Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ανήμερα της Παναγίας τορπιλίζεται στην Τήνο το καταδρομικό “ΕΛΛΗ”

Δημοσιεύτηκε

στις

Στην προκυμαία της Τήνου όλα έδειχναν να κυλούν φυσιολογικά. Το νησί ήταν για μια ακόμη χρονιά έτοιμο, να υποδεχτεί τους χιλιάδες πιστούς


Οι μικροπωλητές είχαν στήσει τρεις ημέρες πριν, τους πάγκους τους και διαλαλούσαν δυνατά την πραμάτεια τους. Σταυρουδάκια εικόνες, κομποσκοίνια, Αγιασμένο νερό…Κάποιοι πουλούσαν κουλούρια και ζαχαρωμένους λουκουμάδες. Τα καφενεία είχαν γεμίσει ήδη και τα γκαρσόνια έτρεχαν πάνω κάτω αλαφιασμένα να εξυπηρετήσουν.

Το νησί βούλιαζε στην κυριολεξία από πιστούς. ‘Ανθρωποι κάθε ηλικίας, νέοι, ηλικιωμένοι, άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά ανέβαιναν τη μικρή ανηφορίτσα προς την εκκλησιά της Μεγαλόχαρης. Κατάνυξη… Πίστη… Κάποιοι στα γόνατα έκλαιγαν και μονολογούσαν μια προσευχή. Ο καθένας κουβαλούσε μυσταγωγικά τον δικό του Σταυρό. Η Παναγιά η Μεγαλόχαρη γιόρταζε. Όλοι ήθελαν τη χάρη Της. Ήδη 2 νέα επιβατηγά ατμόπλοια γεμάτα με κόσμο, βρίσκονταν αρόδου και περίμεναν τις βάρκες να ξεκινήσουν τη μεταφορά των επιβατων. Ένα πολεμικό αεροπλάνο έσκισε γρήγορα τον ουρανό πάνω από το λιμάνι, διέγραψε μερικούς χαμηλούς κύκλους και χάθηκε προς το νησί της Μυκόνου. Το πλήθος άρχισε να χαιρετά και να επευφημεί Ήταν ένα συναρπαστικό θέαμα…

Στην μπούκα του λιμανιού το ελαφρύ καταδρομικό ΕΛΛΗ, υπερήφανο, με τον «μέγα» σημαιοστολισμό του, τραβούσε τα βλέμματα του κόσμου από την προκυμαία. Στο κατάστρωμα, ναύτες και αξιωματικοί ντυμένοι με στολές «εξόδου» ατένιζαν το νησί της Μεγαλόχαρης και περίμεναν πότε θα πατήσουν στεριά σαν τιμητικό άγημα στην εικόνα.

15 Αυγούστου 1940 ώρα 08.23

Το κλίμα κανονικά θα έπρεπε να είναι χαρούμενο, ωστόσο η κατάσταση στην Ευρώπη είναι έτοιμη να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Οι Γερμανοί έχουν εισβάλει στην Πολωνία. Ο Χίτλερ ξεναγήθηκε σαν κατακτητής στο Παρίσι, η κεντρική Ευρώπη στενάζει κάτω από την μπότα της Βέρμαχτ, ο αητός της Λουφτβάφε, βομβαρδίζει την Αγγλία και η τεράστια γερμανική μηχανή έπαιρνε μπροστά για να κατευθυνθεί Ανατολικά και να κατατροπώσει τους Σοβιετικούς…

Στην Ελλάδα τα πράγματα δεν πάνε καλύτερα. Την εξουσία έχει καταλάβει πραξικοπηματικά 4 χρόνια πριν, ο «μεγάλος απών του Μικρασιατικού πολέμου», ο άνθρωπος που σαν την Κασσάνδρα προμήνυε καταστροφή αλλά ουδέποτε έκανε κάτι να βοηθήσει, ο Ιωάννης Μεταξάς. Στρατιωτικός με γνώσεις στο αντικείμενο του όσο λίγοι, με Γερμανική Παιδεία, που πολύ θα ήθελε να ακολουθήσει το άρμα του Χίτλερ, τον οποίο θαύμαζε, αλλά σκεπτόμενος σωστά, θεώρησε ότι τα συμφέροντα της χώρας, καλύπτονται περισσότερο με μια συμμαχία με την Αγγλία. Στο εσωτερικό της χώρας κυριαρχεί ένα βαρύ κλίμα τρομοκρατίας και ανελευθερίας που μαζί με την φτώχια που μαστίζει την μεσαία τάξη, πνίγει τους ανθρώπους. Την ίδια στιγμή η «φίλη» Ιταλία δεν χάνει ευκαιρία, και προκλητικά κάθε μέρα δείχνει να μας αντιμετωπίζει σαν τον άμεσο περιφερειακό εχθρό της.

Από το ’22 ονειρευόταν την Μεσόγειο σαν μια δική της λίμνη. Στα τέλη του ’30 είχε αποθρασυνθεί. Στις αρχές του ’40 ο ηγέτης της , ο Μουσσολίνι είχε δώσει σαφέστατες εντολές στους επιτελείς του: «Προκαλέστε με κάθε τρόπο αυτούς τους άθλιους Έλληνες. Κάντε τους με κάθε κόστος να απαντήσουν και μετά τσακίστε τους. Καμία δύναμη δεν μπορεί να αντισταθεί στη Νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μας…»

Και πραγματικά οι Ιταλοί, που αν και ιδεολογικά, βρίσκονταν σχεδόν αδελφικά κοντά, με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δεν σταμάτησαν να παίζουνε με τα νεύρα μας και να προκαλούν όποτε έβρισκαν ευκαιρία. Οι Μεγάλες δυνάμεις τους είχαν παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα για κάποιο χρονικό διάστημα και εκείνοι δεν τα επέστρεψαν ως όφειλαν μετά το τέλος της συμφωνίας. Ουδείς τους είπε τίποτε, και αυτό τους έκανε να αποθρασυνθούν στο Ανατολικό Αιγαίο. Ο Ιταλός δικτάτορας ονειρευόταν μια Mare Nostrum…

Ο Μεταξάς καθόλη τη διάρκεια των Ιταλικών προκλήσεων δεν απαντούσε. Απλά προετοίμαζε την άμυνα της χώρας. Μια άμυνα που έπρεπε να είναι σκληρή, και έξυπνη, απέναντι σε έναν υπερπολαπλάσιο εχθρό. Δεν απάντησε όταν οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Κέρκυρα. Δεν απάντησε όταν οι Ιταλοί βομβάρδισαν ανεπιτυχώς, έξω από τη Γραμβούσα το πλοίο ΩΡΙΟΝ και το Αντιτορπιλικό ΥΔΡΑ τον Ιούλιο του 1940. Δεν απάντησε όταν λίγες μέρες μετά, τέσσερα ελληνικά υποβρύχια βομβαρδίστηκαν από Ιταλικά αεροπλάνα στον κόλπο της Ιτέας. Δεν απάντησε όταν απροκάλυπτα, Ιταλικά αεροπλάνα στα τέλη του Ιούλη έριξαν βόμβες κατά των Α/Τ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Δεν απάντησε ακόμη και όταν στις αρχές του Αυγούστου, Λίγες ημέρες πριν τον εορτασμό της Παναγίας, οι Ιταλοί δεν δίστασαν να βομβαρδίσουν την τελωνειακή ακτοφυλακίδα Α6 έξω από την Αίγινα.

ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ DELFINO. εν καταδύσει έξω από το λιμάνι της Τήνου. ΩΡΑ 08.24

Ο κυβερνήτης, Αντιπλοίαρχος Aicardi, δεν ξεκολλούσε το πρόσωπο του από το περισκόπιο. Είχε φορέσει το καπέλο του ανάποδα, με το γείσο προς τα πίσω, και το μάτι του παρακολουθούσε συνέχεια την επιφάνεια της θάλασσας. Βρισκόταν στα όρια του βάθους περισκοπικής κατάδυσης… Μέσα στο κύτος δεν ακουγόταν ούτε ανάσα. Κανένας από το πλήρωμα δεν μιλούσε. Είχαν ιδρώσει. Ο σηματωρός σκούπισε τον ιδρώτα του με την ανάστροφη της παλάμης του και συνέχισε να ακούει το σόναρ του. Ο Aicardi περίμενε. Στον σταυρό του περισκοπίου του ένα ελαφρύ καταδρομικό στην επιφάνεια της θάλασσας, ήταν συνέχεια «κλειδωμένο». Στην αρχή της πλώρης του, δίπλα από την άγκυρα, με μικρά γράμματα, έγραφε ΕΛΛΗ…
Την νεκρική σιωπή έσπασε μια φωνή από τον ασύρματο. Ηταν στα ιταλικά και ο βόμβος έδειχνε πως ήταν από κάποιο αναγνωριστικό αεροπλάνο που πετούσε κάπου κοντά κάνοντας κύκλους…

«Όλα είναι εντάξει μπορείτε να πυροδοτήσετε Σενιορε. Τι άνθρωποι είναι αυτοί στην προκυμαία. Πετούσα από πάνω τους και με χαιρετούσαν… Σενιορε επιστρέφω στη Λέρο. Το πλοίο είναι πλέον δικό σας. Τέλος»
Ο κυβερνήτης του Ιταλικού υποβρυχίου DELFINO, είχε πάρει σαφέστατες διαταγές κατευθείαν από τον Διοικητή των Δωδεκανήσων De Vecci ,ανώτατο στέλεχος του Ιταλικού φασιστικού κόμματος. Ξανακοίταξε μέσα από το περισκόπιο του και έδωσε τη διαταγή: “Fuoco”

ΕΥΔΡΟΜΟ ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΟ ΕΛΛΗ Λιμάνι Τήνου 08.25

Στη Γέφυρα του 98 μέτρων παλαιού σκαριού ο κυβερνήτης, Πλοίαρχος Χατζόπουλος, ενημερωνόταν για τις τελευταίες λεπτομέρειες της απόβασης του τιμητικού αγήματος που θα συνόδευε τη λιτάνευση της εικόνας της Παναγίας στο νησί. Με το χέρι του ήπιε μια μεγάλη γουλιά καφέ, κοίταξε μπροστά την προκυμαία που ήταν γεμάτη κόσμο και χαμογέλασε. Έστρεψε το κεφάλι του στα 2 ατμόπλοια που ξεφόρτωναν κόσμο από τις βάρκες και ρώτησε τον Ύπαρχο του, ποια πλοία είναι αρόδου . « Το ΕΣΠΕΡΟΣ και το ΕΛΣΗ κύριε κυβερνήτα»
Τα λόγια πάγωσαν στον αέρα. Τα αυτιά των ναυτών, των αξιωματικών και του κυβερνήτη στη γέφυρα έκαναν κάποια ώρα να επεξεργαστούν τη φωνή που άκουσαν από τον οπτήρα: «ΤΟΡΠΙΛΗ ακριβώς στη μέση Τορπίλη!!!»
Η φωνή έσβησε. Στη γέφυρα κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους και έτρεξαν έξω. Πρόλαβαν να διακρίνουν το λευκό ίχνος του θανάτου καθώς έσκιζε με ταχύτητα τα νερά λίγο κάτω από την επιφάνεια της σκούρας γαλάζιας θάλασσας. Σιγή επικράτησε για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ακουγόταν μόνο το σκίσιμο των υδάτων από το θανατηφόρο φορτίο της 053 whitehead Fiume τορπίλης που πλησίαζε…

ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΝΟΥ 08.25 15 Αυγούστου 1940

Στην προκυμαία οι μικροπωλητές συνέχιζαν να διαλαλούν την πραμάτεια τους. Οι κουλουρτζήδες φώναζαν για τα σιμίτια τους και στο καφενείο τα γκαρσόνια αλαφιασμένα έτρεχαν να εξυπηρετήσουν τον κόσμο. Οι πιστοί συνέχιζαν να συσσωρεύονται στο λιμάνι και να ανεβαίνουν την ανηφόρα προς την εκκλησία…Η πρώτη έκρηξη έκανε τους πάντες να γυρίσουν… Κοίταζαν αποσβολωμένοι την ΕΛΛΗ να βγάζει καπνούς από το πλάι. Όλοι προσπαθούσαν να δουν καλύτερα τι έχει συμβεί και ανασήκωναν τους λαιμούς τους. Οι άνδρες έβγαζαν τα καπέλα τους και με τις παλάμες τεντωμένες σαν σκιάστρο μπροστά στα μάτια τους, προσπαθούσαν να διακρίνουν .Τα παιδάκια στις μύτες των ποδιών έδιναν τη δική τους μάχη.

Ένας ψίθυρος από άκρη σε άκρη σε όλο το νησί. Η δεύτερη έκρηξη ήταν ισχυρότερη. Έσκασε το καζάνι, ο λέβητας, κάτω από την ίσαλο γραμμή του πλοίου και μια τρύπα διαμέτρου δύο μέτρων ανάμεσα στα δύο φουγάρα, έγινε ορατή ακόμη και από την ακτή. Καπνός …μαύρος πυκνός καπνός κάλυψε τον ουρανό πάνω από το πλοίο. Οι ναύτες πηδούσαν από το κατάστρωμα να σωθούν. Οι φλόγες έβγαιναν απειλητικές από τα σωθικά του καραβιού. Στην προκυμαία ο κόσμος δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Οι βάρκες που πλησίαζαν τα δύο επιβατηγά ατμόπλοια για να παραλάβουν τους επιβάτες, έμειναν με τα κουπιά όρθια. Η απόλυτη καταστροφή. Μετά τις εκρήξεις μια σιωπή έπεσε στο λιμάνι…ακουγόταν μόνο ο αέρας και από μακριά τα ουρλιαχτά των τραυματισμένων ναυτών…

Ξαφνικά ουρλιαχτά και εκκλήσεις στην Παναγιά έσκισαν τον αέρα. Από τα δυο ατμόπλοια τα γεμάτα προσκυνητές ο κόσμος άρχισε να φωνάζει, να κλαίει και να παρακαλάει… Έβλεπαν τον θάνατο να πλησιάζει… Το ιταλικό υποβρύχιο είχε εξαπολύσει δύο άλλες τορπίλες με στόχο τα καράβια… Ο κόσμος από το κατάστρωμα τις διέκρινε καθαρά να πλησιάζουν. Πανικός. Οι ματιές τους μέσα στην αλλοφροσύνη πότε κοίταζαν τις τορπίλες και πότε την ΕΛΛΗ απέναντι τους που είχε πάρει κλίση και καιγόταν…

Ϊσως η χάρη Της , ίσως απλά από τύχη οι τορπίλες δεν βρήκαν στόχο… Η μία πέρασε δίπλα από την πλώρη του ΕΣΠΕΡΟΥ και η άλλη κάτω από τα ύφαλα της ΕΛΣΗΣ…Οι τορπίλες διέγραψαν την πορεία τους και καρφώθηκαν εκκωφαντικά στον λιμενοβραχίονα. Το νερό, και οι πέτρες σηκωθήκαν σε ύψος 40 μέτρων… Το τσιμέντο στην γεμάτη κόσμο προκυμαία, έτρεμε σαν να γινόταν σεισμός.

Η ΕΛΛΗ το τριπλέλικο σκαρί που είχε πάρει μέρος και στην μικρασιατική εκστρατεία, πήρε κλίση 15 μοιρών και φλεγόμενο άρχισε να βυθίζεται μία ώρα και ένα τέταρτο μετά το πρώτο χτύπημα. Η ψυχραιμία του κυβερνήτη που καθοδήγησε με μαεστρία το πλήρωμα και κατάφερε όχι μόνο να τους σώσει αλλά και να απεγκλωβίσει τους τραυματίες μηχανικούς και θερμαστές από τα αμπάρια, ήταν ουσιαστική. Εβδομήντα λεπτά μετά διέταξε την εγκατάλειψη του πλοίου. Ένας αρχικελευστής, δύο κελευστές, ένας υποκελευστής και έξη ναύτες όλοι τους θερμαστές και βρίσκονταν στο σημείο που χτύπησε η τορπίλη ήταν νεκροί.

Ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση των Ιταλών. Η κυβέρνηση πιστή στη γραμμή που είχε χαράξει, δεν απάντησε. Μάλιστα τονίστηκε με κάθε τρόπο στους εμπειρογνώμονες που βρήκαν τα θραύσματα και αναγνώρισαν τις ιταλικές τορπίλες, να μην μιλήσουν. Έπίσημα γινόταν λόγος για υποβρύχιο άγνωστης εθνικότητας. Ανεπίσημα ο κόσμος έβραζε κατά των Ιταλών…Τρεις μήνες αργότερα στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου οι φασίστες του Ντούτσε θα συναντούσαν τη Νέμεση τους… Σκληρή και αδυσώπητη

ΠΗΓΗ: onalert.gr

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΤΟΡΙΑ

“Ω Παναγιά μου Ανωγειανή…” – Tα Μαρτυρικά Ανώγεια έζησαν το 3ο Ολοκαύτωμα στην ιστορία τους

Δημοσιεύτηκε

στις

Ω Παναγιά μου Ανωγειανή που ‘σουν αυτή την ώρα
οντες εβάναν τη φωθιά στα ξακουσμένα Ανώγεια


Σαν σήμερα στις 13 Αυγούστου του 1944, τα Μαρτυρικά Ανώγεια έζησαν το 3ο Ολοκαύτωμα στην ιστορία τους για την αντιστασιακή τους δράσης (1822, 1867, 1944). Αυτή τη φορά από τους Γερμανούς.

Οι στίχοι του τραγουδιού που ακολουθεί από τον Γιάγκο Χαιρέτη τα λένε όλα.

Εμείς απλώς θα συμπληρώσουμε τη μαντινάδα του Αριστείδη Χαιρέτη:

Την Ιστορία του Χωριού θα πω με λίγα λόγια
ότι το κάψαν τρεις φορές και παλι είν’ Ανώγεια

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

13 Αυγούστου 1944 – Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων

Δημοσιεύτηκε

στις

Κυριακή 13 Αυγούστου 1944. Οι Ναζί περικυκλώνουν τα Ανώγεια. Ψάχνουν να βρουν αντάρτες, αντιστασιακούς


Ψάχνουν, ρωτούν τους κατοίκους, απάντηση δεν παίρνουν και η απόφαση του διοικητή του Φρουρίου Κρήτης, στρατηγού Μίλλερ, ως διαταγή γίνεται άμεση εκτελεστέα. Κάψιμο και ισοπέδωση των Ανωγείων, ένα ολοκαύτωμα που κράτησε μέχρι την 5η του Σεπτέμβρη απλά και μόνο γιατί, όπως ανέφερε η διαταγή: «Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου»…

Είκοσι τρείς ημέρες κάθε πρωί έμπαιναν στο χωριό του Ψηλορείτη οι Γερμανοί και κατά ομάδες λεηλατούσαν τα σπίτια και τις περιουσίες, έκλεβαν, βανδάλιζαν και με δυναμίτες ανατίναζαν ότι φιλοξενούσε και σκέπαζε τους ανθρώπους του ορεινού αυτού τόπου. Η απόλυτη ισοπέδωση, η απόλυτη καταστροφή. «Το χωριό ισοπεδωμένο. Δρόμοι δεν υπήρχαν. Δρόμοι ήταν ανοιχτοί, καινούριοι δρόμοι πάνω από τα χαλάσματα. Ξεπετιούντανε κρεατόμυγες να σε φάνε. Έβλεπες τα σκυλιά τόσανε στο πάχος, να τρώνε πτώματα. Έβλεπες κατσίκες, σκύλους και βόδια ακόμα σκοτωμένα μέσα στο χωριό. ‘Αναβαν δεξά ζερβά, ρούχα, ξύλα και εγροίκας μια μπόχα, μια βρώμα κι απ’ όπου κι αν είχε στραφείς έβλεπες ερείπια, χάλια. Και λέω.. ‘Αραγες, αυτό το χωριό, θα ξαναγίνει χωριό ποτές; Αυτό το χωριό θα ξαναγίνει χωριό πάλι;…», ακούμε τον γέροντα να περιγράφει τις εικόνες που έζησε και δεν ξεχνά στην Κινηματογραφική Καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας των Ανωγείων (1900-1945) «Ο ΉΧΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Λευτέρη Χαρωνίτη.

Εκτελέσεις αμάχων, βία, καταπάτηση κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ακόμη και τους άντρες που χρησιμοποιούσαν ως δούλους μεταφορείς για τα κλοπιμαία τους που μετέφεραν στο χωριό Σείσαρχα και αυτούς μετά τους εκτελούσαν. Μαρτυρίες και καταγραφές φέρνουν στην επιφάνεια ιστορίες ανθρώπων που αρνούμενοι ή ακόμη και ανήμποροι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, δολοφονήθηκαν, εκτελέστηκαν και θάφτηκαν στα ερείπια του μίσους και του ολοκαυτώματος.

Στα χέρια και τις πράξεις των Ναζί, πράξεις παγκόσμιας κατακραυγής, παραδίδονται 940 σπίτια, κόποι μιας ολόκληρης ζωής από ορεσίβιους ανθρώπους ενός σκληροτράχηλου τόπου, που σκεπάστηκε όμως από τη σκληρότητα των κατακτητών καταγράφοντας στην ιστορία το 3ο ολοκαύτωμα των Ανωγείων 120 χρόνια μετά τα ολοκαυτώματα από πλευράς των Τούρκων. «Την ιστορία του χωριού θα πω με λίγα λόγια, πως τρεις φορές το κάψανε μα πάλι είναι Ανώγεια» λέει στη Μαντινάδα του ο Αριστείδης Χαιρέτης.

Όμως… Το χρέος των παππούδων, το γονιών προς τα παιδιά τους, όλων των Ανωγειανών προς τις επόμενες γενιές, δίνει τη δύναμη και πάλι τα Ανώγεια να ξαναχτιστούν… «Εδώ η πέτρα σου μιλεί και ο Βοριάς σου γνέφει, εκείνος που τα αφρουκαστεί, ελπίδες μόνο θρέφει», αναφέρει ο Μαντιναδολόγος Λευτέρης Μπέκρης που όπως είπε και στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «κανείς σε τούτο τον τόπο δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα κλείσει τα μάτια του χωρίς να έχει κάμει το χρέος του». Και το χρέος δεν είναι άλλο πέρα από το χρέος που έχουν οι Κρητικοί στην Ράτσα όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης, ο οποίος ήταν μέλος από συστάσεως στις 17 Ιουνίου του 1945 της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης (Κ.Ε.Δ.Ω.Κ.) και μαζί με τους, καθηγητή Ιωάννη Καλιτσουνάκη, καθηγητή Ιωάννη Κακριδή, και τον Φωτογράφο Κωνσταντίνο Κουτουλάκη από άκρη σε άκρη της Κρήτης κατέγραψαν με κόπους και θυσίες κάθε ωμότητα τόσο από τους Ιταλούς όσο και από τους Γερμανούς κατακτητές.

Στην έκθεσή του ο Νίκος Καζαντζάκης, μεταξύ άλλων γράφει για τα Ανώγεια: «Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1.500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Καβέ, οπόθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης. Μετά ταύτα, προέβησαν εις Ολοκαύτωμα, γενικήν λεηλασίαν του χωρίου, πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπειτα ανετινάσσετο δια δυναμίτιδος. Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωϊαν επανήρχοντο. To μέγεθος της λεηλασίας θα κατανόηση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου. Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και I. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν. Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραϊσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των. Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. I. Σαλούστρον. Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ… Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής…»

Οι Ανωγειανοί, πήραν την απόφαση πέρα από το θρήνο και τις μαύρες μέρες και έχτισαν την ‘Ανω Γη του Ψηλορείτη, από την αρχή. Συνέχισαν έως και σήμερα να μάχονται, τις βροχές, το χιόνι, τους αέρηδες, να συμφιλιώνονται με τη φύση και να ατενίζουν τον καυτό ήλιο και τη λάμψη του, χωρίς να μισοσφραγίζουν τα μάτια τους. Με αυτά τα μάτια της περηφάνιας βλέπουν στον ορίζοντα τον κόσμο που πάντα ονειρεύονται και φαντάζονται. Τον κόσμο που αναφέρουν στα τραγούδια τους, στις μαντινάδες τους, στα κείμενα τους, στα βιβλία και τα παραμύθια τους προς τα παιδιά. Τον κόσμο του έρωτα, της αγάπης, του πολέμου για λευτεριά, ενός κόσμου ντυμένου με το πέπλο της δημοκρατίας, φιλόξενου και αλληλέγγυου, του κόσμου που περήφανα μπορεί από τις στάχτες του πάντα να ξαναγεννιέται. Γι’ αυτό οι Ανωγειανοί μπορούν και μόνοι τους και με άλλους ανθρώπους… Μπορούν να αντέχουν, να γιατρεύονται και να παίρνουν από το χέρι τα μικρά κοπέλια και τις κοπελιές για να τους διδάξουν, να μη σκύβουν το κεφάλι. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι νέοι των Ανωγείων δεν εγκαταλείπουν το χωριό και παραμένουν στις δυσκολίες για επιβίωση πρωταγωνιστές.

Μιλούν με μαντινάδες και λένε: «T’ Ανώγεια είναι ο κορμός τα φύλλα ειν’ οι άλλοι, κι όποιος τσι ρίζες του ξεχνά είναι ντροπή μεγάλη». «Του τόπου η παράδοση πρέπει να συνεχίσει, Ανωγειανός γεννήθηκες, το χνάρι σου μη σβήσει». «Φύγετε σύννεφα ‘πο μπρος, ο ήλιος να προβάλλει, για δε μπορώ να τη θωρρώ ..τη καταχνιά σας πάλι».

ΑΝΩΓΗ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια απίστευτη ιστορία για ένα ήρωα από τον Σοκαρά που τον βασάνισαν οι Ναζί

Δημοσιεύτηκε

στις

Του έβγαλαν ένα – ένα τα δόντια. Δεν μίλησε! Του έκοψαν ένα – ένα τα δάκτυλα. Δεν μίλησε! Άρχισαν να του πετσοκόβουν πόδια και χέρια. Δεν μίλησε! Κι όταν βρέθηκε κάτω από τα γερμανικά τανκς είχε ακόμη τη δύναμη να περιφρονήσει τους δήμιούς του!


Ήταν παιδί, στα δεκαοχτώ του, γεμάτος όνειρα. Προτίμησε να πεθάνει ελεύθερος παρά να ζει με το στίγμα του κιοτή. Τον έλεγαν Σταύρο Ανδρεαδάκη. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Σοκαρά της Κρήτης.

Την ιστορία του Σταύρου Ανδρεαδάκη δεν την ήξερα. Τη διάβασα φέτος τον Σεπτέμβρη σε ένα φωτοτυπημένο, αλλά επαρκώς τεκμηριωμένο, φυλλάδιο γραμμένο από τον φιλίστορα δικηγόρο κ. Γιώργο Καρτσωνάκη. Το επόμενο πρωί βρισκόμουν στο Σοκαρά, ένα μικρό χωριό κοντά στο Ασήμι.

 

Γράφει ο Νίκος Ψιλάκης

L_Andreadakis

Μόνον ένας από τους αδερφούς του βρίσκεται ακόμη στη ζωή. Ο Λευτέρης, κοντά στα ογδόντα πέντε του, καλοστεκούμενος ακόμη.

Διαβάζει βιβλία, ψάχνει, ταξινομεί τις αναμνήσεις τοποθετώντας τα γεγονότα σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο.

Ο Λευτέρης είναι ο τελευταίος θεματοφύλακας των πικρών βιωμάτων που μετουσιώθηκαν κι έγιναν δάκρυ αστείρευτο, που μεταλλάχτηκαν κι έγιναν μνήμη ακατάλυτη, που μεταμορφώθηκαν κι έγιναν πείσμα για λευτεριά, δικαιοσύνη κι αξιοπρέπεια.

 

Ο «απαγορευμένος» ήρωας

Καθώς περνώ το κατώφλι βλέπω απέναντι στον τοίχο μια φροντισμένη κορνίζα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός νέου άνδρα.

-Ο Σταύρος; ρωτώ.

-Ναι, ο Σταύρος, απαντά ο γέροντας οικοδεσπότης κι ένα δάκρυ αυλακώνει το πρόσωπό του.

Αναρωτιέται κανείς αν ο πόνος μπορεί να κρατήσει τόσα χρόνια. Το δάκρυ του Λευτέρη είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους θέλουν να ξεχνούν, σε όσους θέλουν να μας κάμουν να ξεχάσουμε την ιστορία αυτού του τόπου, τα βάσανα αυτού του λαού.

kriti_nazi

Για δεκαετίες ολόκληρες το όνομα του Σταύρου ήταν σχεδόν απαγορευμένο, όπως και η θυσία του. Κανείς δεν μιλούσε για το παλικάρι του Σοκαρά, μέχρι που δυο λόγιοι του χωριού, ο Γιώργος Καρτσωνάκης και ο Σήφης Κοσόγλου, κατάφεραν να τον αποκαταστήσουν και να παραδώσουν στην ιστορική μνήμη την άσπιλη μορφή ενός παιδιού που έσφιξε τα σαγόνια –δόντια δεν του είχαν αφήσει- και έπνιξε τον αβάσταχτο πόνο για να μη μαρτυρήσει τα μυστικά του αγώνα!

Ψυχωμένο παλικάρι ο Σταύρος ανέβηκε από μικρός στα αντάρτικα λημέρια. Εκεί, στην ελεύθερη πατρίδα των Ελλήνων, γνώρισε τους Καπεταναίους και τα ανταρτόπουλα.

-Δεν ήξερα τι είναι το ΕΑΜ, ήμουν μικρός εγώ, λέει ο Λευτέρης. Για πρώτη φορά το άκουσα από τον αδελφό μου. Τον Αύγουστο του ’44 ετοιμαζόταν να φύγει από το σπίτι. Την ώρα που άλλαζε τα ρούχα του, άνοιξα ένα φάκελο που κρατούσε και τον διάβασα. Θυμάμαι ακόμη, κοντά εβδομήντα χρόνια μετά, τι έγραφε: «Ντροπή στον κρητικό λαό να τον κρατούν στη σκλαβιά μερικές χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες».

Λίγα λεπτά αργότερα ο Σταύρος έφευγε από το σπίτι. Έπρεπε να φέρει σε πέρας μιαν αποστολή που του είχαν εμπιστευτεί.. Να μεταφέρει ένα μήνυμα από το ΕΑΜ του Σοκαρά στα βουνά, στα Αστερούσια, στο χωριό Αχεντριάς, στον Παπαδάκη, έτσι λέγανε τον παραλήπτη.

Η αποστολή πήγε καλά. Ο Σταύρος παρέδωσε το μήνυμα και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Κατηφόρισε από τα μονοπάτια των Αστερουσίων, έφτασε στα πρώτα χωριά του κάμπου. Περνώντας από το Μεσοχωριό βρέθηκε να περπατά μέσα στην κοίτη του ποταμού Αναποδάρη. Από εκεί περνούσε ο δρόμος για το χωριό του. Έσερνε ένα μουλάρι φορτωμένο και προχωρούσε.

Μερικές φορές, όμως, η τύχη παίζει παράξενα παιγνίδια. Οι Γερμανοί είχαν κάμποσους χωρικούς και τους είχαν ζέψει στην αγγαρεία. Δούλευαν εκεί κοντά. Οι κατακτητές, αξιωματικοί και στρατιώτες τους επιτηρούσαν.

Ο λόγος πάλι στον Λευτέρη:

-Τον είδε τον Σταύρο ένας δικός μας, Γκεσταμπίτης, ένας Πήλιος Γούσης, και λέει στον Γερμανό: «Αυτός με το μουλάρι είναι ύποπτος». Περικύκλωσε ο στρατός το παιδί, το έπιασαν. Είχε φορτωμένα δυο δεμάτια σφάκες (πικροδάφνες) στο μουλάρι. Πήρε ο αξιωματικός ένα μαχαίρι και έκοψε τα δεματικά. Οι σφάκες σκορπίστηκαν στη γη κι από μέσα τους πετάχτηκε ένα όπλο, κάμποσα φυσίγγια, και μερικά γράμματα. Το όπλο του το είχε δώσει ο Παπαδάκης να το φέρει στο χωριό, στο ΕΑΜ. Τον συνέλαβαν αμέσως, τον πήγαν στον Πύργο στο Φρουραρχείο, μετά τον πήγαν στον Χάρακα, πάλι στο Φρουραρχείο, κι από κει στις Μοίρες. Όταν ήταν στο Χάρακα φώναξαν τον πατέρα μου, ήταν γέρος άνθρωπος πια και δεν ήξερε τίποτε. «Πού είναι οι γιοί σου;» τον ρώτησαν, εμείς ήμασταν τέσσερα αδέρφια. «Στο χωριό είναι», τους απάντησε. «Και ο Σταύρος;» τον ξαναρωτούν. Πάγωσε ο γέρος γιατί κατάλαβε ότι τον είχανε πιάσει. Τους απάντησε ότι ο Σταύρος βόσκει τα πρόβατα…

Στον σταυρό!

Πάνω από τις Μοίρες στα ψηλώματα, κοντά στον μικρό οικισμό Βρέλη, είχαν εγκαταστήσει φυλάκια οι κατακτητές. Εκεί πήγαν τον Σταύρο. Τον έκλεισαν σε ένα παλιό πετρόχτιστο καλύβι και άρχισαν να τον βασανίζουν. Γερμανοί και γερμανοπροσκυνημένοι προδότες εξάντλησαν την αγριότητα και το μένος τους. Άκουγαν οι κάτοικοι τις βρισιές και τα ουρλιαχτά των κατακτητών, άκουγαν και τα βογκητά του παλικαριού. Κάποιοι προσπάθησαν να πλησιάσουν, να βοηθήσουν. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να του δώσουν ένα ποτήρι νερό.

Οι βασανιστές προσπαθούσαν να κάμουν τον Σταύρο να μιλήσει. Όσο κρατούσε το στόμα του κλειστό, τόσο θύμωναν, πείσμωναν… Σκύλιαζαν.

Στο μεταξύ ο γέρο Σταμάτης, ο πατέρας του, είχε αρχίσει τον αγώνα της αναζήτησης. Πήγε παντού. Έψαχνε το παιδί του. Αρχαία τραγωδία θυμίζει η προσπάθεια του πατέρα να σώσει το Σταύρο του. Ήθελε να παρακαλέσει. Ίσως να μαλάκωνε η καρδιά του κατακτητή. Τελικά κατάφερε να μάθει πως το παιδί του βρισκόταν στο Βρέλη.

Ό,τι κι αν γραφτεί σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, δεν θα μπορέσει να δώσει την εικόνα της συμφοράς. Δεν τον πρόλαβε ζωντανό τον γιο του ο γέρο Σταμάτης.

Οι κάτοικοι του μικρού οικισμού ήταν οι μάρτυρες ενός από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα των Γερμανών στην Κρήτη. Ήταν αυτοί που έδωσαν πληροφορίες στην οικογένεια… Οι μαρτυρίες τους, όμως, δεν σώθηκαν σε κανένα επίσημο έγγραφο. Η πατρίδα δεν θεώρησε σκόπιμο να ανασκαλέψει την υπόθεση, να τιμήσει τον ήρωα και να αποκαλύψει τη θηριωδία. Η οικογένεια, όμως, δεν μπορεί να ξεχάσει. Ξέρουν ότι του έβγαλαν τα νύχια, του έβγαλαν τα δόντια, του πετσόκοψαν τα πόδια και τα χέρια, τον κατακρεούργησαν. Ένα από τα μαρτύρια, όχι όμως το τελευταίο, ήταν ο σταυρός! Τόλμησαν ακόμη και να τον σταυρώσουν!

Ακρωτηριασμένο και αιμορραγούντα τον ανέβασαν στο σταυρό. Κι όταν οι Γερμανοί κι οι εδώ συνεργάτες τους είδαν κι απόειδαν, κι όταν κατάλαβαν πως αυτό το σκληροτράχηλο παλικάρι δεν πρόκειται να μιλήσει, τον έβαλαν κάτω από τις ερπύστριες. Αυτή θα ήταν η τελευταία απειλή.

Έβαλαν μπροστά τη μηχανή του τανκ. Ο Σταύρος έμεινε αμίλητος! Κράτησε το στόμα του κλειστό ακόμη κι όταν άρχισε να κινείται το θηριώδες όχημα, ακόμη κι όταν άρχισε να πολτοποιείται το κορμί του. Κι ύστερα τον άφησαν εκεί. Ανακατωμένες οι σάρκες με το χώμα. Τον παράτησαν άθαφτο σ’ ένα χωράφι.

Ο άταφος νεκρός

Τις νύχτες, που αλυχτούσαν τα σκυλιά και προσπαθούσαν να χορτάσουν την πείνα τους τρώγοντας ανθρώπινες σάρκες, ένας συγγενής των Ανδρεαδάκηδων πήρε την απόφαση. Λέει ο Λευτέρης: “Είχα ένα θείο στο Βρέλη. Πήγε αυτός να τον πάρει από εκεί και να τον θάψει. Αλλά δεν μπορούσε ούτε να σιμώσει γιατί από πάνω, στο ύψωμα, είχανε στήσει το φυλάκιό τους οι Γερμανοί. Κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει εκεί κοντά. Τελικά, τόλμησε, δεν λογάριασε τον κίνδυνο, πήρε όσα κομμάτια κατάφερε να μαζέψει και τα έθαψε στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Τέσσερις φορές έχω πάει εκεί που τον σκότωσαν. Την πρώτη φορά είδα το αίμα, είχε ποτίσει τη γη, φαινόταν για πολύ καιρό.

vreli

Ο οικισμός Βρέλη. Εδώ βασάνισαν οι Ναζί τον ήρωα…

Ύστερα από χρόνια πολλά ήρθαν και οι επίσημες επιβεβαιώσεις για τα βασανιστήρια του Σταύρου τα έγγραφα των δικαστηρίων που μιλούσαν συγκαλυμμένα. Ήταν οι απολογίες των δοσίλογων. Τα πιο «τρανταχτά» ονόματα προδοτών που έδρασαν στη Μεσαρά ήταν ανακατεμένα στην ιστορία του μικρού ήρωα. Μετά την απελευθέρωση οι δοσίλογοι έπρεπε να απολογηθούν για τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει. Αρκέστηκαν να μιλήσουν μόνο για «σκληρά βασανιστήρια», όπως αποκαλύπτει ο Καρτσωνάκης, ο άνθρωπος που έριξε άπλετο φως στις πιο σκοτεινές πτυχές μιας υπόθεσης την οποία κάποια άνομα συμφέροντα ήθελαν να κρατήσουν στο σκοτάδι.

Μέσα από τις κρυπτικές απολογίες των δοσιλόγων, μέσα από τη σιωπή των γερμανικών πηγών, μέσα από τη συνενοχή των ντόπιων και ξένων εξουσιών, που δεν τιμώρησαν ποτέ τους εγκληματίες πολέμου, δεν είναι εύκολο να ανασυνθέσει κανείς τις λεπτομέρειες του ιστορικού παρελθόντος. Ούτε και να μάθει με πόση περιφρόνηση στάθηκε ένα παλικάρι μπροστά στο θάνατο.

Ο Λευτέρης Ανδρεαδάκης βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει την αφήγηση.

-Χρόνια μετά έγινε η εκταφή των οστών του. Μας είπανε στο Βρέλη: «Μην περιμένετε να βρείτε κόκαλα, δεν υπάρχουν». Βρήκαμε μόνο ένα οστό της μιας κνήμης και μια κάτω γνάθο. Ούτε δόντια, ούτε πλευρά, ούτε τίποτα. Μόνο μερικά πολτοποιημένα κόκαλα ήταν θαμμένα εκεί.

Όταν η φρίκη αποτυπώνεται σε ένα ζευγάρι στιβάνια!

Πέρασαν λίγες μέρες μετά την ταφή. Ο γέρο Σταμάτης ανηφόρησε στο Βρέλη παρέα με κάποιον συγγενή του. Ας τα έσκιαζε όλα η φοβέρα. Αλλά, ποια φοβέρα να σταματήσει έναν χαροκαμένο πατέρα; Από μακριά είδε τα αίματα. Δίπλα κομμάτια από σκισμένα ρούχα και λίγο πιο κει ένα ζευγάρι στιβάνια. Ήταν του Σταύρου!

Ο συγγενής έσκυψε, έκανε να τα μαζέψει. Τα υποδήματα του νεκρού ήταν πολύτιμα εκείνα τα χρόνια. Οι άνθρωποι περπατούσαν ξυπόλητοι, θα ήταν πολυτέλεια να τα παρατήσουν εκεί. Την ώρα που τα σήκωνε δεν άντεξε. Μια κραυγή πόνου βγήκε από το στόμα του… Τα στιβάνια δεν ήταν άδεια! Μέσα στο κουφάρι τους είχαν μείνει κομμάτια από σάρκες. Τα πόδια του Σταύρου!

Ειπώθηκε ότι του έκοψαν τα πόδια με τσεκούρι. Κανείς δεν μπορεί να το επιβεβαιώσει ούτε να το διαψεύσει σήμερα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι σάρκες του ήρωα είχαν μείνει μέσα στα στιβάνια του. Και ότι τα στιβάνια αυτά ήταν σκισμένα στο ύψος των αστραγάλων, ήταν κομμένα και το πετσί κρεμόταν. Άλλο φρικτό σημάδι της συμφοράς.

Η συνέχεια της ιστορίας φανερώνει μέσα από πόσες κακοτοπιές, στερήσεις και βάσανα πέρασε αυτός ο λαός. Ο συγγενής παρακάλεσε τον γέρο Σταμάτη να πάρει τα στιβάνια και να τα δώσει στον μικρό γιο του, τον Λευτέρη. Ούτε να τ’ ακούσει ο τραγικός πατέρας. Τελικά τα πήρε άλλος συγγενής, τα πήγε σε τσαγκάρη, έκοψε τα πετσιά που κρέμονταν, τα έκανε παπούτσια και τα έδωσε σε ένα παιδί να τα φορέσει.

Τραγωδία χωρίς κάθαρση

Δώδεκα του Αυγούστου του 1944 σκοτώσανε τον Σταύρο. Πέρασαν πέντε μέρες. Και στις δεκαεφτά του ίδιου μήνα ο Σοκαράς έμελλε να ζήσει ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της ιστορίας του. Στις δεκαέξι το βράδυ πήγε εκεί ο δοσίλογος Πρόεδρος γειτονικού χωριού. Μίλησε στους χωρικούς. Τους είπε να μη φύγει κανείς από το σπίτι του γιατί θα έρχονταν την επόμενη οι Γερμανοί για γυμνάσια. Όποιος έμενε δεν θα είχε τίποτα να φοβηθεί. Όποιος έφευγε θα πλήρωνε ακριβά την αποκοτιά του.

Το απόβραδο της άλλης μέρας βρήκε το χωριό πνιγμένο στο θρήνο. Οι Γερμανοί είχαν πράγματι μεταβεί στο Σοκαρά, αλλά όχι για γυμνάσια όπως έλεγε ο προδότης. Είχαν πάει για να σκοτώσουν! Είκοσι εφτά ήρωες ήταν τα νέα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Είκοσι εφτά προγραμμένοι!

nazi

 

Ο Λευτέρης με τη γυναίκα του (2012)

Και ενώ τα σπίτια του Σοκαρά άδειαζαν, και ενώ το μοιρολόι γινόταν απελπισία και η πείνα γινόταν αχώριστος σύντροφος των επιζώντων, μια καινούργια τραγωδία χτυπούσε την πόρτα των Ανδρεαδάκηδων… Κάποιοι είχαν πιστέψει ότι ο Σταύρος είχε λυγίσει. Και ότι είχε αποκαλύψει τα ονόματα των οργανωμένων στην αντίσταση. Το τίμημα βαρύ, ασήκωτο. Δεν έφτανε η συμφορά και το μοιρολόι. Ήρθε η υποψία να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας. Τέτοιες εποχές κανείς δεν κάθεται να σκεφτεί. Αποδείξεις εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν.

Κάπως έτσι κορυφώθηκε η τραγωδία του 1944. Ο νεκρός ήρωας θα μπορούσε να γίνει φαρμακός. Και είναι αλήθεια ότι μια βαριά σιωπή σκέπασε για δεκαετίες ολόκληρες τη μνήμη του.

Λέει ο Γιώργος Καρτσωνάκης:

-Αν είχε ομολογήσει ο Σταύρος, τότε θα είχαν πιάσει τους ιθύνοντες του ΕΑΜ. Αλλά αυτούς δεν τους έπιασαν. Όλοι ξέρουν σήμερα ποιοι ήταν εκείνοι που προκάλεσαν τη σφαγή του Σοκαρά. Ο κατάλογος των προγραφών συντασσόταν για κάμποσους μήνες.

Η αποκάλυψη των μαρτυρικών καταθέσεων στο δικαστήριο των δοσιλόγων έδωσε νέα δυναμική στην ιστορία. Και νέα πνοή στη μνήμη. Την ανάστησε. Ναι, εξήντα πέντε χρόνια μετά. Το 2009, με πρωτοβουλία των Σοκαριανών, που μπορούν να περηφανεύονται σήμερα για όλους τους ήρωες τους. Και για τον Σταύρο…

Νομικό παράδοξο

Η δολοφονία του Ανδρεαδάκη έμεινε ατιμώρητη. Το δικαστήριο των δοσιλόγων που συνεδρίασε μετά την απελευθέρωση, στις 14 Μαρτίου 1946, ήξερε απλά ότι είχαν σκοτώσει ένα παιδί κοντά στο Βρέλη. Κατηγορούμενος για τη δολοφονία ο συνεργάτης των Γερμανών Μαγιάσης. Το δικαστήριο τον απάλλαξε. Όχι επειδή δεν συμμετείχε στο αποτροπιαστικό έγκλημα, αλλά… επειδή τάχατες δεν ήταν γνωστό το όνομα του θύματος. Ο Καρτσωνάκης αποκαλύπτει το σχετικό επίσημο έγγραφο και ρίχνει περισσότερο φως στην τραγωδία:

«Το δικαστήριον κηρύσσει τον κατηγορούμενο Ν. Μαγιάση αθώο λόγω αμφιβολιών της κατηγορίας ότι εξετέλεσε, μετά Γερμανού στρατιώτου, κατ΄ Αύγουστον 1944, μεταξύ Μοιρών και Αγίου Αντωνίου, ένα παιδί ηλικίας 18-19 ετών αγνώστου ονοματεπωνύμου, με την κατηγορία ότι απέκρυπτε όπλα…»

Και συνεχίζει ο φιλίστορας δικηγόρος:

«Στα παγκόσμια ποινικά χρονικά δεν υπάρχει παρόμοιο φαινόμενο, να έχομε έναν άνθρωπο, που βρίσκεται νεκρός σε συγκεκριμένο τόπο, που προσδιορίστηκε η ηλικία του και ο χρόνος του θανάτου, που αποκαλύφθηκε η αιτία για την οποία συνελήφθη και εκτελέστηκε, να παραπέμπεται με βούλευμα κατηγορούμενος για τον φόνο αυτό και η ανάκριση, ο Εισαγγελέας (τότε λεγόταν ειδικός Επίτροπος) και τελικώς και το δικαστήριο […] να αναφέρει ότι το θύμα είναι αγνώστου ονοματεπωνύμου…»

Εν ολίγοις: Δεν υπάρχει όνομα, άρα δεν υπάρχει… έγκλημα! Η αλήθεια, βέβαια, δεν είναι αυτή. Το όνομα ήταν γνωστό από άλλες υποθέσεις.

Όσο για τον Μαγιάση … Αυτός καταδικάστηκε πολλές φορές σε θάνατο για τα αναρίθμητα εγκλήματά του. Αλλά δεν πρόλαβαν να τον εκτελέσουν. Τον έσφαξε ένας Ανωγειανός, ο Βρέντζος ή Τηγανίτης, μέσα στο ίδιο το δικαστήριο!

Γράφε Ιστορία τα ψέματά σου αράδα

Καθώς βαδίζω στους δρόμους του Σοκαρά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να σιγοψιθυρίζει τους γνωστούς στίχους του Βάρναλη:

Γράψε ιστορία τα ψέματά σου αράδα

και βλόγα τον φονιά, βρίζε το θύμα…

Είναι τραγωδία ο βασανιστικός θάνατος ενός ανθρώπου. Είναι μεγαλύτερη τραγωδία να τον βαραίνει μια αναπόδεικτη υποψία.

Χρειάστηκε να περάσουν εξήντα πέντε χρόνια μέχρι την τελική αποκατάσταση του ήρωα. Η κάθαρση θυμίζει σκηνικό αρχαίας τραγωδίας. Ο ήρωας μπορεί να αναπαύεται πλέον. Ως ήρωας!

Η ιστορία που δεν διδάσκεται:

Την ιστορία του Σταύρου Ανδρεαδάκη θα πρέπει να τη διδάσκονται τα παιδιά στα σχολεία. Όχι μόνο στα ελληνικά, στα σχολεία όλου του κόσμου, και κυρίως της Γερμανίας, θα πρέπει να διδάσκεται. Για να μαθαίνουν οι μελλοντικές γενιές των ανθρώπων πόση δύναμη και πόσο κουράγιο μπορεί να κρύβει η καρδιά ενός δεκαοκτάχρονου παιδιού. Για να καταλάβουν πόση αγριότητα και απανθρωπιά μπορούν να κρύβουν οι ψυχές των ναζιστικών ανδρείκελων.

Σταύρος Ανδρεαδάκης, ετών 18. Ένας ήρωας που τον αγνόησε η ιστορία, τον περιφρόνησε η κοινωνία και τον τιμώρησε η πολιτεία!

Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με πόση περιφρόνηση αντιμετώπισε εκείνους που του έβγαζαν ένα – ένα τα δόντια. Του έκοβαν ένα – ένα τα δάκτυλα. Του έκοψαν (μάλλον με τσεκούρια) τα πόδια.

Κανείς δεν θα μάθει τα τελευταία λόγια ενός παλικαριού που αγαπούσε τη ζωή. Και τη λευτεριά. Μπορούμε μόνο να τα μαντέψομε.

Νίκος Ψιλάκης

Πηγή: karmanor.gr

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη