύ διαφορετικά τώρα απ’ ότι τότε. Και το κείμενο το διαβάζω διαφορετικά.

-Υποδύεστε (και τότε και τώρα) τη Ντάινα, μία γυναίκα που είναι ιδιαίτερα ποθητή. Εσείς έχετε νιώσει επιθυμητή στη ζωή σας;

-Όχι τόσο όσο η Ντάινα. Εκεί είμαστε λίγο αντίθετες, εγώ δεν είχα ποτέ την αίσθηση ότι είμαι μία πολύ όμορφη γυναίκα και πρέπει ν’ αρέσω σε όλους και ότι με θέλουν όλοι. Δεν κινούμαι έτσι στους χώρους, είμαι πολύ πιο κλειστή και χαμηλών τόνων.

-Φέτος παρουσιάζετε για δεύτερη χρονιά στην τηλεόραση το «Ρουκ Ζουκ». Σας έχουν λείψει τα βραδινά σόου;

-Δεν μου έχουν λείψει. Τα έχω κάνει αρκετά και η τελευταία μου εμπειρία δεν ήταν και από τις καλύτερες. Με το «Ρουκ Ζουκ» νιώθω πολύ ήρεμη και αποφορτίζομαι ψυχολογικά. Ειδικά αυτό το διάστημα που δεν έχω κανένα ρεπό και όταν δεν είμαι στο θέατρο, είμαι στο γύρισμα. Λειτουργεί σαν φάρμακο το «Ρουκ Ζουκ» επειδή είναι κάτι που το χαίρομαι αληθινά και ξεχνιέμαι μέσα σε αυτό. Τα σόου τα έκανα, τα χόρτασα, όταν ξαναέρθει η εποχή των σόου, ευχαρίστως θα ξανακάνω κάτι που θα μου ταιριάζει. Αλλά με το «Ρουκ Ζουκ» είμαι ικανοποιημένη και χαίρομαι που αρέσει στον κόσμο και στη νεολαία και θυμάμαι και εγώ όταν ήμουν νέα τι κόλλημα είχα φάει όταν το παρακολουθούσα.

-Κατά καιρούς έχετε δεχτεί έντονη κριτική από μερίδα των μίντια. Σας έχει κουράσει να σας αντιμετωπίζουν με δυσπιστία;

-Έχω ξεπεράσει και το στάδιο της κούρασης. Απλώς αντιλαμβάνομαι ότι κάποιοι θεωρούν ότι αυτή είναι η δουλειά τους και το δέχομαι ως κατάσταση. Δεν μπορώ να κάνω κάτι, αλλά δεν το αφήνω να με επηρεάσει σε καμία περίπτωση πια. Δεν είμαι από τους τύπους που γκουγκλάρω κάθε μέρα το όνομά μου για να δω τι γράφεται για μένα. Προτιμώ να μην μαθαίνω, να μην επηρεάζομαι και να είμαι αφοσιωμένη σε αυτά που θέλω να κάνω.

-Στο παρελθόν είχατε δηλώσει ότι δεν αισθάνεστε πάντα ο εαυτός σας στις συνεντεύξεις.

-Έχω περάσει δύσκολα σε συνεντεύξεις, και κυρίως δεν έχω περάσει καλά μετά, σε αυτό που βλέπω ως αποτέλεσμα. Θα ήταν φοβερά χαλαρωτικό για μένα, να μπω σε μία ανθρώπινη κουβέντα χωρίς να φοβάμαι ότι στη γωνία με περιμένει κάτι που μετά θα το δω σε τίτλο. Οι δημοσιογράφοι είναι αυτοί που μπορούν να με κάνουν άνετα να «κλείσω» και να δημιουργήσω αυτή την άμυνα της Ντάινας. Δεν ξέρω αν είμαι και καλή στις συνεντεύξεις, δεν είμαστε καλοί σε όλα.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Advertisement
Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

photo

Η ενδυμασία Μεσαριτών εποχής 1920 – 1950

Δημοσιεύτηκε

στις

Μέσα από 15 φωτογραφίες


ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΣΥΝΤΑΓΕΣ

Ο χυλός και το καρκάνι

Δημοσιεύτηκε

στις

Μια απο τις παλιες παραδοσιακες μας, αλλα αξεχαστες συνταγες


Αναζητωντας παλιες συνταγες του τοπου μας, βρηκα και σας την μεταφερω ετσι οπως μου την ειπε μια χωριανη μου η Ελενη, που μου περιεγραψε αναλυτικα, πως εφτιαχνε η μανα της <<το χυλο με το καρκανι>>.

Κανονικα, μου ειπε, αυτα τα δυο πανε μαζι, γιατι η συνταγη ξεκιναει σαν χυλος, και αν θελει καποιος τρωει κανονικα το χυλο, αν παλι θελει συνεχιζει να το ψηνει μεχρι να γινει καρκανι.

Ηταν κι αυτα απο τα φτωχα φαγητα τα παραγωγα του αλευριου, οπως ηταν το μαγκιρι, οι στριψουλιδες κλπ.

Συνηθως αυτο το εδεσμα το εφτιαχναν μερες των Χριστουγεννων, γιατι τοτε υπηρχε στο σπιτι η γνωστη μας γλυνα, ενα προιον απο τα χοιροσφαγια. Η γλυνα ειναι το λιπος του χοιρου, που για να φτιαξει τον χυλο η νοικοκυρα, εβαζε δυο κουταλιες στο τηγανι, και το εστηνε στην παραστια με τα ξυλα, αφου, οχι κουζινα ηλεκτρικη δεν υπηρχε, αλλα ουτε γκαζι!

Οση ωρα ελιωνε λοιπον η γλυνα στο τηγανι, εριχναν και λιγο λιγο το αλευρι απ ευθειας και το ανεκατευαν.

Παραληλα σε ενα μπρικι ειχαν ζεστανει καυτο νερο, γιατι οταν θα ειχε πηξει το μειγμα αλευριου με της γλυνας, επρεπε να ριχνουν και λιγο λιγο καυτο νερο για να το κανουν πολυ αραιο ομοιογενες μειγμα. Αυτο βεβαια απαιτουσε πολυ ανεκατεμα, εβαζαν και λιγο αλατι η ζαχαρη, αναλογα πως το ηθελε ο καθε ενας.

Αφου λοιπον γινοταν ενας αραιος χυλος, τοτε σιγα σιγα αυτος ψηνοταν και γινοταν σαν κρεμα. Αν τωρα καποιο παιδι ηθελε την κρεμα, η μητερα του την εβαζε στο πιατο και τη σερβιρε πασπαλιζοντας ζαχαρη και κανελα.

Εφ οσον ομως καποιος αλλος ηθελε καρκανι, δεν ειχε παρα να συνεχισει το τηγανισμα μεχρι απο κατω να κοκινησει, να <<καρκανιασει>> που λεμε, να ροδισει δηλαδη.

Εδω παλι αν καποιος ηθελε να ειναι ροδισμενο απο κατω και απο πανω να ειναι κρεμα, το εβαζε ετσι στο πιατο και το ετρωγε. Αν ομως ηθελε να κοκινισει και αο την αλη πλευρα, τοτε του εκανε τουμπα στο τηγανι, ροδιζε και απο κει, και μετα την εβαζε στο πιατο.

Πανω τωρα στο ετοιμο καρκανι, οπως ηταν ζεστο, εβαζαν ζαχαρη και κανελα και ηταν ενα υπεροχο φαγητο η γλυκισμα για το παιδι της εποχης, που μονημως πειναγε!

Δεν υπηρχε η πολυτελεια καθε παιδι τοτε, εν σχεση με το σημερα να εχει χωρια το φαγητο του και χωρια το γλυκο του. τοτε υπηρχε απλα η αναγκη να γεμισει η κοιλια, εστω κι αν ηταν.καραμελες!

Οπως δηλαδη ενα σκυλι σημερα, ειτε του δοσεις την τροφη του, ειτε ενα κοματι ψωμι, ειτε το pedigree του, το ιδιο θα το εκλαβει, με την ιδια λαιμαργια θα τα φαει ολα, γιατι ο σκοπος του ειναι απλα να γεμισει την κοιλια του!

(Εγω εκανα μια προσπαθεια με βουτυρο, για την αναγκη της φωτογραφισης. Ηταν οντως νοστιμο, εβαλα ζαχαρη και κανελα, απ εξω, και ηταν καρκανι πανω και κατω και στη μεση ειχε κρεμα, θα μπορουσα να ειχα βαλει και ζαχαρη στον χυλο οσο το ανεκατευα και θα ηταν οντως τελειο! Οστοσο δεν ξερω αν ειχε αυτη την εικονα, αλλα δεν παιζει σημασια! Καποιος αλλος μπορει να το κανει ακομα καλιτερα και να συνοδευσει τον απογευματινο καφε του!)

karkani1

karkani2

karkani3

 

Κειμενο: Χουστουλακης Γεωργιος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΣΥΝΤΑΓΕΣ

Πως ετοιμάζουμε τσιγαρίδες στην Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Μετά τα χοιροσφάγια, ακολουθούσαν τα διάφορα παράγωγα, η τσιλαδιά, τα καπνιστα ξυδάτα απάκια και λουκάνικα, τα σύγλινα, οι αμαθιές, η γλίνα για τα τηγανητά, οι λουρίδες για τα σφουγκάτα, και ασφαλώς απαραιτήτως οι τσιγαρίδες για την εξοχή!


Ολος ο κόσμος είχε δεθεί με τίς τσιγαρίδες, που ήταν και χορταστικές, αλλά και πολύ πλούσιες σε θερμίδες, απαραίτητες τις κρύες ημέρες για να παρέχουν την απαιτούμενη ενέργεια.

Απαραίτητο για την παρασκεή τους το μεγάλο καζάνι, κοινώς μπουγαδοτσίκαλο.

Εχάραζαν το δέρμα του χοιρου σε λουρίδες στενόμακρες κατα μήκος, το αφαιρούσαν και όλα αυτά τα κομάτια τα έβαζαν σέ μια μεγάλη μοσόρα ( λεκάνη).

Στη συνέχεια πάλι απο τα κομάτια αυτα αφαιρούσαν με ένα κοφτερο μαχαιράκι το απέξω σκληρο δέρμα, που απο αυτό έβαιναν οι “λουρίδες”, και έτσι έμενε το σκέτος λίπος.

tsigarides1

Σημειωταίον τότε οι χοίροι είχαν έως και πέντε εκατοστά πάχος λίπος, ενώ στις σημερηνές ράτσες, το λίπος είναι σχεδόν ανύπαρκτο!

Μέσα λοιπόν στο μεγάλο καζάνι, εβαζαν σε μικρά μικρά κοματάκια, κομένο το λίπος, και το έσταιναν συνήθως στα ξύλα στην εξωτερική παρασθιά.

Εκει μεσα στο καζάνι τσιγαρίζονραι σιγά σιγά τα λίπη, γι αυτό ονομάζονται και τσιγαρίδες.

Θένε αρκετή ώρα να αποβάλουν όλο τους το λίπος και να κολυμπούν μέσα τα μικρά πλέον κομματάκια, που έχουν απομείνει λιγότερο απο το μισό, ίσως και το ένα τέταρτο!

Με τη τρυπητή κουτάλα, θα αφαιρεθουν απο το καζάνι, όταν πια εχουν γίνει ξερακιανα, και έχουν πάρει ενα καφετί χρώμα, για να μπούν προσωρινά σε ενα άλλο σκεύος, και το λάδι του λίπους θα σουρωθεί και θα τοποθετηθεί στη πήλινη κουρούπα, ή αργότερα στον γαζοντενεκέ με το μεγάλο στρόγγυλο καπάκι.

tsigarides

Η γλίνα θα πήξη και θα γίνει άσπρη, και θα παίξει ρόλο βουτύρου, κυρίως στα τηγανητά, στο ψωμί σε γλυκά, αλλα και στο καρκάνι, όπως εχουμε αναφέρει σε σχετικό αρθρο παλαιότερα.

Οι τσιγαρίδες κι αυτές, θα μπούν σε άλλη κουρούπα, ή σε άλλο δοχείο διαθέσιμο, και διατηρούνται έτσι γιά μεγάλλο χρονικό διάστημα χωρίς να πάθουν το παραμικρό.

Αυτές οι συμπαθέστατες τσιγαρίδες, που δέν υπάρχουν πλέον, πάντα θα ανήκουν στη σφαίρα της θύμισης στους παλαιότερους, και δέν θα μπορεί να ξεχάσουν το καθαρό πετσετάκι της νοικοκυράς που τις σέρβιρε απάνω στην εξοχή, και ασφαλώς το κρασάκι που τις συνόδευε!

Καμιά φορά μου λένε, μα γιατί κάθομαι και γράφω πράγματα που έχουν πεθάνει προ πολλού, και δεν κοιτάζω το μέλλον…

Απαντώ εγω προσωπικά, πως εμένα και σε πολλούς αλλους, μας αρέσουν τα παλιά αυτα, γιατι μας ενώνουν με τη νιότη μας.

 

Κείμενο – φωτογραφίες Γεωργιος Χουστουλακης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Advertisement

Facebook

Advertisement

Δημοφιλη