Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ένας Μεσαρίτης μυλωνάς από τα παλιά!! (Μια αληθινή ιστορία)

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο χωριό Ζαρός, εξωλάλιενε η τύχη ντου το Μαρίνο, για να κάμει τη δεύτερη ντου Πατρίδα, μιας και από κοπέλι του τό ‘χενε γραφτό η μοίρα, αφού και αυτός από τσι χαμένες Πατρίδες ήτονε, και εννοώ τη Μικρά Ασία!!


Μπορεί να μην εκάτεχε και τα περίσσα γράμματα, μα ούλες τσι γνωστές δουλειές πού ‘τονε το χεργιών ντου, τσι ‘βανε στη μέση, σαν σπουδαίος πολυτεχνάς απού ήτονε.
Χαερλής και χουβαρντάς όπως παντοτινός του εφαινότανε, εκέρδισε την εμπιστοσύνη του ντόπιου κόσμου από το πρώτο κιόλας καιρό, που προτοπάτησε στο Ζαρό.

Ενώ από πολύ νωρίς, εβρήκενε κοντά στο χωριό Λαλουμά και συγκεκριμένα σε μική απόσταση τση βορινής μεργιάς τση καμάρας, ένα παρετημένο μύλο, που ανήκε στην ιδιοχτησία τω Καλέμιδω.

Με προσωπική δουλειά απού ήκανε, τον επαναλειτούργησε, αφού βέβαια ήδινε και ένα μικιό ενοίκιο στσ’ ιδιοχτήτες, απού τον είχανε.

Ακόμα όπως ήτονε και τσι περασάς άνθρωπος, με ούλα τα ξινολάϊνα θα μπορούσες να τονέ πετύχεις, ανά πάσα ώρα και στιγμή.

Αυτές οι πολλές γνωριμίες και συμπάθειες απού είχενε, ήτονε και η αιτία να μη ξεμένει ποτές του από δουλειά.

Τα κέρδη του όμως από τη καινούργια δουλειά πού ήκανε, κάπου ήτονε πλια πολλά από το κανονικό, αφού είχενε και αυτός τη κακή συνήθεια εκεινωνά τω καιρώ, να κάνει που και που κια μια ν-αρπαχτή!!

Όπως λένε αυτοί που τονέ ζήσανε, τσι περισσότερες φορές πού κάπχοιος ήλεθε στο μύλο ντου, χωρίς να τονέ σκιαχτεί κιανείς , εκράτιζε μια ουλιά αλεύρι παραπάνω από τη κανονική κάρτα, ετσά για το γούρι όπως ήλεγε!!

Με το καιρό όμως του βγήκενε τό όνομα, χωρίς νά ‘ναι βέβαια και ψώματα!!

Μια ν-ημέρα εκειά στσ’ αρχές τση δεκαετίας του 1930, εφόρτωσε ο Ζαχάρακας από τα Βορίζα ένα γομάρι κριθάρι του μεγάλου ντου κοπελιού, του Μανωλιού εννοώ, να πάει να τ’ αλέσει στου Μαρίνο το Μύλο, για να ζυμώσουνε.

Εδιπλοπαράγγελνε όμως ο Ζαχάρακας του Μανωλιού!!

– Γιάι…του λέει, κακομοίτση μου, να πάρεις ετούτονε το άλεσμα και να πας στου Μαρίνο το μύλο να τ’ αλέσεις, μα νά χεις τα μάθια σου τετρακόσα!!

Γιατί ανέ σου το φάει, θα σε κρεμάσω ανάποδα εκέ στο πρίνο, μονό να το κατέχεις!!

Ήγηρε κάτω το Μανωλιό με φορτωμένο τ’ άλεσμα στο γάιδαρο, και από τη μια μεργιά εσφυρολόγα και από την άλλη έχοντας κατά νου τη παραγγελιά του γέρου ντου, και σαν Βορζανάκι απού ήτονε, που καθόλου δεν εδιέφερε από διαολάκι, ήβγαλε το σκέδιο κι’ όλας.

Ήβγαλε είντα κατσουκανιά θα λα σκαρώσει του Μαρίνο, όση ώρα θα τού ‘λεθε τ’ άλεσμα!!

– Όι και πως θα με γελάσει εμένα ο Μαρίνος, ήλεγε και ξανάλεγε δρόμο δρόμο!!

Δεν είναι δα και πλια ξύπνια η αφενδιά ντου, που ανέ μου κάμει ετσά λαδιά, θα τονέ βάλω σε ένα τσουβάλι μέσα, και θα τονέ πετάξω στη μέση του σωμαργιού του γαϊδάρου και θα τονέ λαλώ του κυρού μου στα Βορίζα!!

Ενώ σα θα φτάξω θα του πω, να ξεφορτώσει τ’ άλεσμα και θα ειδείς είντα θα ξεφορτώσει ακόμα!! Σίγουρα και το Μαρίνο!!

Να καλοπεράσει θέλει εκείνος, ανέ σκεφτεί να μου κάμει κια μια κατσουκανιά!!

Λέω πως θα του κλέψω και το κάτι ακόμα και ας κάνει το ρεμέδιο ντου!!

Με τούτα να και με κείνα να, δεν άργησε κι’ όλας να φτάξει το Μανωλιό στο μύλο.

Απ’ αλάργο όμως το σκιάχτηκε ο Μαρίνος και εντάκαρε και του φώνιαζε αδυνατά.

– Μαυροδάφνη μρε Μανωλιό!! Μαυροδάφνη κρατείς!!

Λέγοντας μαυροδάφνη, εννοούσε το κόκκινο κρασί.

– Ναι μπάρμπα Μαρίνο!! Κρατώ!! Ένα πεντακοσάρι μπουκάλι, γεμάτο παλιό κρασί!! Μου τό ‘χει ο κύρης μου κρεμασμένο στα σκαρβέλια του γαϊδάρου!!

Έχει μου και μια πετσεθιά, ίσα με να βάνει, σαρικόπιτες, στη βούργια!! Τσ’ ήφθιαξε η μάνα μου οψαργάς, στα Βορίζα!!

– Ου… νά ΄χεις την ευκή μου μρε Μανωλιό και γουργουρίζει η κοιλιά μου, απού αμαγέρευτα επόμεινα!!

Ανεβάστα να ξεφορτώσω το άλεσμα και να φέρεις το ντελόγο τη μαυροδάφνη, να τηνέ πιούμενε ούλη και μετά θ’ αλέσουμε!!

Όπως και εγίνηκε.

Εξεφορτώσανε τ’ άλεσμα, εδέσανε το γάιδαρο με το χαλινάρι σε μια πέτρινη θελιά, ενώ το ντελόγο ανοίξανε τη βούργια που είχενε τσι σαρικόπιτες και το μπουκάλι το κρασί και αρχινήξανε να τρώνε και να πίνουνε λυσσαλέα, λες και ήτονε οι κάπροι του Ερύμανθου!!

Σα και φάγανε τσι σαρικόπιτες και ήπιανε ούλο τα κρασί, λέει ο Μαρίνος του Μανωλιού:

– Μανωλιό….. καλά εφάγαμε και καλά ήπιαμε, απού εγώ τουλάχιστο είχα καιρό να ξεκοιλιδώσω ετσά λογιώ!!

Να βάλουμε όμως εδά και τ’ άλεσμα στο μύλο, για να τ’ αλέσει!!

– Εμένα μπάρμπα Μαρίνο με ζάλισε το κρασί, και μου φαίνεται πως θ’ ακουμπήσω εκέ παραπέζουλα μια ουλιά, είπε στα ψώματα το Μανωλιό του Μαρίνο, ακολουθώντας το σκέδιο που είχενε βγάλει πριν να φτάξει στο μύλο.

Καλά μρε Μανωλιό!! Κοιμήσου μια ουλιά για να σου περάσει η ζάλη!! Ανέ θες σκεπάσου και τη ρούνα εκεινέ, να μη σε πιάσει πόντα!! Μα εγώ θα σού ‘λεγα, να τηνέ σκεπαστείς από κορφής, να μη σε φάνε και τα κουνούπχια!! Όση ώρα εσύ θα κοιμάσε, εγώ θ’ αλέθω τ’ άλεσμα και όντε τελειώσω, θα σου φωνιάξω να το φορτώσουμε!!

Ξαπλώνει το Μανωλιό στη πεζούλα και ήκανε πως εκοιμούντονε, ενώ ερουχάλιζε συνάμα.

Ο Μαρίνος μόλις είδενε πως το Μανωλιό κοιμάται, μακριχέρης ετσά που ήτονε, βγάζει στα ντάκα ντάκα τρία αξάγια αλεύρι από τα τσουβάλια του Μανωλιού και τα πετά μέσα στο πιθάρι ντου.

Το Μανωλιό τον είδενε, μα δεν ήβγαλε τσιμουδιά.

Μια ουλιά ώρα πλια ύστερα, κάνει το Μανωλιό τάχατες πως ξυπνά, τρίβγει τα μάθια ντου, χασμουργέται δυο τρεις φορές, ποταβρίζεται και λέει αμέριμνα του Μαρίνου:

– Ωοό… μπάρμπα Μαρίνο και εξεκουράστηκα!! Εκοιμήθηκα μπόλικες ώρες!! Επέρασε μου η ζαλάδα απού είχα!! Δε κατέχω, γή το κρασί μού ‘χενε χτυπήσει στη κεφαλή, γή φταρμισμένο μέ ‘χανε, γή από τη κούραση που είχα ήτονε, απού πρινοκούτσουρα ήκοβγα ολημερνίς οψές!!

Ενώ μια ουλιά ώρα αργότερα του ξαναλέει:

– Μπάρμπα Μαρίνο… άμε δα και συ να ξαπλώσεις, να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς εκειέ στη πεζούλα, μα εγώ θα κάτσω στο πόστο σου!!

Οντέ θα ν-είναι καλά θα σου φωνιάξω!! Μα σίγουρα ξενύχτης θά ‘σαι, αφού κατέχω πως ούλη τη νύχτα ήλεθες το άλεσμα του Χρηστοφή, απού θέλει να ζυμώσει, για να παντρευτεί!!

– Ναι….. νά ‘χεις την ευκή μου Μανωλιό, που μου λείπει εκείνος σας ο ύπνος!!

”Ποθαμένος” είμαι τσι κούρασης!! Ούλη τη νύχτα ήλεθα το άλεσμα του Χρηστοφή!!

Πάει ο Μαρίνος και ξαπλώνει στη πεζούλα, αλλά δεν άργησε κι’ όλας να τονέ πάρει ο ύπνος και να ρουχαλίζει στ’ αληθινά!!

Το διαολάκι στη συνέχεια, συγνώμη, ήθελα να πω, το Βορζανάκι στη συνέχεια, το Μανωλιό δηλαδή, πιάνει το ντελόγο το αξάι και πάει στο πιθάρι του Μαρίνου και βγάζει έξε αξάγια αλεύρι και το βάζει στα τσουβάλια ντου!!

Τρία, δηλαδή, απού τού ‘χενε κλεμμένα ο Μαρίνος και τρία….ετσά για νά ‘χει να το λέει στα συνομήλικα ντου κοπέλια στα Βορίζα και να γελούνε!!

Σα και πό ‘λεσε το άλεσμα ο μύλος, φωνιάζει το Μανωλιό του Μαρίνου, λέγοντας του:

– Μπάρμπα Μαρίνο!! Σκώσου απάνω γιατί επόκαμε τ’ άλεσμα!!

Για μιας παίζει ο Μαρίνος ένα καμπανό και νά τονε, που σταμάτησε κι’ όλας το μύλο!!

Στη συνέχεια δεν άργησε να φορτώσει του Μανωλιού τ’ άλεσμα στο γάιδαρο, για να γιαγύρει στα Βορίζα.

Σα και του το φόρτωσε όμως, δεν επαρέλειψε να του διπλοπαραγγείλει.

– Λάλιε δα Μανωλιό και να μη ξεχάσεις την άλλη βολά, να κρατείς πάλι ένα μπουκάλι μαυροδάφνη, να τη πχιούμενε παρέα, σα και σήμερο!!

– Να κρατώ θέλει εγώ και την άλλη βολά μαυροδάφνη, μπάρμπα Μαρίνο και νά ‘σαι σίγουρος πως δε θα το ξεχάσω!!

Ήθελα όμως μπάρμπα Μαρίνο να μου εξηγήσεις ανέ μπορείς,ένα όνειρο απού ήβλεπα όση ώρα εκοιμούμουνα!!

– Είντα μρε Μανωλιό όνειρο ήβλεπες;;

– Να του λέει, ενειρευγόμουνα, πως όση ώρα εγώ εκοιμούμουνα, εσύ επήγες από το σακί μου και ήβγαλες τρία αξάγια αλεύρι και τό ‘βαλες στο πιθάρι σου!!

Άιντε λέει που μετά εγώ σηκώθηκα και εσύ εκοιμήθηκες και όση ώρα εσύ κοιμώσουνα, εγώ ήβγαλα έξε αξάγια αλεύρι από το πιθάρι σου και τό ‘βαλα στο σακί μου!!

Μπορείς να μου το εξηγήσεις μπάρμπα Μαρίνο, αυτό το όνειρο;;

– Ονείρατα φαντάσματα, του λέει ο Μαρίνος, με χαμηλωμένα τα μάθια, προσπαθώντας να κρύψει τη στεναχώρια ντου!!

Αλλά ωστόσο του ομολόγησε πως:

Δε φταις βρε Μανωλιό εσύ, μονό εγώ ο κακομοίτσης απού ‘καμα τη λαδιά!!
Καλά τα είδα εγώ παραφουσκωμένα τα σακιά σου, μρε Μανωλιό, μα δεν ήβγαλα σφήνα, για να μην ξεμασκαρωθώ!!

Είδα τα ‘γώ, μα δεν εσήκωνε και διαφορά!!

– ”Μη κάμεις να μη σου κάμουνε, μη πεις να μη σου πούνε, τη ξένη πόρτα οντέ χτυπάς, τη εδική σου σπούνε”!!

Υ.Σ. Ζαχάρακας: Ο Παππούς μου, Ζαχαρίας Γ. Ζαχαριουδάκης

Μανωλιό: Ο Πατέρας μου, Εμμανουήλ Ζ. Ζαχαριουδάκης.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ.

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όταν στη Μεσαρά οι παλιοί έπιαναν αχέλια και καβρούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάμε στην εποχή που οι Μεσαρίτες είχαν στο τραπέζι τους πολλά αχέλια ή χέλια και καβρούς – Πως τα ψάρευαν όμως;


Ήταν μια εποχή που ο κάμπος της Μεσαράς, ήταν όλο ζωντάνια από το πολύ νερό, που το συναντούσες ακόμα και στο πιο μικρό ρέμα!

Όλο το χρόνο Χειμώνα  – Καλοκαίρι, όλα τα ποτάμια και ρέματα στη Μεσαρά έτρεχαν άφθονα τρεχούμενα νερά.

Όταν ήρθε ο αναδασμός στο κάμπο της Μεσαράς μονοπάντησε τα χωράφια των ανθρώπων και τους τα έδωσε σε ένα τόπο.

Ανά  160 μέτρα έκανε ένα δρόμο και στη μέση έκανε ένα ρέμα. Όλα τα  ρέματα αυτά, κατέληγαν στη “Γριά Σαίτα” και από εκεί τα νερά κατέληγαν στη θάλασσα.

Σε μια ηλικία από 10 έως 17, η δική μας εποχή της δεκαετίας ´80, η νεολαία δεν είχε και με πολλά πράγματα να ασχοληθεί (βλέπεις δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε) και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να περνάμε την ώρα μας.

Η καλύτερη ασχολία που είχαμε ήταν το κυνήγι σε αυτά τα ρέματα, που ταλέγανε και σαίτες. Τι κυνηγούσαμε? Φυσικά αχέλια και καβρούς!

Ο καλύτερος μεζές για τους πιο πολλούς Μεσσαρίτες και κυρίως Πετροκεφαλιανούς, που τα είχανε στα πόδια τους,  ήταν τα χέλια και οι καβροί!

Τα χέλια τα ψαρεύαμε συνήθως τα Καλοκαίρια, ή τις ημέρες που ήταν αποκριές, επειδή το κρέας του θεωρείται νηστίσιμο.

Τα χέλια σύχναζαν στο τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε κολύμπες, στα ποτάμια σε φράγματα η λίμνες, και φυσικά στις σαΐτες της Μεσαράς.

Το χέλι του άρεσε να τρέχει κόντρα στο ρέμα και όπου έβρισκε κολύμπα, εκεί και φώλιαζε και άφηνε τα αυγά του.

Ο κόσμος τότε μικροί ή μεγάλοι, κυνήγαγαν τα χέλια για τον εκλεκτό μεζέ τους, μια και το κρέας ήταν δύσκολο να βρεθεί στο τραπέζι.

 

Υπήρχαν διάφοροι τρόποι ψαρέματος του χελιού

 

Ψάρεμα με φλόμο

Σε κάποιες περιοχές της Μεσαράς όπως στα Κάτω περβόλια, υπήρχαν άφθονα  φλομάκια, που τα μάζευαν και τα πήγαιναν να τα ρίξουν στα μέρη που υπήρχαν χέλια.

Ο φλόμος όταν τον κόψεις βγάζει ένα τοξικό γάλα, δηλητηριώδες, που αυτό κάνει το νερό να μυρίζει, και το χέλι να βγάλει έξω το κεφάλι του. Τότε με ένα πιρούνι στο χέρι, τα κάρφωναν, και τα πέταγαν έξω.

 

Ψάρεμα με αλισανδρούλα

Υπήρχε ένα άλλο φυτό που το έλεγαν αλισανδρούλα, που ανήκει και αυτό στα δηλητηριώδη φυτά. Αλλού τον λένε καλάνθρωπο και είναι ένα φυτό με πλατιά φύλλα, και γίνεται όρθιο πάνω από ένα μέτρο. Και αυτό το φυτό βέβαια, βάσει της φυτολογίας, ανήκει στη γενική κατηγορία του φλόμου.

Το φυτό αυτό το έκοβαν και το πήγαιναν εκεί όπου είχε χέλια. Εκεί το κοπανίζανε καλά με μια πέτρα και αυτό έβγαζε ένα ζουμί, και κατόπιν το πέταγαν στο νερό.

Λέγεται πως το ζουμί αυτό έχει την ιδιότητα να καταστρέφει το οξυγόνο του νερού, και τα χέλια μη μπορώντας να αναπνεύσουν έβγαζαν και πάλι το κεφάλι τους έξω από μια γωνιά, και τότε τα κάρφωναν με ένα πιρούνι πάλι, και τα πέταγαν έξω!

Φυσικά το χέλι, μόλις βρεθεί δυο λεπτά έξω από το νερό, πεθαίνει όπως και το ψάρι.

 

Ψάρεμα με τα κερτάρια  ή κούρτα

Άλλος σπουδαίος τρόπος ψαρέματος χελιού, ήταν και το ειδικά καλαθάκια, που τα λέγανε κερτάρια ή αλλού κούρτες.

Η κούρτα η το κερτάρι, ήταν σαν καλαθάκι στενόμακρο και πλεχτό από ειδικά άγρια βρούλα που ήταν μυτερά στην άκρη.

Η κατασκευή αυτή , είχε μια στενή τρύπα από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια τάπα, σαν πορτάκι, που άνοιγε για να μπαίνει το χέρι να πιάνει το χέλι.

Τις κούρτες τις βάζανε από βραδύς στο νερό με διάφορες τροφές μέσα για να προσελκύσουν τα χέλια.

Το πρωί πήγαιναν και τα κοίταζαν να δουν τι χέλια είχαν πιάσει.  Το χέλι ήταν το ψάρι της εποχής!

Έτσι πολλές φορές, αυτό γινόταν πιο οργανωμένα. Έφτιαχναν πεντ’ έξη κούρτες, και τις πήγαιναν σε διάφορα σημεία που είχε κολύμπες,  και τις έριχαν στο νερό σε διαφορετικές περιοχές.

Το πρωί που πήγαιναν και τα μάζευαν, μπορούσε να είχαν μαζέψει καμιά δεκαριά χέλια, για να χορτάσει όλη η οικογένεια. Τα έκαναν συνήθως τηγανιτά η στα κάρβουνα.

 

Ψάρεμα με την καβούλα

Σκάβοντας στο χώμα βρίχναμε σκουλήκια τα οποία στη συνέχεια πιάναμε κλωστή και τα μπρουλιάζαμε φτιάχνοντας έτσι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο κλωστή με σκουλήκια. Στη συνέχεια το τυλίγαμε όπως το σχοινί, το δέναμε σε μια πετονιά και το πετούσαμε στο νερό. Το σύστημα αυτό λεγόταν καβούλα.

Όταν τσιμπούσαν τα χέλια με μια απότομη κίνηση τραβούσαμε την πετονιά με αποτέλεσμα η κλωστή να μαγκώνει στα δόντια του χελιού και το τραβούσαμε έξω.

 

Τα αχέλια και τα πιτσιρίκια στην εξοχή

Στην εξοχή, τα παιδιά που βλέπανε τα έχνη, (αιγοπρόβατα), σαν πεινούσαν πήγαιναν να πιάσουν 3 έως 5 χέλια για να φάνε τον εκλεκτό τους μεζέ.

Άναβαν πρώτα μια φωτιά για να είναι έτοιμη, και κατόπιν πήγαιναν στο νερό είτε με φλόμο, είτε με τα χέρια, είτε χτυπώντας τα με ένα ξύλο, τα έπιαναν και επιτόπου τα πήγαιναν για ψήσιμο!

Έκοβαν μια βέργα από αγριελιά και την έκαναν μυτερή μπροστά με ένα τσακί, σαν σούβλα.

Εκεί τα πέρναγαν ολόκληρα τα χέλια όπως είναι, ζικ – ζακ σαν λουκάνικα. Το χέλι δεν έχει λέπια, οπότε το έβαζαν όπως είναι πάνω σε δυο πέτρες στη φωτιά

Πολλές φορές όμως όταν έτρωγαν πολλά χέλια, τα βάραινε το στομάχι τους, γιατί το χέλι ανήκει στα βαριά δυσκολοχώνευτα φαγητά.

 

Πως χάθηκε και το τελευταίο χέλι από τον κάμπο της  Μεσαράς!

Έφτασε μία εποχή, που τα νερά πλέον λιγόστεψαν στα ρέματα και νερά.

Έβλεπες πλέον αχέλια, μόνο στις κολύμπες που είχαν φτιάξει η αγρότες, για να αντλούν τα νερά ποτίζοντας τις καλλιέργειες τους.

Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κολύμπες είχαν εγκλωβιστεί και τα τελευταία χέλια μην μπορώντας να πάνε αλλού πουθενά!

Όλο το χωριό αποφάσισε τότε, πως αυτά τα χέλια έτσι και αλλιώς θα ψοφούσαν μετά από λίγο καιρό που θα στέρευαν οι κολύμπες.

Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, και  μπαίνοντας οι πιο τολμηροί μέσα στις κολύμπες και με σαρακάκια, σκότωναν τα αχέλια και συγχρόνως τα πετούσαν στους υπόλοιπους χωριανούς που ήταν απέξω,  που κι αυτοί με την σειρά τους, τα έβαζαν στα τσουβάλια!

Θυμάμαι ότι από εκείνη την κολύμπα βγάλαμε πάνω από 300 κιλά αχέλια!

Από τι θυμάμαι οι πιο “φανατικοί” Πετροκεφαλιανοί δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αχέλια και για πολλά χρόνια μαζεύονταν παρέες και έκαναν μια διαδρομή πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας κοντά στο Πρέβελη, στο Κουρταλιώτικο φαράγγι και ψάρευαν εκεί αχέλια, έτσι ώστε να ξεθυμαίνει λίγο η επιθυμία τους για αυτό τον θεσπέσιο μεζέ.

Αυτό λοιπόν ήταν και το τέλος μιας εποχής η οποία θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας.

 

Το ψάρεμα του καβρού στον ποταμό

 

Ο καβρός, κοινός καβούρι, για να πιαστεί ήθελε καλό μάστορα!

Στα χωριά όλοι, από παιδιά όμως είχαν εκπαιδευτεί στο ψάρεμα του καβρού, και σπάνια θα πήγαινε κάποιος και να μην φέρει κάμποσα καβούρια στο σπίτι.

Ο λόγος που τα κυνήγαγαν ήταν για το πολύ νόστιμο κρέας του, που μοιάζει με αστακού η γαρίδας.

 

Ο απλός τρόπος ψαρέματος

Συνήθως τα παιδιά που δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα, πήγαιναν στα ποτάμια και ξυπόλητα με τα κοντά παντελονάκια, ανασήκωναν πέτρες η πλάκες στο νερό, και κοίταζαν αν έχει από κάτω «καβρούλια». Έτσι συνήθως έπιαναν μικρά δεύτερα αδέσποτα καβούρια, ή θηλυκά που σύχναζαν κάτω από πλακωτές πέτρες μέσα στο νερό.

 

Τρόπος ψαρέματος με το βρούλο

Ένας παμπάλαιος τρόπος για να πιάσει κάποιος καβρούς η καπατσέλες (μεγάλους καβρούς), μέσα στην τρύπα τους (φωλιά τους), ήταν να βρει ένα έξυπνο τρόπο να τα ξεγελάσει, γιατί το ίδιο το καβούρι είναι πανέξυπνο, και η

παραμικρή λάθος κίνηση θα το αφήσει κρυμμένο για ώρες μέσα στη φωλιά του! Ο τρόπος λοιπόν είναι «το κόλπο με το βρούλο»!

Έβρισκαν λοιπόν ένα βρούλο που στην άκρη να έχει το δικό του ανθάκι, η ένα άλλο άριο βρούλο μυτερό, που στην άκρη έδεναν σφιχτά με σπάγκο ένα φτερό!

Εντόπιζαν την καβροτρυπχιά, και με πολύ αργές κινήσεις την πλησίαζαν.

Γονάτιζαν με προσοχή να μην τρομάξει ο καβρός, και με προσοχή πολύ, κρατώντας με το δεξί χέρι το βρούλο, το κατεύθυναν προς τον καβρό αργά αργά, που ακόμα φαινόταν ελάχιστα στην τρύπα του.

Αρχίζοντας ένα αργό σφύριγμα μακρόσυρτο. «Φιούουου», και ξανά «φιούουουου», αργά και χαμηλόφωνα, και παράλληλα άρχιζε ένα γαργάλημα με το φτερό στα πόδια του καβρού διακριτικά και πολύ απαλά…

Ο καβρός επεξεργάζοντας στο μυαλό του τα «νέα στοιχεία» που έχει μπροστά του, νομίζει πως το φτερό είναι κάποιο έντομο είναι και θέλει να περάσει μέσα στην τρύπα του!

Έτσι ο καβρός κάνει την πρώτη κίνηση ένα βήμα προς τα έξω, για να είναι πιο κοντά «στη λεία του»!

Όμως το βρούλο όλο και το τραβά πιο έξω το χέρι, και δόστου και βγαίνει και ο κάβουρας προς τα έξω!

Όταν έχει βγει ολόκληρος ο καβρός έξω, κάνει μια με το αριστερό ο εκάστοτε καβροκυνηγός, και το αρπά και το πετά έξω μακριά από την φωλιά του!

Έτσι πλέον με ευκολία, πιέζοντας το στη πλάτη του, και με τέχνη το πιάνει το καβούρι και το βάζει στο καλαθάκι του, που από πάνω είναι δεμένο με ένα πανί, να μη φύγουν όσα έχει μέσα.

 

Ψάρεμα με την σαρδέλα

Ένας άλλος τρόπος και πιο αποτελεσματικός, ήταν το ψάρεμα με την σαρδέλα. Δέναμε τη παστή σαρδέλα από την ουρά με ένα σπάγγο, και στην συνέχεια την ρίχναμε στο νερό,.

Η μυρωδιά  της σαρδέλας φυσικά  τραβούσε τους καβρούς, και πήγαιναν να την φάνε.

Δολώματα βάζαμε σε πολλά σημεία και το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να πηγαίνουμε να πιάνουμε τους καβρούς, που προσπαθούσαν να φάνε τη σαρδέλα, που συνήθως σε κάθε δόλωμα ήταν δύο και τρεις καβροί μαζί!

Στη μέθοδο αυτή, είχαμε ένα μόνο πρόβλημα, αν καθυστερούσαμε λίγο παραπάνω να πάμε στο επόμενο δόλωμα, δεν προλαβαίναμε, και οι καβροί έτρωγαν την σαρδέλα!

Όμως και σε αυτό το πρόβλημα βρήκαμε λύση. Βάζαμε τη σαρδέλα μέσα σε  κάλτσα, έτσι ώστε οι καβροί να προσπαθούν να κόψουν την κάλτσα, χωρίς  όμως να προλαβαίνουν να φάνε και τη σαρδέλα!

 

Τρόποι για να μεταφέρουν τα καβούρια στο σπίτι

Εκτός από το καλαθάκι η κουβά, με το πανί από πάνω, ήταν και το σταμνί, με το στενό λαιμό, που δεν μπορούσε να βγει ο καβρός από εκεί.

Συνήθως τα παιδιά που δεν είχαν ούτε σταμνί, ούτε καλαθάκι, μόλις τα έπιαναν, τους άνοιγαν τον αφαλό που έχουν στην κοιλιά, και εκεί τους κάρφωναν ένα ξύλο, και το καβούρι πέθαινε αμέσως, και άρα ήταν ακίνδυνο να δραπετεύσει! Έτσι εν ανάγκη τα έβαζαν και στις τσέπες τους!

 

Χέλια και καβούρια στο ρεφενέ!

Πολλές φορές στα καφενεία, που δεν ήθελαν να πιούνε το κρασάκι με σκέτες ελιές και κριθαρόνταγκο, έλεγαν σε κάποιον…

-Πετάξου μπρε Μανώλη μέχρι το μποταμό, να φέρεις καμιά δεκαριά καβρούς, η πράμα χέλια να πχιούμε ένα (γ)κρασί !

Πήγαινε ο εκάστοτε Μανωλιός, και τα έφερνε στην παρέα και ο καφετζής τα έψηνε, η βραστά η τηγανητά η στα κάρβουνα.

Φυσικά εκείνος που πήγαινε και τα έφερνε, δεν πλήρωνε ρεφενέ στο μερίδιό του!

Ήταν βλέπεις και εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία, τα κρέατα σπανίζανε, και αυτοί οι μεζέδες ήταν ιδιαίτερα εκλεκτοί για όλους!

Έτσι ο φτωχός κόσμος στα χωριά, κατεργαζόταν άλλα πράγματα για να κάνει τη ζωή του καλύτερη!

Κάτι ανάλογο, γινόταν και όταν υπήρχαν εργάτες σε διάφορες δουλειές, σε αμπελοσκάματα, σε τρυγητούς η σε έργα της κοινότητας, κλπ.

Όταν σχόλαγαν αργά, έστελναν κάποιον να πάει να χελέψει, η να πιάσει καβρούς, να περάσουν το βράδυ τους όμορφα πίνοντας τα κρασάκια τους πλέον με θεσπέσιους μεζέδες!

Σήμερα φυσικά ο κόσμος δεν ασχολείτε  πλέον με αυτά τα σπόρ, και γιατί δεν υπάρχουν πλέον στη φύση, αλλά κι αν υπάρχουν ελάχιστα, τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων έχουν αλλάξει προς άλλες κατευθύνσεις.

Έτσι χέλια και καβροί, μας άφησαν τουλάχιστον σε μας τους παλιότερους πολλές αναμνήσεις…

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γεώργιο Χουστουλάκη για την πολύτιμη βοήθειά του 

Κέιμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος ΧουστουλάκηςΙορδάνης Μπιτσακάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Παγκόσμια ημέρα κατά του παιδικού καρκίνου

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ημέρα αυτή είναι αφιερωμένη στα παιδιά που δίνουν καθημερινά μάχη να επιβιώσουν, να αντιμετωπίσουν την ασθένειά τους και να ζήσουν όπως τα υπόλοιπα παιδιά με ανεμελιά και αγάπη.


O καρκίνος είναι μια ασθένεια ιδιαίτερα «δύσκολη» και γίνεται ακόμα «δυσκολότερη» όταν εμφανίζεται σε παιδιά. Οι κυριότερες μορφές παιδικού καρκίνου είναι οι λευχαιμίες, οι εγκεφαλικοί όγκοι και τα λεμφώματα. Η έγκαιρη διάγνωση αυξάνει και τα ποσοστά ίασης.

ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ;

Πολλά παιδιά γνωρίζουν την ασθένειά τους εφόσον δεν αισθάνονται καλά, επισκέπτονται τον γιατρό συχνότερα και καταλαβαίνουν το άγχος της οικογένειας. Το παιδί όταν δεν γνωρίζει, μπορεί να φαντάζεται χειρότερα επομένως, λέγοντάς του την αλήθεια μειώνεται το άγχος και συνεργάζεται στη θεραπεία.

ΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ;

Εξαρτάται από τη σχέση των γονιών με το παιδί και την ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων τους. Οι γονείς μπορούν να μιλήσουν στο παιδί, αφού πρώτα συμβουλευτούν ειδικούς. Διαφορετικά, μπορεί να το ανακοινώσει ο γιατρός με την παρουσία, όμως, κάποιου κοντινού προσώπου που θα παρέχει υποστήριξη. Καμία χρονική στιγμή δεν είναι η κατάλληλη. Το καλύτερο είναι να το μάθει όσο πιο σύντομα γίνεται.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ;

Η ηλικία και η πνευματική ωριμότητα του παιδιού καθορίζουν το τι πρέπει να ξέρει. Στο παιδί πρέπει να μιλήσουν με ευγένεια και ειλικρίνεια και να απαντήσουν σε όλες του τις ερωτήσεις. Σημαντικό είναι να μάθει την διαδικασία της θεραπείας και τις παρενέργειες που μπορεί να έχει.

ΚΥΡΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ:

• Συνεχείς εισαγωγές στο νοσοκομείο
• Παρενέργειες χημειοθεραπείας (ναυτία) και ακτινοθεραπείας (εμετοί)
• Παρενέργειες χειρουργικής επέμβασης
• Αλλεργία στην χορήγηση αίματος, παραγώγων αίματος ή αντιβιοτικών
• Τροποποιήσεις σχολικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων
• Αποτυχία ορισμένων θεραπειών

«ΘΑ ΓΙΝΩ ΚΑΛΑ;»

Πρέπει να εξηγήσουμε στο παιδί ότι τα φάρμακα, οι ακτινοθεραπείες και η εγχείρηση θα το βοηθήσουν να απαλλαγεί από τον καρκίνο. Πρέπει να μάθει ότι οι γιατροί και η οικογένειά του θα κάνουν ότι μπορούν για να το βοηθήσουν. Αυτή είναι μία ελπιδοφόρα απάντηση που το κάνει να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια.

ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ​

Το παιδί συχνά αισθάνεται θλίψη, άγχος, ανασφάλεια και ίσως δυσκολεύεται να εκφράσει συναισθήματα και φόβους. Ένας τρόπος έκφρασης είναι το παιχνίδι όπου οι γονείς πρέπει να το ενθαρρύνουν σε αυτό. Ιδιαίτερα παίζοντας με κούκλες, αυτοκινητάκια ή ζωγραφίζοντας, μπορεί να εκφράσει την αβεβαιότητα που νιώθει και την ανάγκη για αγάπη και στήριξη.

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΓΟΝΕΩΝ

Εξίσου σημαντική είναι η ψυχολογική υποστήριξη στους γονείς. Τα παιδιά αγχώνονται περισσότερο με την υπερβολική ανησυχία των γονιών, ενώ όταν αντιδρούν ψύχραιμα το παιδί δείχνει υπομονή και συμμόρφωση στη θεραπεία.
Οι γονείς, πέρα από το άρρωστο παιδί, θα πρέπει να φροντίζουν τον εαυτό τους και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Είναι σημαντικό να συνεχίσουν φυσιολογικά την ζωή τους με κανόνες, οικογενειακές δραστηριότητες και προσδοκίες δείχνοντας έτσι εμπιστοσύνη στο παιδί για την αντιμετώπιση της ασθένειας.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΩ;

Μπορείς και εσύ να βοηθήσεις!
– Δώρισε μαλλιά: εάν πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις (π.χ. 20 εκατοστά και άνω, φυσικό χρώμα).
– Γίνε αιμοδότης: τα παιδιά που νοσηλεύονται στα Ογκολογικά Τμήματα των Παιδιατρικών Νοσοκομείων παρουσιάζουν μεγάλες ανάγκες σε αίμα, αιμοπετάλια και παράγωγα.
Ο ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΑΤΟΣ, ΟΥΤΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ.

Κόρχατζη Ειρήνη, Μαυρόκωστα Άννα

Ψυχολόγοι

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Και αρχές του περασμένου αιώνα υπήρχαν ερωτευμένοι!

Δημοσιεύτηκε

στις

Από εκείνη την εποχή αντάλλαζαν δώρα


Έστελναν δώρα και τότε οι νέοι με ευχετήριες κάρτες, και στην αγάπη δεν είχαν τον πρώτο λόγο μονάχα τα λουλούδια, αλλά και τα προβατάκια τα κατσικάκια τα σκυλάκια, τα ωραία καπέλα, και οπωσδήποτε τα παιδάκια!

Τώρα εκτός από τα λουλούδια έχουμε τα μπαλόνια με καρδιά, τα μαξιλαράκια, αρκουδάκια, τα σοκολατάκια…

Να δούμε τον επόμενο αιώνα τι θα έχουν να δωρίζουν οι ερωτευμένοι…

Φωτο Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη