Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η αγγειοπλαστική στη Μεσαρά τα παλιά χρόνια

Δημοσιεύτηκε

στις

Το μεγαλύτερο κέντρο αγγειοπλαστικής στην Κρήτη, ήταν στον Θραψανό Ηρακλείου – Τα Θραψανιώτικα πιθάρια ήταν περιζήτητα


Άλλα κέντρα ήταν στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο, τα Νοχιά στα Χανιά και το Κεντρί στο Λασίθι.

Είχε όμως αναπτυχθεί και στη Μεσαρά η τεχνική της αγγειοπλαστικής την οποία είχαν φέρει τεχνίτες από άλλα μέρη.

Αγγειοπλάστες που είχαν έρθει στη Μεσαρά από τις Μαργαρίτες, κατοίκησαν σε διάφορα χωριά όπως στη Γαλιά και στου Σίβα

Μάλιστα, είχε και στην περιοχή «Σφακοριάκια» του Κουσέ, Θραψανιώτες αγγειοπλάστες που κατέβαιναν , έφτιαχναν πιθάρια και σταμιά εκεί, τη δεκαετία του 1960.

Έτσι λοιπόν, από όλους αυτούς, διαδόθηκε η παραδοσιακή αυτή τέχνη χωρίς εξειδικευμένα μηχανήματα, αλλά με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που τα έφτιαχναν και οι αρχαίοι πριν χιλιάδες χρόνια.

Μονάχα με τα απλά υλικά της φύσης, ξύλο νερό, χώμα πέτρα φωτιά.

Αυτή η τεχνική, κράτησε μέχρι το ’65 με ΄70, όπου και πέρασε στα χέρια της ηλεκτροκίνητης βιοτεχνίας ,όπως τη συνεχίζει και σήμερα ο Μαρίνος στις Μοίρες.

Κατάλληλα χώματα και είδη χωμάτων

Τους αγγειοπλάστες ο κόσμος τους έλεγε απλά «σταμνάδες».

Σε διάφορα χωριά υπήρχαν καμίνια, όπως στη Γαλιά, στου Σίβα, στου Κουσέ και αλλού..

Σήμερα τέτοιου τύπου καμίνι δεν καίει πλέον πουθενά.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Για να φτιαχτεί ένα καμίνι για κεραμικά σε ένα χωριό, έπρεπε πρώτον, να υπάρχει και η κατάλληλη υποδομή.

Δηλαδή το κατάλληλο χώμα στη περιοχή, που ήταν το αργιλόχωμα.

Δεύτερον, το χωράφι αυτό να είναι ιδιόκτητο, η να μπορεί να νοικιαστεί, για να μπορεί να γίνει εξόρυξη.

Έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον τριών λογιών χώμα, το άσπρο, το μαύρο η κόκκινο, και το γκρι – μπλε η πράσινο.

Στα καλά χώματα ανήκει και η «κουμουλιά», που είχε ένα κιτρινωπό χρώμα.

Το χώμα το έσκαβαν με τις αξίνες, το κοπάνιζαν αρχικά επιτόπου με ένα σκληρό ξύλο, κυρίως χαρουπιάς, και το φόρτωναν στα γαϊδούρια, με «χωματοκόφινα» η σε λινά τσουβάλια, και το κουβαλούσαν στο σπίτι.

Το κάθε χρώμα, πράσινο, κόκκινο, η κουμουλιά, ήταν για διαφορετική χρήση.

Το πράσινο η γκρι – μπλε, έκανε κυρίως τη μόνωση.

Από το ίδιο χώμα σκέπαζαν και τις στέγες των σπιτιών πάνω από τα μεσοδόκια και τις καλαμωτές.

Το έλεγαν και «λεπιδόχωμα» η «λεπίδα».

Ήταν και στεγανό στο νερό, αλλά και μονωτικό στη θερμοκρασία.

Τα σταμνιά που προοριζόταν για «κρυγιοστάμνια», τα έκαναν με πράσινο, η γκρι – μπλε χρώμα, αλλά με πιο παχιά τοιχώματα, για να κρατάει δροσερό το νερό.

Δεν το έψηναν πολύ, να κρατάει υγρασία, αλλά ωστόσο έσπαγαν όμως και ευκολότερα.

Το κρυγιοστάμνι στο σπίτι, το είχαν συνήθως σκεπασμένο με ένα κομμάτι πανί βρεγμένο και διατηρούσε δροσερό το νερό, όλη μέρα.

Τα υπόλοιπα σταμνιά για μεταφορά νερού κλπ, όπως και όλα τα άλλα, ήταν από κόκκινο η μαύρο χώμα, ήταν λεπτότερα σε πάχος, και πιο σκληρά, γιατί είχαν περισσότερη διάρκεια στο ψήσιμο τους.

aggeioplastiki

Η διαδικασία στο εργαστήριο

Πρώτα άδειαζαν το χώμα στην αυλή και το κοπάνιζαν με το κόπανο.

Στη συνέχεια το κοσκίνιζαν με το κόσκινο, και το έριχναν στις «λύμπες».

Από εκεί έπαιρναν τη λάσπη και την δούλευαν στον «τροχό» η στο «τροχί».

Τέλος στην ήλιο μια δυο μέρες να σκληρύνει κάπως, και τότε που ο πηλός ήταν μαλακός, έφτιαχναν τα σχέδια, και κατόπιν τα έβαζαν στο καμίνι για να ψηθούν και να σκληρύνουν.

Μετά το καμίνι αν χρειαζόταν χρωματισμός γινόταν αλλά ξανάμπαινε στο καμίνι για να ψηθεί και το χρώμα

Οι λύμπες

Ζυμωτήρας δεν υπήρχε τότε, απλά κοσκίνιζαν στο κόσκινο το κοπανισμένο χώμα, και το έριχναν στη πρώτη δεξαμενή με νερό.

Η δεξαμενή αυτή λεγόταν «λύμπα».

Υπήρχαν δύο λύμπες, οι οποίες ήταν οι χώροι πού έμπαινε το χώμα ανακατεμένο με το νερό.

Σε άλλα μέρη τις λύμπες τις έλεγαν και «καρούτες».

Οι λύμπες ήταν σαν τεράστια πιθάρια κομμένα στη μέση, αλλά πολύ ανοιχτά από επάνω, και στένευαν στο κάτω μέρος.

Είχαν αυτό το σχήμα για να δουλεύεται εύκολα η λάσπη.

Στην πρώτη λύμπα έπεφτε το χώμα, περασμένο από κόσκινο μέσα στο νερό.

Στο νερό, διαλεγόταν καλά τα πετραδάκια με τη βοήθεια ενός κουβά και με ενός κόσκινου.

Στη δεύτερη λύμπα πέρναγε η «γλυνιά», δηλ το νερό αναμεμειγμένο με το χώμα από τη πρώτη λύμπα, στη συνέχεια πέρναγε στη δεύτερη, αφού πρώτα πέρναγε από τη λεγόμενη «κνισάρα» (σίτα), πριν πέσει μέσα.

Εκεί έμενε μέρες η μήνες, να κατασταλάξει η λάσπη στον πάτο, αφαιρούσαν έπειτα το νερό από πάνω, και στο τέλος αφού εξατμιζόταν με τον αέρα και τον ήλιο και το υπόλοιπο νερό που έμενε, έμενε η τελικά η «ζύμη», αν δεν κολλούσε στα χέρια, ήταν κατάλληλη να δουλευτεί.

Όλες οι διαδικασίες γινόταν «με το μάτι», από τη παρασκευή της λάσπης μέχρι και το ψήσιμο.

aggeioplastiki2

Ο τροχός και το τροχί

Από τα κύρια εργαλεία, ήταν ο αυτοσχέδιος «τροχός», που περιστρέφεται με τα πόδια!

Ήταν ο τροχός για τα διάφορα σκεύη, και το «τροχί» που ήταν για τα πιθάρια

Για να γίνει ο τροχός, έκοβαν ένα κορμό από πλάτανο, τον πήγαιναν στον μαραγκό, και έφτιαχνε τάβλες.

Με αυτές τις τάβλες έφτιαχναν δύο βάσεις κυκλικές, όπως οι πάτοι του ξύλινου βαρελιού, περασμένες σε ένα άξονα όρθιο,

Η πάνω βάση ήταν 60 εκατοστά διάμετρο και λεγόταν «κεφαλαριά».

Η κάτω ήταν μεγαλύτερη 1,20 μέτρα διάμετρο, λεγόταν «σκαμνί», και ήταν σε οριζόντια θέση, και οι δύο.

Στο κέντρο είχαν ένα κοινό άξονα με 1 μέτρο διαφορά οι δύο ξύλινες αυτές βάσεις.

Κάτω από την μεγάλη κυκλική πλάκα, συνέχιζε ο άξονας για να καταλήξει στο «πληθί», μια πέτρα στρογγυλή και πλακωτή με εσοχή στο κέντρο.

Αντί το πληθί, πολλές φορές χρησιμοποιούσαν απλά ένα πέταλο αλόγου.

Και αυτά, για να μη βρίσκει αντίσταση ο άξονας στο έδαφος.

Το όλο σύστημα αλφαδιαζόταν σε οριζόντια θέση, και στερεωνόταν με ξύλα σε τοίχο η χάμω, που λεγόταν «διαζύλι».

Η μηχανή γύριζε, αν κάποιος καθισμένος πάνω σε ένα σανίδι που λεγόταν «κολοσάνιδο», γύρναγε με τα πόδια του τον μεγάλο κάτω δίσκο..

Ενίοτε καθόταν και σε σκαμνί η καρέκλα.!

Στο Θραψανό που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, τον γύριζαν με το χέρι.

Τη λάσπη για να επεξεργαστεί, την έβαζαν στο πάνω επίπεδο, δηλαδή στη κεφαλαριά.

Ανάλογη κατασκευή ήταν και το τροχί, που ήταν για μεγάλα πιθάρια..

Η ράμπα

Άλλος βοηθητικός χώρος, ήταν η «ράμπα».

Η ράμπα είχε μήκος 6 μέτρων και είχε 6 τροχούς σε 6 διαφορετικές βαθμίδες ύψους.

Στη ράμπα γινόταν τα πιθάρια.

Την ώρα που ο αγγειοπλάστης θα κάνει το πιθάρι στη πρώτη βαθμίδα,, ένα άλλο άτομο γύρναγε τον τροχό με το πόδι του.

Ο αγγειοπλάστης η σταμνάς, έφτιαχνε πρώτα τον πάτο και ένα μέρος του πιθαριού.

Στη συνέχεια θα κόψει με μεταξωτή κλωστή η λεπτό τέλι το πάνω μέρος για να είναι ίσιο, και εκεί θα ενωθεί με το άλλο τμήμα του πιθαριού που θα γίνει στην επόμενη βαθμίδα.

Τα πιθάρια ήταν 1,5 μέτρο ύψος, και στη ράμπα θα χρησιμοποιηθούν και οι 6 βαθμίδες.

Στο κάθε στάδιο δηλ. πρόσθεταν και το προηγούμενο, αφού πρώτα είχαν κόψει το πάνω και κάτω μέρος με τη κλωστή.

Μια λωρίδα πηλού θα μπει ανάμεσα στα τμήματα να τα ενώσει, και με μια άλλη λωρίδα πανιού θα τα συγκρατεί γύρω – γύρω προσωρινά, να τα τμήματα μηχανικά, να μη πέσει μέχρι να σκληρύνει στην ένωση.

Έτσι γινόταν το πιθάρι, αφού ένωναν τα τμήμα – τμήμα όλα τα κομμάτια, από το ένα τροχί στο άλλο.

