Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Από τη σπορά στο θέρος

Δημοσιεύτηκε

στις

Προς τα τέλη του Νοέμβρη ο γεωργός τελείωνε τη σπορά όλων των ειδών των καρπών, που έσπερνε για να φυτρώσουν, να μεγαλώσουν και όταν πλέον θα έφθανε ο μήνας Μάιος ή ο Ιούνιος, να θερίσει και να πάρει σε πολλαπλάσιο τους πολύτιμους καρπούς των


Αλλά για να πάρει σε πολλαπλάσιο όμως τους καρπούς αυτούς, θα έπρεπε να σπείρει υγιείς καρπούς , από καλές ποικιλίες, απαλλαγμένες από τυχών παράσιτα, ενώ τα χωράφια να είναι ”γεννήτρικα” και εάν είναι δυνατόν να μην έχουν ξανασπαρθεί με το ίδιο είδος καρπού τη προηγούμενη χρονιά.

Το μαρτυρούσαν ξεκάθαρα οι λαϊκές παροιμίες: ”Ότι σπείρεις θα θερίσεις” και ”όπου κουκίσεις να μη δικουκίσεις κι ανέ δικουκίσεις να μη ξανακουκίσεις.
Δεν έφθαναν όμως μόνο αυτά.

Ο γεωργός κατά την εποχή που τα σπαρτά άρχιζαν να μεγαλώνουν, τα επισκεπτόταν σε ταχτικά χρονικά διαστήματα και όσα σπαρτά δεν είχαν ικανοποιητική ανάπτυξη, τους έβαζε από λίγο λίπασμα, ως επί το πλείστον, νίτρο.
Όσα δε σπαρτά είχαν κάποια παράσιτα, που θα τους προκαλούσαν ζημιά, τα ξερίζωνε.

Τα κυριότερα από αυτά τα παράσιτα ήταν, οι λαψανίδες, οι βρούβες και οι φουσκιές.

Και τα τρία αυτά παράσιτα, με τον υπερβολικό όγκο που διέθεταν, αποδυνάμωναν και εκτόπιζαν πολλά φύτρα καρπού γύρω τους, με αποτέλεσμα την ελάττωση της προβλεπόμενης παραγωγής.

Ειδικά όσα σπαρτά είχαν φουσκιές, όταν τις ξερίζωναν έλεγαν ότι, ”σήμερα ξεφουσκίζαμε το σπαρμένο”, με συνέπεια να προέλθει η φράση: ”ταχιά θα ν-έρθω να σου ξεφουσκίζω μια ν-ημέρα”.

Στα σπαρτά μέσα φύτρωναν και άλλα παράσιτα, όπως η ήρα, την οποία την ξεχώριζαν από το σιτάρι κυρίως, μετά τον αλωνισμό.

Φύτρωνε όμως και ένα είδος σπαρτού, που ήταν χολεριασμένο σπαρτό, από τον ίδιο το σπόρο προερχόμενο, με μαύρη ”καρκινωμένη” κεφαλή, που την περιέβαλε ένα είδος μαύρης μουζουδιάς, τα λεγόμενα μουζωτήρια.

Με αυτά τα μουζωτήρια, τα μικρά παιδιά, τα παλιά τα χρόνια, έβαφαν το πρόσωπο τους την ημέρα της αποκριάς και της Καθαρής Δευτέρας.

Αυτή η μουζουδιά ήταν ακίνδυνη στα πρόσωπα των παιδιών και έβγαινε με λίγο μόνο καθαρό νερό.
Και ενώ ο γεωργός έκανε όλες αυτές τις εργασίες, πέρναγε ο καιρός και έφθανε η εποχή, να θερίσει και να σοδιάσει τους καρπούς.

Τους πρώτους καρπούς που σόδιαζε ήταν τα κουκιά κατά το μήνα Μάιο.
Τα κουκιά τα έκανε δεμάτια, τα φόρτωνε στο γάιδαρο, τα πήγαινε στο σπίτι, και τα ανέβαζε στη συνέχεια πάνω στο δώμα του σπιτιού του, χρησιμοποιώντας την ανεμόσκαλα.

Εκεί μαδούσε τα λουβιά από τις κουκιές, και στη συνέχεια τα άπλωνε και τα άφηνε αρκετό καιρό για να ξεραθούν καλά.

Μετά που ξεραίνονταν καλά, τα κατέβαζε κάτω και τα κοπάνιζε με τη κοπανίδα, τα περνούσε από το βολλίστρα να καθαριστούν τα κουκιά και στη συνέχεια τα έβαζε στο πιθάρι για να τα τρώνε το χειμώνα. Μέσα στο πιθάρι και πάνω από τα κουκιά, έβαζε διάφορα ξερά αρωματικά φυτά, όπως είναι η φασκομηλιά, για να μην σκουληκιάζουν. Τις δε κουκιές τις φύλαγε στον αχεργιώνα, να τις τρώνε οι αίγες.

Στη συνέχεια, μετά τα κουκιά, σειρά είχαν να μαζευτούν, η φακή, η φάβα, το μπίζ, οι καμπιλιές, τα μπιζέλια και ο ήμερος αρακάς.

Έπαιρναν σειρά στη συνέχεια ο άγριος αρακάς, το λαθούρι και το ρόβι, που είχαν προορισμό να γίνουν τροφή των ζώων.

Όλα αυτά τα θέριζε με τα χέρια, χρησιμοποιώντας το δρεπάνι. Στη συνέχεια τα έκανε δεμάτια και τα πήγαινε στ’ αλώνι, τα έκανε θημωνιές και τα αλώνευε την εποχή του αλωνισμού.

Έφθανε ως τόσο και ο Ιούνιος (μήνας θεριστής).

Με τρεις λέξεις θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το νόημα της δουλειάς που επακολουθούσε: ”θέρος – τρύγος – πόλεμος”, και θέλει να τονίσει μ’ αυτό πως, όπως στο πόλεμο χρειάζεται ετοιμότητα και γρηγοράδα, γιατί ο εχθρός δεν περιμένει, έτσι και για το θέρισμα και για το τρύγο χρειάζονταν πολλά χέρια και ασβελτωσίνη.

Χρειάζονταν πολλά χέρια και ασβελτωσίνη, για να μαζευτούν τη κατάλληλη ώρα, ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα.

Ποτέ δεν ξεκίναγαν το θερισμό ημέρα Τρίτη, αντίθετα με το Σάββατο που άρχιζαν μεν, αλλά δεν τέλειωναν το θέρος τέτοια μέρα.

Συνήθως ξεκίναγαν το θερισμό ημέρα Δευτέρα.

Πρίχου ακόμα ξημερώσει, και ενώ είχαν υγρασία τα σπαρτά από τη δροσιά της νύχτας, κάποιος έφευγε πρώτος από το σπίτι και βρισκόταν στο χωράφι που ήταν τα σπαρτά, και ξερίζωνε τα πιο μακριά και πιο δροσερά από αυτά και στη συνέχεια έφτιαχνε τα λεγόμενα δεματικά ή λιγοδέτες.

Μετά τα σκέπαζε με μια πατανία, αφού πιο μπροστά τους είχε ρίξει λίγο νερό. Τα δεματικά αυτά τα χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια της ημέρας για να δένουν το σπαρμένο σε δεμάτια.

Μόλις ξημέρωνε, όλοι μικροί μεγάλοι ήταν στο πόδι για να πάνε στο θερισμό, σε αυτή τη μεγάλη γιορτή της χρονιάς, που κανείς δεν έμενε στο σπίτι. Ακόμα και το μωροκόπελο παίρνανε, που του έμελλε στη συνέχεια να γίνει το σαμάρι του γαϊδάρου, η κούνια του.

Όλοι ξεκινούσαν με όρεξη, με το καλοακονισμένο δικό του δρεπάνι ο καθένας, που στο ξύλινο χερούλι του είχε γράψει τα αρχικά γράμματα του ονόματος του, για να να μην μπερδεύεται με των άλλων το δρεπάνι.

Ο καθένας δηλαδή είχε το αποκλειστικό δικό του δρεπάνι.

Το σταμνί γεμάτο κρύο νερό, ντυμένο με ένα βρεγμένο πανί, τη βούργια με το ψωμί, το τυρί, τις ελιές, και το φαγητό που θα μαγείρευαν το μεσημέρι, όλα κρεμασμένα στο γάιδαρο, καθώς και ένα σκαπέτι που προορισμό είχε να ανοίξουν στο χωράφι ένα βαθύ λάκκο, να ανάψουν το μεσημέρι φωτιά για να μαγειρέψουν.

Στα σκαρβέλια του γαϊδάρου ήταν δεμένες με τα σχοινιά οι αίγες, που το γάλα τους θα αποτελούσε το κολατσιό της ημέρας.

Όλη η παρέα έφθανε με την ανατολή του ηλίου στο χωράφι, που τα χρυσοκίτρινα σκυμμένα στάχυα σχημάτιζαν μια κυματιστή θάλασσα.

Ένας έδενε το γάιδαρο και τις αίγες πιο πέρα στους ξερονόμους, ενώ ένας άλλος άνοιγε ένα βαθύ στενόμακρο λάκκο, που προορισμό είχε να στηθεί η παραστιά, ενώ όλοι μαζί άρχιζαν το μεγάλο έργο, με τα δρεπάνια στα χέρια, το θερισμό.

Θέριζαν πάντοτε τα σπαρτά με τη σειρά που ωρίμαζαν.

Πρώτα ωρίμαζε το κριθάρι, μετά το σιτάρι και πολύ αργότερα η ταγή.

Ο συναγωνισμός ήταν πολύ μεγάλος, γιατί όποιος θέριζε το περισσότερο σπαρμένο, τον αποκαλούσαν πρωτοθεριστή.

Οι θεριστάδες έπιαναν με το αριστερό χέρι μάτσο μάτσο τα φύτρα, τα έκοβαν κοντά στη ρίζα με το δρεπάνι που κρατούσαν με το δεξί τους χέρι και έκαναν μικρές αγκαλιές. Οι αγκαλιές λίγο αργότερα ήταν πάρα πολλές.

Συνήθως ένας άνδρας τις συγκέντρωνε, τις τοποθετούσε την μία πάνω στην άλλη, μια τα στάχυα απ’ εδώ και μια απ’ εκεί και έφτιαχνε μεγάλα δεμάτια που τα έδενε με τα δεματικά.

Τα δεμάτια συγκεντρωνόταν το ένα δίπλα στο άλλο, συνήθως σε εξάδες.

Τις εξάδες τις ονόμαζαν γομάρια και ήταν το φορτίο που φόρτωναν τη κάθε φορά στο γάιδαρο, για να το μεταφέρουν στ’ αλώνι, για τον αλωνισμό.

Λίγο πριν το μεσημέρι, άναβαν τη φωτιά στο μεγάλο λάκκο που εκ των πρωτέρων είχαν ανοίξει, για να ψήσουν το μεσημεριανό φαγητό, που όλοι μαζί λίγο αργότερα κάθιζαν να απολαύσουν, να ποιούν τα κρασιά τους και να περιμένουν λίγο να αλλάξει η μέρα, να πέσει λίγο η θερμοκρασία και να συνεχίσουν.

Δεν ήτανε λίγες οι φορές που ενώ η θερίστρα θέριζε, ξαφνιαζόταν απότομα από το ξεπέταγμα του λαγού, που τη κοιμηθιά του είχενε μέσα στο σπαρμένο.

Ούτε λίγες ήτανε οι φορές, που συναντούσαν φωλιές τρουλιτών, που άλλες είχαν αυγά, άλλες μικρά αμάλλιαστα τρουλιτάκια και άλλες τρουλιτάκια έτοιμα να κάμουν το παρθενικό τους πέταγμα.

Τα μεγάλα συνήθως αυτά τρουλιτάκια, δεν θα είχαν τη τύχη ποτέ να πετάξουν, καθ’ όσον τα παίρνανε το βράδυ στα σπίτια τους και αποτελούσαν ένα συμπλήρωμα του βραδινού φαγητού τους.

Το βράδυ επακολουθούσε η επιστροφή στο σπίτι, με κέφι και τραγούδι.

Το κέφι ήταν μεγαλύτερο, όσο πιο καλά ήταν τα σπαρτά που θέριζαν.

Ο θερισμός τελείωνε με πολλές ευχές, για καλό αλωνισμό και να είναι και του χρόνου όλοι τους γεροί.

Δεν παρέλειπαν όμως πριν να τελειώσουν το θερισμό, να φτιάξουν ένα σταυρό από στάχυα και να το κρεμάσουν στο εικονοστάσι του σπιτιού τους.

Ως τόσο άφηναν ένα πολύ μικρό κομμάτι άθερο, για να έχουν πάρτε και τα πετούμενα πουλιά του ουρανού.

Παροιμίες του λαού μας σχετικές με το θέρος υπάρχουνε πολλές.
Μερικές από αυτές είναι οι παρακάτω:

* Ότι σπείρεις θα θερίσεις.
* Να βγει το νάμι του θεριστή κι ας θέτει να κοιμάται.
* Απρίλης Μάης κοντά το θέρος.
* Να κάμει ο Μάρτης δυο νερά κι’ Απρίλης άλλο ένα, χαράς εκείνο το γεωργό που ‘χει πολλά σπαρμένα.
* Ο Ιούνης τα θερίζει κι ο Ιούλης τ’ αλωνίζει.
* Θεριστής τεμπέλης, όλο κατουργέται.
* Ανεβάστα γριά το γέρο να τελειώσουμε το θέρος και σα θα τ’ αποθερίσουμε θα πα να τον τσουρίσουμε.
* Και συ καλό χερόβολο και ‘γω καλό δεμάτι.

Σ’ αυτό το σημείο τελειώνοντας το κεφάλαιο του θερισμού, θα ήθελα να αναφέρω ότι στο χωριό μου, το χωριό Γαλιά, είχε προγραμματιστεί να γίνει φέτος, παραδοσιακός θερισμός και αλωνισμός, αφού είχαμε σπείρει από το Φθινόπωρο διάφορα σπαρτά σε μεγάλη έκταση όπως είναι, σιτάρι και μάλιστα το ζέα, σπείραμε επίσης μπίζ, κουκιά και ρεβίθια.

Όλοι μας όμως γνωρίζομε, το αρχαίο ρητό, πως: ” Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων άλλα δε θεός κελεύει”, που σημαίνει, “Άλλα τα σχέδια των ανθρώπων κι άλλες οι προσταγές του θεού”.

Το ίδιο δυστυχώς συνέβη και στη περίπτωση τη δική μας και ο Θεός πρόσταξε και πήρε μαζί του, την αγαπητή 62άχρονη Ελένη, που και αυτή ήταν ενεργό μέλος σ’ αυτή την όλη προσπάθεια που κάναμε, για να αναβιώσουμε αυτά τα παλιά έθιμα.

Ένεκα τούτου, όλοι εμείς οι Γαλιανοί σκεπτόμενοι, αποφασίσαμε ομόφωνα να τιμήσουμε τη μνήμη της και γι’ αυτό ακυρώσαμε και τον θερισμό και τον αλωνισμό.

Αποφασίσαμε επίσης να δώσουμε τα σπαρτά που έχουμε σπείρει, σε άπορες οικογένειες, για να τα θερίσουν και να πάρουν τους πολύτιμους καρπούς των, για να αναπαύσει ο Θεός την ψυχή της.
Νά ‘ναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει.

Σύνταξη κειμένου – φωτογραφικό υλικό: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι μάγειροι στα χωριά της Μεσαράς τα ελιά χρόνια

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι παραδοσιακοί μάγειροι της Κρήτης, ήταν άνθρωποι με φυσικό ταλέντο, με αυξημένη αντίληψη, και με γνώσεις που είχαν μεταδοθεί σε αυτούς από περασμένες γενιές


Οι μάγειροι βοηθούσαν σε γάμους, αρραβώνες βαφτίσεις, εκκλησιαστικές γιορτές σε πανηγύρια, σε ζεύκι, και γενικά σε μεγάλα γλέντια, που οι δουλειά τους ήταν οι ετοιμασίες που σχετίζονται με το μαγείρεμα. Πολλοί στην Κρήτη πίστευαν ότι το μαγείρεμα κανονικά είναι «αντρική υπόθεση», και αυτό το στήριζαν στην αυξημένη αντίληψη, αλλά και αγάπη που είχαν οι άνδρες κάποιο στον τομέα αυτόν. Βέβαια στη μαγειρική στους γάμους πολλές φορές υπήρχαν και γυναίκες, εξ ίσου άξιες και ικανές, που η φήμη τους φτάνει και μέχρι των ημερών μας. Όλοι οι μάγειροι χωρίζονταν σε δύο βασικές κατηγορίες, οι μάγειροι «στο κελαρικό», και οι μάγειροι «στον ξυλοφουρνο». Κοντά στους μάγειρες στα γλέντια είχαμε και τους παραδοσιακούς σερβιτόρους που βοήθαγαν και εκείνοι γενικά στις δουλειές όπως και οι γυναίκες, αλλά κύρια δουλειά τους ήταν το σερβίρισμα.

Στο κελαρικο

Ο άνθρωπος που είχε ειδικά καθήκοντα αλλά και τις γνώσεις να ξεχωρίζει τα κρέατα ανά κατηγορία, λεγόταν «Κελάρης» και η δουλειά του να αναλαμβάνει το λεγόμενο «κελαρικο». Ο Κελάρης ήταν απαραίτητος, και κυρίως στους γάμους, αλλά και σε κάθε εκδήλωση που περιελάμβανε συνεστίαση, γιατί ήταν εκείνος που παρελάμβανε όλα τα κρεατικά από τα κανίσκια, και ξεχώριζε ποια είναι κατάλληλα για την περίσταση. Ξεχώριζε δηλαδή Ο Κελάρης, ποια προορίζονται για ψητά, ποια κάνουν για βραστά και ποια για οφτά ή ψητά.
Τα βραστά θα μπουν σε καζάνια στη παρασθιά, τα ψητά θα μπουν στα ταψιά με πατάτες και στο φούρνο, ενώ τα οφτά σε ταψιά με κλιματόβεργες. Κάθε καλεσμένος στο γάμο, στο κανίκι του μπορεί να είχε εκτός των άλλων και κρέας, συνήθως ένα γουλίδι, μισό αρνί ή ολόκληρο, ανάλογα την συγγένεια, και αμέσως το παρελάμβανε ο Κελάρης. Αρχικά τα κρέατα της ημέρας τα κρεμούσε προσωρινά στα τσιγκέλια, τα οποία βρισκόταν είτε σε κάποιο δένδρο με δροσερό ίσκιο, είτε σε κάποιο ελεύθερο δροσερό δωμάτιο, αποθήκη κλπ. Εκεί ο κελάρης τα ξεχώριζε σε κατηγορίες, όπως αναφέραμε παραπάνω. Επειδή ακριβώς ήθελε η δουλειά αυτή άνθρωπο με μεγάλη εμπειρία να τα κάνει όλα αυτά, για αυτό δεν αναλάμβανε κανείς άλλος, πέραν του κελάρη.
Στο χωριό μας τη Γαλιά είχαμε την τύχη να έχουμε ικανούς κελάρηδες , και ο καλύτερος στο είδος του ήταν σίγουρα ο γνωστός σε όλους Μανώλης Ζαχαριουδάκης η «Κελάρης» όπως τον αποκαλούσαν, επίσης και ο Μανώλης Μαραγκάκης ή « Μαραγκομανωλης».
Ο Μανώλης ο Κελάρης της Γαλιάς που απεβίωσε μάλιστα πρόσφατα, είχε βοηθήσει με τις υπηρεσίες του σε πολλούς γάμους στο χωριό μας. Οι βοήθεια των μαγείρων, και των κελάρηδων γινόταν εθελοντικά και χωρίς πληρωμή. Ο Κελάρης της Γαλιάς ο Μανώλης, είχε βοηθήσει σε πολλά οικογενειακά τραπέζια γάμων και βαφτίσεων, που είναι βέβαιο ότι σε όλους εμάς θα μείνουν αξέχαστα!
Υπάρχει και μια παροιμία του λαού της Κρήτης, και μάλιστα πολύ γνωστή, που λέει:
«Α που ‘καμε ηγούμενος, ήκαμε και κελάρης»!
Η παροιμία ασφαλώς θέλει να πει, πως για να φθάσει κάποιος ψηλά, όπως ένας Ηγούμενος, πέρασε πρώτα και από τα χαμηλά στάδια, όπως το να βοηθάει στο μαγείρεμα, να σερβίρει κλπ. Από χαμηλά ξεκινά συνήθως κάποιος για να μπορέσει να φθάσει ψηλά, εννοεί ο λαός μας.

Στο ξυλοφουρνο

Ο μάγειρας που θα ανελάμβανε τις δουλειές του ξυλόφουρνου, ήθελε και αυτός να έχει αρκετή πείρα! Έπρεπε ανάλογα τα φαγητά στα ταψιά, ανάλογα τα κρέατα, να είναι σε θέση να γνωρίζει το πόσο δυνατό θα κάνει το φούρνο, βάζοντας τα κατάλληλα ξύλα, αλλά και πόση ώρα θα έχει μέσα τα ταψιά, και κάθε πόση ώρα θα τα γυρίζει να ψηθούν και από κάτω. Ένας έμπειρος στο είδος του στη Γαλιά ψήστης δηλαδή, ήταν ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης, η «Ντουιντομανώλης».
Σπουδαίος μάγειρας ήταν και ο Καργάκης Ζαχαρίας από το Μονόχωρο ή Καργοζαχάρης . Δεν είναι εύκολο να μπορεί κάποιος να γνωρίζει τι κρέας ακριβώς είναι στο κανίσκι, αν προέρχεται από γέρικο ζώο και το κρέας του είναι σκληρό, ή από νεαρό χρονιάρικο ή βυζαστάρι , οπότε εξαρτάται και τι χρόνο χρειάζονται κάθε ένα από αυτά στο ψήσιμο.
Ακόμα δύσκολο είναι να είναι σε θέση να μπορεί ένας μάγειρας να βγάλει τις σωστές μερίδες, ανάλογα τους καλεσμένους να ξέρει τι ποσότητα φαγητού να ετοιμάσει.
Οι μάγειροι που ειδικεύονται στον ξυλόφουρνο, είχαν την ικανότητα να φτιάχνουν κρεατικά με πατάτες, αλλά και ψητά σωστά αλατοπιπερωμένα πάλι σε ταψιά, αλλά στον πάτο του ταψιού είχαν τοποθετήσει κλιματόβεργες. Πάνω εκεί ακουμπούσαν τα γουλίδια, και αφότου ψηνόταν, είχαν το χαρακτηριστικό άρωμα του ψητού κρέατος, που στη Κρήτη πάντα είχε την τιμητική του.

 

Από την άλλη, οι μάγειροι στα χωριά, αναλάμβαναν και τα καζάνια για τα βραστά, τα γαμοπίλαφα, και πιο παλιά «τα ροβίθια με τη κοιλιά γιαχνί», που χρόνια τώρα έχει εγκαταλειφθεί. Υπήρχαν και γυναίκες μαγείρισσες για τα βραστά, που έκαναν απίστευτες νοστιμιές, ακόμα και πατάτες που τις τηγάνιζαν σε μπόλικο λάδι αλλά στο καζάνι που τοποθετούσαν στην παρασθιά. Οι πατάτες ψηνόταν στο καυτό λάδι, φούσκωναν, έκαναν δέρμα απ ‘έξω, και είχαν φανταστική γεύση!
Οι μάγειροι στα χωριά ακριβώς λόγω πείρας, πάντα κατάφερναν και έβγαζαν ασπροπρόσωπους τους ανθρώπους που έκαναν το γλέντι, ποτέ δεν συνέβη η παραμικρή στραβή σε κανένα φαγοπότι.
Οι άνθρωποι αυτοί που βοηθούσαν στο κελαρικό, στο ψήσιμο και γενικά στα μαγειρέματα και σερβιρίσματα, είναι ευλογημένοι από το Θεό, ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους συνανθρώπους τους, και για αυτό και πάντα ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς από όλους, διότι τους είχαν συνηθίσει σε ευχάριστα γεγονότα.
Σερβιτόροι στα χωριά υπήρχαν περισσότεροι από τους μάγειρες, καθ ότι δεν απαιτούσε η δουλειά αυτή ιδιαίτερες γνώσεις. Πολλοί ήταν εκείνοι που ήταν ταχτικοί στα σερβιρίσματα, και πήγαιναν σε όλους σχεδόν τους γάμους, πέραν εκείνων που βοηθούσαν έκτακτα.
Οι άνθρωποι βέβαια που καλούσαν μάγειρες κελάρηδες και σερβιτόρους, ποτέ δεν τους άφηναν έτσι χωρίς κάποια δώρα στο τέλος. Φεύγοντας τους έδιναν ότι είχαν, συνήθως περισσεύματα από το γάμο, μια μπουκάλα κρασί, κρέας, γαμοκούλουρα κλπ.
Όλα αυτά βέβαια σιγά – σιγά τείνουν να χαθούν, όπως και τα παραδοσιακά γλέντια, και όλα πλέον τα αναλαμβάνει το κέντρο ή η ταβέρνα.
Όμως για εκατοντάδες χρόνια στα χωριά υπήρχε αυτή η ομαδικότητα, και άνθρωποι βοηθούσαν αφιλοκερδώς, που με λίγα λόγια υπήρχε σωστή αλληλεξάρτηση, φιλαλληλία αλλά και αγάπη μεταξύ των συγχωριανών. Ο κόσμος από την καλή σχέση μεταξύ τους, είχε μονάχα να κερδίζει, γιατί πιο πολύ λειτουργούσε η αλληλοβοήθεια παρά η πληρωμή σε χρήμα.
Όσοι πάντως έτυχε να παρευρεθούν καλεσμένοι σε γάμους στα χωριά της Κρήτης, έχουν να το λένε για τις νοστιμιές, αλλά και τη ποικιλία των φαγητών, που μπροστά στη τεχνική των παλιών αυτών μαγείρων, δεν πιάνουν μια οι σημερινοί σεφ της εποχή μας!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η ζωή στο χωριό – Η κλώσσα με τα κλωσσόπουλα

Δημοσιεύτηκε

στις

Όσοι μεγαλώσατε σε χωριό, σίγουρα θα θυμάστε την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα


Όταν μια κότα κάνει το χαρακτηριστικό ήχο κλου- κλου φουντώνοντας τα φτερά της, κάθεται  όλη μέρα στη φωλιά όπου γεννάει τ’ αυγά, σημαίνει οτι θέλει να κλώσσει.

Μάζεψα φρέσκα γονιμοποιημένα αυγά (δηλ.το κοτέτσι πρέπει να έχει κόκκορα) από τις υπόλοιπες κότες.

Σε μια κότα βάζουμε 12 το πολύ 14 αυγά για να μπορεί να τα σκεπάζει, εγώ της έβαλα 10 αυγά γιατί είναι νάνα.

Έβαλα ένα πλαστικό καφάσι με άχυρα μέσα στο κλουβί και της έβαλα μέσα τα αυγά.

Την πρώτη μέρα δεν τα ήθελε γιατί δεν της άρεσε το κλουβί και την έβγαλα έξω μαζί με το καφάσι και αμέσως έκατσε μέσα.

Το βράδυ την έπιασα στον ύπνο κα8 την έβαλα ξανά μέσα στο κλουβί. (Η απομόνωση είναι απαραίτητη για να μπορέσει η κλωσσού να επιβιώσει κα8 στην συναίνεσα και τα μικρά)

Λένε πως οι παλιές νοικοκυρές καθώς πήγαιναν να βάλουν τ’ αυγά στην κλώσσα, φορούσαν μαντήλι για να κάνουν τα μικρά λοφίο (σαν τσαλαπετεινός).

Αν πριν βάλουν τ’αυγά  φορούσαν κάλτσες  τα πουλάκια γινόταν «τσουραπάτα» δηλ. στα πόδια ήταν ντυμένα με  φτερά ως τα δάχτυλα.

Σημείωσα την ημερομηνία και λογικά μετά από 21 μέρες, τ’ αυγά σπάνε με τη βοήθεια της κλώσσας και τα μικρά ξεπροβάλλουν.

Για το λόγο ότι είναι Χειμώνας και κάνει κρύο είχαμε καθυστέρηση και το πρώτο πουλάκι το είδα σε 23 μέρες και σήμερα 24η μερά είχαν ξεπουλιάσει σύνολο πέντε.

Μέσα στο κλουβί τους έχει βάλει ειδικό φύραμα για πουλάκια και αμέσως πηγαίνουν και τρώνε.

Πείτε μου υπάρχει ομορφότερο θέαμα από αυτό;

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Φτιάχνοντας αναψυκτικά στα Ανώγεια το 1962

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι του 1962 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου, στην επιχείριση παραγωγής αναψυκτικών του Γρηγόρη Σαλούστρου


Τα πάντα γίνονταν χειροκίνητα και η κόρη του Παρή ήταν εξπέρ στο κλείσιμο των μπουκαλιών. Οι νεαροί τότε βοηθούσαμε περιστρέφοντας κυρίως την χειροκίνητη αντλία νερού, και πίναμε τα αναψυκτικά που αποτύγχαναν στο κλείσιμο τους. Την διανομή στα καφενεία την έκανε με το γάιδαρο ο Γιώργης Ανδριαδάκης ή Σαουνάτσος.

Στη φωτογραφία από αριστερά είναι η Ανδρονίκη Νικηφόρου Σαλούστρου, ο γράφων μαθητής Γυμνασίου με το πηλήκιο, η Παρή Σαλούστρου στην εμφιάλωση και η Όλγα Κοντόκαλου στα κιβώτια με τα αναψυκτικά.

Μανώλης Δακανάλης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη