Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

565 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Δημοσιεύτηκε

στις

«Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ’ εμόν εστίν ουτ’ άλλου των κατοικούντων εν αυτή, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» (Απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου στον Μωάμεθ Β’)


29 Μαΐου 1453: μία ημερομηνία κομβικής σημασίας για την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια ιστορία, καθώς σηματοδοτεί το τέλος της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που αποτελεί συνώνυμο της ιστορικής πορείας του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Η Άλωση έχει αφήσει το δικό της ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική παράδοση, η οποία για αιώνες μετά θρηνούσε και θρηνεί το τέλος της «Ρωμανίας» και την πτώση της Πόλης των Πόλεων, που αποτέλεσε φάρο φωτός- αλλά και απόρθητο φρούριο, προπύργιο απέναντι στους εξ Ανατολών κινδύνους- εκεί που η Ανατολή συναντούσε τη Δύση, τα χρόνια που στην Ευρώπη κυριαρχούσε ο σκοταδισμός και η οπισθοδρόμηση που ακολούθησαν την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η πολιορκία που διήρκεσε από τις 6 Απριλίου ως τις 29 Μαΐου, ημέρα Τρίτη (εξ ου, σύμφωνα με μια εκδοχή, και η «γρουσούζικη» για τον Ελληνισμό παράδοση της «Τρίτης και 13», από την ημέρα και το άθροισμα των αριθμών που συνθέτουν το 1453- 1+4+5+3) αποτέλεσε το φινάλε μιας πορείας παρακμής η οποία είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν. Αρκετοί θεωρούν ότι η αρχή της μεγάλης πτώσης ήταν η άλωση της Πόλης από τους Λατίνους του 1204, από την οποία η Αυτοκρατορία- παρά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261- δεν ανέκαμψε ποτέ, ενώ άλλοι εκτιμούν ότι η πορεία προς την καταστροφή είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν. Σε κάθε περίπτωση, το τελικό χτύπημα για την αποδυναμωμένη αυτοκρατορία ήταν η προέλαση των Οθωμανών, η οποία ήταν αδύνατον να ανακοπεί.

Ο Σέρβος πολιτικός, ιστορικός, συγγραφέας και διπλωμάτης Τσέντομιλ Μιγιάτιοβιτς (1842-1932), συνοψίζει τους λόγους της οθωμανικής ορμής στο βιβλίο του «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Η τελευταία νύχτα της Πόλης»: «Οι Τούρκοι δεν είχαν έλλειψη αρετών και χαρισμάτων όταν άφησαν τις στέπες κι έφτασαν στην Αρμενία για να φρουρούν τα ανατολικά σύνορα των Σελτζούκων σουλτάνων, όμως, μετά τον προσηλυτισμό τους στο Ισλάμ, ο εθνικός χαρακτήρας τους υπέστη μια επαναστατική αλλαγή. Οι σπίθες της φωτιάς που έκαιγε την ψυχή του Προφήτη ενέπνευσαν τους δεκτικούς γιους των ασιατικών ερήμων, και κατάφεραν να αναπτύξουν την ιδέα της εθνικής ιδιαιτερότητας, κάτι που θα τους καθιστούσε ικανούς να επιτύχουν σπουδαία πράγματα. Σαν ακατανίκητη χιονοστιβάδα κινήθηκαν προς τα δυτικά, ισοπεδώνοντας κάθε πολιτικό και εθνικό οργανισμό, που είχε εξασθενήσει και υπονομευτεί από χρόνια και χρόνια καταχρήσεων και κακοδιαχείρισης». Ωστόσο, προσθέτει, δεν ήταν μόνο η τουρκική ενεργητικότητα και η αντοχή, καθώς και η οργάνωση και το ηθικό με το οποίο ενέπνευσε τους Τούρκους το Ισλάμ: «αν οι μαχητικοί και ενθουσιώδεις οπαδοί του Μωάμεθ είχαν βρει μπροστά τους ένα πραγματικά ισχυρό, υγιές και οργανωμένο κράτος στην άλλη πλευρά του Ελλήσποντου, είναι αμφίβολο εάν οι σελίδες της ιστορίας θα μιλούσαν για εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Siege_constantinople_bnf_fr2691

Ο 14ος αιώνας θεωρείται μάλλον το τελικό λυκόφως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- τόσο λόγω της πίεσης εξ ανατολών, όσο και λόγω την πληγμάτων από τα χριστιανικά έθνη της Δύσης. «Το Βυζάντιο του 14ου αιώνα θα γνωρίσει την πορεία προς μια αδιάκοπη παρακμή και κατάπτωση. Οι Οθωμανοί, εγκατεστημένοι στα γειτονικά με την Κωνσταντινούπολη βιθυνικά εδάφη, κατάφεραν στα μέσα κιόλας του 11ου αιώνα, αν όχι και προηγουμένως, να περάσουν στην Ευρώπη (1354 ο σεισμός της Καλλίπολης που τους επιτρέπει να εγκατασταθούν στην πόλη αυτή, το κλειδί του Ελλησπόντου), ενώ οι άλλοι Τουρκομάνοι κατακτούν, τη μία μετά την άλλη, τις πόλεις της Μικρασίας (η Έφεσσος πέφτει το 1304, η Σμύρνη το 1318», γράφει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ στο «Γιατί το Βυζάντιο». Η Φιλαδέλφεια θα παραμείνει ελεύθερη ως το 1391, με την πτώση της να σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της βυζαντινής Μικράς Ασίας, αλλά και «δηλώνει την ηθική παρακμή που γνωρίζει η αυτοκρατορία, της οποίας ο αυτοκράτορας (Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος) φέρεται να έχει εκστρατεύσει κατά της ελληνικής αυτής πόλης ως σύμμαχος των Οθωμανών» (η Φιλαδέλφεια είχε οργανωθεί σχεδόν ως ανεξάρτητο κρατίδιο εν μέσω τουρκομανικών εμιράτων, υπό την ηγεσία του μητροπολίτη της, Θεοφύλακτου).

Οι διαμάχες μεταξύ των δυναστειών επιδεινώνουν την κατάσταση, ενώ οι ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (Βενετία, Γένοβα) και αυτές υπονομεύουν οικονομικά την ετοιμοθάνατη αυτοκρατορία, ενώ οι Λατίνοι εξακολουθούν να σχεδιάζουν την επιστροφή τους στην Κωνσταντινούπολη, την οποία έχασαν από την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Οι τελευταίοι αυτοκράτορες προσπαθούν να προσελκύσουν τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, με οθωμανικά γαμήλια συνοικέσια και ταξίδια προς τη Δύση, «επαίτες μιας βοήθειας η οποία ουδέποτε απάντησε στις προσδοκίες των Βυζαντινών». Το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας «κανονικά» θα είχε επέλθει νωρίτερα, όταν το 1397 ο Βαγιαζήτ Α’ ο Κεραυνός πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη, ωστόσο η Πόλη σώθηκε προσωρινά, κερδίζοντας μισό αιώνα, όταν οι Μογγόλοι του Ταμερλάνου εισέβαλαν στη Μικρά Ασία, αναγκάζοντάς τον να σπεύσει να τους αντιμετωπίσει- με αποτέλεσμα τη συντριβή του στη μάχη της Άγκυρας (1402) και την αιχμαλωσία του.

«Ο αμηράς Μωάμεθ, έχοντας δει και ακούσει τις περιφανείς νίκες και τους πολέμους του πατέρα του και των άλλων τρισκατάρατων προγόνων του, συλλογιζόταν τι αξιομνημόνευτο να κάνει και ο ίδιος» (Κωνσταντινουπόλεως Άλωσις, Γεώργιος Φραντζής)

Ο Μωάμεθ Β’, που θα έπαιρνε αργότερα το προσωνύμιο «Πορθητής», 21 ετών το 1453, ήταν, σύμφωνα με τον βυζαντινολόγο Βασίλιεφ, χαρακτήρας ταυτόχρονα φιλοπόλεμος, αλλά και με ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, και παράλληλα χαρισματικός στρατιωτικός και πολιτικός, ενώ μιλούσε έξι γλώσσες. Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με αναφορές, του είχε γίνει έμμονη ιδέα- και ως εκ τούτου η διοργάνωση της πολιορκίας είχε αρχίσει με προσοχή και λεπτομερή σχεδιασμό- βασικό τμήμα του οποίου ήταν η κατασκευή του φρουρίου Ρούμελι Χισάρ στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, εξοπλισμένου με τα πλέον σύγχρονα πυροβόλα της εποχής. Το Ρούμελι Χισάρ και το Ανατολού Χισάρ, στην απέναντι ασιατική ακτή, απέκοπταν τη θαλάσσια επικοινωνία της Πόλης, ενώ παράλληλα η εισβολή του Τουραχάν Μπέη στην Πελοπόννησο διασφάλιζε τη μη αποστολή ενισχύσεων από το Δεσποτάτο του Μυστρά.

512px-Athen_-_Denkmal_Konstantin_XI.

Στην άλλη πλευρά ήταν ο άνθρωπος που έμελλε να μείνει στην ιστορία και τον θρύλο ως ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου – η φιγούρα του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά»: ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Δραγάσης Παλαιολόγος. Γεννηθείς στις 9 Φεβρουαρίου του 1404, ήταν ένας από τους γιους του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου. Όπως γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου στο «Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», επονομάστηκε Δραγάτσης ή Δραγάσης από τη μητέρα του, Ελένη, την κόρη του Σέρβου ηγεμόνα των Σερρών, Κονσταντίν Ντράγκατς. «Κανένας χρονικογράφος δεν τον επονομάζει Δραγάση, μόνο ο λαός τον αποκαλούσε έτσι, κάτι που πέρασε στους θρύλους και στα άσματα». Ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο του αδελφού του, Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου, τον Οκτώβριο του 1448. Ο ίδιος επιθυμούσε τη συνεργασία με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη για τον περιορισμό της ενετικής επιρροής, με όραμα την ένωση όλων των χριστιανών της Ανατολής και της Δύσης κατά του τουρκικού κινδύνου.

Διάταξη μάχης

Conquest_of_Constantinople,_Zonaro

Η ημερομηνία της κήρυξης του πολέμου δεν είναι γνωστή. Όπως γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου, αναφερόμενος σε εκφράσεις του Λουκά Νοταρά, Μεγάλου Δούκα της αυτοκρατορίας, φαίνεται ότι άρχισε τον Δεκέμβριο του 1452. Όσον αφορά στην ισχύ του οθωμανικού στρατού, εκτιμάται ότι ανερχόταν τουλάχιστον στους 150.000 άνδρες, με 80.000-100.000 τακτικά στρατεύματα- μεταξύ των οποίων και 12.000 γενίτσαροι, καθώς και ισχυρό ιππικό και πυροβολικό, στο οποίο δέσποζε το θηριώδες πυροβόλο του Ούγγρου μηχανικού Ουρβανού, που χρειάστηκε έξι εβδομάδες για να φτάσει στον προορισμό του. Το κανόνι έσερναν εξήντα βόδια και σε κάθε πλευρά του βρίσκονταν 200 άνδρες για να στηρίζουν το κάρο που το μετέφερε. Το οθωμανικό πυροβολικό εκτιμάται πως είχε περίπου 70 κανόνια. Η οργάνωση του οθωμανικού στρατού ήταν σε γενικές γραμμές άριστη, όπως και εξοπλισμός τους. Όσον αφορά στον στόλο, ο Μωάμεθ θεωρείται ότι είχε 6 τριήρεις, 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, 70 φούστες, 20 παραντάρια και πολλά καΐκια, με τη συνολική ισχύ να εκτιμάται πως έφτανε τις 150 μονάδες, υπό την ηγεσία ενός Βούλγαρου εξωμότη, του Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου. Σημειώνεται πως ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής ανεβάζει τους αριθμούς, στα «420 ιστία» όσον αφορά στον στόλο, και στις 258.000 άνδρες στα στρατεύματα ξηράς.

Όσον αφορά στην ισχύ των δυνάμεων των υπερασπιστών της Πόλης, σύμφωνα με τον Σφραντζή- που είχε αναλάβει το καθήκον της καταγραφής και στρατολόγησης των ανδρών που ήταν σε θέση να πολεμήσουν, κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα- οι πολεμιστές ανέρχονταν στους 4.973, χωρίς τους ξένους, «που ήταν μόλις δύο χιλιάδες». Το κύριο μέσον της προστασίας του λιμανιού ήταν η τεράστια αλυσίδα που απέκλειε το στόμιό του, ώστε να εμποδίζει την επίθεση του εχθρικού στόλου. Πίσω από αυτήν βρίσκονταν τα λιγοστά πλοία: «τρία από τη Λιγουρία, ένα από την Καστίλλη της Ιβηρίας, από την Προβηγκία της Γαλλίας, τρία από την Κρήτη – ένα από την πόλη που ονομάζεται Χάνδακας, και δύο από την Κυδωνία- και όλα ήταν καλά προετοιμασμένα, σε πολεμική παράταξη. Έτυχαν, επίσης, εκεί και τρεις μεγάλες εμπορικές τριήρεις των Ενετών, τις οποίες οι Ιταλοί συνήθιζαν να αποκαλούν «γρόσσες» ή καλύτερα «γαλεάτσες», ενώ υπήρχαν παραταγμένες και άλλες ταχύπλοες τριήρεις, προς φύλαξη και εξυπηρέτηση των εμπορικών» γράφει ο Σφραντζής.

Σημαντικό τμήμα της βυζαντινής άμυνας ήταν το σώμα του Γενοβέζου Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο: 700 εμπειροπόλεμοι στρατιώτες, που κατέφθασαν με δύο γενοβέζικα πλοία. «Όταν ο βασιλιάς τον είδε επιδέξιο στα πάντα, τον διόρισε δήμαρχο και στρατηγό…και του έδωσε την εξουσία να διοικεί και να φροντίζει και για άλλα αναγκαία στη διεξαγωγή του πολέμου, ελπίζοντας πολύ σε αυτόν» αναφέρει ο Σφραντζής.

Όσον αφορά στα θρυλικά τείχη της Πόλης, τα χερσαία – Θεοδοσιανά- τείχη είχαν μήκος 5.570 μέτρων περίπου, και εκτείνονταν από την αποβάθρα των Πηγών στην Ακτής Προποντίδας ως τη συνοικία των Βλαχερνών. Σε όλο το μήκος τους ήταν διπλά, και η κύρια γραμμή άμυνας ήταν το έσω τείχος, ύψους 12 μέτρων και πλάτους πέντε, με 96 πύργους, ύψους 18-20 μέτρων. Το έξω τείχος είχε 8,5 μέτρα ύψος και 2 πλάτος, με 96 πύργους. Τα χερσαία τείχη είχαν 10 πύλες, ενώ η τάφρος, κατά μήκος του έξω τείχους είχε πλάτος 19-21 μέτρα και το βάθος της ήταν περίπου 10 μέτρα. Η ακτογραμμή της πόλης προστατευόταν από τα θαλάσσια τείχη.
Ο Μιγιάτοβιτς γράφει ότι το εξωτερικό τείχος είχε επισκευαστεί από τον Ιωάννη Παλαιολόγο κάποια στιγμή μεταξύ του 1433 και του 1444, ωστόσο το εσωτερικό δεν είχε επισκευαστεί για αιώνες. Η κατάσταση των τειχών γενικότερα θεωρούνταν κακή, στο σημείο που, όπως γράφει, οι υπερασπιστές φοβούνταν να τοποθετήσουν πάνω του βαριά κανόνια.

Όσον αφορά στο βυζαντινό πυροβολικό, ήταν πολύ περιορισμένο σε σχέση με το οθωμανικό. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως τις πρώτες ημέρες της πολιορκίας, και στη συνέχεια σίγησε, λόγω έλλειψης πυρίτιδας, αλλά και διαφωνιών όσον αφορά στη χρήση του.

Συνολικά, γράφει ο Μιγιάτοβιτς, ο Παλαιολόγος, με μια βιαστικά συγκεντρωμένη δύναμη, επτά, το πολύ 9.000 ανδρών, έπρεπε να υπερασπιστεί την Πόλη εναντίον ενός πολλαπλάσιου στρατού, με βαρύ πυροβολικό. «Ο Τετάλντι αναφέρει ότι υπήρχαν 25.000 με 30.000 άνδρες ικανοί να φέρουν όπλα, όμως μόλις 6.000 με 7.000 μαχητές. Η αναφορά του αυτή επιβεβαιώνει με εντυπωσιακό τρόπο τα λεγόμενα του Σφραντζή».

512px-Siege_of_Constantinople_1453_map-fr.svg

Σύμφωνα με τον Μιγιάτοβιτς, ο Παλαιολόγος είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του στον ναό του Αγίου Ρωμανού, κοντά στην ομώνυμη πύλη, έχοντας υπό τις διαταγές του 3.000 εκ των πλέον εμπειροπόλεμων στρατιωτών. Στα δεξιά της πύλης του Αγίου Ρωμανού ήταν η πύλη Χαρσία, την οποία φύλαγε μικρή δύναμη υπό τη διοίκηση του Θεοδώρου της Καρύστου. Το κομμάτι των τειχών από εκεί μέχρι την πύλη του Ξυλοκέρκου υπερασπίζονταν τρία αδέλφια από τη Γένοβα, ο Πάολο, ο Αντόνιο και ο Τρωίλος Μποκιάρντι, ενώ την άμυνα του τμήματος όπου βρισκόταν το Παλάτι των Βλαχερνών είχε αναλάβει ο Ενετός βαΐλος (πρέσβης/ αντιπρόσωπος) Τζιρόλαμο Μινόττο. Το τμήμα βορειότερα, όπου δεν υπήρχε τάφρος, επονομαζόταν Καλιγαρία, και είχε αναλάβει την υπεράσπισή του ο Γερμανός μηχανικός Γιοχάνες Γκραντ, ενώ το ακρωτήριο της ακρόπολης υπερασπιζόταν ο καρδινάλιος Ισίδωρος, λεγάτος του Πάπα. Στα αριστερά της θέσης του Αγίου Ρωμανού ήταν η πύλη της Σηλυβρίας, προστατευόμενη από δυνάμεις υπό τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, με την ενίσχυση του Μαουρίτσιο Καττανέο και του Νικολό Μοντσενίγο. Στην επόμενη πύλη διοικούσε ο Φαμπρίτσιο Κορνάρο, ενώ ο Φίλιππος Κονταρίνι, με 200 Ιταλούς τοξότες βρισκόταν στο Επταπύργιον και ο Τζιάκομο Κονταρίνι ήταν στην πύλη του Κοντοσκαλίου. Ο διεκδικητής του οθωμανικού θρόνου, Ορχάν, είχε το λιμάνι του Ελευθερίου και ο Καταλανός Δον Περέ Χούλια βρισκόταν στα τείχη κάτω από τον Ιππόδρομο. Ο Λουκάς Νοταράς διοικούσε όλο το τμήμα από την Ακρόπολη μέχρι την πύλη του Κυνηγού, κατά μήκος του Χρυσού Κέρατος και στην είσοδο του λιμανιού βρισκόταν πύργος τον οποίο επάνδρωνε ο Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο με δύναμη πενήντα ανδρών. Εφεδρεία στο κέντρο της πόλης, κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων, ήταν ένα σώμα 700 ανδρών, στρατολογηθέντων από μοναστήρια, υπό τον Δημήτριο Καντακουζηνό και τον Νικηφόρο Παλαιολόγο. Επίσης, μέσα στο λιμάνι υπήρχε ναυτική δύναμη υπό τον Αλβίζο Ντιέντο.

Σημειώνεται ότι στο προάστιο του Γαλατά, στην άλλη πλευρά του Χρυσού Κέρατος, υπήρχε περιτειχισμένη κοινότητα Γενοβέζων, που τήρησε ουδέτερη στάση.

Οι μάχες αρχίζουν

Η πολιορκία άρχισε στις 6 Απριλίου, μετά την απόρριψη πρότασης του Μωάμεθ Β’ για παράδοση της Πόλης.

«Ο πόλεμος δεν σταματούσε ούτε την ημέρα ούτε τη νύχτα, οι συμπλοκές, οι συρράξεις, οι ακροβολισμοί, καθώς ο αμηράς έλπιζε ότι εφόσον εμείς ήμασταν λίγοι και πολύ αποκαμωμένοι, εύκολα θα καταλάμβανε την Πόλη, οπότε δεν μας άφησε καθόλου να ξεκουραστούμε» γράφει ο Σφραντζής.

Όπως αναφέρει ωστόσο, «ήταν αξιοθαύμαστο το ότι, όντας χωρίς πολεμική εμπειρία, νικούσαμε, ενώ καταφέρναμε πράγματα υπεράνω των δυνάμεών μας, εξαιτίας της μεγαλοψυχίας και της γενναιότητάς μας. Εκείνοι γέμιζαν τις τάφρους καθ’όλη την ημέρα, ενώ εμείς ανεβάζαμε από μέσα τους τα υλικά και τα ξύλα καθ’όλη τη νύχτα, οπότε τα ορύγματα των τάφρων παρέμεναν όπως ήταν και πρωτύτερα. Τους πύργους που χαλούσαν τους επισκευάζαμε αμέσως, χρησιμοποιώντας καλάθια και ξύλινα δοχεία οίνου και άλλα ξύλινα αντικείμενα γεμάτα με χώμα».

Παράλληλα, ήταν σε εξέλιξη εργασίες υπονόμευσης των τμημάτων των τειχών στα σημεία όπου το έδαφος προσφερόταν για κάτι τέτοιο, ενώ πραγματοποιήθηκαν και οι πρώτες – ανεπιτυχείς- επιθετικές ενέργειες του οθωμανικού στόλου. Ο κύριος βομβαρδισμός φαίνεται ότι άρχισε κατά τις 11 με 12 Απριλίου, αρχίζοντας με βολή του «τέρατος» του Ουρβανού. Όσον αφορά στις επιχειρήσεις υπονόμευσης των τειχών, ο Σφραντζής αναφέρει ότι «κάποιος Ιωάννης Γερμανός» (μάλλον αναφερόμενος στον Γιοχάνες Γκραντ), έμπειρος στις πολεμικές τεχνικές και στη χρήση του υγρού πυρός, αντιλήφθηκε τις επιχειρήσεις και έσκαψε άλλη τρύπα, αντίθετης φοράς, την οποία γέμισε με υγρό πυρ, κατακαίοντας τους Οθωμανούς σκαπανείς. Παράλληλα, ο Μωάμεθ προέβαινε και σε άλλες ενέργειες, όπως η κατασκευή ενός μεγάλου πολιορκητικού πύργου (ελέπολις) κ.α., ενώ παράλληλα διεξάγονταν επιχειρήσεις περιμετρικά της πόλης, όπως η κατάληψη δύο φρουρίων εκτός της Κωνσταντινούπολης (Θεράπειο και Στουδίου), καθώς και των Πριγκιπονησίων.TURKEY-LIGHT-FEATURE

Ο Σφραντζής δίνει μια ιδιαίτερα ζωντανή εικόνα της μάχης.

«Πρώτα λοιπόν με εκείνο το φοβερό τηλεβόλο χτύπησαν σφοδρά και έριξαν στο έδαφος τον πύργο που βρισκόταν δίπλα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, κι ευθύς έσυραν το ίδιο τηλεβόλο και το έστησαν επάνω από το όρυγμα, οπότε η μάχη και η συμπλοκή έγινε φοβερή και φρικαλέα. Ξεκίνησε πριν από την ανατολή του ήλιου και κράτησε για ολόκληρη την ημέρα. Πότε λοιπόν αγωνίζονταν δυνατά στη συμπλοκή και στη σύρραξη, πότε έριχναν στην τάφρο τα ξύλα, τα άλλα υλικά και τα χώματα που υπήρχαν μέσα στην ελέπολη…οι δικοί μας τους παρεμπόδιζαν γενναία και πολλές φορές τους κατακρήμνιζαν από τις κλίμακες και κατέκοψαν μερικές ξύλινες κλίμακες και καρτερικά οι εχθροί αποκρούστηκαν πολλές φορές μέσα σ’εκείνη την ημέρα».

Άξιον αναφοράς ήταν το ότι, ενώ το οθωμανικό πυροβολικό σφυροκοπούσε τα τείχη, οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα δικά τους κανόνια- ούτως ή άλλως κατά πολύ μικρότερα των οθωμανικών, καθώς διαπιστώθηκε ότι προκαλούνταν ζημιές στα ίδια τα τείχη (Νίκος Νικολούδης, «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης»).

Στις 12 Απριλίου κατέφθασε ο οθωμανικός στόλος από την Καλλίπολη, αγκυροβολώντας στο Διπλοκιόνιο. Όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, ανάμεσα στις 12 και τις 18 του μήνα δεν έγινε κάτι το αξιοσημείωτο, αν και ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν ασταμάτητος (σημειώνεται πως σοβαρές ζημιές υπέστη και το κανόνι του Ουρβανού). Ωστόσο, είχε μειωθεί η αποτελεσματικότητά του, λόγω ελλιπούς στόχευσης.

«Και τα δύο μέρη εκτόξευαν βέλη και πυροβολούσαν με μακριά και βαριά αρκεβούζια. Αυτά τα αρκεβούζια ήταν σπάνιο είδος και ούτε οι Τούρκοι ούτε οι Έλληνες είχαν αρκετά. Και πάλι όμως, οπως κατηγορηματικά αναφέρει ο Μπάρμπαρο, οι Έλληνες είχαν περισσότερα από τους Τούρκους. Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες που τα χειρίζονταν ήταν τοποθετημένοι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου είχαν συγκεντρωθεί επίλεκτοι άνδρες υπό τις διαταγές του Ιουστινιάνη, για να πολεμήσουν κάτω από το βλέμμα του αυτοκράτορα».

Σε γενικές γραμμές, το πρώτο διάστημα η άμυνα διεξαγόταν με επιτυχία. Στις 18 Απριλίου έλαβε χώρα μεγάλη επίθεση στο Μεσοτείχιο- ωστόσο, όπως γράφει ο Στίβεν Ράνσιμαν στο «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453», η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών δεν μέτρησε καθόλου, καθώς το σημείο ήταν στενό, ενώ οι Βυζαντινοί στρατιώτες διέθεταν ανώτερη θωράκιση και πάνω από όλα τις ηγετικές ικανότητες του Ιουστινιάνη. Η επίθεση αποκρούστηκε επιτυχώς, με βαριές απώλειες για τους επιτιθέμενους. Ακόμη, στις 20 Απριλίου έλαβε χώρα ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα επεισόδια της πολιορκίας: Η διάσπαση του κλοιού από μικρή δύναμη πλοίων υπό τον Φλαντανελά.

Ο Σφραντζής περιγράφει: «Ενώ γίνονταν αυτά και η Πόλη πολιορκούνταν, τρία πλοία της Λιγουρίας (Γένοβας) φορτώθηκαν στην Χίο, έπεσαν σε βολικό άνεμο και κατέπλευσαν προς εμάς. Καθώς έρχονταν, συνάντησαν καθ’οδόν και ένα άλλο βασιλικό πλοίο, από τη Σικελία, που ερχόταν φορτωμένο με σιτάρι. Κάποια νύχτα έφτασαν κοντά στην Πόλη. Το πρωί, όταν οι τριήρεις του αμηρά, που φύλαγαν την περιοχή, αντιλήφθηκαν τα πλοία, όρμησαν με χαρά εναντίον τους…αφού πλησίασαν και και άρχισε η ναυμαχία…αρχικά έπλευσαν με αλαζονεία εναντίον του βασιλικού πλοίου, το οποίο τα υποδέχτηκε πολύ άσχημα, προσβάλλοντάς τα εξαρχής με τηλεβόλα και βέλη και πέτρες….ο αμηράς, θεωρώντας ότι ένας τόσο καλά εξοπλισμένος και τόσο μεγάλος στόλος δεν κατάφερνε τίποτα αξιόλογο, αλλά μάλλον υστερούσε, έτριζε τα δόντια του, έβριζε τους δικούς του και τους αποκαλούσε δειλούς στην καρδιά».

Το βράδυ, τα βυζαντινά πλοία μπόρεσαν να μπουν στο λιμάνι, γεγονός ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για τους πολιορκημένους.

Ο κλοιός στενεύει

Το περιστατικό εξόργισε ιδιαίτερα τον Μωάμεθ Β’ (ο Μπαλτόγλου δέχτηκε 100 ραβδισμούς και έχασε το ένα του μάτι- επρόκειτο για την ποινή που του επιβλήθηκε για την ταπείνωση, αφού ο σουλτάνος ανακάλεσε την αρχική απόφαση θανάτωσής του) η απάντηση του οποίου ήταν άμεση: Μέσω της κατασκευής ξύλινης εξέδρας και της χρήσης τροχών, τα οθωμανικά πλοία προσπέρασαν από την στεριά την αλυσίδα, διεισδύοντας στον Κεράτιο Κόλπο. Ο αριθμός των πλοίων που πέρασαν με αυτόν τον τρόπο κυμαίνεται από 20 μέχρι 80, με τον Μιγιάτοβιτς να καταλήγει στα 30. Σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα αποκαρδιωτικό γεγονός για τους πολιορκημένους, ειδικά μετά την αναπτέρωση του ηθικού από το κατόρθωμα του Φλαντανελά. «Όμως ο αυτοκράτορας δεν απελπίστηκε. Αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν η ανάγκη να σταλούν κι άλλοι άντρες στο βορειοανατολικό τείχος, για να το υπερασπιστούν σε μια ενδεχόμενη επίθεση σε εκείνο το σημείο».

Kusatma_Zonaro

Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες, ενώ στο εσωτερικό της πόλης γινόταν όλο και πιο αισθητή η έλλειψη τροφίμων και οι υπερασπιστές κουράζονταν από την έλλειψη τροφίμων. Ακόμη, διαμάχες σημειώνονταν μεταξύ Ενετών και Γενουατών, καθώς οι πρώτοι κατηγορούσαν τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό, λόγω της στάσης των Γενουατών στον Γαλατά. Πολλοί ήταν αυτοί που συμβούλευαν τον αυτοκράτορα να διαφύγει, πρόταση που ο Παλαιολόγος απέρριπτε. Ένα σχέδιο για την πυρπόληση των οθωμανικών πλοίων που βρίσκονταν πλέον μέσα στον Κεράτιο απέτυχε, καθώς προδόθηκε στο στρατόπεδο των πολιορκητών, από κάποιον Φαγιούτσο.

Η επόμενη μεγάλη επίθεση έλαβε χώρα, όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, επικαλούμενος Σλάβο χρονικογράφο της πολιορκίας (Σλαβικό Χρονικό), την 1η Μαΐου, μετά από επικέντρωση πυρών πυροβολικού σε συγκεκριμένο σημείο των τειχών, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, η οποία εν τέλει αποκρούστηκε μετά από σκληρή μάχη. Οι επόμενες ημέρες χαρακτηρίστηκαν από ανταλλαγές πυρών, χωρίς να λαμβάνει χώρα κάποια γενικευμένη επίθεση. Σημειώνεται ότι, στο μεταξύ, κυκλοφορούσε στο εσωτερικό της Πόλης η φήμη περί ενισχύσεων από τη Δύση, και ειδικότερα από τη Νάπολη και τη Βενετία, που ο αυτοκράτορας φρόντισε να ενισχύσει αποστέλλοντας μικρό πλοίο για να ζητήσει βοήθεια. Τη νύχτα της 4ης προς την 5η Μαΐου έλαβε χώρα μια ακόμα ανεπιτυχής προσπάθεια καταστροφής των οθωμανικών πλοίων στον Κεράτιο και στις 6 Μαΐου έλαβε χώρα σκληρότατο σφυροκόπημα των θέσεων στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, η οποία διήρκεσε και τη νύχτα και την επόμενη ημέρα, και ακολουθήθηκε από έφοδο το βράδυ της 7ης Μαΐου. Στην απόκρουση της επίθεσης πρωτοστάτησε ο Ιουστινιάνης, καθώς και ένας φημισμένος στρατιωτικός, ο Ραγκαβής, επικεφαλής ελληνικού σώματος. Ο Ραγκαβής, αναφέρει ο Σλάβος χρονικογράφος τον οποίο επικαλείται ο Μιγιάτοβιτς, απώθησε τους Οθωμανούς από ρήγμαμ και ήρθε αντιμέτωπος με τον Αμίρ Μπέη, τον οποίο και «έκοψε στα δύο», για να σκοτωθεί όμως από τους υπόλοιπους Οθωμανούς στρατιώτες.

 

Στις 8, 9, 10 και 11 Μαΐου συνεχίστηκαν οι βομβαρδισμοί, ενώ στην Πόλη η απογοήτευση αυξανόταν. Στις 12 του μήνα, τα οθωμανικά κανόνια άνοιξαν ρήγμα στα τείχη της συνοικίας των Βλαχερνών, που ακολουθήθηκε από επίθεση που αποκρούστηκε με δυσκολία. Ακολούθησε πρόταση για έξοδο υπό την αρχηγία του αυτοκράτορα, με σκοπό την αναπτέρωση του ηθικού αλλά και τη συγκέντρωση προμηθειών. Όσο ήταν υπό συζήτηση η συγκεκριμένη πρόταση, στην οποία αντιτάχθηκαν ο Λουκάς Νοταράς και ο έπαρχος της Πόλης, Νικόλαος Γουδέλης, κατέφθασε αγγελιοφόρος ο οποίος ενημέρωσε το πολεμικό συμβούλιο ότι οι Οθωμανοί βρίσκονταν στα τείχη πίσω από τη συνοικία των Βλαχερνών. Για την απόκρουση της επίθεσης έσπευσε επί σκηνής ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος και απέκρουσε τους εισβολείς, οι οποίοι είχαν καταφέρει να μπουν στο εσωτερικό της πόλης. «Αν δεν είχε φτάσει ο αυτοκράτορας με βοήθεια, εκείνη τη νύχτα θα βλέπαμε την τελική καταστροφή μας» σημειώνει ο Σλάβος χρονικογράφος.

Ο βομβαρδισμός συνεχίσηκε και τις επόμενες ημέρες. Στις 18 Μαΐου έλαβε χώρα επίθεση με πολιορκητικό πύργο (ελέπολη) στη Χαρσία Πύλη. Το βράδυ της ημέρας εκείνης, ο αυτοκράτορας και ο Ιουστινιάνης κατάφεραν, με μια παράτολμη επιχείρηση, να πυρπολήσουν τον πύργο, προκαλώντας- σύμφωνα με τον Μιγιάτοβιτς- ακόμα και τον θαυμασμό του ίδιου του Μωάμεθ του Β’, ο οποίος στις 21 Μαΐου (ή στις 23) έστειλε πρέσβη στην Πόλη, ζητώντας την παράδοσή της και υποσχόμενος ότι θα επέτρεπε στον αυτοκράτορα να αποχωρήσει με τα υπάρχοντά του, αναγνωρίζοντάς τον ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Εκεί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έδωσε την απάντηση η οποία έμελλε να μείνει στην ιστορία:

«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Ακολούθησε πολεμικό συμβούλιο στο οθωμανικό στρατόπεδο και ορίστηκε μεγάλη επίθεση για τη νύχτα της 29ης Μαΐου.

Η τελική επίθεση και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Οι υπερασπιστές της πολιορκημένης Πόλης είχαν αντιληφθεί πως επίκειται μεγάλη επίθεση, ενώ επίσης και στο οθωμανικό στρατόπεδο κυκλοφορούσαν φήμες περί κήρυξης πολέμου από τους Ούγγρους και επίθεσης ισχυρής ουγγρικής δύναμης υπό τον Ιωάννη Ουνιάδη στην Αδριανούπολη, αλλά και επίθεσης λατινικού στόλου στα Δαρδανέλλια. Στις 27 Μαΐου, σε συμβούλιο, ο Χαλίλ Πασάς, Μέγας Βεζίρης- ο οποίος γενικότερα ήταν της άποψης ότι ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερα από τα οφέλη του όλου εγχειρήματος της πολιορκίας- επιχειρηματολόγησε υπέρ της επίλυσης της πολιορκίας, έχοντας απέναντί του τον πιο σκληροπυρηνικό Ζαγανό. Όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς, η απόφαση του σουλτάνου ήταν να γίνει η επίθεση και να αποσυρθεί εάν δεν πετύχαινε. Στις 28 Μαΐου έγινε η τελευταία χριστιανική ακολουθία στην Αγία Σοφία, με τον αυτοκράτορα να προτρέπει σε έναν πύρινο λόγο τον λαό να αντισταθεί γενναία.r-WALLS-ISTANBUL-huge (1)

«Αφήνω μόνον, το ταπεινωμένο σκήπτρο μου στα χέρια σας, για να το φυλάξετε με καλή διάθεση. Σας παρακαλώ και για κάτι άλλο, και προσεύχομαι στην αγάπη σας, ώστε να δείξετε την πρέπουσα τιμή και υποταγή στους στρατηγούς και τους δημάρχους και στους εκατοντάρχους σας, καθένας κατά την τάξη του και το τάγμα του και την υπηρεσία του. Και να γνωρίζετε και τούτο: εάν με την καρδιά σας τηρήσετε όσα σας πρόσταξα, ελπίζω στον Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Στην συνέχεια, απομένει για εμάς και ο ουράνιος αδαμάντινος στέφανος, καθώς και η εγκόσμια αιώνια και άξια ανάμνηση» κατέληξε ο λόγος, όπως τον μεταφέρει ο Σφραντζής.

Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη θέση του, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, και η επίθεση εκδηλώθηκε το βράδυ, μεταξύ 01.00 και 02.00. Η επίθεση εκδηλώθηκε από τρεις πλευρές συγχρόνως. Το πρώτο κύμα επίθεσης, που απαρτιζόταν από ατάκτους κυρίως, αποκρούστηκε μετά από σκληρή μάχη που διήρκεσε μία ώρα. Ακολούθησε το δεύτερο, που απαρτιζόταν από μισθοφόρους, επαγγελματίες στρατιώτες και οι υπερασπιστές της πύλης του Αγίου Ρωμανού, οι οποίοι πολεμούσαν πάνω από δύο ώρες, άρχισαν να κλονίζονται- ωστόσο ο αυτοκράτορας κάλεσε ενισχύσεις, και στο σημείο έσπευσαν ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, με αποτέλεσμα ξανά την απώθηση των Οθωμανών- με τον αυτοκράτορα να εμψυχώνει τους πολεμιστές του, καθώς έβλεπε τους πολιορκητές να χάνουν τη θέλησή τους για μάχη. «Για τ’όνομα του Θεού, δείξτε γενναιότητα! Βλέπω τον εχθρό να υποχωρεί άτακτα!Αν θέλει ο Θεός, η νίκη θα είναι δική μας!», ήταν η παραίνεσή του, όπως γράφει ο Μιγιάτοβιτς. Το τρίτο κύμα απαρτιζόταν από τις πλέον εμπειροπόλεμες μονάδες του οθωμανικού στρατεύματος: Τους γενίτσαρους και τους σπαχήδες.

Ο Σφραντζής περιγράφει τις τελευταίες δραματικές στιγμές, που έκριναν τη μάχη:

«Όταν η δική μας παράταξη άρχισε να κάμπτεται, ξεπήδησαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, άνδρες άριστοι, και νίκησαν τους Αγαρηνούς, τους έδιωξαν από τα τείχη, κακήν κακώς τους κατακρήμνισαν και τους διασκόρπισαν…εκεί βρέθηκε έφιππος και ο βασιλιάς, δίνοντας θάρρος και εξεγείροντας τους στρατιώτες ώστε να μάχονται με προθυμία…και ενώ αυτά έλεγε ο βασιλιάς, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, που ήταν και στρατηγός, πληγώθηκε στα σκέλια, στο δεξί πόδι, από ένα βέλος τόξου…έφυγε από εκεί όπου βρισκόταν…ο βασιλιάς του είπε πολλά, αλλά εκείνος δεν αποκρινόταν, μόνο πέρασε στον Γαλατά και εκεί πέθανε ντροπιασμένος, μέσα στην πίκρα και στην περιφρόνηση» (σύμφωνα με άλλες αναφορές, ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε από αρκεβούζιο, και υποσχέθηκε στον Παλαιολόγο – ο οποίος παρατήρησε ότι το τραύμα του δεν ήταν τόσο σοβαρό, και έκπληκτος τον ρώτησε τι κάνει: «αδελφέ, γιατί το έκανες αυτό; Γύρισε στη θέση σου, δεν είναι τίποτε αυτή η πληγή!»- ότι θα επέστρεφε στη θέση του μόλις φρόντιζε το τραύμα. Κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν ότι δεν πέθανε στον Γαλατά, αλλά στη Χίο).

Η σύγχυση που επέφερε στους υπερασπιστές της Πόλης ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη έδωσε θάρρος στους Οθωμανούς, οι οποίοι πραγματοποίησαν νέα έφοδο, κερδίζοντας τα τείχη. «Έγινε τόσο μεγάλο το πλήθος των εχθρών που ανέβηκε πάνω, ώστε διασκόρπισε τους δικούς μας…έτσι είχαν τα πράγματα όταν από μέσα και από έξω και από τα μέρη του λιμανιού ακούστηκε κάποια φωνή: “έπεσε το φρούριο και πάνω στους πύργους έστησαν τα εμβλήματα και τις σημαίες τους!” Αυτή η φωνή έτρεψε σε φυγή τους δικούς μας και έδωσε θάρρος στους εχθρούς».

Επρόκειτο για το γνωστό «εάλω η Πόλις» – και κάπου εδώ υπεισέρχεται και η ιστορία της Κερκόπορτας, η οποία φέρεται να είχε χρησιμοποιηθεί για εξόδους/ επιδρομές εναντίον των πολιορκητών και, αν και είχε φρουρούς, είχε ξεχαστεί ανοιχτή. Κατά την επίθεση, φέρεται να βρέθηκε από μια ομάδα Οθωμανών στρατιωτών, οι οποίοι μπήκαν, σκότωσαν τους φρουρούς και κατέλαβαν τον κοντινότερο πύργο, προκαλώντας πανικό, ενώ ταυτόχρονα έμπαιναν και άλλοι εισβολείς μέσα, που προσπάθησε να σταματήσει μάταια ο Λουκάς Νοταράς.

«Όταν τα είδε αυτά ο δυστυχής βασιλιάς και αφέντης μου, με δάκρυα παρακαλούσε τον Θεό και προέτρεπε τους στρατιώτες να δείξουν μεγαλοψυχία. Δεν υπήρχε όμως καμιά ελπίδα συνδρομής ή βοήθειας. Κέντρισε, τότε, τον ίππο του και καλπάζοντας έφτασε στο σημείο από όπου ερχόταν το πλήθος των ασεβών και από την πρώτη συμπλοκή κατακρήμνισε τους ασεβείς από τα τείχη, γεγονός που ήταν παράξενο και θαυμάσιο για όσους έτυχε να βρεθούν εκεί και να το δουν. Βρυχώμενος σαν λιοντάρι και κρατώντας το γυμνό ξίφος στο δεξί χέρι του κατέσφαξε πολλούς από τους εχθρούς, ενώ το αίμα έρρεε σαν ποτάμι από τα πόδια του και τα χέρια του» γράφει ο Σφραντζής, εξιστορώντας τις τελευταίες στιγμές του τελευταίου αυτοκράτορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- και μνημονεύοντας παράλληλα τα ανδραγαθήματα και άλλων μαχητών, όπως του δον Φραγκίσκο Τολέδο, του Ιωάννη Δαλμάτη και του Παύλου και του Τρωίλου, των Ιταλών αδελφών.

«Έτσι λοιπόν οι εχθροί κυρίευσαν όλη την Πόλη».r-HAGIA-SOPHIA-huge

Το τέλος μιας αυτοκρατορίας

Ακολούθησαν εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές, με τον ιστορικό Κριτόβουλο, που ανήκε στο οθωμανικό στρατόπεδο, να αναφέρει ότι δεν υπήρξε οίκτος και η Πόλη ερημώθηκε, καθώς ο Μωάμεθ Β’ – ο πλέον Πορθητής- άφησε τα στρατεύματά του για ένα διάστημα να επιδοθούν σε πλιάτσικο ως ανταμοιβή για την κατάκτηση της Πόλης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, επρόκειτο για την Πόλη η οποία προοριζόταν για πρωτεύουσα μιας νέας αυτοκρατορίας, οπότε μετά την Άλωση, ο ίδιος έλαβε μέτρα για την αναζωογόνησή της. Η Κωνσταντινούπολη- «Ισταμπούλ» πλέον, για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα παρέμενε πρωτεύουσα, ενός νέου κράτους, ως το 1922, ενώ η Άλωση θα έμενε χαραγμένη στις μνήμες και τις παραδόσεις του Ελληνισμού, τόσο σε επίπεδο ιστορίας, όσο και πέρα από αυτήν, με τη μορφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου να αναδεικνύεται σε μια αθάνατη, περιτριγυρισμένη από τις ομίχλες του θρύλου, φιγούρα- αυτήν του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, ο οποίος επέλεξε να μην εγκαταλείψει την αυτοκρατορία του την ύστατη στιγμή της και περιμένει την ώρα και στιγμή που θα φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για να την αναστήσει.

Βιβλιογραφία/ Πηγές

  • Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Η Τελευταία Νύχτα της Πόλης- Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, εκδόσεις Διόπτρα, 2007
  • Η Άλωση της Πόλης- Γεώργιος Φραντζής, Εκδοτική Θεσσαλονίκης- Βιβλιοβάρδια, 2008
  • Γιατί το Βυζάντιο- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2012
  • Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας- Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Εκδόσεις Ψυχογιός, 1988
  • Ζωή και Θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου- Φίλιππος Φιλίππου, Ψυχογιός Λογοτεχνία, 2013
  • Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453- Στίβεν Ράνσιμαν εκδ. Παπαδήμα, 2002
  • Η άλωση της Κωνσταντινούπολης- Νίκος Νικολούδης στον συλλογικό τόμο Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Περισκόπιο 2001

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ιστορία της Καλλίτσας από το Αποδούλου Αμαρίου που έφυγε σκλάβα και γύρισε λαίδη

Δημοσιεύτηκε

στις

Το 1823 ένα 11χρονο κοριτσάκι, που το έλεγαν Καλλίτσα, αρπάχτηκε από τους Τούρκους στο χωριό Αποδούλου του Αμαρίου Ρεθύμνου και στάλθηκε για πούλημα στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου


Εκεί την αγόρασε ένας Άγγλος αρχαιολόγος και την πήρε μαζί του στην Αγγλία για να τη χρησιμοποιήσει ως οικιακή βοηθό.

Στο Λονδίνο την αγάπησε και την παντρεύτηκε ένας νεαρός αξιωματικός του ναυτικού, που έγινε ο μετέπειτα ναύαρχος του αγγλικού στόλου. Μετά από χρόνια, η πρώην σκλάβα επέστρεψε ως λαίδη στο χωριό της και συναντήθηκε με την οικογένειά της. Η ιστορία της Καλλίτσας κόβει την ανάσα και φανερώνει την ικανότητα επιβίωσης της ελληνικής φυλής.

Κρύφτηκαν για να γλιτώσουν

Το 1823 πέρασε από την επαρχία Αμαρίου Ρεθύμνου ο τουρκικός στρατός, οι λεγόμενοι Νηζάμηδες. Για να γλιτώσουν οι κάτοικοι του χωριού Αποδούλου, φύγανε άρον άρον από τα σπίτια τους και έψαξαν μέρος να κρυφτούν.

spiti-kallitsaΑφού οι άντρες βόλεψαν σε κρυψώνες τα γυναικόπαιδα, οι ίδιοι αρματώθηκαν και ανέβηκαν στην πλαγιά του βουνού πάνω από το χωριό, για να κρατούν οπτική επαφή με τον εχθρό και να επιχειρήσουν απελπισμένη επέμβαση αν χρειαστεί.

Μεταξύ των χωρικών ήταν και ο Αλέξανδρος Ψαράκης, που πήρε τη γυναίκα με τα τέσσερα παιδιά του, μαζί και τρία ακόμα ορφανά του χωριού που τα προστάτευε, και τους έκρυψε σε μια καλύβα από δεματές στου «Βλαστού τον κάμπο», αρκετά μακριά από τον δρόμο που θα περνούσε ο κύριος όγκος των Τούρκων. Ξόρκισε, μάλιστα, τη γυναίκα του Αγγελικώ να επιβάλλει νεκρική σιγή στην καλύβα και να μην αφήσει κανένα παιδί να ξεμυτίσει απ’ αυτή. Ζήτησε επίσης από τα μεγαλύτερα παιδιά του, τον 13χρονο Γιωργή, την 11χρονη Καλλίτσα και τον 8χρονο Γιάννη, να κρατούν πάντα αγκαλιά τον 3χρονο Σταυρουλιώ, για να μην μπήξει για οποιονδήποτε λόγο τα κλάματα και προδοθούν.

Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας οι Τούρκοι πέρασαν μέσα από το Αποδούλου, όπου βρήκαν μόνο τρεις γέροντες που αρνήθηκαν να κρυφτούν και μια ανάπηρη γυναίκα, τους οποίους αποκεφάλισαν επιτόπου. Αφού λεηλάτησαν και έκαψαν το χωριό, κατευθύνθηκαν προς το Τυμπάκι, όπου ήταν στρατοπεδευμένη η κύρια τουρκική δύναμη. Δύο νηζάμηδες, όμως, είχαν ξεμακρύνει από τον κύριο όγκο των υπολοίπων στρατιωτών ψάχνοντας απίδια και φωλιές πουλιών με αυγά.

spiti-kallitsa1Όταν κατά σύμπτωση πέρασαν από του «Βλαστού τον κάμπο», είδαν το καμουφλαρισμένο καλύβι και κοίταξαν μήπως κρύβεται κανείς μέσα. Ανοίγοντας την πόρτα είδαν το έκπληκτο και κατατρομαγμένο τσούρμο των παιδιών με την Αγγελικώ και τους συνέλαβαν όλους, με σκοπό να τους πουλήσουν σε εμπόρους σκλάβων. Μόνο το μεγαλύτερο αγόρι από τα ορφανά γλίτωσε, όταν με μια ξαφνική κίνηση το έβαλε στα πόδια και ροβόλησε μακριά.

Οι Τούρκοι στρατιώτες έβαλαν στη σειρά τα ανθρώπινα λάφυρά τους με σκοπό να τα οδηγήσουν στο μεγάλο στρατόπεδο του Τυμπακίου. Στον δρόμο άφησαν ελεύθερη την Αγγελικώ με το νήπιο, μάλλον επειδή έκριναν ότι δεν έχουν εμπορική αξία. Η Αγγελικώ δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να σέρνεται ουρλιάζοντας πίσω από το κομβόι και να ικετεύει να της δώσουν τα παιδιά, αλλά δεν την άκουγαν. Κάτω από την απίστευτη επιμονή της, όταν έφτασαν στο Τυμπάκι της έδωσαν ακόμα ένα καχεκτικό 6χρονο κορίτσι από τα δύο ορφανά και μετά από αυτό τους έχασε, επειδή αναμίχτηκαν με το υπόλοιπο στράτευμα.

Πουλήθηκε στην Αλεξάνδρεια

spiti-kallitsa2Οι Τούρκοι στο Τυμπάκι χώρισαν σε διαφορετικές ομάδες τα αγόρια και τα κορίτσια που είχαν αρπάξει από τα διάφορα χωριά. Τα ίχνη των αγοριών του Αλεξανδρή και του ενός ορφανού χάθηκαν από εκείνο το σημείο, με την υπόνοια ότι ο 13χρονος Γιωργής αγοράστηκε από έναν Μπέη από το Ηράκλειο.

Η Καλλίτσα αρχικά μεταφέρθηκε στα Χανιά και μετά την έβαλαν σε πλοίο που τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί την αγόρασε, μαζί με άλλες Κρητικοπούλες, ένας Άγγλος καθηγητής που συμμετείχε σε αρχαιολογική αποστολή στην Αίγυπτο και τη μετέφερε στο Λονδίνο για να τη χρησιμοποιήσει ως οικιακή βοηθό. Την έβαλε μάλιστα σε σχολείο να μάθει γράμματα και να μιλάει αγγλικά.

Η Καλλίτσα ξεχώρισε αμέσως από την εξυπνάδα και την ωραία εμφάνισή της και κέρδισε τις καρδιές των Άγγλων αφεντικών της. Εκεί, στο καινούργιο περιβάλλον, γνώρισε μετά από λίγα χρόνια τον αξιωματικό του αγγλικού πολεμικού ναυτικού Ρόμπερτ Χέι, που ήταν γιος του ναυάρχου του αγγλικού στόλου Τζων Χέι. Μεταξύ των δύο νέων αναπτύχθηκε έλξη, η οποία δεν άργησε να εξελιχθεί σε σχέση που οδήγησε σε γάμο. Κάπως έτσι, η Καλλίτσα από το Αποδούλου του Αμαρίου βρέθηκε να ζει στο Λονδίνο, στο πλευρό του συζύγου της, ο οποίος κάποια στιγμή διαδέχτηκε τον πατέρα του στην ηγεσία του αγγλικού στόλου.

spiti-kallitsa3Το 1843, σε ένα ταξίδι του αγγλικού στόλου σε λιμάνια της Μεσογείου, ο ναύαρχος σύζυγος της Καλλίτσας την πήρε μαζί του στη ναυαρχίδα. Μεταξύ των λιμανιών που επισκέφτηκε ο στόλος ήταν και το λιμάνι της Σούδας στην Κρήτη, όπου ο ναύαρχος συνάντησε τον Τούρκο πασά. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης τού ανέφερε πως η γυναίκα του είναι Κρητικιά και έχει από μικρή χάσει τον πατέρα της, τον οποίο θέλει να συναντήσει. Ο πασάς προθυμοποιήθηκε αμέσως να φέρει τον πατέρα της Καλλίτσας στα Χανιά και έστειλε ανθρώπους του να τον αναζητήσουν.

Μόλις οι απεσταλμένοι του πασά εντόπισαν στο Αποδούλου τον πατέρα της Καλλίτσας, αυτός τρομοκρατήθηκε, επειδή είχε σκοτώσει δυο Τούρκους και νόμισε ότι το έμαθαν και πήγαν να τον συλλάβουν. Η συμπεριφορά τους, όμως, δεν είχε τραχύτητα και μη μπορώντας να αρνηθεί, τους ακολούθησε. Μόλις τον παρουσίασαν μπροστά στον πασά, και παρούσης της Καλλίτσας, εκείνος τον ρώτησε: «Τούτη δω την ξέρεις; Έχεις καμιά κόρη χαμένη;». «Όχι, εγώ δεν έχω κοπελιά», απάντησε ο ακόμα τρομαγμένος Αλεξανδρής.

spiti-kallitsa4Μετά από λίγο, όμως, βρήκε το κουράγιο να στραφεί στην Καλλίτσα και να την ρωτήσει: «Αν όπως λες είσαι κόρη μου, πες μου πώς είναι το σπίτι μας στο χωριό». Τότε η Καλλίτσα, που δεν είχε ξεχάσει καθόλου τον τόπο και τη γλώσσα της, του περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια το σπίτι και αναφέρθηκε ακόμα και σε μια χαρουπιά που είχαν στην αυλή. Οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν συγκινητικές, καθώς ο πατέρας και η κόρη αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν πολύ από χαρά.

Μετά τη συνάντηση η Καλλίτσα δεν προλάβαινε να πάει στο χωριό της, επειδή ο στόλος έπρεπε να αναχωρήσει, αλλά υποσχέθηκε στον πατέρα της: «Θα γυρίσω πάλι πατέρα στην Κρήτη και θα έρθω στο χωριό να δω τη μάνα και τον αδελφό μου, που τόσο πολύ μου λείπουν και τους αγαπώ». Πράγματι, το 1844 ξαναβρέθηκε με τον αγγλικό στόλο στην Κρήτη ο ναύαρχος γαμπρός του Αλεξανδρή, μόνος αυτή τη φορά χωρίς την Καλλίτσα, και βρήκε χρόνο να πάει στο Αποδούλου. Του άρεσε, μάλιστα, τόσο πολύ η περιοχή και το κλίμα, που έδωσε εντολή να χτιστεί ένας αριστοκρατικός πύργος στο χωριό, για να έρχεται με την οικογένειά του και να κάνει διακοπές.

spiti-kallitsa5Στην κατασκευή και φύλαξη του σπιτιού βοήθησε αποφασιστικά ο αδελφός της Καλλίτσας Σταυρουλιός, που είχε φτάσει πλέον στην ηλικία των 25 χρονών. Οι αρχιμάστορας που ανέλαβε το έργο ήταν ο πιο φημισμένος από την Κάρπαθο, το ίδιο και οι τεχνίτες βοηθοί του. Το χώμα που χρησιμοποίησαν στο χτίσιμο το έφεραν από τη Σαντορίνη και τις πλάκες που έστρωσαν το σπίτι από τη Μάλτα.

Την άνοιξη του 1847 έφτασε η μεγάλη στιγμή της επιστροφής της Καλλίτσας στον τόπο που γεννήθηκε. Έφτασε με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά και το υπηρετικό προσωπικό της. Ήταν πολύ συγκινητική η σκηνή που μάνα και κόρη να αγκαλιάστηκαν και έκαναν πολύ ώρα να ξεκολλήσουν. Τα επόμενα χρόνια ήρθε κι άλλες φορές η Καλλίτσα στο Αποδούλου με τα τέσσερα παιδιά της, μέχρι που το 1863 πέθανε από αρρώστια ο άντρας της. Στο μεταξύ είχαν πεθάνει και οι γονείς της.

Γλίτωσε από την πυρπόληση

Το 1866 ξεκίνησε η μεγάλη επανάσταση στην Κρήτη, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Σταυρουλιός σήκωσε αγγλική σημαία στον πύργο της αδελφής του μήπως και τον γλιτώσει από την οργή των Τούρκων. Σε μια έκβαση, όμως, των μαχών, οι Τούρκοι στρατιώτες περικυκλώθηκαν από τους επαναστάτες και αναγκάστηκαν να μπουν μέσα στο αρχοντόσπιτο και να οχυρωθούν. Ο Σταυρουλιός, τώρα, ήταν απέξω και έτοιμος να δώσει το σύνθημα να καεί το σπίτι, με τους Τούρκους μέσα. Ευτυχώς, όμως, την τελευταία στιγμή το εγκατέλειψαν οι εχθροί και το σπίτι γλίτωσε.

Στα επόμενα χρόνια και μετά την απελευθέρωση της Κρήτης, μερικοί Άγγλοι συγγενείς της Καλλίτσας επισκέφτηκαν το Αποδούλου και διατήρησαν αλληλογραφία με τους Κρητικούς συγγενείς τους. Σήμερα το σπίτι της Καλλίτσας ανήκει στον Αριστείδη Ψαρουδάκη και τη σύζυγό του.

spiti-kallitsa6Η ιστορία της Καλλίτσας αποτελεί κόλαφο για την αρρωστημένη και θεσμοθετημένη έξη των Οθωμανών να αρπάζουν μικρά παιδιά ακόμα και κατά τον 19ο αιώνα και να τα πωλούν σε σκλαβοπάζαρα. Την εποχή που στον υπόλοιπο κόσμο ανθούσαν σπουδαία ανθρωπιστικά κινήματα, εκείνοι αντιμετώπιζαν τους ανθρώπους, και ειδικά τα παιδιά, ως υλικά λάφυρα.

Αυτοί που μας εισήγαγαν στη μαγεία της ιστορίας της Καλλίτσας ήταν ο Αμαριώτης καθηγητής Νίκος Τυροκομάκης και ο αείμνηστος Γιώργης Ψαρουδάκης, πρώην πρόεδρος της κοινότητας Αποδούλου. Σπουδαία πηγή πληροφοριών ήταν και το συναρπαστικό βιβλίο με τον τίτλο: «Καλλίτσα, η σκλάβα που έγινε Λαίδη», του Κριτόλαου Ψαρουδάκη, το οποίο εκδόθηκε το 1988 στο Ηράκλειο.

Από το παραπάνω βιβλίο πήραμε και τη φωτογραφία που απεικονίζει την Καλλίτσα με τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της. Πρόκειται για έναν πίνακα πιστής απεικόνισης, ζωγραφισμένο το 1848 από τον Σερ Τζων Γουότσον Γκόρντον, ιπποτικό μέλος της Αγγλικής Βασιλικής Ακαδημίας. Ο πίνακας αυτός βρίσκεται σήμερα στη Φλωρεντία, στην κατοχή της απογόνου της Καλλίτσας Λίλιαν Ρεγκάνο Χέι.

ΠΗΓΗ: www.greecewithin.com

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Οι παλιοί νερόμυλοι της Μεσαράς – Μέρος Α’

Δημοσιεύτηκε

στις

Ξεκινώντας μια προσπάθεια να καταγράψω αν είναι δυνατόν όλους τους νερόμυλους που είχε κάποτε η Μεσαρά, και που βέβαια δεν σώζονται όλοι, εξεπλάγην από τον μεγάλο τους αριθμό


Στην προσπάθειά μου αυτή βέβαια με βοήθησαν ο κ Μαραγκάκης Μύρων από τη Γαλιά, και η συνταξιούχος δασκάλα Αικατερίνη Νικολιδάκη από τη Φανερωμένη, και οι δυό τους λάτρης της λαογραφίας.

Η δε φωτογραφία με την χωροκατανομή των νερόμυλων της Δυτικής Μεσαράς, αλλά και τα ρέματα που αναφέρονται παρακάτω, είναι από το βιβλίο που υπάρχει στο ΜΟΥΣΙΟ ΚΡΗΤΙΚΉΣ ΕΘΝΟΛΟΓΊΑΣ που εδρεύει στους Βόρους.

Οι νερόμυλοι της Μεσαράς, ή «μύλοι» όπως χάριν απλότητας λέγονται από τον κόσμο, ήταν διάσπαρτοι στα διάφορα ρέματα, σε όλη τη περιοχή Μεσαράς, και φυσικά όπως θα δούμε παρακάτω ήταν πολλές δεκάδες!

Μια σειρά μύλων βρίσκονταν σε ποτάμια ή ρέματα που πήγαζαν από τους πρόποδες του Ψηλορείτη, και άλλη σειρά μύλων σε ρέματα που πήγαζαν από τους πρόποδες των Αστερουσίων ορέων. Οι μύλοι ακολουθούσαν τις κατευθύνσεις των ποταμών ή ρεμάτων της κάθε περιοχής, και ήταν χτισμένοι δίπλα ή κοντά στις όχθες τους, ή ακόμα και σε κάποια απόσταση από τον ποταμό, και τα νερά όλων κατέληγαν μέσω Γεροπόταμου στη θάλασσα. Πολλοί νερόμυλοι βρίσκονταν βόρεια της Μεσαράς στην περιοχή Γέργερης, που ήταν τότε από τα μεγάλα χωριά της Κρήτης, και αυτό χάρις και στα πολλά νερά της περιοχής! Από τον 15ο αιώνα επί εποχής Ενετών άρχισαν να χτίζονται οι νερόμυλοι, συνέχισαν και επί τουρκοκρατίας, και μόνο εκεί υπήρχαν 27 στον αριθμό! Ακόμα και η Γόρτυνα αρδευόταν με τα νερά της Γέργερης, από ότι μαρτυρούν τα υπολείμματα αγωγών. Οι περισσότεροι πάντως νερόμυλοι είχαν χτιστεί επί Τουρκοκρατίας από Τούρκους μεγαλοκτηματίες ή Αγάδες, με Έλληνες σαν εργατικό προσωπικό, και το φόρο εισέπραττε ο Αγάς ή ο εκάστοτε Τούρκος διοικητής. Μέχρι το 1950 λειτουργούσαν αρκετοί νερόμυλοι –αλευρόμυλοι στα διάφορα ποτάμια της ευρύτερης περιοχής Μεσαράς. Μεγάλη σημασία είχαν οι νερόμυλοι εκείνα τα χρόνια, γιατί εκτός από την οικονομική άνθιση, έφερναν τον κόσμο πιο κοντά, υπήρχε ανταλλαγή προϊόντων, και τα νέα επίσης διαδίδονταν εύκολα . Κάποιοι μύλοι είχαν αγοραστεί από Έλληνες από τους Τούρκους όταν έφευγαν, ή απλά καταλήφθηκαν από τους ενοικιαστές, όπως έγινε και με τα χωράφια ή εκτάσεις βοσκοτόπων που νοίκιαζαν.

Οι περισσότεροι μύλοι, επειδή ήδη ήταν πολύ παλιοί, αναστηλώθηκαν για να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, και σε νεότερες εποχές.

Σίγουρα όμως υπήρξαν και κάποιοι μύλοι, τους οποίους είχαν φτιάξει και Έλληνες εξ ολοκλήρου.

Έτσι πολλοί μύλοι πράγματι επισκευάστηκαν τη δεκαετία του 1930 –’40, για το λόγο που είχαμε πολλά νερά. Φυσικά μιλάμε για βροχές, που οι πλημύρες είχαν σαν αποτέλεσμα, τα νερά των ποταμών να υπερχειλίσουν και να προκληθούν μάλιστα και πλημμύρες!

Τα ονόματα των μύλων, ήταν συνήθως εκείνα του ιδιοκτήτη, άλλαζαν όμως τα ονόματα αυτά από εποχή σε εποχή, και συνήθως επικρατούσε η ονομασία του τελευταίου ιδιοκτήτη.

Όμως σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξαν και μύλοι, που έπαιρναν την ονομασία της περιοχής, τοποθεσίας δηλαδή, ή το όνομα του χωριού, όπως ήταν «ο μύλος του Ποταμίτη», «ο μύλος στη Γόρτυνα» κλπ.

Μέχρι το 1950 στη περιοχή Μεσαράς λειτουργούσαν ακόμα αρκετοί νερόμυλοι, αφού οι κάτοικοι της περιοχής είχαν και τα σιτηρά σαν βασικό εισόδημα μαζί με την ελαιοπαραγωγή.

Οι μύλοι εγκαταλείφθηκαν μετά το 1960, που σταμάτησαν οι μεγάλες βροχοπτώσεις, και λιγόστεψαν κατά πολύ τα νερά των πηγών.

Όμως παράλληλα είχαν ήδη αρχίσει οι ηλεκτροκίνητοι μύλοι, αλλά και οι καλλιέργειες σε σιτηρά είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν χρόνο με το χρόνο, αφού άρχισαν οι μεγάλες εισαγωγές από τη Ρωσία..

Επειδή υπήρχε σπουδαία οικονομική άνθιση σε σιτηρά στην ευρύτερη περιοχή της Μεσαράς, πριν το 1960, η ανάγκη για την άλεση τους ήταν μεγάλη. Μια επιχείρηση με νερόμυλο λοιπόν, πάντα θα ήταν επικερδής εκείνα τα χρόνια.

Οι μύλοι δεν άλεθαν μονάχα τα σιτηρά, επίσης κάποιοι από αυτούς έπαιζαν σπουδαίο ρόλο και σχετικά με την άλεση και της ελιάς, καθότι τελευταία είχε προστεθεί σε κάποιους από αυτούς και πιεστήριο!

Σε κάποιους άλλους είχε προστεθεί και γεννήτρια στην κατοχή για να φορτίζουν οι αντάρτες τις μπαταρίες των ασυρμάτων, και σε άλλους είχε προστεθεί μηχανισμός πλυντηρίου ρούχων..

Εκτός των μύλων στην βόρεια πλευρά δηλαδή στη περιοχή Γέργερης, μύλοι βρισκόταν και στην Ανατολική κατεύθυνση, των Μοιρών, από Αγίους Δέκα έως Αγία Βαρβάρα. . Πολλοί ήταν και οι μύλοι στα Νότια που πήγαζαν από τα Αστερούσια. Μύλοι υπήρχαν παντού! Θα αναφερθούμε μονάχα στις ονομασίες των ρεμάτων αυτών στις διάφορες περιοχές, αλλά δεν θα επεκταθούμε όμως αναλυτικά σε κάθε μύλο χωριστά, γιατί οι μύλοι ήταν πάρα πολλοί, και ίσως το κάνουμε σε άλλο κεφάλαιο, γιατί έχουν μεγάλη ιστορία! Εμείς εδώ θα αναφερθούμε στους νερόμυλους που υπήρχαν στην Δυτική κατεύθυνση Γαλιά – Απόλυχνο Βρέλη, και Ζαρό – Φανερωμένη – Βόρους κλπ με ότι πληροφορίες έχουμε συλλέξει για τον κάθε νερόμυλο των περιοχών αυτών.

ΚΟΙΛΆΔΕΣ Ή ΡΈΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΆ ΣΤΑ ΟΠΟΊΑ ΒΡΊΣΚΟΝΤΑΙ ΣΉΜΕΡΑ ΝΕΡΌΜΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΕΣΑΡΆ

Οι κοιλάδες οροσειράς Ψηλορείτη

Κοιλάδα Λυγκοπόταμου
Κλίμα
Κοιλάδα Μάγειρα
Γρηγοριά – Λαγολιό

Κοιλάδα Ανώνυμου ποταμού
Καλοχωραφήτης

Κοιλάδα Κουτσουλήτη
Ζαρός – Λαλουμάς –Σκούρβουλα – Φανερωμένη – Βόροι

Κοιλάδα Γαλιανού ποταμού
Γαλιά

Κοιλάδα Απολυχνιανού ποταμού
Απόλυχνος – Βρέλης ή Άγιος Αντώνιος -Μοίρες

Κοιλάδα ποταμού Αμπελούζου
Πλουτή

Κοιλάδα ποταμού Λιθέου ή Ποταμίδα
Γέργερη – Καρδαμιανά – Μαστροχιανά –Τζανιανά – Απομαρμά –Ψαλίδα (πςριοχή)
Άγιοι Δέκα – Μητρόπολη

Οι κοιλάδες οροσειράς Αστερουσίων

Κοιλάδα Γιαλομονόχωρου
Μονή Οδηγήτριας – Γιαλομονόχωρο
Κοιλάδα των Κριτιτών
Κριτιτά

Κοιλάδα Πλώρας
Πλώρα

Κοιλάδα Ανώνυμου ποταμού
Βαρδί

Σε όλες αυτές τις ανωτέρω κοιλάδες, που ανήκουν στη περιοχή Μεσαράς, στα ρέματα και στα χωριά που αναφέρουμε, υπάρχουν μύλοι.

Επειδή είναι πάρα πολλοί να γραφτούν όλοι αυτοί οι μύλοι, στη φάση αυτή θα αναφέρουμε μονάχα ότι στοιχεία που έχουμε και πληροφορίες για τους μύλους από δύο σπουδαίες κατευθύνσεις που σχηματίζουν οι δύο κοιλάδες ρεμάτων, του
Κουτσουλήτη ποταμού, τη κατεύθυνση της κοιλάδας του Απολυχνιανού ποταμού, καθώς και εκείνους της κοιλάδας του Γαλιανού ποταμού.

OI ΠΑΛΙΟΊ NEΡΌΜΥΛΟΙ –ΑΛΕΥΡΌΜΥΛΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΛΆΔΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΧΝΙΑΝΟΎ ΠΟΤΑΜΟΎ

Στην περίπτωση αυτή έχουμε τον Απολυχνιανό ποταμό με τα νερά του Τουρκί της Απολύχνου. Τα νερά από το Τουρκί έκαναν μια διαδρομή, περνώντας από Απόλυχνο, Βρέλη, ενώνονταν με τα νερά του Γαλιανού ποταμού στη περιοχή «Λάβδα», όπου σχηματίζονταν το ομώνυμο γράμμα «Λ» , εξ ου και η ονομασία «Λάβδα».

Στη Λάβδα που ενώνονταν τα ρέματα, λέγεται και Νταλαμάρω, όπου μαζεύονταν πολλά νερά, χειμώνα καλοκαίρι, τα οποία από εκεί συνέχιζαν να τροφοδοτούν νερόμυλους, να ποτίζουν περιβόλια μέχρι τις Μοίρες, για να διοχετευθούν τέλος ό,τι νερό έμενε στον Γεροπόταμο, και από εκεί στη θάλασσα.
Σε αυτά τα μικρά ποτάμια λοιπόν και παραπόταμα, κοντά στις όχθες τους , ήταν χτισμένοι δέκα νερόμυλοι! Όλοι έκαναν καλή δουλειά και έλυναν τα προβλήματα της περιοχής για άλεση σιτηρών. Ξεκινώντας από το Τουρκί θα αναφέρουμε έναν –έναν νερόμυλο που γνωρίζουμε, και αυτούς που υπήρχαν αλλά δεν γνωρίζουμε περισσότερα.

TOYΡΚΙ

1-Μύλος ανώνυμος

Για τον πρώτο μύλο δεν έχουμε στοιχεία

2-O μύλος του Κρομμυδόκωστα (Κώστα Ζαχαριουδάκη)
Ο δεύτερος νερόμυλος που δούλεψε τελευταίος με τα νερά από το Τουρκί, ήταν κοντά στο Τουρκί, πολύ πιο μέσα δηλαδή από την Απόλυχνο στη τοποθεσία «Περβόλα», και ήταν του Κρομμυδόκωστα (Κώστα Ζαχαριουδάκη). Ο μύλος αυτός υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του 50, και δεν τον δούλευε ο ίδιος, αλλά είχε ένα μυλωνά που δούλευε τον μύλο, ο οποίος λεγόταν κι αυτός Κώστας. Κατεδαφίστηκε ο μύλος αυτός, και σήμερα δεν υπάρχει ούτε ίχνος εκεί.

ΑΠΌΛΥΧΝΟΣ

3-Μυλος ανώνυμος

4-Μύλος ανώνυμος

ΒΡΈΛΗ

5-Ο μύλος του Τσικαλά

Κατεβαίνοντας από την Απόλυχνο για το χωριό Βρέλη ακριβώς από κάτω, υπήρχε νερόμυλος, που πιθανόν τον είχε νοικιάσει κάποιος Μικρασιάτης ονόματι Τσικαλάς, πατέρας της Καρκανοχριστοφίνας.

6-Μύλος ανώνυμος

7-Ο μύλος του Λαγκού

8-Ο μύλος του Ντασκουλιέρη

Λίγο παρακάτω και ακριβώς κάτω από την εκκλησία του Αγίου Πνεύματος, λειτουργούσε ο μύλος του Ντασκουλιέρη, που ήταν πεθερός του Θεργιουλομανώλη.

ΛΆΒΔΑ

9-Ο μύλος το Κουκή
Ένατος μύλος κατά σειρά ήταν ο περιβόητος «Μύλος του Κουκή», στη θέση «Νταλαμάρω». Έχει γκρεμιστεί το κτίσμα με τη διαπλάτυνση του δρόμου, σώζεται όμως το υπόλοιπο με το ζουργιό και τη στέρνα.

ΜΟΊΡΕΣ

10-Ο μύλος του Σελέμη (Εμμανουήλ Χουστουλάκη)
Δέκατος μύλος, με το Απολυχνιανό νερό, ήταν «ο μύλος του Σελέμη».

Ήταν στο σημείο που διασταυρώνεται ο Απολυχνιανός ποταμός με το καρόδρομο που πήγαινε κάποτε στη Γαλιά, δυτικά από τις Μοίρες.

Τα νερά του Απολυχνιανού ποταμού, αφού περάσουν όλους τους προηγούμενους και φτάσουν έως του Κουκή το μύλο, στο τέλος πλέον θα καταλήξουν και στον μύλο του Σελέμη! Στο μύλο αυτό ερχόταν τα λιγότερα νερά, γιατί ήταν ο τελευταίος μύλος της ανατολικής κατεύθυνσης, και είχαν να κάνουν άμεσα, με το μύλο του Κουκή στη Λάβδα, που εν τούτοις, ο Κουκής δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα νερού. Ο μύλος του Σελέμη , ήταν στην έξοδο των Μοιρών , από τον παλιό δρόμο προς τη Γαλιά.

Ο Σελέμης, , έτσι ήταν γνωστός στις Μοίρες ο Χουστουλάκης Εμμανουήλ, έχτισε κι αυτός, την ίδια περίπου εποχή με τον Κουκή, δηλαδή το 1930 με ’32, και άλεθαν και οι δύο νερόμυλοι με τα ίδια νερά.

Επειδή όπως είπαμε τα νερά που κατέληγαν στου Σελέμη ήταν λίγα, για αυτό δεν άλεθαν και οι διό ταυτόχρονα!

Ο Σελέμης, αναγκαστικά περίμενε, 2 με 3 ώρες, να γεμίσει ο Κουκής τη χωμάτινη κολύμπα του με νερό, και μετά όταν το έκοβε, γέμιζε και αυτός τη δική του.
Κι αυτό, γιατί όσο κατεβαίνουμε από του Βρέλη, προς τις Μοίρες, τα νερά είχαν πολλές απώλειες.

Προσπάθησε κάποιο διάστημα ο Σελέμης να κάνει μια απόπειρα, και μαζέψει και τα νερά του Γαλιανού ποταμού, αυτά δηλαδή που ερχόταν από την Κουτσουνάρα, αλλά ήταν πολύ δύσκολη η διάβασή τους, επειδή ήταν πολλή η ανηφόρα, και οι σωληνώσεις για να μπουν εναέριες, σε τόσο μεγάλη απόσταση, είχαν τεράστιο κόστος!

Έτσι το εγκατέλειψε αυτό το εγχείρημα.

Kαι οι δύο νερόμυλοι, είχαν ένα μόνιμο άτομο, νύχτα – μέρα, να παρευρίσκεται στον μύλο, για να ασχολείται με τα νερά, και το γέμισμα της χωμάτινης δεξαμενής τους!

Ο μύλος του Σελέμη, χαλάστηκε όταν πέρασε ο καρόδρομος για τη Γαλιά, και όσο φάρδαινε γκρεμιζόταν και έμεινε ένα μικρό τμήμα του ζουργιού!
Σήμερα σώζεται μονάχα ένα μέρος από το τείχος του ζουργιού , και η χωμάτινη του δεξαμενή, προς τον από πάνω δρόμο.

Κοιλάδα Γαλιανού ποταμού

ΔΡΑΚΑΚΙΑΝΆ (ΓΑΛΙΆ)

1-Ο μύλος του Μαραγκού (Μύρο Παπαδάκη) στο Γαλιανό ποταμό

Στη πορεία του Γαλιανού ποταμού , με τα νερά από τα Καπελωνιανά και Κουτσουνάρας, λειτουργούσε ένας μονάχα νερόμυλος, και αυτός ήταν στα Δρακακιανά.

Στο σημείο αυτό λειτουργούσε μύλος επί τουρκοκρατίας, και τον οποίο αγόρασε ο Μαραγκός από τον Ρετζέπ Αγά μισοερειπωμένο. Τον πήραν κληρονομιά τα παιδιά του το 1935. Τότε όμως ήταν και οι χρονιές που έκανε πολλές πλημμύρες και καταστροφές, και το ρυάκι κατέβασε τόσα πολλά νερά, που παρέσυρε και το μύλο, γιατί τα νερά υπέσκαψαν τα θεμέλια. Τα νερά παρέσυραν ξύλα και πέτρες και τα πήγαν στη θάλασσα.

Σήμερα σώζεται ένα ελάχιστο τμήμα τοίχου από το ζουργιό, για να θυμίζει απλά, πως κάποτε εκεί υπήρχε νερόμυλος!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Συνεχίζεται με τους μυλους του Κουτσουλήτη ποταμού

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Βελίκα Τραΐκου: Η ηρωΐδα δασκάλα του Μακεδονικού αγώνα

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη φωτογραφία, η ηρωίδα του Μακεδονικού αγώνα, Βελίκα Τράικου, νεκρή και κατακρεουργημένη (ετών 21) Βελίκα Τράικου


Εγινε το μάτι και το αυτί του αγώνα. Κανείς δεν μπορούσε να την υποψιαστεί, καθώς μετέφερε έγγραφα ραμμένα στα ξεφτισμένα της ποδογύρια ή χαμένα στις πανέμορφες πλεξίδες της…

Το κείμενο του Στρατηγού Ζιαζιά:

Η Βελίκα Τράικου υπήρξε μια δασκάλα, νεομάρτυς του Μακεδονικού αγώνος. Γεννημένη το 1883, στο Γραδεμπόριο, πεντάρφανη από μικρή, μα προικισμένη με αδάμαστη θέληση, με τη βοήθεια φιλανθρώπων κατόρθωσε να φοιτήσει στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Θεσσαλονίκης και το 1900 διορίστηκε δασκάλα στην περιοχής Καρατζόβας, στη φωλιά των Βουλγάρων Κομιτατζήδων, όπου ρίχτηκε στην αποστολή της με ενθουσιασμό.

Κι όταν τον Αύγουστο του 1901, που ο Ίων Δραγούμης κατευθύνονταν στο ελληνόψυχο Μοναστήρι, πραγματοποιήθηκε στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης μεγάλη σύσκεψη Ελλήνων πατριωτών, η Βελίκα ήταν παρούσα κι έκανε τις προτάσεις της…

Το φθινόπωρο ο Δραγούμης ζήτησε από το Κέντρο Θεσσαλονίκης να του στείλουν ένα πρόσωπο άξιο να επωμιστεί το βαρύ έργο του συνδέσμου Μοναστηρίου – Καστοριάς – Θεσσαλονίκης. Συνιστούσε να είναι έμπιστο, γενναίο, ικανό, να αντέχει σε κακουχίες και πεζοπορία, να διαθέτει εξαιρετική ευφυΐα για ν’ αποφεύγει τις παγίδες των Βουλγάρων, να διακατέχεται από βαθύ αίσθημα ευθύνης και προ παντός να είναι αποφασισμένο να δώσει και τη ζωή του ακόμα για ό,τι πιστεύει κι υπηρετεί.

Φαντάζεται κανείς την κατάπληξη του, όταν είδε να του στέλνουν, αντί κάποιου θεριεμένου παλικαριού, τη ροδομάγουλη δασκαλίτσα Βελίκα! Κι όμως, η κοπέλα εκείνη στάθηκε άξια στο ύψος της σπουδαίας της αποστολής, γιατί, γνωρίζοντας άπταιστα την τουρκική και βουλγαρική γλώσσα και προικισμένη με σπάνια υποκριτικά προσόντα, παριστάνοντας πότε τη μισότρελη Τουρκάλα χωρική και πότε τη Βουλγάρα ραδικού ή γαλατού, έγινε το μάτι και το αυτί του αγώνα. Κανείς δεν μπορούσε να την υποψιαστεί, καθώς μετέφερε έγγραφα ραμμένα στα ξεφτισμένα της ποδογύρια ή χαμένα στις πανέμορφες πλεξίδες της.

Αεικίνητη κι αγωνιστική έμοιαζε γοργοπόδαρο ελάφι, που εκμηδένιζε την απόσταση Μοναστήρι – Θεσσαλονίκη. Κι ήταν ν’ απορεί κανείς, εκείνη η σφριγηλή κοπέλα, που ο κίνδυνος ήταν η ανάσα της, πώς μπορούσε και μεταμορφώνονταν, όταν το ήθελε, σ’ ένα αξιολύπητο πλάσμα πέρα κι έξω από κάθε υποψία.

Το 1903, η βουλγαρική θηριωδία στη Μακεδονία είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Η γη βαφόταν με αίμα αθώων. Άγρια εγκλήματα γίνονταν καθημερινά κι όμως, η Βελίκα, απτόητη, γύριζε στις ερημιές. Όλοι θαύμαζαν κι υπολόγιζαν την προσφορά της. Κι όταν αργότερα με τον ερχομό του Παύλου Μελά ο αγώνας εντάθηκε, η μικρή ηρωίδα προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες σαν σύνδεσμος των προξενείων.

Όμως σε μια τέτοια αποστολή στα Γιαννιτσά, δολοφονικό χέρι Βουλγάρων έσχισε τα νεανικά της στήθη, όταν, παρά τα βασανιστήρια στα οποία την υπέβαλαν να μαρτυρήσει τι γνώριζε, αυτή εξακολουθούσε να παριστάνει την τρελή. Έτσι πήρε στο θάνατο τα μυστικά της. Ήταν καλοκαίρι, 28 Αυγούστου του 1904. Στη Θεσσαλονίκη, όπου μεταφέρθηκε η σωρός της, της έγινε μεγαλοπρεπής κηδεία και τη θρήνησε μια ολόκληρη λαοθάλασσα.

Σήμερα, οι μοντέρνοι νεοέλληνες θεωρούν ότι πρέπει να ξεχαστεί και να παραμείνει μία άγνωστη!

Δάσκαλοι και δασκάλες, καθ ολη την διάρκεια του Μακεδονικού Αγωνα, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, έφευγαν από την ησυχία της Αθήνας και πήγαιναν να διδάξουν στα ελληνόπουλα της Μακεδονίας Χριστό και Ελλάδα. Πολλοί και πολλές βρήκαν φρικτό θάνατο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη