Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

13 Αυγούστου 1944 – Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων

Δημοσιεύτηκε

στις

Κυριακή 13 Αυγούστου 1944. Οι Ναζί περικυκλώνουν τα Ανώγεια. Ψάχνουν να βρουν αντάρτες, αντιστασιακούς


Ψάχνουν, ρωτούν τους κατοίκους, απάντηση δεν παίρνουν και η απόφαση του διοικητή του Φρουρίου Κρήτης, στρατηγού Μίλλερ, ως διαταγή γίνεται άμεση εκτελεστέα. Κάψιμο και ισοπέδωση των Ανωγείων, ένα ολοκαύτωμα που κράτησε μέχρι την 5η του Σεπτέμβρη απλά και μόνο γιατί, όπως ανέφερε η διαταγή: «Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου»…

Είκοσι τρείς ημέρες κάθε πρωί έμπαιναν στο χωριό του Ψηλορείτη οι Γερμανοί και κατά ομάδες λεηλατούσαν τα σπίτια και τις περιουσίες, έκλεβαν, βανδάλιζαν και με δυναμίτες ανατίναζαν ότι φιλοξενούσε και σκέπαζε τους ανθρώπους του ορεινού αυτού τόπου. Η απόλυτη ισοπέδωση, η απόλυτη καταστροφή. «Το χωριό ισοπεδωμένο. Δρόμοι δεν υπήρχαν. Δρόμοι ήταν ανοιχτοί, καινούριοι δρόμοι πάνω από τα χαλάσματα. Ξεπετιούντανε κρεατόμυγες να σε φάνε. Έβλεπες τα σκυλιά τόσανε στο πάχος, να τρώνε πτώματα. Έβλεπες κατσίκες, σκύλους και βόδια ακόμα σκοτωμένα μέσα στο χωριό. ‘Αναβαν δεξά ζερβά, ρούχα, ξύλα και εγροίκας μια μπόχα, μια βρώμα κι απ’ όπου κι αν είχε στραφείς έβλεπες ερείπια, χάλια. Και λέω.. ‘Αραγες, αυτό το χωριό, θα ξαναγίνει χωριό ποτές; Αυτό το χωριό θα ξαναγίνει χωριό πάλι;…», ακούμε τον γέροντα να περιγράφει τις εικόνες που έζησε και δεν ξεχνά στην Κινηματογραφική Καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας των Ανωγείων (1900-1945) «Ο ΉΧΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Λευτέρη Χαρωνίτη.

Εκτελέσεις αμάχων, βία, καταπάτηση κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ακόμη και τους άντρες που χρησιμοποιούσαν ως δούλους μεταφορείς για τα κλοπιμαία τους που μετέφεραν στο χωριό Σείσαρχα και αυτούς μετά τους εκτελούσαν. Μαρτυρίες και καταγραφές φέρνουν στην επιφάνεια ιστορίες ανθρώπων που αρνούμενοι ή ακόμη και ανήμποροι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, δολοφονήθηκαν, εκτελέστηκαν και θάφτηκαν στα ερείπια του μίσους και του ολοκαυτώματος.

Στα χέρια και τις πράξεις των Ναζί, πράξεις παγκόσμιας κατακραυγής, παραδίδονται 940 σπίτια, κόποι μιας ολόκληρης ζωής από ορεσίβιους ανθρώπους ενός σκληροτράχηλου τόπου, που σκεπάστηκε όμως από τη σκληρότητα των κατακτητών καταγράφοντας στην ιστορία το 3ο ολοκαύτωμα των Ανωγείων 120 χρόνια μετά τα ολοκαυτώματα από πλευράς των Τούρκων. «Την ιστορία του χωριού θα πω με λίγα λόγια, πως τρεις φορές το κάψανε μα πάλι είναι Ανώγεια» λέει στη Μαντινάδα του ο Αριστείδης Χαιρέτης.

Όμως… Το χρέος των παππούδων, το γονιών προς τα παιδιά τους, όλων των Ανωγειανών προς τις επόμενες γενιές, δίνει τη δύναμη και πάλι τα Ανώγεια να ξαναχτιστούν… «Εδώ η πέτρα σου μιλεί και ο Βοριάς σου γνέφει, εκείνος που τα αφρουκαστεί, ελπίδες μόνο θρέφει», αναφέρει ο Μαντιναδολόγος Λευτέρης Μπέκρης που όπως είπε και στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «κανείς σε τούτο τον τόπο δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα κλείσει τα μάτια του χωρίς να έχει κάμει το χρέος του». Και το χρέος δεν είναι άλλο πέρα από το χρέος που έχουν οι Κρητικοί στην Ράτσα όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης, ο οποίος ήταν μέλος από συστάσεως στις 17 Ιουνίου του 1945 της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης (Κ.Ε.Δ.Ω.Κ.) και μαζί με τους, καθηγητή Ιωάννη Καλιτσουνάκη, καθηγητή Ιωάννη Κακριδή, και τον Φωτογράφο Κωνσταντίνο Κουτουλάκη από άκρη σε άκρη της Κρήτης κατέγραψαν με κόπους και θυσίες κάθε ωμότητα τόσο από τους Ιταλούς όσο και από τους Γερμανούς κατακτητές.

Στην έκθεσή του ο Νίκος Καζαντζάκης, μεταξύ άλλων γράφει για τα Ανώγεια: «Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1.500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Καβέ, οπόθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης. Μετά ταύτα, προέβησαν εις Ολοκαύτωμα, γενικήν λεηλασίαν του χωρίου, πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπειτα ανετινάσσετο δια δυναμίτιδος. Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωϊαν επανήρχοντο. To μέγεθος της λεηλασίας θα κατανόηση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου. Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και I. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν. Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραϊσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των. Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. I. Σαλούστρον. Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ… Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής…»

Οι Ανωγειανοί, πήραν την απόφαση πέρα από το θρήνο και τις μαύρες μέρες και έχτισαν την ‘Ανω Γη του Ψηλορείτη, από την αρχή. Συνέχισαν έως και σήμερα να μάχονται, τις βροχές, το χιόνι, τους αέρηδες, να συμφιλιώνονται με τη φύση και να ατενίζουν τον καυτό ήλιο και τη λάμψη του, χωρίς να μισοσφραγίζουν τα μάτια τους. Με αυτά τα μάτια της περηφάνιας βλέπουν στον ορίζοντα τον κόσμο που πάντα ονειρεύονται και φαντάζονται. Τον κόσμο που αναφέρουν στα τραγούδια τους, στις μαντινάδες τους, στα κείμενα τους, στα βιβλία και τα παραμύθια τους προς τα παιδιά. Τον κόσμο του έρωτα, της αγάπης, του πολέμου για λευτεριά, ενός κόσμου ντυμένου με το πέπλο της δημοκρατίας, φιλόξενου και αλληλέγγυου, του κόσμου που περήφανα μπορεί από τις στάχτες του πάντα να ξαναγεννιέται. Γι’ αυτό οι Ανωγειανοί μπορούν και μόνοι τους και με άλλους ανθρώπους… Μπορούν να αντέχουν, να γιατρεύονται και να παίρνουν από το χέρι τα μικρά κοπέλια και τις κοπελιές για να τους διδάξουν, να μη σκύβουν το κεφάλι. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι νέοι των Ανωγείων δεν εγκαταλείπουν το χωριό και παραμένουν στις δυσκολίες για επιβίωση πρωταγωνιστές.

Μιλούν με μαντινάδες και λένε: «T’ Ανώγεια είναι ο κορμός τα φύλλα ειν’ οι άλλοι, κι όποιος τσι ρίζες του ξεχνά είναι ντροπή μεγάλη». «Του τόπου η παράδοση πρέπει να συνεχίσει, Ανωγειανός γεννήθηκες, το χνάρι σου μη σβήσει». «Φύγετε σύννεφα ‘πο μπρος, ο ήλιος να προβάλλει, για δε μπορώ να τη θωρρώ ..τη καταχνιά σας πάλι».

ΑΝΩΓΗ

-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-
Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΘΕΜΑ

Ο Νίκος Καζαντζάκης το 1946: «Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο»

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Νίκος Καζαντζάκης αποκαλύπτει ότι χάρηκε που η υποψηφιότητά του για Nobel ήταν εκπρόθεσμη – Ανέκδοτα χειρόγραφα του μεγάλου συγγραφέα που παρουσιάζονται μαζί με άλλων σπουδαίων λογοτεχνών


Φορτωμένος με τη ρετσινιά του άθεου, του κομμουνιστή και του μηδενιστή, μεταξύ άλλων, ο Καζαντζάκης (1883-1957) δεν αξιώθηκε Νόμπελ Λογοτεχνίας. «Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο… έμαθα πως πριν από δύο μήνες έφτασε στον Μαντούδη έγγραφο από τη Σουηδία (το είδε, λέει, κι ο Ξεφλούδας) ως αναγγέλνει πως είμαι εκπρόθεσμος. Χάρηκα, γιατί έτσι κανείς πια δε θα πει ως μπήκα εμπόδιο στον αγαπητό φίλο, ποιητή» γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης τον Νοέμβριο του 1946, σε επιστολή του προς τον «Σεβαστό φίλο και Προστάτη» των λογοτεχνών Νίκο Βέη, καθηγητή Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η επιστολή Καζαντζάκη με την αναφορά στο Νόμπελ, όπως και στον «αγαπητό φίλο, ποιητή» Άγγελο Σικελιανό αλλά και στην εκδίωξη του Βέη από το Πανεπιστήμιο με την κατηγορία συμμετοχής του στα Δεκεμβριανά είναι ένα από τα ανέκδοτα χειρόγραφα τεκμήρια που εναποτίθενται στις πλούσιες συλλογές του Ιστορικού Αρχείου του ΕΚΠΑ. Παρουσιάζεται από τις 15 Ιανουαρίου στην έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 19ος & 20ος αιώνας». Μαζί με άλλα σπάνια χειρόγραφα, φοιτητικούς φακέλους μετέπειτα σπουδαίων λογοτεχνών (Τερζάκης, Ελύτης, Θεοτοκάς, Σικελιανός, Βάρναλης κ.ά), βαθμολόγια, τεκμήρια από τη λογοτεχνική και φοιτητική τους δράση μέσα στο Πανεπιστήμιο, από ποιητικούς διαγωνισμούς, φωτογραφικό υλικό, αλληλογραφία λογοτεχνών με πανεπιστημιακούς καθηγητές.

Ίχνη από συναρπαστικές, πολυεπίπεδες διαδρομές στον χρόνο αποτυπώνονται μέσα από το Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ που συνεχίζει δυναμικά την πορεία του αξιοποιώντας ανέκδοτο αρχειακό υλικό των συλλογών του. Και σκιαγραφεί τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε το Πανεπιστήμιο της Αθήνας πέρα από το επιστημονικό πεδίο, στην πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή της χώρας. Μια πολυδύναμη σχέση που ξεκίνησε το 1837 και συνεχίζεται ως σήμερα.

Paris, Place de la Madeleine, 1921-11-46

Αγαπητέ, Σεβαστέ φίλε και Προστάτη!

Δεν ξέρω πως μου γεννήθηκε η ιδέα να γράψω σε μια αμερικάνικη revue μία μελέτη για τον αμερικάνο φιλέλληνα How, που είταν, στη μάχη του Μανιάκι. Μα δεν έχω βιβλιογραφία κ είστε ο μόνος που μπορείτε να μου υποδείξετε που να στραφώ να μάθω για τη ζωή, τις περιπέτειες του φιλέλληνα τούτου. Σας παρακαλώ λοιπόν θερμά ό,τι ξέρετε γράψετέ τα στον φίλο μας Πρεβελάκη και αφτός θα μου τα διαβιβάσει, θα προσπαθήσει να με βρει κι ό,τι βιβλίο είναι έφκολο, να το συμβουλευτώ (τηλέφ. 32867 Πρεβελάκης).

Μάθαμε πως ένας καινούριος τίτλος προστέθηκε στους τόσους τίτλους τιμής που έχετε: πως η τωρινή, λέει Κυβέρνηση Σας έπαψε! Είναι αλήθεια; Δεν υπάρχει λοιπόν πια ντροπή στην επίσημη Ελλάδα;

Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο? έμαθα πως πριν από δύο μήνες έφτασε στον Μαντούδη έγγραφο από τη Σουηδία (το είδε, λέει, κι ο Ξεφλούδας) που αναγγέλνει πως είμαι εκπρόθεσμος. Χάρηκα, γιατί έτσι κανείς πια δε θα πει πως μπήκα εμπόδιο στον αγαπητό φίλο, ποιητή.

Ο Θεός μαζί Σας, αγαπητέ φίλε! Υπομονή, υπομονή κι ο Θεός θα τα φέρει αριστερά.
Δικός σας πάντα
Ν.Καζαντζάκης

Για την επιστολή του Νίκου Καζαντζάκη όπως και του Άγγελου Σικελιανού προς τον Νίκο Βέη, που δημοσιεύει σήμερα το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο πρόεδρος του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, επ. καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ιστοριογραφίας μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, σημειώνει:

«Το 1924 δημιουργήθηκε η πρώτη πανεπιστημιακή έδρα Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το πρώτο και μόνο ως τότε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας. Καθηγητής εκλέχθηκε ο Νίκος Βέης, εξέχων νεοελληνιστής και δημοτικιστής, με πολύ στενές σχέσεις με πολλούς λογοτέχνες της εποχής του. Μπλεγμένος από νωρίς στην πολιτική, συνδέθηκε με την Αριστερά και γνώρισε διώξεις ήδη από την προπολεμική περίοδο. Στην Κατοχή στρατεύτηκε όπως και πολλοί άλλοι λόγιοι της εποχής του στον εθνικό αγώνα, συμμετέχοντας στο ΕΑΜ, αλλά και σε άλλους πνευματικούς κύκλους που αντιστάθηκαν στους κατακτητές. Τι άλλο, θα μπορούσε, να είναι άλλωστε η πρόσκληση του Άγγελου Σικελιανού να συναντηθούν στο σπίτι της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη στις 15 Μαΐου 1941 λίγες μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών κατακτητών για επείγοντα θέματα; Σημειώνουμε τη σύνθεση της παρέας: Βέης, Σικελιανός, Χατζημιχάλη και οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Κωνσταντίνος Τσάτσος και Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Βέης κατηγορήθηκε για τη συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά και εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο. Σε αυτή την απομάκρυνση αναφέρεται ο Νίκος Καζαντζάκης στην επιστολή του προς τον Βέη, από το Παρίσι. Καταξιωμένος λογοτέχνης πια, έχει μπει στη διεκδίκηση του Νόμπελ Λογοτεχνίας που ποτέ δεν ήλθε. Σε αυτή τη διεκδίκηση δεν ήταν ο μόνος ΄Ελληνας. Πίσω από την αναφορά στον “ αγαπητό φίλο, ποιητή”, δεν μπορεί να κρύβεται άλλος από τον Άγγελο Σικελιανό, ο οποίος επίσης δεν αξιώθηκε το βραβείο» .

Εκλεκτέ φίλε,

Το απόγεμμα του Σαββάτου ώρα έξι, θα συγκεντρωθούμε στο σπίτι της κας Αγγελικής Χατζημιχάλη, οδός Υπερείδου 18, οι Κανελλόπουλος, Τσάτσος, Θεοδωρακόπουλος, ο υποφαινόμενος και κάποιοι άλλοι να κουβεντιάσουμε για κάποια επείγοντα ζητήματα.

Φαντάζεστε τη χαρά που από χθές ξέρω πώς είστε εδώ και πόσο η χαρά αυτή θα «πληρωθή» αν θελήσετε να έρθετε και σεις σ’αυτή τη συγκέντρωση. Η παράκληση και προσμονή είναι φυσικά από μέρους όλων μα και ιδιαίτερα και της κυρίας Χατζημιχάλη.

Με άπειρη αγάπη
Περιμένοντάς σας
Αγγελος Σικελιανός

15.5.941
Πάνου Αραβαντινού
Αθήνα

Η έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 19ος & 20ος αιώνας» θα διαρκέσει έως 15 Φεβρουαρίου. Φιλοξενείται στο κτίριο του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ, Σκουφά 45. Διοργανώνεται στο πλαίσιο της ενότητας «Ανοιχτές Συλλογές- Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου» του δήμου Αθηναίων. Στα εγκαίνια (15/1, ώρα 6 μ.μ.) φοιτητές και φοιτήτριες του Πολιτιστικού Ομίλου Φοιτητών Πανεπιστημίου Αθηνών θα διαβάσουν αποσπάσματα από έργα σημαντικών λογοτεχνών, παλιών συμφοιτητών τους στο Πανεπιστήμιο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μέτρα, σταθμά και νομίσματα, των χωρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον ΙΗ’ αιώνα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα μέτρα, τα σταθμά και τα νομίσματα των χωρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας όπως τα καταγράφει ο περιηγητής Felix Beauiour


Ο Felix Beauiour πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη κατά την τελευταία δεκαετία του ΙΗ’ αιώνα στο χρονικό του, που αναφέρεται κυρίως στο εμπόριο και γενικά την οικονομία του ελληνικού χώρου, έχουν ως εξής:

Μονάδες βάρους: το καντάρι, η οκά, το δράμι.

Ένα καντάρι, 137 λίτρες και 8 ουγγιές.

Η οκά, τρεις λίτρες και 2 ουγγιές ή 50 ουγγιές.

Τα μέτρα: ο πήχης για τα υφάσματα και το κοιλό για τα δημητριακά.

Ο πήχης ισοδυναμούσε με 25 δάχτυλα.

Όσο για το κοιλό υπήρχε το κοιλό της Θεσσαλονίκης και το κοιλό της Πόλης που είχε διαφορετικό βάρος.

Της Θεσσαλονίκης 85 οκάδες μακεδονικού σταριού και της Πόλης 22.

Το βασικό τουρκικό νόμισμα ήταν το ασημένιο γρόσι των 40 παράδων, δηλαδή το τουρκικό τάληρο.

Στο ευρωπαϊκό εμπόριο το αποκαλούσαν πιάστρο και ισοδυναμούσε με δύο γαλλικές λίβρες τουρνουά.

Ο παράς ήταν το γαλλικό σόλδι, ή πεντάρα.

Η κατώτερη υποδιαίρεση του τουρκικού νομίσματος ήταν το άσπρο.

Τρία άσπρα ισοδυναμούσαν με ένα παρά και σαράντα παράδες με ένα πιάστρο.

Το μπεσλίκ, το μικρότερο ασημένιο νόμισμα, αντιστοιχούσε σε πέντε παράδες, το ονλούκ σε 10 παράδες, το γιρμιλίκ 20, το ιζλότ 30 και το νέο ιζλότ ή γρόσι 40, το αλτμισλίκ 60, το ικιλίκ 80, το γιουσλούκ 100.

Αυτό το τελευταίο ήταν το μεγαλύτερο τουρκικό ασημένιο νόμισμα.

Οι Γάλλοι αποκαλούσαν το γιουσλούκ τουρκικό τάληρο, επειδή αντιστοιχούσε στο ουγγρικό τάληρο.

Το τάληρο της Ουγγαρίας ονομαζόταν στην Τουρκία καραγκρούς και στην Αίγυπτο πατάκα και αντιστοιχούσε σε τρία πιάστρα και 13 παράδες, το πιάστρο της Ισπανίας, η σεβιλλιάνα, τρία πιάστρα και 12 παράδες, το σαξωνικό τάληρο τρία πιάστρα και 12 παράδες, το βενετικό δουκάτο τρία πιάστρα και 12 παράδες και τέλος το ραγουζέϊκο δυο πιάστρα και πέντε παράδες.

Τα τουρκικά χρυσά νομίσματα ήταν το τσεκίνι φουντουκλή, το ζερμαμπούμπ και το μεσίρ.

Το τσεκίνι φουντουκλή ζύγιζε ένα δράμι και ένα δέκατο έκτο.

Ο χρυσός πουλιόταν στην Τουρκία σε μετικάλ και σε καράτια.

Δεκαέξι καράτια αντιστοιχούν σε ένα δράμι και 24 σε ένα μετικάλ.

Το χρυσό μετικάλ πουλιόταν εννέα πιάστρα και το καράτι 15 παράδες.

Το χρυσό δράμι είχε αξία έξη πιάστρα.

Η σχέση χρυσού και αργυρού ήταν ένα προς 15, ενώ στην Ευρώπη ένα προς 14.

Ο χρυσός ήταν ακριβότερος στην Τουρκία επειδή κινδύνευε πάντοτε από τις αρπακτικές διαθέσεις των οθωμανικών κυβερνήσεων.

Όλοι οι πλούσιοι στην Τουρκία φρόντιζαν να μετατρέπουν την περιουσία τους σε χρυσάφι.

Το τσεκίνι φουντουκλή ζύγιζε 17 καράτια. Είχε 13 καράτια καθαρό χρυσάφι και 4 σε κράμα.

Το τσεκίνι ζερμαμπούμπ, που ονομαζόταν σταμπούλ για να ξεχωρίζει από το τσεκίνι Καϊρου, το μεσίρ, ζύγιζε 13 καράτια (10 1/8 καράτια καθαρό χρυσάφι) και το μεσίρ της Αιγύπτου 13 καράτια.

Το Ουγγρικό τσεκίνι που λεγόταν μαντζιάρ, αντιστοιχούσε σε εφτά πιάστρα και ζύγιζε ένα δράμι (23 καράτια).

Το βενετικό τσεκίνι εφτάμιση πιάστα. Ζύγιζε ένα δράμι και 1/16 και ήταν το πιο περιζήτητο νόμισμα στην Τουρκία.

Ακολουθούσαν το ολλανδικό τσεκίνι και το τσεκίνι της Τοσκάνης.

Όλα τα άλλα νομίσματα αποτελούσαν στην Τουρκία εμπορεύματα.

Τα μεγάλα ποσά υπολογιζόταν σε πουγγιά.

Ένα πουγγί αντιστοιχούσε σε 500 πιάστρα
(Felix Beauiour, Tableau du Commerce de la Grece, forme d’ apres une annee moyenne depuis 1787 jusgu’ en 1797, A Paris 1800, τ. Β’, σ. 192-202).

Σύγχυση παρατηρείται γενικά στην αντιστοιχία των νομισμάτων κατά τον ΙΗ’ αιώνα.

Η πραγματική τιμή του πιάστρου δεν είχε ποτέ σταθερή αξία.

Στις αρχές του ΙΗ’ ισοδυναμούσε με πέντε φράγκα και στο τέλος με τέσσερα (A. Andreadis, L’administration financiere de la Grece sous la domination turgue, Paris 1910, σ. 5).

Κατά τον Σκαρλάτο Βυζάντιο (Η Κωνσταντινούπολις, τ. Γ’, σ. 251 κ. ε) το τουρκικό γρόσι ισοδυναμούσε το 1710 με 50 γαλλικά φράγκα, το 1775 με 2,69, το 1788 με 2 και το 1803 με 1,6.

Την υποτίμηση προκαλούσε η νοθεία των τουρκικών νομισμάτων.

Με αυτό τον τρόπο εκάλυπτε η Πύλη τα ελλείμματα που προκαλούσαν οι συχνοί πόλεμοι.

Έρευνα – δημοσίευση: Φανούριος Ζαχαριουδάκης, Μέλος της ΠΑ.Ε.ΔΗ κ. ΜΜΕ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΘΕΜΑ

Η Αραβοκρατία στην Κρήτη (824 – 961 μ.Χ.)

Δημοσιεύτηκε

στις

Το 824 μ.Χ. καταλαμβάνουν την Κρήτη οι Άραβες Σαρακηνοί από τη βόρειο Αφρική και την Ισπανία, με αρχηγό τον Αμπού Χάψ Ομάρ (Απόχαψη) με απόβαση στην περιοχή της Ιεράπετρας και την αποσπούν από την ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία


Μεγάλη αντίσταση στους Άραβες προέβαλε η πρωτεύουσα της Κρήτης την περίοδο αυτή, η ισχυρή πόλη Γόρτυνα. Οι Άραβες με δυσκολία την κατέλαβαν και την κατέστρεψαν ολοσχερώς, όπως και εκατοντάδες ναών και αξιόλογων Χριστιανικών, Μινωικών και Ρωμαϊκών μνημείων της Κρήτη, όπως τον περίφημο ναό του Αποστόλου Τίτου, στη Γόρτυνα.

Ο Μητροπολίτης Κρήτης στη Γόρτυνα Κύριλλος, φονεύεται με μαρτυρικό θάνατο. Από τότε η «χώρα η εξακουστή η έμορφη Γορτύνη»: (Βλ.Βιντζέντζου Κορνάρου, Ερωτόκριτος, τ.Α΄. ,εκδ. Σύμπαν,(χ.χ.τ.), σ. 105), ύστερα από 1000 χρόνια δυναμικής παρουσίας στα πράγματα της Κρήτης, διαλύεται και πρωτεύουσα γίνεται το σημερινό Ηράκλειο ή Χάνδακας, όπως το ονόμασαν οι Άραβες, από την τεράστια προστατευτική τάφρο, χανδάκι (Chandak), που δημιούργησαν γύρω από την πόλη, για προστασία από τις πολιορκίες.

Η Κρήτη πλέον γίνεται ένα φοβερό βαρβαρικό και πειρατικό κέντρο στη Μεσόγειο, το φόβητρο και η μάστιγα των νησιών και των παραλίων περιοχών της Ελλάδος, με τις επιδρομές των «αθεωτάτων Κρητών», όπως ονομάζονται οι Αραβόκρητες στο βίο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Οι συγγραφείς της εποχής την αποκαλούν «βαρβαροτρόφο χώρα»:(Θεοδόσιος ο Διάκονος), είναι η «κατηραμένη χώρα των απίστων, η Θεόλετος Κρήτη» του Κωνσταντίνου του Πυρφυρογεννήτου.

Η αραβοκρατία της Κρήτης κράτησε 140 χρόνια. Την περίοδο αυτή της Αραβοκρατίας στην Κρήτη, έδρασαν και ο Άγιος Ευτύχιος Επίσκοπος Γορτύνης, ο αδελφός του Ευτυχιανός και η αδελφή τους Κασσιανή που ασκήτευσαν γύρω από τη Μονή της Οδηγήτριας στα Αστερούσια και τα λείψανά τους αποκαλύφθηκαν με όραμα στο Άγιο Ιωάννη τον Ξένο αργότερα. Με την περίοδο της Αραβοκρατίας συνδέεται η περιοχή Αμπαδιά (νότια περιοχή του Αμαρίου), η οποία κατά μία ερμηνεία, πήρε το όνομά της τον 9Ο μ.Χ. αιώνα από τον Αμπάδ, Σαρακηνό σεΐχη που εγκαταστάθηκε στην ορεινή αυτή περιοχή με τους άνδρες του μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς το 830 μ.Χ. Οι Αμπαδιώτες Σαρακηνοί παρέμειναν στην περιοχή αυτή και κατά την τουρκοκρατία.

Αποτελούσαν ξεχωριστή φυλή μεταξύ των υπολοίπων μουσουλμάνων, δεν ήταν τουρκογενείς, διατηρούσαν όχι μόνο τα παλαιά των ήθη και έθιμα, αλλά και τα χαρακτηριστικά της αφρικοαραβικής φυλής τους. Ήταν ζωηροί, ευκίνητοι, άξεστοι. Δεν είχαν έλθει ποτέ σε επιμιξία όχι μόνο με τους Χριστιανούς αλλά ούτε και με τους άλλους Οθωμανούς μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669. Τις σχέσεις των Αμπαδιωτών με τους υπόλοιπους μουσουλμάνους χαρακτήριζε αμοιβαία περιφρόνηση.

Οι άλλοι μουσουλμάνοι θεωρούσαν τους Αμπαδιώτες κατωτέρους τους, φυλή ξένη και ταπεινή.Το όνομα Αμπαδιώτης μεταξύ αυτών αποτελούσε ύβρι. Αντίθετα οι Αμπαδιώτες μουσουλμάνοι, ήταν υπερήφανοι για την προέλευσή τους από παλαιούς μουσουλμάνους. Είχαν θρησκευτικές διαφορές από τους υπόλοιπους, δική τους γλώσσα, σε αντίθεση με τους άλλους ομοθρήσκους τους, που μιλούσαν ελληνικά, θεωρούσαν τους άλλους Οθωμανούς νόθους, γιατί προερχόταν σχεδόν όλοι από εξισλαμισθέντες Κρήτες:(Πρβλ.Διονυσίου Κόκκινου, Ακαδημαϊκού, Η Ελληνική Επανάσταση, σ.105). Τα εχθρικά αυτά συναισθήματα, των Αμπαδιωτών Μωαμεθανών, με τους υπόλοιπους Οθωμανούς, επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν οι Χριστιανοί Κρήτες στην επανάσταση του 1821 και να συμμαχήσουν, αλλά προδόθηκαν απ’ αυτούς στον Πασά του Ηρακλείου.

Βέβαια την άποψη, ότι οι τουρκοκρητικοί της Αμπαδιάς Αμαρίου, που διακρινόταν από τους άλλους τουρκοκρητικούς, για το μικρό ανάστημα, τη μελαμψότητα και την ωμότητά τους, προοερχόταν από τους Άραβες, άλλοι ιστορικοί την απορρίπτουν. Κατ’ αυτούς, δεν υπάρχει καμία πληροφορία, ότι σώζονταν Άραβες στην Κρήτη στην επακολουθήσασα Βυζαντινή περίοδο, όπου έγινε συστηματικός εκχριστιανισμός της Κρήτης και στην μετέπειτα ενετοκρατία των 450 χρόνων, πριν την τουρκοκρατία: (Πρβλ. Στεφ. Ξανθουλίδου, Ιστορία της Κρήτης,εκδ. Ελληνική εκδοτική εταιρεία, Αθήνα 1981, σ.74). Τέλος στην τραγική αυτή περίοδο έδωσε ο περίφημος αραβομάχος Στρατηγός και μετέπειτα Βυζαντινός Αυτοκράτορας και Άγιος της Εκκλησίας Νικηφόρος Φωκάς, απελευθερώνοντάς την με μια γιγαντιαία απόβαση και φοβερή σφαγή των αραβοκρητών ως εκδίκηση για τις πέντε προηγούμενες πολύνεκρες προσπάθειες των Βυζαντινών.

Εκχριστιανίζει την Κρήτη με την βοήθεια των Αγίων Νίκωνος του Μετανοείτε και Αθανασίου του Αθωνίτου που έφερε γι΄ αυτό το σκοπό στην Κρήτη αλλά και του Ιωάννου του Ξένου.

Έτσι άντεξε η Κρήτη τα επόμενα 700 χρόνια συνεχούς σκλαβιάς (450 Ενετοκρατίας και 250 Τουρκοκρατίας).

ΕΥΤΥΧΙΟΣ Σ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩN

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Facebook

-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Δημοφιλη