Μπορούσαν να φτιάχνουν παράλληλα πολλά κομμάτια από το κάθε τμήματα, για να μην χάνουν χρόνο.

Το καμίνι

Όταν τέλειωνε τα κεραμικά της ημέρας, τα άφηναν 24 ώρες στον ήλιο έως 2 μέρες, να στεγνώσουν, ανάλογα τον καιρό, με προσοχή να μην σκάσουν.

Παράλληλα σε αυτό το στάδιο έκαναν και τα σχέδια με ένα αιχμηρό αντικείμενο .

Κυρίως ευθείες γραμμές, κυματιστές, η μαιάνδρους.

Στη συνέχεια τα έβαζαν στο καμίνι να ψηθούν, κυρίως 24 ώρες η και παραπάνω, ανάλογα το είδος του κεραμικού.

Το καμίνι είχε 4 μέτρα βάθος και 2,5 πλάτος.

Τα τοιχώματά του ήταν από πέτρες και «βίσσαλα» (κεραμικά πυρότουβλα), που κι αυτά ήταν προϊόντα του αγγειοπλάστη.

Πολλοί τρούλοι εκκλησιών, φτιάχτηκαν από παρόμοια πυρότουβλα.

Το καμίνι έκαιγε ξύλα, και όταν τα πυρότουβλα έπαιρναν ένα λευκό χρώμα, έλεγαν πως το καμίνι είναι ”πυρό”, δηλαδή έτοιμο να μπουν τα κεραμικά και να ψηθούν.

Στη φάση που το καμίνι ήταν πυρό, είχε ήδη αναπτύξει θερμοκρασία τουλάχιστον 1000 βαθμούς Κελσίου!

Θερμόμετρα δεν υπήρχαν, και ο έμπειρος καταλάβαινε «με το μάτι» σε τι θερμοκρασία βρίσκεται ο φούρνος από το χρώμα στα εσωτερικά τοιχώματα.

Αν μέσα ήταν πορτοκαλί, η θερμοκρασία ήταν από 720 με 730 βαθμούς.

Αν άρχιζε να κοκκινίζει τότε έπιανε τους 800.

Αν άρχιζε να λάμπει εσωτερικά, τότε είχε 950 βαθμούς.

Αν δε έπιανε τους 1000 βαθμούς, τότε εσωτερικά ήταν κατάλευκος!

Επειδή τότε και τα ξύλα ήταν δυσκολόβρωτα, οι σταμνάδες πλήρωναν για να του τα φέρνουν

‘Όταν δεν προλάβαιναν να φέρουν και χώμα, πάλι πλήρωναν άνθρώπους, τους «χωματάδες», να τους τα κουβαλήσουν με τα γαϊδούρια η μουλάρια.

Άλλα εργαλεία

Στο σπίτι είχαν ένα χονδρό σκληρό ξύλο το «κόπανο» για το κοπάνισμα του χώματος στο σπίτι.

Είχαν το γνωστό μας «κόσκινο» για το κοσκίνισμα του χώματος, τη «κνισάρα», και το «χτένι», για διάφορα σχέδια.

Απαραίτητα τα ξύλα να θερμανθεί το καμίνι .

Χρειαζόταν ένα σφουγγάρι θάλασσας για λείανση της επιφάνειας του κεραμικού.

Ένα φτερό κότας, όταν το κεραμικό απαιτούσε σχέδια, αντί για πινέλο.

Ένα αιχμηρό αντικείμενο το λεγόμενο «πελεκούδι», για σκαλίσματα η σκαλιστά σχέδια, τα οποία ενίοτε γινόταν με το ίδιο το φτερό από τη πίσω πλευρά του.

Φυσικά χρησιμοποιούσαν και χρώματα.

Η κεραμική και οι διαβαθμίσεις της

Όποιος ξεκίναγε την κεραμική τέχνη, σαν βοηθός, μάθαινε πρώτα τα εύκολα, και πήγαινε σταδιακά στα πιο δύσκολα!

Κυρίως οι δυσκολίες ήταν σε τρία επίπεδα, εύκολα, μέτρια και δύσκολα.

Τα εύκολα ήταν τα λεγόμενα ”μαργιόλικα”!

Ήταν δηλαδή κάποιες πονηρές πήλινες κατασκευές, για ξεγέλασμα κυρίως τις αποκριές!.

Παράδειγμα, δήθεν μικρό πήλινο λαήνι με τρύπα από κάτω, που έβαζε κάποιος νερό, και το πρόσφερε στον άλλο γεμάτο νερό!

Για να μην χύνεται το νερό, είχε το δάχτυλο από κάτω στην τρύπα, οπότε δεν έπεφτε.

Όταν όμως ο άλλος έπαιρνε το λαήνι στα χέρια του για να πιεί νερό, ο άλλος άφηνε το δάχτυλό του από την τρύπα, οπότε γινόταν μούσκεμα!

Στα εύκολα επίσης, ήταν ποτήρια, μικρά πιατάκια, κουμπαράδες, φλιτζάνια, πυρότουβλα, αλατσέρες, μοσόρες η λεκανίδες (λεκάνες), γλάστρες, δοχεία λαδιού τσικάλια και γενικά διάφορα σκεύη μαγειρικής και του σπιτιού.

Αμέσως και σε επόμενη βαθμίδα δυσκολίας, ήταν τα σταμνιά και τα μεγαλύτερα δοχεία φύλαξης λαδιού σιταριού, τα λεγόμενα βρασκιά, οι κουρούπες, τα μικρότερα πιθάρια κλπ

Η δυσκολότερη βαθμίδα, ήταν τα πιθάρια 1,5 μέτρου, που ήταν και η τελική βαθμίδα και αποκλειστική δουλειά έμπειρου μάστορα.

Γενικά στη Κρήτη, φτιαχνόταν πολλά είδη δοχείων ανάλογα τη χρήση τους, όπως κουνενοί, κουτούτα, μαστραπάδες, λεκανίδες, το μίστατο, πιθάρια διάφορα, όπως λαδοπίθαρα, σιτηρών, κρασιού, μελιού, ψωμιού κλπ.

Το ίδιο και οι κουρούπες, άλλες για γλύνα, για σίγλυνα, για ξινομυζήθρα, για σταφιδολιές κλπ.

Οι σταμνάδες της Μεσαράς

Εκτός από τους Θραψανιώτες που είχαν κατέβει στου Κουσέ και άνοιξαν καμίνια, και
στη Γαλιά έφερε τη τέχνη ο Νικολής Νιοτάκης από τις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου.

Εκεί έμαθε τη τέχνη μαζί με το Πέτρο Σταρά.

Κι αυτό γιατί οι Μαργαρίτες είχαν μεγάλη παράδοση στη κεραμική τέχνη.

Πείστηκε να κατέβουν και οι διό τους στη Μεσαρά, και εκεί να παντρευτούν και να ανοίξουν καμίνια, αφού υπήρχε κατάλληλο χώμα άφθονο στην περιοχή.

Τελικά κατέβηκαν και οι δυο, ο Πέτρος Σταράς στου Σίβα, και ο Νικολής Νιοτάκης αρχικά στο σπίτι του πεθερού του Κυριακοσταυρούλη, στο Μετόχι (Ντερογδιανά).

Το Μετόχι, ήταν μικρό χωριό που ανήκε στη Γαλιά.

Μετά μετακόμισε στη Γαλιά.

Ο γνωστός τότε σε όλους Νικολής Νιοτάκης, έφτιαξε αρχικά δύο καμίνια στο σπίτι του πεθερού του στο Μετόχι.

Στο ένα δούλευε ο Νικολής μόνος του και στο άλλο ο Κυριακοσταυρούλης ο πεθερός του με το γιό του Κωστή Κυριακάκη.

Ο Κυριακοσταυρούλης είχε τα κατάλληλα χωράφια, και ο Νικολής παντρεύτηκε την κόρη του και ο δρόμος πλέον ήταν ανοιχτός!

Έστελνε χωριανούς και παιδιά να του κουβαλούν ξύλα από το βουνό, επι πληρωμή.

Όταν του έφερναν τα ξύλα σε δεμαθιές (μεγάλα δεμάτια), η πληρωμή γινόταν ανάλογα το βάρος!

Έπιανε τη δεμαθιά ο Νικολής με το χέρι, και αναλόγως το βάρος, ήταν και η πληρωμή που κυμαινόταν κυρίως από 2 έως 5 δραχμές η μία!

Έτσι πολλά παιδιά έβγαζαν καλό χαρτζιλίκι, αλλά και μεγάλοι.

Ο Νικολής αργότερα άφησε τα καμίνια στο Μετόχι, και έφτιαξε άλλο καμίνι στη Γαλιά, δίπλα στο σπίτι του.

Δούλεψε σταμνάς όλα τα χρόνια, μέχρι που πέθανε το ’67.

Δεν τον διαδέχτηκε κανένας ούτε αυτόν στη τέχνη του, παρά μόνο ο μεγάλος του γιός, που προσπάθησε, αλλά είχε φτάσει μονάχα μέχρι το δεύτερο στάδιο τα σταμνιά, όπου και τα παράτησε.

Tο σταμνί της νύφης

Πολλοί σταμνάδες, για δώρο στο γάμο, είχαν το ειδικό σταμνί που πήγαιναν από βραδύς δώρο στο σπίτι της νύφης!

Το σταμνί αυτό το ονόμαζαν «σταμνί τση νύφης»!

Ήταν ένα όμορφο σκαλιστό σταμνί με παραστάσεις, με λουλούδια, και μετά τον χρωματισμό, ξανάμπαινε πάλι στο καμίνι, για να ψηθούν και τα χρώματα.

Πολλές φορές, οι σταμνάδες, επειδή δεν προλάβαιναν την τελευταία στιγμή να φτιάξουν το σταμνί της νύφης, είχαν εκ των προτέρων φτιάξει δυο σταμνιά για την περίσταση που θα χρειαστεί.

(Ευχαριστούμε τον Μανώλη Νιοτάκη, γιό του Νικολή Νιοτάκη για τις πολύτιμες πληροφορίες)

 

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ελευθέριος Βενιζέλος – Σπάνιο φωτογραφικό υλικό από την κηδεία του

Δημοσιεύτηκε

στις

Παρίσι, Τετάρτη 18 Μαρτίου 1936, ώρα 10.30 το πρωί. Η καρδιά του Ελευθερίου Βενιζέλου σταματά να κτυπά. Και μαζί «λυγίζει» η καρδιά της Ελλάδας


Όλα ξεκίνησαν από μία γρίπη, που δεν την πρόσεξε όπως έπρεπε, η οποία εξελίχτηκε σε πνευμονία με αρκετές -στη συνέχεια- παρενέργειες και τραγική κατάληξη την εγκεφαλική συμφόρηση.

Η είδηση του θανάτου του μεταδίδεται αμέσως στην Ελλάδα, με έκτακτες εκδόσεις των αθηναϊκών φύλλων. Η συγκίνηση φυσικά ήταν μεγάλη για τον άνθρωπο που επί σχεδόν πενήντα χρόνια πρωταγωνίστησε στην επαναστατική και πολιτική ζωή της Κρήτης και στη συνέχεια της Ελλάδας.Ο θάνατος τον βρήκε στο κρεβάτι του, στο λιτό διαμέρισμα της οδού Μποζόν. Στο τραπεζάκι δίπλα του τα τελευταία του αναγνώσματα: Αισχύλος, Ιστορία της Ευρώπης και οι πιο πρόσφατες ελληνικές εφημερίδες που δεν είχε προλάβει να ανοίξει. Στο προσκέφαλό του η σύζυγός του, Έλενα Βενιζέλου, οι δύο γιοι του και ο προσωπικός του γιατρός, Σκουλάς, που είχε κληθεί εσπευσμένα από την Αθήνα για να διαπιστώσει και αυτός πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόλις μαθεύτηκε ο θάνατός του, επικράτησε θρήνος και σπαραγμός σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη.

Η εποχή του θανάτου του Βενιζέλου είναι κρίσιμη για τη χώρα. Διχασμός και πάλι. Μια ακόμη κρίση. Και η δικτατορία Μεταξά προ των πυλών. Για τον κόσμο των φιλελευθέρων η απώλεια ήταν τεράστια, καθώς «έφευγε» ο ιδρυτής και φυσικός ηγέτης της παράταξης. Οι εχθροί του – όχι όλοι- τον σεβάστηκαν την ώρα που βρισκόταν νεκρός πλέον μπροστά τους. Ορισμένες από τις εφημερίδες του αντίπαλου Λαϊκού Κόμματος δημοσίευσαν κείμενα που ταίριαζαν στην περίσταση. Ορισμένες άλλες σχεδόν αποσιώπησαν το γεγονός.

Οι δικοί του άνθρωποι, εκτός από τον πόνο τους, είχαν να αποφασίσουν και για το μέρος πού θα γινόταν η κηδεία του. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε εκφράσει την επιθυμία να ταφεί στην Κρήτη, και πράγματι η πρώτη απόφαση που πάρθηκε από τη γυναίκα του και τους δύο γιους του ήταν να μεταφερθεί η σορός του με τρένο μέχρι το Μπρίντεζι και από εκεί με καράβι ως τα Χανιά όπου και θα γινόταν η κηδεία του.

«Στο Ακρωτήρι καθ’ αργά ανάβει μια λαμπάδα
για τον Εθνάρχη που ‘κανε μεγάλη την Ελλάδα»

Η κυβέρνηση, διά στόματος Ι. Μεταξά, που την εποχή εκείνη ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός στρατιωτικών, αποφάσισε να αποδοθούν στον νεκρό τιμές πρωθυπουργού εν ενεργεία και επίσης να σταλούν στο Μπρίντεζι δύο αντιτορπιλικά να συνοδεύσουν τη σορό.

Μόλις μαθεύτηκε στην Αθήνα πως απόφαση την οικογένειας ήταν να γίνει η κηδεία στην Κρήτη, ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Γενική απαίτηση ήταν να μεταφερθεί πρώτα η σορός στην πρωτεύουσα για λαϊκό προσκύνημα και ύστερα να κηδευθεί στην Κρήτη. Η οικογένεια δέχτηκε και συμφωνήθηκε από τον Μεταξά να γίνει μια στάση δύο ημερών στην Αθήνα ώστε να αποδοθούν στον Βενιζέλο οι πρέπουσες νεκρικές τιμές.

Όμως παράλληλα με τον θρήνο των βενιζελικών, ξεσηκώθηκαν και οι φιλοβασιλικοί, οι οποίοι δεν δέχονταν να μεταφερθεί στην Ελλάδα ο Βενιζέλος με τιμές πρωθυπουργού την ώρα που οι βασιλείς Κωνσταντίνος, Σοφία και Όλγα παρέμεναν θαμμένοι στο εξωτερικό. Δυο μέρες αργότερα διοργανώθηκε μνημόσυνο στη μνήμη των νεκρών βασιλέων και μετά τη λήξη του ο αντιβενιζελικός όχλος ξεχύθηκε στην Ομόνοια με συνθήματα όπως «Έξω ο τρισκατάρατος», «Πετάξτε το πτώμα στη θάλασσα» και άλλα παρόμοια, ενώ στη συνέχεια οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το Σύνταγμα με άγριες διαθέσεις για να διαλυθούν μόνο μετά από επέμβαση της αστυνομίας.

Οπλοφόροι Κρητικοί, που είχανε έρθει στην Αθήνα, για να σχηματίσουν, κατά την κηδεία του Βενιζέλου, τιμητική φρουρά. Ως γνωστόν όμως, η κηδεία, τελικώς, δεν έγινε στην πρωτεύουσα…

Με πρόφαση τον κίνδυνο δημιουργίας νέων επεισοδίων η κυβέρνηση ζήτησε από την Έλενα Βενιζέλου να μη γίνει η προγραμματισμένη στάση στην Αθήνα και έτσι αποφασίστηκε να μεταφερθεί η σορός κατευθείαν στην Κρήτη.

Το τρένο με τη σορό του Βενιζέλου έφτασε στο Μπρίντεζι στις 24 Μαρτίου. Εκεί βρίσκονταν ήδη τα αντιτορπιλικά «Κουντουριώτης» και «Ψαρά» που είχε στείλει η ελληνική κυβέρνηση. Το φέρετρο και οι συγγενείς ανέβηκαν στο «Κουντουριώτης» και στη συνέχεια τα δύο πλοία, με μεσίστιες σημαίες, ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής.

Την ίδια ώρα στην Αθήνα, όσοι μπορούσαν έφευγαν για τα Χανιά, ενώ πολλοί περισσότεροι περίμεναν μάταια στην προκυμαία του Πειραιά μήπως βρουν κάποιο πλοίο που θα τους μετέφερε στην Κρήτη. Μαθεύτηκε όμως πως τα δύο πλοία που συνόδευαν τη σορό του Βενιζέλου θα περνούσαν από τον Ισθμό κι έτσι πλήθος κόσμου κατέκλυσε τις δυο πλευρές της διώρυγας με λουλούδια, στεφάνια και κεράκια. Όλοι περίμεναν υπομονετικά με τις ώρες.

Ήταν 10 το πρωί όταν τα δύο πολεμικά πλοία έφτασαν επιτέλους στη διώρυγα. Προχωρούσαν αργά αργά ρυμουλκούμενα από ειδικό πλοίο. Ο κόσμος κατάλαβε σε ποιο σημείο του «Κουντουριώτη» βρισκόταν το φέρετρο από τον τεράστιο σωρό των λουλουδιών που το κάλυπτε κι οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν ιδιαίτερα συγκινητικές.

Όλοι άρχισαν να ρίχνουν τα στεφάνια στη θάλασσα και να ανάβουν τα κεράκια, κλαίγοντας με λυγμούς οι οποίοι σταμάτησαν μόνο όταν τα δύο πλοία είχαν απομακρυνθεί από τη διώρυγα.

Το επόμενο πρωί τα δύο αντιτορπιλικά έφτασαν στην Κρήτη. Η πόλη των Χανίων, βυθισμένη στα μαύρα, ήταν έτοιμη να υποδεχτεί για τελευταία φορά τον Βενιζέλο. Γύρω στις 10 το πρωί η λευκή βενζινάκατος με το φέρετρο ξεκίνησε από τα πλάγια του «Κουντουριώτη» την ώρα που από το φρούριο ακούγονταν πένθιμοι κανονιοβολισμοί. Όταν η βενζινάκατος έφτασε στην προκυμαία όλοι γονάτισαν.

Στη συνέχεια η νεκρική πομπή με επικεφαλής βρακοφόρους Κρητικούς, συμπολεμιστές του Βενιζέλου, κατευθύνθηκε προς την Μητρόπολη Χανίων, όπου και τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά η πομπή ξεκίνησε πάλι, αυτή τη φορά για τη Χαλέπα, όπου η σορός εναποτέθηκε στο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Μαγδαληνής, κοντά στο σπίτι του Βενιζέλου. Ήταν γύρω στη μία το μεσημέρι όταν ξεκίνησε το λαϊκό προσκύνημα, το οποίο κράτησε μέχρι το επόμενο πρωί.

Στις 11 την άλλη μέρα το λείψανο μεταφέρθηκε στο Ακρωτήρι όπου ήταν η επιθυμία του Βενιζέλου να ταφεί. Στο ίδιο σημείο το 1898, ως πολέμαρχος της Κρήτης, αντιμετώπιζε τα κανόνια των ξένων στόλων, έγραφε την ιστορική διαμαρτυρία του για τον βομβαρδισμό της Κρήτης και σήκωνε λίγο αργότερα, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, την ελληνική σημαία. Όσοι από εκείνους τους οπλαρχηγούς ήταν ακόμη εν ζωή βρίσκονταν τώρα μαζί του συνοδεύοντας το λείψανό του μέχρι την τελευταία του κατοικία. Φυσικά η πομπή ήταν τεράστια. Το πλήθος του κόσμου αμέτρητο. Ακριβώς στη μία το μεσημέρι το φέρετρο εισήλθε για πάντα στην κρητική γη, ενώ ο κόσμος έριχνε από πάνω μύρα, δάφνες και λουλούδια.

Η πλάκα που στήθηκε έγραφε: ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ 1864-1936

Κλείνουμε με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο οποίος -μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη- ήταν στην κηδεία του Βενιζέλου:

Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να διηγηθώ ένα περιστατικό που έζησα πριν από σαράντα χρόνια έξω από το λιμάνι των Χανίων, τη μέρα που γινότανε η κηδεία του Βενιζέλου.

Ο Μεταξάς δεν είχε αντίρρηση να τιμηθεί ο Βενιζέλος. Είχε όμως απαγορεύσει τη στάθμευση της σορού στην Αθήνα από το φόβο μήπως δώσει αφορμή σε λαϊκές αντικυβερνητικές εκδηλώσεις. Τότε μερικοί πήγαν στον Ισθμό να δουν να περνάει το αντιτορπιλικό που έφερνε το φέρετρό του από την Ιταλία. Οι περισσότεροι αποφάσισαν να πάνε στα Χανιά, για να παραστούν στην κηδεία του, που θα ξεκινούσε από εκεί για να φτάσει στον τόπο της ταφής, στο Ακρωτήρι. Δύσκολα όμως βρισκότανε θέση, έστω και στο κατάστρωμα, αν και όλα τα διαθέσιμα καράβια έκαναν έκτακτα δρομολόγια, για να φτάσει ο κόσμος τη στιγμή που θα αποβιβαζόταν το φέρετρο στην κρητική γη. Τότε, μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη, καταφύγαμε στον κοινό μας φίλο, τον «Καπετάνιο» όπως τον ονομάζαμε, τον Δημήτρη Αντωνίου, που ήταν δεύτερος πλοίαρχος στο επιβατικό «Ακρόπολις». Χάρις σ’ αυτόν ξεκινήσαμε παραμονή βράδυ. Λίγο μετά την ανατολή αράξαμε σε μικρή απόσταση από τα τρία πολεμικά. Ανεβήκαμε στη γέφυρα του πλοιάρχου και από εκεί αντικρίσαμε στην πρύμνη του μεγαλύτερου το φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία και τους τέσσερις αξιωματικούς που στέκονταν τιμητική φρουρά γύρω του. Το λιμάνι, όλη η πολιτεία ήταν σκεπασμένη με μαύρα σεντόνια. Μονάχα πέρα ο Ψηλορείτης διατηρούσε ατάραχος τα χιόνια της κορυφής του.

Ένας κόμπος λύθηκε στο λαιμό μου και άρχισα να κλαίω. Ο Γιώργος πλάι μου έκλαιγε και αυτός και η απόγνωση ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Έκλαιγε το Γένος, την ώρα εκείνη, όπως το κλαίει σε όλη του την ποίηση. Μια στιγμή με τράβηξε από το μανίκι. «Σε κλαίει ο λαός… Θυμάσαι;» -Λόγια ενός άλλου ποιητή για έναν άλλο ήρωα. –«Θυμάμαι». Και τι δε θυμόμουνα! Τόσων χρόνων τραγικές συγκρούσεις, δόξες και καταστροφές. Τον Βενιζέλο, εύθυμο και χαριεντιζόμενο, στο πατρικό μου. Τον Βενιζέλο στο Παρίσι. Τον Βενιζέλο μετά την απόπειρα. –Πλάι μας έκλαιγε, σιωπηλά και αυτή, μια τιμημένη δέσποινα της εποχής, η κυρία Έλλη Αδοσίδη, γυναίκα του Γενικού Διοικητού της Μακεδονίας επί Κυβερνήσεως Βενιζέλου.

Όταν βγήκε το φέρετρο στην προκυμαία και επρόκειτο να το σηκώσουν στους ώμους των Έλληνες αξιωματικοί, όρμησαν οι γέροι συμπολεμιστές του οπλαρχηγοί και το άρπαξαν κυριολεκτικά από τα χέρια της τιμητικής φρουράς και κρατώντας το σαν τρόπαιο το σήκωσαν απάνω από την ανθρωποθάλασσα βαδίζοντας προς το Ακρωτήρι. Μακρύς ο δρόμος. Ανθόσπαρτος, λιβανισμένος από την πόλη ως το Ακρωτήρι. Αυτό που σημαίνει «Πάνδημος κηδεία» τότε το ένιωσα. Κλαίγαν όλοι. Όλοι κλαίγαν τον νεκρό και ο καθένας ένα κομμάτι μαζί της ζωής του. Ο καθένας ένα όνειρο, ένα όραμα της Ελλάδας.

Ο Σεφέρης όλο και μου μιλούσε για τη μικρασιατική καταστροφή, το σημαδιακό για τη ζωή του γεγονός, από το οποίο ποτέ του δεν απομακρύνθηκε. Ήμαστε της γενιάς της αναστημένης με τη Μεγάλη Ιδέα, μα που ήταν μοίρα της και χρέος της να την θρηνήσει και να τη θάψει.

Στο Παρίσι η ταρίχευση δεν είχε γίνει σωστά και το πρόσωπο του νεκρού ήταν μελανιασμένο και κάπως παραμορφωμένο.

Δεν θυμάμαι πιο τίποτα από την επιστροφή μας. Μόνο τούτο: πως ήμαστε σαν αδειασμένοι. Χρειάστηκε καιρός για να ξαναχτίσουμε τον μέσα μας κόσμο.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ

από το βιβλίο «Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΣΗΜΕΡΑ»
ΤΕΤΡΑΔΙΑ «ΕΥΘΥΝΗΣ»

Ποιος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας, που συνέδεσε το όνομά του με το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Δέσποσε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 1910 έως το 1936. Η πολιτική του δράση προκάλεσε εντονότατα πάθη για πολλά χρόνια και αποτυπώνονται στις έννοιες «Βενιζελισμός» και «Αντιβενιζελισμός». Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνολικά επί δώδεκα χρόνια και πέντε μήνες.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου (11 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1864 στις Μουρνιές Χανίων και ήταν το πέμπτο παιδί του εμπόρου Κυριάκου Βενιζέλου και της Στυλιανής Πλουμιδάκη. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη το 1866, επειδή είχε αναμιχθεί στην επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Έτσι, ο μικρός Ελευθέριος αναγκάστηκε να μάθει τα πρώτα του γράμματα στη Σύρο, όπου κατέφυγε η οικογένειά του. Τις γυμνασιακές του σπουδές τελείωσε στην Αθήνα και στα Χανιά, όπου επέστρεψε μετά την επανάσταση. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει έμπορο, αλλά το νεαρό παιδί ήθελε να διευρύνει τους ορίζοντές του και προτίμησε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1886 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα Νομικής με βαθμό άριστα και αμέσως επέστρεψε στα Χανιά, όπου άρχισε να δικηγορεί και να αναμιγνύεται στην τοπική πολιτική.

Στη Βουλή της Κρήτης, όπου τον έστελνε τακτικά από το 1887 ως αντιπρόσωπό του ο λαός των Χανίων, διακρίθηκε για τη ρητορική του ευγλωττία και τις πολιτικές του ιδέες. Ανήκε στην παράταξη των Φιλελευθέρων, το «κόμμα των Ξυπόλητων», όπως ήταν γνωστό στην Κρήτη, επειδή το υποστήριζαν οι λαϊκές τάξεις του νησιού. Από τότε ο Βενιζέλος δεν έλειψε από καμία επαναστατική ενέργεια κατά των Τούρκων. Όταν το 1898, οι τέσσερις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία) κήρυξαν την αυτονομία της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, ο Βενιζέλος διορίστηκε Σύμβουλος (Υπουργός) Δικαιοσύνης της Κρητικής Πολιτείας. Αργότερα, όμως, ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο. Το 1901 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να κηρύξει την επανάσταση του Θερίσου (10 Μαρτίου 1905), με σκοπό την απομάκρυνση του πρίγκηπα από την Κρήτη και την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1891 νυμφεύθηκε στα Χανιά τη Μαρία Κατελούζου (1870 – 1894). Η παρουσία στο γάμο του των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων φανέρωνε το κύρος και τις σχέσεις που είχε αναπτύξει ο εικοσιεπτάχρονος δικηγόρος. Μετά το γάμο, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο επιβλητικό σπίτι της Χαλέπας και απόκτησε δύο παιδιά, τον εφοπλιστή Κυριάκο Βενιζέλο (1892-1942) και τον στρατιωτικό και πολιτικό Σοφοκλή Βενιζέλο (1894-1964), που έφτασε μέχρι την πρωθυπουργία της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.

Η γέννηση, όμως, του Σοφοκλή το 1894 έμελλε να είναι μοιραία για την εικοσιτετράχρονη Μαρία, η οποία πέθανε αναπάντεχα από επιλόχεια μόλυνση. Ο πρόωρος θάνατός της συγκλόνισε τον Βενιζέλο, που βρέθηκε ξαφνικά με δύο βρέφη, χωρίς την αγαπημένη του γυναίκα. Απαρηγόρητος από το τραγικό γεγονός, χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να ξεπεράσει την απώλεια της συντρόφου του. Έκτοτε και για όλη του τη ζωή, διατήρησε τη χαρακτηριστική γενειάδα, σε ένδειξη πένθους.

Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, συνεπεία του στρατιωτικού κινήματος στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), τον φέρνει στην Αθήνα με πρόσκληση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ο κρητικός πολιτικός έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από τον αθηναϊκό λαό και στις βουλευτικές εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, ως αρχηγός του νεοϊδρυθέντος Κόμματος των Φιλελευθέρων, επικράτησε με ευκολία, αφού η παλαιά πολιτική τάξη δήλωσε αποχή από την εκλογική διαδικασία. Αμέσως, ο Βενιζέλος έθεσε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, που όμοιό του δεν είχε δει η χώρα στα ογδόντα χρόνια του ελεύθερου βίου της. Η εκσυγχρονιστική πολιτική βούληση του αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1911.

Με την αναδιοργάνωση του στρατού που έκανε με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύναψη της Βαλκανικής Συμμαχίας κέρδισε τους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-1913 κατά των Τούρκων (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος) και των Βουλγάρων (Β’ Βαλκανικός Πόλεμος). Νωρίτερα, ο λαός επικροτώντας τις επιλογές του, του έχει χαρίσει μία ακόμα εκλογική νίκη στις 11 Μαρτίου 1912.

Το αναδημιουργικό του έργο ήλθε να διακόψει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος διαφώνησε με το βασιλιά Κωνσταντίνο για το εάν έπρεπε να αναμιχθεί η χώρα μας αμέσως στον πόλεμο ή να παραμείνει ουδέτερη. Ο αγγλόφιλος Βενιζέλος υποστήριζε την άμεσα εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμούσε την ουδετερότητα. Είναι η εποχή του βαθύτατου «Εθνικού Διχασμού», που θα επισωρεύσει στην Ελλάδα τραύματα και πληγές, που θα αργήσουν πολύ να επουλωθούν.

Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία δύο φορές μέσα στο 1915 και αφού είχε κερδίσει πανηγυρικά της εκλογές της 31ης Μαΐου. Η διαμάχη των δύο ανδρών κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 1916 με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την ανάληψη εκ νέου της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που οδήγησε στην έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», ο Βενιζέλος επιτυγχάνει ένα ακόμη διπλωματικό θρίαμβο με την υπογραφή στο Παρίσι της Συνθήκης των Σεβρών (27 Ιουλίου 1920), με την οποία δημιουργείται η μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Την ώρα, όμως, που ετοιμαζόταν να επιστρέψει θριαμβευτής στην Ελλάδα, έγινε απόπειρα δολοφονίας του στο Παρίσι από φανατικούς του αντιπάλους, η οποία απέτυχε (30 Ιουλίου).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Βενιζέλος ηττήθηκε και απογοητευμένος αναχώρησε από την Ελλάδα, ανακοινώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική. Κλήθηκε, όμως, να συνεισφέρει με τη διπλωματική του εμπειρία και το αναμφισβήτητο διεθνές κύρος που διέθετε, στη διαμόρφωση της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), στην οποία σύρθηκε η ηττημένη Ελλάδα στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1921 νυμφεύθηκε στο Λονδίνο, για δεύτερη φορά, την Έλενα Σκυλίτση (1874-1959), κόρη πλούσιας οικογένειας της Αγγλίας με καταγωγή από τη Χίο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 1928, μετά από μία μεγάλη περίοδο πολιτικής αστάθειας και κέρδισε τις εκλογές της 19ης Αυγούστου. Κυβέρνησε έως το 1932 σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία («Κραχ» του 1929). Θα επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς (Ίδρυση Αγροτικής Τράπεζας, Συμβουλίου της Επικρατείας και Εθνικού Θεάτρου, ανέγερση 3.000 σχολικών αιθουσών), αλλά θα χρεωθεί τη χρεωκοπία της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1932. Στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας συνήψε σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Σερβία κι έθεσε τις βάσεις της ελληνοτουρκικής φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ (30 Οκτωβρίου 1930).

Τον Ιανουάριο του 1933 σχηματίζει την τελευταία του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου οι Φιλελεύθεροι ηττώνται και την επομένη ακολουθεί το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα Πλαστήρα. Στις 6 Ιουνίου έγινε νέα απόπειρα δολοφονίας του από πολιτικούς του αντιπάλους, η οποία και πάλι απέτυχε. Μετά το νέο αποτυχημένο κίνημα των οπαδών του κατά της κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος την 1η Μαρτίου 1935, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να μην επιστρέψει ποτέ.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1936 από εγκεφαλική συμφόρηση. Η σορός του μεταφέρθηκε κατ’ ευθείαν στην Κρήτη, υπό τον φόβο επεισοδίων στην Αθήνα, και ενταφιάστηκε στη γνώριμη γη του Ακρωτηρίου Χανίων, που συνδέθηκε άρρηκτα με την αγωνιστική του παρουσία για την πραγματοποίηση των οραμάτων του.

Πηγή: agonaskritis

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

H παραδοσιακή κουρούπα ξινομυζήθρας της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα κάνουμε σήμερα μια αναφορά, για τη ξινομυζήθρα της Κρήτης, βάσει τις μνήμες από τα χρόνια του ’60, αλλά και από σύγχρονες μαρτυρίες


Τον Αύγουστο, βοσκοί και αγρότες που είχανε πρόβατα, τα πήγαιναν στον κριγιό (κριάρι) για να τα βατέψει…καί αργότερα σε πέντε μήνες να τους γεννήσουν.

Εξ άλλου το λέει και ένα παλιό συμβουλευτικό τετράστιχο:

”Το ούτσι ούτσι τέσσερα
η καρκατούρα πέντε,
και το σκυλί με το γατί
σαρανταπέντε μέρες!”

Το ”ούτσι ούτσι” (γουρούνι), έχει τέσσερις μήνες χρόνος εγκυμοσύνης

Καρκατούρες (κατσίκες) λοιπόν καθώς και τα πρόβατα, έχουν 5 μήνες εγκυμοσύνης.

Κατά τις αρχές του Γενάρη, ερχόταν τα πρώτα αρνάκια!

Ο βοσκός δεν έπαιρνε αρχικά τότε το γάλα από τα πρόβατα, γιατί το άφηνε να το πίνουν τα νεογέννητα.

Από τις αποκριές και μετά, που είχε μεγαλώσει και το χορτάρι, η παραγωγή γάλακτος ήταν αρκετά μεγάλη, και τα αρνάκια ήδη σιγά σιγά, πριν να αρχίσουν να τρώνε και το πρώτο χορτάρι, πλέον σακάζονται (απογαλακτίζονται), η προορίζονται για σφαγή, η πάνε για το χασάπη το Πασχα.

Ο παραγωγός γάλακτος, έκανε τα τυριά του κάθε μέρα, έκανε μυζήθρες για να τρώει η οικογένεια.

Έφτιαχνε τα αθοτύρια του, αλλά πολλές φορές περίσσευε και μυζήθρα.

Οι μερακλήδες όμως της εποχής, τη μυζήθρα που περίσσευε, την αλάτιζαν, και την έβαζαν σε ένα πάνινο ειδικό σακούλι για να στραγγίζει, και το κρέμαγαν κάπου σε δροσερό μέρος.
Κάθε μέρα πρόσθεταν το περίσσευμα της μυζήθρας τους, και όταν γέμιζε το σακούλι και στράγγιζε καλά για μερικές μέρες, το κατέβαζαν.

Μέσα σε μια πήλινη κουρούπα, έβαζαν τη μυζήθρα που είχαν στο σακούλι και τη πίεζαν καλά, για να μην αφήνει κενά.

Φυσικά φρόντιζαν να είναι σωστά αλατισμένη.

Άμα γέμιζε η κουρούπα, έπαιρναν αμπελόφυλλα, τα λάδωναν και σκέπαζαν την κουρούπα, που πλέον ήταν γεμάτη μυζήθρα.

Από εδώ τώρα, αρχίζει η περίεργη διαδικασία, που και εγώ ο ίδιος τη θυμάμαι ακόμα από τον πατέρα μου, που την έφτιαχνε την δεκαετία του΄’60..

Ο πατέρας, είχε στην χωμάτινη αυλή κοντά στον τοίχο του σπιτιού, και δυο κρεβατίνες (κλιματαριές).

Στην πρώτη κρεβατίνα, λίγο πιο πέρα από μισό μέτρο, δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, έσκαβε ένα λάκκο.

Στο πάτο του λάκκου, έβαζε μια πέτρα πλακωτή.

Η πέτρα αυτή φυσικά, ήταν καθαρή, αφού είχε πλυθεί καλά.

Πάνω στην πέτρα αυτή, τοποθετούσε ανάποδα την κουρούπα, γεμάτη με τη μυζήθρα.

Τα αμπελόφυλλα στον πάτο, ήταν εκείνα που ερχόταν σε επαφή με την πέτρα.

Σκέπαζε τότε με χώμα όλη την κουρούπα, μέχρι πάνω, να χωθεί τελείως.

Αυτή τη δουλειά, την έκαναν στα χωριά, περίπου το Μάρτη.

Όταν έπιαναν οι ζέστες, φρόντιζαν να καταβρέχουν το χώμα, όπου από κάτω είναι η κουρούπα.

Έκαναν ενίοτε και ένα μικρό λακκουδάκι στο χώμα, πάνω από τη κουρούπα, για να συγκρατεί το δροσερό νερό που έριχναν.

Εκεί λοιπόν η μυζήθρα, στράγγιζε αργά σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα που ήταν θαμμένη.

Απ’ ότι λένε οι παλιοί, το διάστημα που θα μείνει στο χώμα η κουρούπα με τη μυζήθρα, είναι από 3 έως 6 μήνες, για να ωριμάσει καλά.

Επειδή έπεφτε και η Σαρακοστή της Παναγίας, συνήθως την άνοιγαν την ημέρα της Παναγίας.

Η μυζήθρα που θα έμπαινε πλέον στο τραπέζι της οικογένειας, είναι στραγγισμένη, σιτεμένη καλά, και γίνεται πια εύκολα τρίμματα ανάμεσα στα δάχτυλα, , αφού έχουν φύγει όλα τα υγρά από μέσα.

Αυτή τη μυζήθρα την έλεγαν και ξινομυζήθρα, αφού κατά την ωρίμανση, πλέον έπαιρνε μια γλυκόξινη γεύση.

Φυσικά η μυζήθρα της κουρούπας, ήταν πεντανόστιμη!

Ιδανική για κολατσιό, για πιταράκια, για σαρικόπιτες, μυζηθρόπιτες κλπ.

Η γιαγιά της μητέρας μου, που είχε το σπίτι της σε ένα μικρό χωριό το Μονόχωρο. έκανε και εκείνη κάθε χρόνο μυζήθρα κουρούπας.

Το πέτρινο κουζινοδωμάτιο της γιαγιάς της μητέρας, είχε χώμα κάτω, απλά πασάλειβαν το πάτωμα με αυτό το κλασσικό μείγμα, που έφτιαχναν με λάσπη αναμεμειγμένη με βουτσά αγελάδας και άχυρο.

Οι τοίχοι ήταν πασαλειμμένοι (σοβαντισμένοι) με μαλαγμένο καλά ειδικό χώμα.

Σε μια γωνιά λοιπόν της κουζίνας η γιαγιά της, έβαζε τη κουρούπα στον κάντουνα (γωνιά), απέναντι και λίγο μακριά από τη παραστιά (τζάκι), για να μην θερμαίνεται.

Τη κουρούπα της, κι εκείνη, την τοποθετούσε επάνω σε μια πέτρινη πλάκα ανάποδα, με όλα τα σχετικά που προαναφέραμε, αμπελόφυλλα κλπ.

Έφτιαχνε μετά λάσπη και λάσπωνε τη κουρούπα από γύρω γύρω καλά καλά, να μη φαίνεται καθόλου.

Στο τέλος έβαζε λάσπη και από πάνω, όπου και έκανε όμως ένα λακκουδάκι.

Έτσι έμενε η κουρούπα για τρεις μήνες, χωμένη στη λάσπη, που κάποτε ξεραινόταν.

Όμως για να κρατάει και εκείνη δροσερή την κουρούπα, ταχτικά έριχνε κρύο νερό στο λακκουδάκι, να τη κρατάει δροσερή!

Το παν πάντως, είναι, να μην μπουν ξένα σώματα, η μύκητες στην μυζήθρα και χαλάσει.

Για αυτό, θέλει προσοχή στη τοποθέτηση, και να μην μπαίνει μέσα το νερό που ρίχνουμε, γιατί διαφορετικά θα έχουμε απώλεια τη χαλασμένη μυζήθρα που θα πετάξουμε.

Αυτή ήταν λοιπόν μια παραδοσιακή μέθοδος των παλιών μερακλήδων του είδους, που στην πορεία χάθηκε, μετά τη βιομηχανία φέτας, που κατέκλυσε την αγορά.

Η μυζήθρα όμως εκείνη, δεν ήταν φέτα σαν του εμπορίου, ήταν απλά μια νόστιμη γλυκόξινη μυζήθρα.

Κείμενο – φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ήθη και έθιμα στην Κρήτη, της Σαρακοστής και του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα έθιμα του Πάσχα ήταν πλούσια και όμορφα τα παλαιότερα χρόνια, όσο περνά όμως ο καιρός, εν μέρει αρχίζουν να  ξεθωριάζουν πολλά από αυτά


Κάποια  δυστυχώς έχουν χαθεί τελείως, και άλλα φαντάζουν παράξενα και περίεργα σήμερα.

Ωστόσο όμως αρκετά από αυτά  τα πατροπαράδοτα  έθιμα στα χωριά της Κρήτης, δεν έχουν αλλάξει πολύ, και κρατούν μέχρι και σήμερα

Από τότε πού αρχίζει η Σαρακοστή, σαράντα μέρες πριν το Πάσχα δηλαδή, ο κόσμος νηστεύει μηδενός εξαιρουμένου και παιδιά, εκτός αν συντρέχει λόγος.

Η νηστεία συμβολίζει τις  40 μέρες που νήστευε ο Χριστός κατά την παραμονή του στην Έρημο.

Κάθε απόγευμα γίνεται εσπερινός στην εκκλησία.

Κάποια χρόνια πολύ παλιά στα χωριά, δεν υπήρχε δυνατότητα για να υπάρξει ούτε φωτιά για το άναμμα των καντηλιών. Έτσι ο παπάς, έστελνε ένα «παπαδάκι», στα κοντινά σπίτια με μια παλιά κουτάλα, ή ένα σπασμένο βίσαλο, να πάει να φέρει διό κάρβουνα!

Με αυτά τα κάρβουνα άναβε ο παπάς φωτιά  για να ανάψει στη συνέχεια το θυμιατό του και τα καντήλια!

Οι γυναίκες αρχές του 40ήμερου, πάνε ένα εικόνισμα του σπιτιού στην εκκλησία για να λειτουργηθεί.

Θα μείνει το εικόνισμα αυτό στην εκκλησία όλη τη Σαρακοστή, γιατί πίστευαν πως αν λειτουργηθεί, θα έχει πιο θαυματουργές ικανότητες.

Το εικόνισμα το έπαιρναν πίσω, κατά την περιφορά των εικόνων στην δεύτερη Ανάσταση η Κρανάσταση, το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα, μετά την περιφορά των εικόνων σε μεγάλο κύκλο γύρω από την εκκλησία

Αρχίζουν τα Αυγικά τα βράδια της Μεγάλης Βδομάδας στην εκκλησία, και στην Κρήτη αυτά λέγονται «Aυγικά» από τη λέξη «αυγή», επειδή η θεματολογία αφορά το πρωί της επομένης μέρας.

Τα Αυγικά παλιά ήταν πολύωρα, και πολλές φορές  κρατούσαν και πέραν  τις 12, ή ακόμα και μέχρι και τις 1 μετά τα μεσάνυχτα!

Τα παιδιά όλα  βέβαια γκρίνιαζαν, και τριγύριζαν γύρω στην εκκλησία, αλλά δεν τους επέτρεπαν και να φύγουν και να πάνε σπίτι!

Στα χωριά της Μεσαράς, όλη τη Σαρακοστή, τα εξωκλήσια τα επισκέπτονται μόνες ή με παρέες πέντε ή και δέκα ατόμων, κυρίως γυναικόπαιδα, για να ανάψουν τα καντήλια. Τα καντήλια παλιά δεν ήταν άλλο από ένα ποτήρι με λίγο νερό, και εκείνες συμπλήρωναν με λάδι που κρατούσαν σε ένα μπουκάλι.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, έχουμε και τους Χαιρετισμούς,  που στη πραγματικότητα είναι ένας Ύμνος στη Παναγία. Ψέλνονται κάθε Παρασκευή στις τέσσερεις βδομάδες, και έχουν επαναλαμβανόμενη τη λέξη «χαίρε».

Οι χαιρετισμοί την Μ. Παρασκευή την  πέμπτη εβδομάδα, επαναλαμβάνονται όλοι μαζί, και τους λέμε ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ.

Η ΚΥΡΙΑΚH  ΤΗΣ  ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚYΝΗΣΗΣ

Δύο βδομάδες πριν το Πάσχα,  είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Τα κορίτσια μαζεύουν λουλούδια από τις γειτονιές, και φτιάχνουν τις λεγόμενες ροδαριές, που μοιράζουν πάλι στην εκκλησία.

Στην έξοδο υπάρχει και ένας κλάδος ελαίας, που κάθε πιστός έκοβε ένα κλαράκι, και μαζί με τη ροδαριά, όπου τα τοποθετούσαν στο σπίτι στο εικόνισμα.

Κάποια βέβαια λουλουδάκια τα φύτευαν, γιατί πίστευαν πως έπιαναν οπωσδήποτε!

TO ΣAΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖAΡΟΥ

Το τελευταίο Σάββατο πριν τη Μεγαλοβδομάδα, λέγεται του Λαζάρου, γιατί αναστήθηκε ο Λάζαρος.

Παλιά έλεγαν και τα κάλαντα του Λαζάρου, και οι γυναίκες έφτιαχναν ειδικά ψωμάκια τα λαζαράκια, που είχαν σχήμα σαβανωμένου ανθρώπου.

Οι άνδρες δεν πήγαιναν να μαζέψουν τη σοδειά, γιατί πίστευαν πως φέρνοντας τη σοδειά, θα έφερναν το θάνατο μέσα στο σπίτι τους.

ΚΥΡΙΑΚH ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Πρέπει να αναφέρουμε, πως μια βδομάδα πριν το Πάσχα, που είναι η Κυριακή των Βαίων, από βραδύς μαζεύονται στο σπίτι του παπά φίλοι γείτονες και συγγενείς, και πλέκουν τους σταυρούς από φύλλα βαγιάς (χουρμαδιάς), και τα βάγια αυτά, συμβολίζουν τα βάγια με τα οποία υποδέχτηκαν το Χριστό στα Ιεροσόλυμα, μετά  βαίων και κλάδων!

Την Κυριακή των Βαίων, μοιράζουν τους σταυρούς  μετά τη Θεία λειτουργία στους πιστούς, μαζί με το αντίδωρο.

Μετά την Κυριακή των Βαΐων, μπαίνουμε επίσημα στην Μεγαλoβδομάδα.

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ

Είναι η πρώτη μέρα της Νηστείας, και το βράδυ αρχίζει το πρώτο Αυγικό.

Αρχίζει περιοδικά, να μπαίνει ο κόσμος στο κλίμα των ημερών, και για αυτό κάθε βράδυ οι χριστιανοί θα πάνε στο Αυγικό για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία.

Μ. ΤΡΙΤΗ

Από τη Μ. Τρίτη οι νοικοκυρές, ετοιμάζουν τις αυλές τους, ασπρίζουν με ασβέστη το σπίτι, τους μαντρότοιχους, και ότι άλλο νομίζουν αυτές, για να υποδεχτούν καθαροί την Ανάσταση.
Καθαρίζουν τις αυλές, τους δρόμους, τα στενά, έτσι όλα να είναι πεντακάθαρα!
Τη Μεγάλη Τρίτη στην εκκλησία διαβάζεται η Παραβολή των Δέκα Παρθένων, ενώ το βράδυ ψέλνεται το τροπάριο της Κασσιανής. (Εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή…)

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ

Την Μ. Τετάρτη μονοπαντίζανε οι νοικοκυρές έφτιαχναν το προζύμι της χρονιάς.

Επίσης,  πήγαιναν στην εκκλησία,  όπου διαβάζεται ο Μεγάλος Κανόνας μας, και τελείται το Μυστήριο του Μεγάλου Ευχελαίου.

Ο παπάς μυρώνει τον κόσμο με λάδι σταυρωτά στο μέτωπο, αλλά και στις παλάμες μπρος  πίσω. Επίσης οι παρευρισκόμενοι, έπαιρναν και εκείνοι με βαμβάκι λίγο λάδι και στο σπίτι μύρωναν και εκείνοι με τον ίδιο τρόπο όσους τυχόν δεν πήγαν στην εκκλησία εκείνη την ημέρα από την οικογένεια τους.

Στη Μεσαρά, αυτό γινόταν και με την επίσκεψη  πολλών γυναικών, κυρίως σε γκρούπ, στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα στην Απόλυχνο, επειδή τον Άγιο αυτόν, τον θεωρούσαν Μέγα Ιατρό.  Πάλι με το βαμβάκι έπαιρναν λίγο λάδι από το καντήλι του Αγίου, και άλειφαν πάλι σταυρωτά χέρια και μέτωπο τους δικούς τους

Μ. ΠΕΜΠΤΗ

Την Μ. Πέμπτη, πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία και έπιναν Αγίασμα , και κοινωνούσαν.

Την ημέρα αυτή, οι νοικοκυρές έβρισκαν αμπελόφυλλα πρωτοφανίστικα, και έφτιαχνα τα αγαπητά σε όλους ντολμαδάκια, μαζί με κολοκυθοκορφάδες.

Στη μέση ανάμεσα στους ντουλμάδες, έβαζαν και χοχλιούς.

Λένε πως όταν έμαθε η Παναγία για τη Σταύρωση του Χριστού, εκεί νη τη στιγμή, τύλιγε ντολμαδάκια.

Όσες νοικοκυρές την Μ. Πέμπτη, φτιάχνουν εφτάζυμα ψωμιά, τσουρεκάκια πασχαλινά, και βάφουν και τα κόκκινα αυγά.

Το κόκκινο συμβολίζει το αίμα του Χριστού που έσταξε.

Όσες δεν έχουν δικό τους φούρνο, τα πηγαίνουν στο φούρνο της γειτόνισσας.

Άλλες νοικοκυρές βάφουν τα αυγά με βαφή αγοραστή, και άλλες βράζοντας τα υλικά, σε νερό ψιλοκομμένα παντζάρια, μαντιλίδες, βρούβες, ξερά φλούδια κρεμμυδιού, ξερά βελανίδια, μαύρο τσάι, βιολέτες, τσουκνίδες κτλ ανάλογα με το χρώμα που θέλουν να δώσουν.

Βρίσκουν και στην εξοχή κατάλληλα λουλουδάκια, μαργαρίτες κλπ, και τα εφαρμόζουν πάνω στα αυγά και με ένα λεπτό τούλι, τα συγκρατούν εφαρμοστά, και όταν τα εμβαπτίζουν στο χρώμα, εκείνα αφήνουν ένα λευκό ίχνος λουλουδιού.

Έτσι έχουμε πολύ όμορφα σχέδια από διάφορα φυλλαράκια και λουλουδάκια πάνω στα αυγά.

Παλιά τη Μ. Πέμπτη επίσης οι γυναίκες επιδίδονται στο ζύμωμα,  και έφτιαχναν τα  Πασχαλινά τσουρεκάκια, τα καλλιτσούνια, τα λαμπροκούλουρα, αλλά επίσης έφτιαχναν και το «δώρο του μουσαφίρη»!

Υπάρχει η παράδοση, να φτιάχνουν ένα χριστόψωμο, το οποίο το κόβουν την Κυριακή που γυρίζει η Δεύτερη Ανάσταση, ή το δίνουν σε κάποιον ξένο (υπονοώντας τον ίδιο τον Εσταυρωμένο).

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στην εκκλησία, έχουμε τα 12 Ευαγγέλια, και πολλοί πάνε κρατώντας ένα μαύρο σπάγκο, και σε κάθε Ευαγγέλιο δένουν και από ένα κόμπο.

Το κομποσχοίνι αυτό με τους 12 κόμπους, θεωρείται μεγάλο φυλακτό για τους πιστούς, το οποίο κρέμαγαν είτε στο λαιμό, είτε στο χέρι σα βραχιολάκι, και το φόραγαν όλο το χρόνο.

Μεταξύ πέμπτου και έκτου Ευαγγελίου, ψέλνονται  κάποια τροπάρια, κλείνουν τα φώτα, και  στη συνέχεια λέγεται το  «Σήμερα κρεμάται επί ξύλου».

Tότε ο παπάς, φέρει από το ιερό τον Σταυρό, και τον εναποθέτει μπροστά, και ο κόσμος προσέρχεται για να τον ασπαστεί .

Στο ένατο Ευαγγέλιο της Μ. Πέμπτης που είναι του Ιωάννου ΙΘ, που λέει: «Διψώ. Σκεύος ουν εκίτο όξους μεστόν, οι δε πλήσαντες σπόγγον όξους , και ύσσωπω περιθέντες προσήνεγκαν αυτού τω στόματι. ότε ουν έλαβε το όξος ο Ιησούς είπε. τετέλεσται, και κλείνας την κεφαλήν παρέδωκεν το πνεύμα…»

Τότε λοιπόν, οι πιστοί θα κόψουν στην εκκλησία τα κιτρολέμονα ή λεμόνια που θα κρατούν σε μικρά κομματάκια, και θα πάρει ένα κομμάτι ο καθείς για συμπαράσταση στον Κύριο.

Τα παλιά χρόνια εκτός από λεμόνια, έπαιρναν μαζί τους ένα μπουκαλάκι ξύδι, και έπιναν όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Δεν υπήρχε πιστός, που να μην πιεί, ξύδι ή λεμόνι, γιατί έτσι ένοιωθαν πως συμμετέχουν ενεργά στο Θείο Δράμα.

Γενικά και στο σπίτι εκείνη την ημέρα, έτρωγαν λεμόνια η και πορτοκάλια κομμένα σε κομματάκια σε ένα πιάτο. Τα περιέλουζαν με ξύδι, έριχναν και αλάτι, και τα έτρωγαν με το πιρουνάκι!

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι πιστοί πάνε στην εκκλησία και πίνουν Αγίασμα, γιατί είναι η μοναδική ημέρα του χρόνου που δεν τελείται θεία Λειτουργία. Το Αγίασμα αυτό όμως, ποτέ δεν το πάνε στο σπίτι.

Στη συνέχεια, την Μ. Παρασκευή, και μετά την εκκλησία, κάποιες γυναίκες, που δεν είχαν πάει πριν, και πάλι  μονοπαντίζανε, και πήγαιναν βόλτα στα ξωκλήσια. Θύμιαζαν και άναβαν και τα καντήλια, ακόμα και σε κάποια που ανήκαν σε άλλα χωριά, και σε άλλες ενορίες!

Το απόγευμα πήγαιναν και στους τάφους των δικών τους, τους καθάριζαν και άναβαν τα καντήλια, να μην τα βρει η Θεία Ανάσταση σβηστά.

Φαγητό της ημέρας ήταν οι σούπες  αλάδωτες, κυρίως  φασόλια, με λεμόνι και αλάτι.

Σούπες με μακαρόνια και ζάχαρη, ή σούπες με άγρια χόρτα. Οι σούπες συμβολίζουν τα δάκρυα της Παναγίας.

Για τη  συνέχεια, όλες οι νοικοκυρές και τα κορίτσια, περνούν την ημέρα τους στο στόλισμα του Επιταφίου.

Τα νεαρά κορίτσια του χωριού, αναλαμβάνουν να μαζέψουν από τα σπίτια λουλούδια και λεμονανθούς για το στόλισμα.

Στολίζουν τον Επιτάφιο και ο παπάς διαβάζει τις «Μεγάλες Ώρες», όπως ορίζει το τυπικό της εκκλησίας.

Κατά το μεσημέρι, όταν έχει τελειώσει το στόλισμα του Επιταφίου, κάνουν ένα διάλειμμα για ξεκούραση, και τρώνε και πάλι κιτρολέμονα εμποτισμένα σε ξύδι – πολύ ξύδι.

Αφού φάνε το κιτρολέμονο και ξεκουραστούν, ξανακτυπά η καμπάνα και γίνεται ο Εσπερινός της Αποκαθήλωσης.

Προς το τέλος του εσπερινού γίνεται η Αποκαθήλωση, ακολουθεί μικρή περιφορά στα στενά του χωριού, επιστρέφουν στο ναό, και γίνεται η αλλαγή των καλυμμάτων της Αγίας Τράπεζας από πένθιμα σε  χαρούμενα (μπορντοροδοκόκκινο).

Κανονικά η αλλαγή των καλυμμάτων γίνεται μετά το τέλος της Αποκαθήλωσης.

Λειτουργικά ο χρόνος πάει παράξενα. Μετά την Αποκαθήλωση, έχουμε την είσοδο του Xριστού στον Άδη. Άρα την «εις Άδου κάθοδο» – κοινώς την πρώτη Ανάσταση, οπότε Χριστός είναι αναστημένος στον Άδη, και κηρύττει το λόγο του Θεού στους νεκρούς.

Άλλοι την αλλαγή την κάνουν μετά που θα επιστρέψουν από τον Επιτάφιο, το βράδυ δηλαδή της Μ. Παρασκευής. Εδώ υπάρχουν μικρές διαφορές από τόπο σε τόπο.

Το βράδυ πάντως της Μ. Παρασκευής, κτυπά πάλι η καμπάνα κατά τις 8 , και ξεκινούν να ψέλνουν κανόνες μέχρι την ώρα των εγκωμίων. Τα εγκώμια ψέλνονται από δύο χορούς.

Έτσι ψέλνεται και ο Επιτάφιος Θρήνος, και το «Η ζωή εν τάφω», που είναι η υπέροχη ψαλμωδία των Παθών.  Παλιά το έψελναν μαθητές και μαθήτριες του δημοτικού, αφού πρώτα είχαν κάνει πρόβες το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής με το δάσκαλό τους . Τα κορίτσια φορούσαν μαύρο τσεμπέρι, και τα αγόρια μαύρο πουκάμισο αν είχαν.

Από ένα βιβλιαράκι διάβαζαν τα λόγια, και ήταν προσημειωμένα ποια θα πουν τα παιδιά, και ποια ο ψάλτης. Και αυτό γινόταν, για να παίρνουν και μια ανάσα!

Ψέλνεται  ο Επιτάφιος θρήνος, περίπου για μια ώρα, και αφού τελειώσουν, ακολουθεί περί τις 9, η έξοδος και περιφορά του Επιταφίου. Κατά μαρτυρία του εφημέριου πατέρα Νικόλα Τζαγκαράκη, η πομπή παλιά, πήγαινε πρώτα προς το κοιμητήριο της ενορίας , όπου εκεί γίνεται μια δέηση προς τους κεκοιμημένους.

Η περιποίηση των τάφων γίνεται την Μεγάλη Παρασκευή το μεσημέρι. Το βράδυ που θα έρθει ο Επιτάφιος στο κοιμητήριο όλα τα κανδήλια των τάφων είναι αναμμένα.

Η περιφορά του Επιταφίου, γίνεται με συνοδεία εξαπτερύγων.

Πάντα κάθε χρόνο είναι έθιμο, να σηκώνουν τον Επιτάφιο, οι νέοι φαντάροι του χωριού.

Σε άλλα χωριά, τον Επιτάφιο στις ημέρες μας, τον σηκώνουν αγόρια και κορίτσια που πρόκειται να πάνε φαντάροι ή να δώσουν πανελλήνιες εξετάσεις.

Ο Επιτάφιος σταματά μπροστά στην Κύρια Πύλη, τον ανασηκώνουν οι φαντάροι ψηλά, κι ο κόσμος περνά από κάτω.

Εδώ τιμούν τα νιάτα, και δίνεται ιδιαίτερη τιμή στη νεολαία, που πρόκειται να στηριχθεί η πατρίδα.

Κατά την περιφορά του Επιταφίου στο χωριό, ακολουθούν εκατοντάδες πιστοί, κρατώντας κεριά η λαμπάδες, και παρευρίσκεται σχεδόν όλο το χωριό.

Μπορεί να γίνουν αρκετές στάσεις στα σταυροδρόμια και τις πλατείες του χωριού, ενώ η καμπάνα χτυπά πένθιμα.

Παλιά, την ώρα που περνούν από τα σπίτια μπορούσε ο παπάς να μνημονεύει τους κεκοιμημένους της γειτονιάς.

Όλοι δε φροντίζουν να ασπαστούν την εικόνα του Ιησού που κείται στον Επιτάφιο.

Τα καλορίζικα θα δοθούν στην αυριανή λειτουργία του Μ. Σαββάτου το πρωί  «ως δώρο» και ως  «καλό τυχερό» του σπιτιού.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ

Το μέγα Σάββατο μετά την λειτουργία το πρωί ακολουθεί το έθιμο του σφαγείου των αρνιών.

Όσοι έχουν αρνιά για το γιορτινό τραπέζι, τα σφάζουν και με τα εντόσθια φτιάχνονται  για το βράδυ της παραμονής, τα γνωστά γαρδούμια αυγολέμονο αντίστοιχο της μαγειρίτσας, που έχουν άλλα μέρη της Ελλάδας.

Όσοι πάλι δεν έχουν, θα επισκεφθούν το χασάπη του χωριού, και θα αγοράσουν τα λεγόμενα κοιλικά! Δηλαδή ποδαράκια, αντεράκια, και τη κοιλιά του ζώου, τα οποία εκείνη την ημέρα είναι περιζήτητα στα κρητικά χωριά!

Παλαιότερα , ο επίτροπος κράταγε το σήμαντρο, μια μεταλλική λάμα που βγάζει δυνατό κρότο, πέρναγε απ όλα τα στενά του χωριού. παλιά το κτυπούσαν που σήμαινε ότι ήρθε το Αγιο Φως και να ετοιμαστούν, να έρθουν όλοι στο ναό να ξεκινήσει η ακολουθία της Ανάστασης και η αναστάσιμη Θ. Λειτουργία.

Επίσης σε κάποια χωριά, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, η νοικοκυρά του σπιτιού, πριν πάει με την οικογένειά της στην εκκλησία, θα ανάψει ένα θυμάρι, η ασκινοπόδι στην αυλή του σπιτιού της, για να κάψει έτσι τον Ιούδα.

Το κάψιμο του Ιούδα όμως επίσημα, θα γίνει πάλι και με όλους μαζί τους πιστούς στην αυλή της εκκλησίας, αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη».

Συμβολίζει την αποστροφή του κόσμου γενικά στη προδοσία, έθιμο που αγνοούμε από πότε ίσχυσε.

Οι νεαροί, οι πιο σκανταλιάρηδες, και τα παιδιά του χωριού, από  νωρίτερα  θα αρχίσουν να μαζεύουν ξύλα. Το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου, θα  κάνουν ακόμα μια γύρα στο χωριό, και όπου δουν κυρίως δεμαθιές με ξύλα, θα τις σταμπάρουν, και με τη πρώτη ευκαιρία θα τις αρπάξουν, και θα τις στήσουν σε ένα μεγάλο σωρό έξω από την εκκλησία!

Φυσικά δεν χαρίζονται  σε κανένα, ούτε και στα δικά τους ξύλα που έχουν στα σπίτια τους!

Καμιά φορά, φτιάχνουν και ομοίωμα του Ιούδα, με ρούχα γεμισμένα με άχυρα και τον στήνουν πάνω στο σωρό.

Επιτέλους λέγεται το Χριστός Ανέστη, και αμέσως κιόλας ανάβει και η φωτιά να καεί ο Ιούδας!

. Βέβαια τα παιδιά τότε, ήταν υποχρεωμένα ως την επ’ αύριο, να έχουν καθαρίσει καλά καλά το χώρο με τις στάχτες, για να είναι καθαρός για το γλέντι που θα ακολουθήσει

Τι ήταν τα σκλαπατζίκια

Το μέγα Σάββατο, δεν σταματούν οι στρακατρουκες, και τα σκλαπατζίκια.

Αυτά είναι αυτοσχέδια βεγγαλικά κρότου τα οποία έφτιαχναν με χαρτί από σακούλες τσιμέντου  και πυρίτιδα . Έφτιαχναν πυρίτιδα με απλά υλικά κάρβουνου και θειάφι..

Έκοβαν τη χαρτοσακούλα στενόμακρες λουρίδες, έριχναν στην άκρη λίγη πυρίτιδα, το τύλιγαν τριγωνικά πολλές φορές να γίνει χονδρό.

Στο τέλος, με μια πρόκα έκαναν μια τρύπα και με τα σπίρτα έδιναν φωτιά και ταυτόχρονα το πέταγαν πέρα, για να σκάσει με δυνατό κρότο!

Ενίοτε έφτιαχναν δύο με τρεις μεγάλες τρακατρούκες, για να τις ανάψουν όταν ο παπάς θα πει το «Χριστός Ανέστη!».

Σε πολλά χωριά της Κρήτης, όπως στους Βόρους, έφτιαχναν δύο ομάδες, κάθε μία, με τα δικά της αυτοσχέδια βαρελότα, η μπάλες που τις τύλιγαν γύρω γύρω με σύρμα, τις λεγόμενες  συρμαλίδικες, και γινόταν ένα είδος «μάχης», με  δύο αντίπαλες ομάδεςμετά την Ανάσταση!

Τι ήταν το «Αμίλητο Φως»

Τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου περιμένουν οι πιστοί να παραλάβουν με το «Δεύτε λάβετε φώς» από τον παπά το Άγιο Φως, για να το μεταφέρουν στο σπίτι τους.

Στο «Δεύτε λάβετε φώς»,  ο κόσμος προσέρχεται να πάρει το Άγιο φως, και να το πάει στο σπίτι τους.

Παλιά όταν πήγαιναν το φως, κατά τη διαδρομή δεν μίλαγαν! Πίστευαν έτσι, πως αν το κάνουν αυτό, «κάτι καλό» θα συμβεί στο σπίτι, και θα ξορκιστεί το κακό!

Αυτό ήταν το λεγόμενο «Αμίλητο Φως».

Αναφωνώντας ο παπάς το Χριστός Ανέστη!

Σαν ο παπάς αναφωνεί δυνατά το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, και οι πιστοί αγκαλιάζονται και δίνουν τα αναστάσιμους ασπασμούς

Παράλληλα οι περισσότερες γυναίκες έσκυβαν και έτριβαν τα  νύχια τους στο πάτωμα, η  γενικά στο έδαφος,  αν ήταν έξω, για να μην κάμουν … παρανυχίδες!

Οι παρανυχίδες τότε, ήταν μεγάλη πληγή για τις γυναίκες, γιατί τα όσπρια όλα τα έβγαζαν με τα χέρια!

Τα ρεβύθια, τις φακές, τον αρακά, τον ξεπάτωναν με τα χέρια τότε, τον έκαναν μικρά ματσάκια, και τον τοποθετούσαν κυκλικά. Οι κύκλοι αυτοί, λεγόταν «τσουμαλιές».

Σημειωτέον, ότι για προστασία, πολλές γυναίκες που είχαν παρανυχίδες τότε, έφτιαχναν γάντια από ανδρικές μάλλινες κάλτσες, που τις γάζωναν για να φτιάξουν τα δάχτυλα!

Σαν ο παπάς αναφωνώντας δυνατά το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, και οι πιστοί αγκαλιάζονται και δίνουν τα αναστάσιμους ασπασμούς!.

Μετά το Χριστός Ανέστη η βραδιά είναι αφιερωμένη στο γιορτινό τραπέζι

Οι περισσότεροι  κατευθύνονται στο σπίτι, να γιορτάσουν με φαγοπότι δίπλα στις οικογένειές τους.

Όταν πάνε το Αγιο Φώς στο σπίτι, ο πρώτος θα φτιάξει με τη φλόγα του κεριού, το σχήμα του Σταυρού, στο ανώφλιο της πόρτας.

Με αυτό το φώς, θα ανάψουν τα καντήλια, και την επ’ αύριο με το ίδιο Άγιο φώς θα ανάψουν και τα καντήλια στου τάφους των αγαπημένων προσώπων.

Το φως αυτό θα πρέπει να παραμείνει αναμμένο για 40 ημέρες χωρίς να σβήσει!

Γαρδουμπάκια αυγολέμονο, η μαγειρίτσα των κρητικών!

Η μαγειρίτσα που τρώνε στην υπόλοιπη Ελλάδα,, λέγεται ότι ξεκίνησε από τον διωγμό των Εβραίων. Τους πρότειναν οι επικεφαλείς τους, να φάνε μαγειρίτσα, για να αντέχουν την επ’ αύριο να διασχίσουν την έρημο. Λένε επίσης πως τα πικρά χόρτα για τη παρασκευή της, συμβόλιζε τη πικρή ζωή  από τη κατοχή τους από τους Αιγυπτίους!

Στο σπίτι λοιπόν τους περιμένουν ζεστά τα γαρδουμπάκια αυγολέμονο με ποδαράκια, αγαπημένο φαί των Κρητικών. Η λαχτάρα για να φάνε επιτέλους «λεργιά», μη νηστίσιμο δηλαδή φαγητό, είναι μεγάλη μετά από 40 μέρες νηστείας!

Θα τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό, και θα φάνε με όρεξη, μικροί και μεγάλοι.

Άλλοι, οι πιο πιστοί, μετά το Χριστός Ανέστη, μπαίνουν και πάλι μέσα στην εκκλησία, γίνεται η Θεία Λειτουργία, κοινωνούν όσοι είναι έτοιμοι, και στη συνέχεια αφού τελειώσει όλοι παρευρισκόμενοι έχουν φέρει από κάτι και «πίνουν ένα κρασί» έξω απ» το ναό !

Κάποιοι παλιά έφερναν και κρέας έξω από την εκκλησία, και έκαναν το «παρεάκι» τους, που συνήθως βαστούσε ως το πρωί!

Βέβαια τα παιδιά τότε, που είχαν και την ευθύνη να στήσουν τον Ιούδα, ήταν και υποχρεωμένα, την επαύριον, να έχουν καθαρίσει καλά καλά το χώρο με τις στάχτες, για να είναι καθαρός για το γλέντι που θα ακολουθήσει μετά την Ανάσταση, αλλά και στη μεγάλη γιορτή του Πάσχα αύριο!

ΗΜΕΡΑ  ΤΟΥ  ΠΑΣΧΑ

Την Κυριακή του Πάσχα, η καμπάνα της εκκλησίας, δεν σταματά να χτυπά όλη μέρα, και όχι μονάχα το Πάσχα, αλλά και τη Δευτέρα του Πάσχα πάλι όλη μέρα!

Πραγματικά όλοι καταλάβαιναν πως τότε ήταν το πραγματικό Πάσχα εκείνα τα χρόνια!

Πίστευαν πως όσο πιο πολύ χτυπούσαν την καμπάνα, τόσο πιο πολύ θα μεστώσουν τα σπαρμένα (σπαρτά) τους!

Όσοι   είχαν γελάδια, τραγιά κριάρια κλπ, πάλι έπρεπε να χτυπούνε την καμπάνα για να «ξεφοινικώσουν τα κέρατα των οζώ», δηλαδή, να μεγαλώσουν τα κέρατά τους!

Οι μικροί εμποράκοι και τα κασελάκια!

Τα παιδιά, κυρίως τα πιο φτωχά, την ημέρα του Πάσχα, την έβλεπαν και σαν ιδανική μέρα εμπορίου!

Πουλούσαν  λουκούμια, σε ένα αυτοσχέδιο χάρτινο κουτί, τα γνωστά σε όλους κασελάκια.!

Τα καρτελάκια, που ήταν χάρτινα κουτιά, γεμάτα με την πραμάτεια τους, τα κρεμούν στο λαιμό, και γύρναγαν  τις γειτονιές, για να μπορέσουν να εξοικονομήσουν ένα δεκάρικο, για να ενισχύσουν τα οικονομικά του σπιτιού.

Τη δουλειά αυτή την έκαναν ελάχιστα παιδιά, κυρίως τρία τέσσερα, που προερχόταν από φτωχές οικογένειες.

Πουλούσαν λουκούμια, μαντολάτα τσίχλες, καραμέλες, παστέλια κλπ.

Κάποια άλλα έχουν πιο επικερδές  εμπόριο, κάποια πράγματα, συνήθως μια κούτα λουκούμια, την έβγαζαν στη … λοταρία!

Πλήρωνες κάτι παραπάνω, αλλά όποιος ήταν τυχερός, θα κέρδιζε με ένα δίφραγκο ολόκληρη τη κούτα!

Κάποια επίσης πούλαγαν και τσιγάρα χύμα! Επειδή δεν υπήρχαν ακόμα οι κούτες των 20 σιγαρέτων, ο μπακάλης αγόραζε μεν  κούτες, αλλά ήταν «των 100 σιγαρέττων»!. Οπότε ήταν δύσκολο να αγοράσει  ο άλλος ολόκληρη τη κούτα! Όλοι αγόραζαν χύμα τσιγάρα. Εκείνοι που τα αγόραζαν από δύο έως πέντε, τα έβαζαν μέσα σε μεταλλικές ταμπακιέρες, και τα έσπαγαν  συνήθως στη μέση, και τα κάπνιζαν από μισό τσιγάρο κάθε φορά!

Το μεσημεριανό πασχαλινό τραπέζι

Το κύριο μεσημεριανό φαγητό παλιά, για τους περισσοτέρους, στα φτωχά χρόνια, ήταν συνήθως μαγειρευτό αρνί ή κατσίκι, η γιαχνί με αγκινάρες, η αυγολέμονο.

Κατά άλλους ήταν το κλέφτικο, κι αργότερα το αντικριστό. Σπάνια παλιά στο τραπέζι υπήρχε ψητό σε ταψί, γιατί δεν είχαν όλοι φούρνο. Το ψητό στις κλιματόβεργες για το φούρνο, μπήκε μεταγενέστερα  στο κρητικό τραπέζι, πιο συχνό ήταν το αρνί σε παϊδάκια στα κάρβουνα.

Μπορούμε να αναφέρουμε και σαν έθιμα την ώρα που το αρνί ήταν στο τραπέζι και τα εξής.

Από το αρνάκι ή κατσικάκι, σε όποιον τύχαινε το κεφαλάκι, αν έδινες στον άλλο το μάτι να το φάει, ο άλλος συνήθως απέφευγε να το φάει, διότι «αν το φάει, θα πεθάνει ο αδερφός του»!  Έτσι το έδιναν σε κάποιον που να μην έχει αδερφό!

Τα παιδιά τότε, περίμεναν πώς και πώς, να πάρουν ο κοκαλάκι ο έχουν στα μπροστινά πόδια τα αρνιά, τον λεγόμενο βεζίρη! Ο βεζίρης ήταν αγαπημένο παιγνίδι των παιδιών τότε!

Ο αφέντης έπαιρνε το τριγωνικό κόκκαλο τη σπάλα, που οι «ειδικοί», θα αναλύσουν από τη διαφανή όψη του, τα μελλούμενα του νοικοκύρη, πως θα πάει η υπόλοιπη χρονιά, πως θα πάει η υγεία του, τα πρόβατά του, και χίλια άλλα διό!

Δεν ξέρουμε, αλλά για κάποιο λόγο, τις περισσότερες φορές, αυτά που έβλεπαν οι ειδικό, έβγαιναν στ αλήθεια!

Μια ακόμα συνήθεια, ήταν να κοιμούνται την ημέρα της Λαμπρής, κυρίως τα παιδιά,  έτσι τους  έλεγαν:

 «Όποιος κοιμάται τη Λαμπρή, τον ύπνο τον αγοράζει, κι όποιος δε κοιμάται, τον ύπνο τον -ε πουλεί»!

Με δύο λόγια τους έλεγαν, πως όποιος κοιμηθεί λίγες ώρες την ημέρα του Πάσχα, θα κοιμάται εύκολα όλο τον υπόλοιπο χρόνο! Αντίθετα, όποιος δεν κοιμηθεί τότε, αλλά την επ’ αύριο, δεν θα χορταίνει ύπνο και θα δυσκολεύεται να κοιμηθεί όλο τον υπόλοιπο χρόνο!

Η Κρανάσταση

Στην εκκλησία γίνεται το μεσημέρι του Πάσχα, χτυπάει ο παπάς τη καμπάνα, και γυρίζεται η Κρανάσταση, Νεκρανάσταση, η  λεγόμενη δεύτερη Ανάσταση. Βγάζουν σε περιφορά όλες τις εικόνες της εκκλησίας σε μεγάλο κύκλο, όπου στο τέλος επιστρέφουν πάλι τις εικόνες στο ναό, και τότε πλέον λύεται κανονικά και η περίοδος της νηστείας! Ο κόσμος επιστρέφει στο σπίτι, και αρχίζει το μέγα φαγοπότι!

Ολοήμερο γλέντι στην εκκλησία

Ακόμα και να είχαν φάει ο κόσμος στα σπίτια τους, δεν θα παρέλειπαν ωστόσο και να πάνε στο γλέντι στην εκκλησία!

Πολλοί τότε, κυρίως βοσκοί, έσφαζαν από ένα αρνί, και πήγαιναν στην εκκλησία πανέρια με βραστό κρέας, κόκκινα αυγά, και πολλά μπουκάλια κρασί!

Ο παπάς τα βλογά  όλα, τα κόκκινα αυγά, το κρέας και το κρασί, και τα κερνούσαν τους παρευρισκόμενους.

Μπορεί να ήταν δέκα τραπέζια στο προαύλιο της εκκλησίας, με  ένα μπουκάλι κρασί, το κάθε ένα, ένα πανιέρι με βραστό κρέας, και διό τρία ποτήρια.

Από ένα κρασί να πιεί κάποιος από το κάθε τραπέζι, στο τέλος γινόταν σκνίπα!

Μετά ακολουθούσε κανονικό γλέντι, όπου και καλούσαν λυράρη! Ήταν η μέρα που περίμεναν όλοι, πώς και πώς, κυρίως οι νέοι! Στο χορό αυτό, ήταν η μεγάλη τους ευκαιρία να ανταλλάξουν ματιές, και να κάνουν σινιάλο με το σφίξιμο των χεριών!

Δεν σταματούν όλη μέρα, μέχρι αργά, να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, και να δίνουν πασχαλινό τόνο τα σκλαπατζίκια,

Το γλέντι συνεχίζεται στο ίδιο μοτίβο, και τη Δευτέρα του Πάσχα,  κανονικά όλη την ημέρα!

(Ευχαριστούμε τον πατέρα Νικόλαο Τzαγκαράκη, και τον κ. Μύρωνα Μαραγκάκη, για τις πολύτιμες πληροφορίες)

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη