Πολλοί θυμούνται τις δεκαετίες από το ’60 και πίσω, ήντα πάθη περνούσανε τα κοπέλια όταν πρωτομπαίνανε στο δημοτικό σκολιό, για να μάθουνε γράμματα, κυρίως πρώτη και Δευτέρα τάξη!


Τα πχια πολλά, δεν τα θέλανε τα γράμματα, η δε τα παίρνανε, γιατι ήτονε καρβούνι, και βάσανο μεγάλο!

Στανικώς ετρέχανε, με χαρά εφεύγανε!

Στο σκολειό, πηγαίναμε πρωί και απόγεμα, και τα Σάββατα!

Και επεδή όλα ήταν υποχρεωτικά, και ο εκκλησιασμός, και οι παρελάσεις και τα πάντα, ενόμιζαν και πως υποχρεωτικα θα μας μας κάνανε όλους ”δασκάλους”!

Ο νούς τως τω κοπελιώ στο παιγνίδι, τη σκλαβιά και το μπιζ μπώλ!

‘’Και ήντα κοντό τα θέλω τα γράμματα?

Ήλεγε το κοπέλι, γραμματικός θα γενώ, γη παπάς?

Συνήθως, αυτά τα δυο επαγγέλματα στο χωριό, εθέλανε γράμματα””, τα άλλα επαγγέλματα του χωριού, δεν απαιτούσανε τέθεια πράματα!

Όσο για την αριθμητική, τη μάθαιναν τέλια στη ….κολιτσίνα!

Ρώταγες ένα μορφωμένο πόσο κάνει 7 και 5 και 8 και 12 και 13 και 9, εχαλικούτιζε, και ήκανε μια ώρα να σου απαντήσει!

Ρώταγες το κοπέλι απού είχε μάθει καλή κολιτσίνα, και σου απαντούσε στο φτερό τσι λογαργιασμούς!

Δεν άνοιγε εύκολα η κεφάλα πολλώ κοπελιώ να μπούνε μέσα τα γράμματα.

Ετρέχανε μεν φορτωμένα με τη πάνινη ντάσκα στον ώμο, μα πράμα δεν εσκοτώνανε μια μπάρτε ντως!

Τι στο πίνακα η στη ξύλινη πλάκα τους δείχνανε οι δασκάλοι, τι στο σπίτι οι μανάδες τους με τα δαχτύλια, η με τα πηρούνια η με ξυλάκια που κόβανε από την ελιά, πράμα δεν εσκοτώνανε!

Τι στο χωράφι άφηνε ο πατέρας το αλέτρι και προσπαθούσε να δείξει του κοπελιού.

Έγραφε νε με το δαχτύλι ντου στο χώμα, αριθμούς η ζωγραφίζε γράμματα, να δόσει του κοπελιού να καταλάβει, πάλι δροσά!

Ντουργουντζές ήτανε η αριθμητική, και πχοιός διάολος την εφηύρε σκεφτότανε τα πχια πολλά κοπέλια!

Μα και τα γράμματα τση αλφαβήτας? ΟΙ αριθμοί ήτονε δέκα μα τα γράμματα 24!

Πώς να γράψει το κοπέλι τη λέξη ‘’λαγός’’!

Γρίκα επαέ! Του αρμηνεύγει ο κύρης του, μη σε τρομάζει, εύκολο είναι.

ΛΟΥ και Α , ΛΑ! Γου και Ο, ΓΟ, Ούλο μαζί?

-Λούγα, απαντούσε το κοπέλι!

-Λαγό ηλίθιε! Ηλίθιο κατασκεύασμα!

Άντε πχιάσε εκειέ τη σκαλίδα να σπάς σκιάς εκειέ τσι βόλους, μα δεν είσαι συ για ελέησι!

Η παραγγελειά στο δάσκαλο, ήτονε:

Δάσκαλε!

Α δε διαβάζει, και α δε προσέχει το κοπέλι μου στο μάθημα, να μη λυπηθείς δάσκαλε τσι ξυλιές!

Σου δίδω την άδεια να το σπάσεις στο ξύλο, μόνο τα κόκαλα θέλω γερά!

Πολλοί δασκάλοι, δύσκολα μπορούσαν να κουλαντρίσουν τα κοπέλια, που τα πχιό πολλά ήτονε ζωηρά, και όσα δεν τα παίρνανε τα γράμματα και πομένενε συνέχεια στην ίδια τάξη, ητονε μπλιό μεγάλα, ξετελεμένοι ντελικανίδες!

Τρείς χρονιές στη Πρώτη τάξη, άλλες δυο στη Δευτέρα, ήτονε με τα μουστάκια μπλιό, και τα ‘ χανε και καθότανε στα τελευταία θρανία.

Αντί να ξανοίγουν τα βιβλία οντε έλεγε ο δάσκαλος το μάθημα, εκείνα ξενοίγανε τσι κοπελιές!

Οι κοπελιές με τα βυζά μεγάλα, στσι πρώτες τάξεις, απο κειά τσι παντρεύγανε όσες μένανε συνέχεια στην ίδια τάξη!

-Μα ήντα κακορίζικα έρχεστε επαέ και κάνετε;

Ηντα τα θέτε τα γράμματα αφού θα πάτε βοσκάκια!

Μια κακορίζικα και κουβαλιέστε επαε πέρα, μάθετε τουλάχιστο λίγη αναγνωσούλα, λίγη αριθμητική, να μη σασε ρίχνουνε στο ζύγι!

Ελεγε ο δάσκαλος απογοητευμένος…

Ήτονε βέβαια και τα καλά ”δασκάλια”, τα διαβαστερά, σα τα …φασόλια τα βραστερά, απου βράζουν με τη πρώτη!

Το μάθημα το λέγανε φαρσί και κουτσουνάρι, με δυνατή και καθαρή φωνή, και σπάγανε τα νεύρα των αλλωνώ!

-Μπράβο Στελίτασα! παίρνεις άριστα, δέκα με τόνο!

Εσύ μόνο θα προκόψεις! Εσύ θα γενείς δασκάλα! Έλεγε ο δάσκαλος!

Δε μπορούσαν να καταλάβουν τα άλλα κοπέλια, πως ένα ”βλαμένο” παίρνει άριστα, και θα προκόψει…

Πολλά κοπέλια είχανε ξεβαρεθεί το κύρη ντως, να τωσε λέει:

-Γειάε κακομοίρη μου, ξάνοιξε να ανοίξεις τα μάθια σου και να διαβάζεις, αλλοιώς θα τρέχεις εκειά στο Δημοτικό, ισα με να βγάλεις τσι μουστάκες!

Δε με νοιάζει, ανε μ-πομένεις και κάθε χρόνο!

Από κειά θα σε πάρουνε φαντάρο!

Πχιό παλιά τα πράγματα ήταν χειρότερα, τότε όμως δεν τα τρέχανε στα γράμματα ούλα τα κοπέλια, στο γυμνάσιο πηγαίνανε μόνο τον πρώτο γιό.

Άλλα σταματούσανε στη Δευτέρα, άλλα στην Τρίτη η στη Τετάρτη τάξη, ειδικά όσα έτυχαν στη κατοχή να πηγαίνουν Δημοτικό.

Τότε οι γονέοι των πατεράδων μας, δεν πολυσκοτωνόταν να τους μάθουν γράμματα, για αυτό και οι γονείς της δικιά μας γενιάς, είχαν αυτό το διακαή πόθο να μάθουν εμάς γράμματα, και να παρατήσουμε τη σκαλίδα και το αλέτρι, και να βγάζουμε το ψωμί μας πχιά ξεκούραστα!

Οι άλλοι, που δε τα παίρνανε τα γράμματα, λέγανε, ας κάνουν ότι θέλουν, το βοσκό, το ζευγά, το τζαγκάλαρη το σωμαρά, το ράφτη, τον αμπελικό, τον έμπορα, είχαν επαγγέλματα να διαλέξουν!

Βέβαια το κοπέλι απού δεν ήπερνε τα γράμματα, δεν εσήμαινε και πως δεν ήταν εργατικά και προκομμένα !

Το αντίθετο μάλιστα!

Απλά ο καταπιεστικός τρόπος μάθησης τα έκανε να τα μισούν.

Αργότερα εγενήκανε μεγάλοι εμπόροι, καλοί μαστόροι, και δεν επεινάσανε.

Κείμενο – φωτογραφίες: Χουστουλάκης Γεώργιος