Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η αγγειοπλαστική στη Μεσαρά τα παλιά χρόνια

Δημοσιεύτηκε

στις

Το μεγαλύτερο κέντρο αγγειοπλαστικής στην Κρήτη, ήταν στον Θραψανό Ηρακλείου – Τα Θραψανιώτικα πιθάρια ήταν περιζήτητα


Άλλα κέντρα ήταν στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο, τα Νοχιά στα Χανιά και το Κεντρί στο Λασίθι.

Είχε όμως αναπτυχθεί και στη Μεσαρά η τεχνική της αγγειοπλαστικής την οποία είχαν φέρει τεχνίτες από άλλα μέρη.

Αγγειοπλάστες που είχαν έρθει στη Μεσαρά από τις Μαργαρίτες, κατοίκησαν σε διάφορα χωριά όπως στη Γαλιά και στου Σίβα

Μάλιστα, είχε και στην περιοχή «Σφακοριάκια» του Κουσέ, Θραψανιώτες αγγειοπλάστες που κατέβαιναν , έφτιαχναν πιθάρια και σταμιά εκεί, τη δεκαετία του 1960.

Έτσι λοιπόν, από όλους αυτούς, διαδόθηκε η παραδοσιακή αυτή τέχνη χωρίς εξειδικευμένα μηχανήματα, αλλά με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που τα έφτιαχναν και οι αρχαίοι πριν χιλιάδες χρόνια.

Μονάχα με τα απλά υλικά της φύσης, ξύλο νερό, χώμα πέτρα φωτιά.

Αυτή η τεχνική, κράτησε μέχρι το ’65 με ΄70, όπου και πέρασε στα χέρια της ηλεκτροκίνητης βιοτεχνίας ,όπως τη συνεχίζει και σήμερα ο Μαρίνος στις Μοίρες.

Κατάλληλα χώματα και είδη χωμάτων

Τους αγγειοπλάστες ο κόσμος τους έλεγε απλά «σταμνάδες».

Σε διάφορα χωριά υπήρχαν καμίνια, όπως στη Γαλιά, στου Σίβα, στου Κουσέ και αλλού..

Σήμερα τέτοιου τύπου καμίνι δεν καίει πλέον πουθενά.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Για να φτιαχτεί ένα καμίνι για κεραμικά σε ένα χωριό, έπρεπε πρώτον, να υπάρχει και η κατάλληλη υποδομή.

Δηλαδή το κατάλληλο χώμα στη περιοχή, που ήταν το αργιλόχωμα.

Δεύτερον, το χωράφι αυτό να είναι ιδιόκτητο, η να μπορεί να νοικιαστεί, για να μπορεί να γίνει εξόρυξη.

Έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον τριών λογιών χώμα, το άσπρο, το μαύρο η κόκκινο, και το γκρι – μπλε η πράσινο.

Στα καλά χώματα ανήκει και η «κουμουλιά», που είχε ένα κιτρινωπό χρώμα.

Το χώμα το έσκαβαν με τις αξίνες, το κοπάνιζαν αρχικά επιτόπου με ένα σκληρό ξύλο, κυρίως χαρουπιάς, και το φόρτωναν στα γαϊδούρια, με «χωματοκόφινα» η σε λινά τσουβάλια, και το κουβαλούσαν στο σπίτι.

Το κάθε χρώμα, πράσινο, κόκκινο, η κουμουλιά, ήταν για διαφορετική χρήση.

Το πράσινο η γκρι – μπλε, έκανε κυρίως τη μόνωση.

Από το ίδιο χώμα σκέπαζαν και τις στέγες των σπιτιών πάνω από τα μεσοδόκια και τις καλαμωτές.

Το έλεγαν και «λεπιδόχωμα» η «λεπίδα».

Ήταν και στεγανό στο νερό, αλλά και μονωτικό στη θερμοκρασία.

Τα σταμνιά που προοριζόταν για «κρυγιοστάμνια», τα έκαναν με πράσινο, η γκρι – μπλε χρώμα, αλλά με πιο παχιά τοιχώματα, για να κρατάει δροσερό το νερό.

Δεν το έψηναν πολύ, να κρατάει υγρασία, αλλά ωστόσο έσπαγαν όμως και ευκολότερα.

Το κρυγιοστάμνι στο σπίτι, το είχαν συνήθως σκεπασμένο με ένα κομμάτι πανί βρεγμένο και διατηρούσε δροσερό το νερό, όλη μέρα.

Τα υπόλοιπα σταμνιά για μεταφορά νερού κλπ, όπως και όλα τα άλλα, ήταν από κόκκινο η μαύρο χώμα, ήταν λεπτότερα σε πάχος, και πιο σκληρά, γιατί είχαν περισσότερη διάρκεια στο ψήσιμο τους.

aggeioplastiki

Η διαδικασία στο εργαστήριο

Πρώτα άδειαζαν το χώμα στην αυλή και το κοπάνιζαν με το κόπανο.

Στη συνέχεια το κοσκίνιζαν με το κόσκινο, και το έριχναν στις «λύμπες».

Από εκεί έπαιρναν τη λάσπη και την δούλευαν στον «τροχό» η στο «τροχί».

Τέλος στην ήλιο μια δυο μέρες να σκληρύνει κάπως, και τότε που ο πηλός ήταν μαλακός, έφτιαχναν τα σχέδια, και κατόπιν τα έβαζαν στο καμίνι για να ψηθούν και να σκληρύνουν.

Μετά το καμίνι αν χρειαζόταν χρωματισμός γινόταν αλλά ξανάμπαινε στο καμίνι για να ψηθεί και το χρώμα

Οι λύμπες

Ζυμωτήρας δεν υπήρχε τότε, απλά κοσκίνιζαν στο κόσκινο το κοπανισμένο χώμα, και το έριχναν στη πρώτη δεξαμενή με νερό.

Η δεξαμενή αυτή λεγόταν «λύμπα».

Υπήρχαν δύο λύμπες, οι οποίες ήταν οι χώροι πού έμπαινε το χώμα ανακατεμένο με το νερό.

Σε άλλα μέρη τις λύμπες τις έλεγαν και «καρούτες».

Οι λύμπες ήταν σαν τεράστια πιθάρια κομμένα στη μέση, αλλά πολύ ανοιχτά από επάνω, και στένευαν στο κάτω μέρος.

Είχαν αυτό το σχήμα για να δουλεύεται εύκολα η λάσπη.

Στην πρώτη λύμπα έπεφτε το χώμα, περασμένο από κόσκινο μέσα στο νερό.

Στο νερό, διαλεγόταν καλά τα πετραδάκια με τη βοήθεια ενός κουβά και με ενός κόσκινου.

Στη δεύτερη λύμπα πέρναγε η «γλυνιά», δηλ το νερό αναμεμειγμένο με το χώμα από τη πρώτη λύμπα, στη συνέχεια πέρναγε στη δεύτερη, αφού πρώτα πέρναγε από τη λεγόμενη «κνισάρα» (σίτα), πριν πέσει μέσα.

Εκεί έμενε μέρες η μήνες, να κατασταλάξει η λάσπη στον πάτο, αφαιρούσαν έπειτα το νερό από πάνω, και στο τέλος αφού εξατμιζόταν με τον αέρα και τον ήλιο και το υπόλοιπο νερό που έμενε, έμενε η τελικά η «ζύμη», αν δεν κολλούσε στα χέρια, ήταν κατάλληλη να δουλευτεί.

Όλες οι διαδικασίες γινόταν «με το μάτι», από τη παρασκευή της λάσπης μέχρι και το ψήσιμο.

aggeioplastiki2

Ο τροχός και το τροχί

Από τα κύρια εργαλεία, ήταν ο αυτοσχέδιος «τροχός», που περιστρέφεται με τα πόδια!

Ήταν ο τροχός για τα διάφορα σκεύη, και το «τροχί» που ήταν για τα πιθάρια

Για να γίνει ο τροχός, έκοβαν ένα κορμό από πλάτανο, τον πήγαιναν στον μαραγκό, και έφτιαχνε τάβλες.

Με αυτές τις τάβλες έφτιαχναν δύο βάσεις κυκλικές, όπως οι πάτοι του ξύλινου βαρελιού, περασμένες σε ένα άξονα όρθιο,

Η πάνω βάση ήταν 60 εκατοστά διάμετρο και λεγόταν «κεφαλαριά».

Η κάτω ήταν μεγαλύτερη 1,20 μέτρα διάμετρο, λεγόταν «σκαμνί», και ήταν σε οριζόντια θέση, και οι δύο.

Στο κέντρο είχαν ένα κοινό άξονα με 1 μέτρο διαφορά οι δύο ξύλινες αυτές βάσεις.

Κάτω από την μεγάλη κυκλική πλάκα, συνέχιζε ο άξονας για να καταλήξει στο «πληθί», μια πέτρα στρογγυλή και πλακωτή με εσοχή στο κέντρο.

Αντί το πληθί, πολλές φορές χρησιμοποιούσαν απλά ένα πέταλο αλόγου.

Και αυτά, για να μη βρίσκει αντίσταση ο άξονας στο έδαφος.

Το όλο σύστημα αλφαδιαζόταν σε οριζόντια θέση, και στερεωνόταν με ξύλα σε τοίχο η χάμω, που λεγόταν «διαζύλι».

Η μηχανή γύριζε, αν κάποιος καθισμένος πάνω σε ένα σανίδι που λεγόταν «κολοσάνιδο», γύρναγε με τα πόδια του τον μεγάλο κάτω δίσκο..

Ενίοτε καθόταν και σε σκαμνί η καρέκλα.!

Στο Θραψανό που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, τον γύριζαν με το χέρι.

Τη λάσπη για να επεξεργαστεί, την έβαζαν στο πάνω επίπεδο, δηλαδή στη κεφαλαριά.

Ανάλογη κατασκευή ήταν και το τροχί, που ήταν για μεγάλα πιθάρια..

Η ράμπα

Άλλος βοηθητικός χώρος, ήταν η «ράμπα».

Η ράμπα είχε μήκος 6 μέτρων και είχε 6 τροχούς σε 6 διαφορετικές βαθμίδες ύψους.

Στη ράμπα γινόταν τα πιθάρια.

Την ώρα που ο αγγειοπλάστης θα κάνει το πιθάρι στη πρώτη βαθμίδα,, ένα άλλο άτομο γύρναγε τον τροχό με το πόδι του.

Ο αγγειοπλάστης η σταμνάς, έφτιαχνε πρώτα τον πάτο και ένα μέρος του πιθαριού.

Στη συνέχεια θα κόψει με μεταξωτή κλωστή η λεπτό τέλι το πάνω μέρος για να είναι ίσιο, και εκεί θα ενωθεί με το άλλο τμήμα του πιθαριού που θα γίνει στην επόμενη βαθμίδα.

Τα πιθάρια ήταν 1,5 μέτρο ύψος, και στη ράμπα θα χρησιμοποιηθούν και οι 6 βαθμίδες.

Στο κάθε στάδιο δηλ. πρόσθεταν και το προηγούμενο, αφού πρώτα είχαν κόψει το πάνω και κάτω μέρος με τη κλωστή.

Μια λωρίδα πηλού θα μπει ανάμεσα στα τμήματα να τα ενώσει, και με μια άλλη λωρίδα πανιού θα τα συγκρατεί γύρω – γύρω προσωρινά, να τα τμήματα μηχανικά, να μη πέσει μέχρι να σκληρύνει στην ένωση.

Έτσι γινόταν το πιθάρι, αφού ένωναν τα τμήμα – τμήμα όλα τα κομμάτια, από το ένα τροχί στο άλλο.

Μπορούσαν να φτιάχνουν παράλληλα πολλά κομμάτια από το κάθε τμήματα, για να μην χάνουν χρόνο.

Το καμίνι

Όταν τέλειωνε τα κεραμικά της ημέρας, τα άφηναν 24 ώρες στον ήλιο έως 2 μέρες, να στεγνώσουν, ανάλογα τον καιρό, με προσοχή να μην σκάσουν.

Παράλληλα σε αυτό το στάδιο έκαναν και τα σχέδια με ένα αιχμηρό αντικείμενο .

Κυρίως ευθείες γραμμές, κυματιστές, η μαιάνδρους.

Στη συνέχεια τα έβαζαν στο καμίνι να ψηθούν, κυρίως 24 ώρες η και παραπάνω, ανάλογα το είδος του κεραμικού.

Το καμίνι είχε 4 μέτρα βάθος και 2,5 πλάτος.

Τα τοιχώματά του ήταν από πέτρες και «βίσσαλα» (κεραμικά πυρότουβλα), που κι αυτά ήταν προϊόντα του αγγειοπλάστη.

Πολλοί τρούλοι εκκλησιών, φτιάχτηκαν από παρόμοια πυρότουβλα.

Το καμίνι έκαιγε ξύλα, και όταν τα πυρότουβλα έπαιρναν ένα λευκό χρώμα, έλεγαν πως το καμίνι είναι ”πυρό”, δηλαδή έτοιμο να μπουν τα κεραμικά και να ψηθούν.

Στη φάση που το καμίνι ήταν πυρό, είχε ήδη αναπτύξει θερμοκρασία τουλάχιστον 1000 βαθμούς Κελσίου!

Θερμόμετρα δεν υπήρχαν, και ο έμπειρος καταλάβαινε «με το μάτι» σε τι θερμοκρασία βρίσκεται ο φούρνος από το χρώμα στα εσωτερικά τοιχώματα.

Αν μέσα ήταν πορτοκαλί, η θερμοκρασία ήταν από 720 με 730 βαθμούς.

Αν άρχιζε να κοκκινίζει τότε έπιανε τους 800.

Αν άρχιζε να λάμπει εσωτερικά, τότε είχε 950 βαθμούς.

Αν δε έπιανε τους 1000 βαθμούς, τότε εσωτερικά ήταν κατάλευκος!

Επειδή τότε και τα ξύλα ήταν δυσκολόβρωτα, οι σταμνάδες πλήρωναν για να του τα φέρνουν

‘Όταν δεν προλάβαιναν να φέρουν και χώμα, πάλι πλήρωναν άνθρώπους, τους «χωματάδες», να τους τα κουβαλήσουν με τα γαϊδούρια η μουλάρια.

Άλλα εργαλεία

Στο σπίτι είχαν ένα χονδρό σκληρό ξύλο το «κόπανο» για το κοπάνισμα του χώματος στο σπίτι.

Είχαν το γνωστό μας «κόσκινο» για το κοσκίνισμα του χώματος, τη «κνισάρα», και το «χτένι», για διάφορα σχέδια.

Απαραίτητα τα ξύλα να θερμανθεί το καμίνι .

Χρειαζόταν ένα σφουγγάρι θάλασσας για λείανση της επιφάνειας του κεραμικού.

Ένα φτερό κότας, όταν το κεραμικό απαιτούσε σχέδια, αντί για πινέλο.

Ένα αιχμηρό αντικείμενο το λεγόμενο «πελεκούδι», για σκαλίσματα η σκαλιστά σχέδια, τα οποία ενίοτε γινόταν με το ίδιο το φτερό από τη πίσω πλευρά του.

Φυσικά χρησιμοποιούσαν και χρώματα.

Η κεραμική και οι διαβαθμίσεις της

Όποιος ξεκίναγε την κεραμική τέχνη, σαν βοηθός, μάθαινε πρώτα τα εύκολα, και πήγαινε σταδιακά στα πιο δύσκολα!

Κυρίως οι δυσκολίες ήταν σε τρία επίπεδα, εύκολα, μέτρια και δύσκολα.

Τα εύκολα ήταν τα λεγόμενα ”μαργιόλικα”!

Ήταν δηλαδή κάποιες πονηρές πήλινες κατασκευές, για ξεγέλασμα κυρίως τις αποκριές!.

Παράδειγμα, δήθεν μικρό πήλινο λαήνι με τρύπα από κάτω, που έβαζε κάποιος νερό, και το πρόσφερε στον άλλο γεμάτο νερό!

Για να μην χύνεται το νερό, είχε το δάχτυλο από κάτω στην τρύπα, οπότε δεν έπεφτε.

Όταν όμως ο άλλος έπαιρνε το λαήνι στα χέρια του για να πιεί νερό, ο άλλος άφηνε το δάχτυλό του από την τρύπα, οπότε γινόταν μούσκεμα!

Στα εύκολα επίσης, ήταν ποτήρια, μικρά πιατάκια, κουμπαράδες, φλιτζάνια, πυρότουβλα, αλατσέρες, μοσόρες η λεκανίδες (λεκάνες), γλάστρες, δοχεία λαδιού τσικάλια και γενικά διάφορα σκεύη μαγειρικής και του σπιτιού.

Αμέσως και σε επόμενη βαθμίδα δυσκολίας, ήταν τα σταμνιά και τα μεγαλύτερα δοχεία φύλαξης λαδιού σιταριού, τα λεγόμενα βρασκιά, οι κουρούπες, τα μικρότερα πιθάρια κλπ

Η δυσκολότερη βαθμίδα, ήταν τα πιθάρια 1,5 μέτρου, που ήταν και η τελική βαθμίδα και αποκλειστική δουλειά έμπειρου μάστορα.

Γενικά στη Κρήτη, φτιαχνόταν πολλά είδη δοχείων ανάλογα τη χρήση τους, όπως κουνενοί, κουτούτα, μαστραπάδες, λεκανίδες, το μίστατο, πιθάρια διάφορα, όπως λαδοπίθαρα, σιτηρών, κρασιού, μελιού, ψωμιού κλπ.

Το ίδιο και οι κουρούπες, άλλες για γλύνα, για σίγλυνα, για ξινομυζήθρα, για σταφιδολιές κλπ.

Οι σταμνάδες της Μεσαράς

Εκτός από τους Θραψανιώτες που είχαν κατέβει στου Κουσέ και άνοιξαν καμίνια, και
στη Γαλιά έφερε τη τέχνη ο Νικολής Νιοτάκης από τις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου.

Εκεί έμαθε τη τέχνη μαζί με το Πέτρο Σταρά.

Κι αυτό γιατί οι Μαργαρίτες είχαν μεγάλη παράδοση στη κεραμική τέχνη.

Πείστηκε να κατέβουν και οι διό τους στη Μεσαρά, και εκεί να παντρευτούν και να ανοίξουν καμίνια, αφού υπήρχε κατάλληλο χώμα άφθονο στην περιοχή.

Τελικά κατέβηκαν και οι δυο, ο Πέτρος Σταράς στου Σίβα, και ο Νικολής Νιοτάκης αρχικά στο σπίτι του πεθερού του Κυριακοσταυρούλη, στο Μετόχι (Ντερογδιανά).

Το Μετόχι, ήταν μικρό χωριό που ανήκε στη Γαλιά.

Μετά μετακόμισε στη Γαλιά.

Ο γνωστός τότε σε όλους Νικολής Νιοτάκης, έφτιαξε αρχικά δύο καμίνια στο σπίτι του πεθερού του στο Μετόχι.

Στο ένα δούλευε ο Νικολής μόνος του και στο άλλο ο Κυριακοσταυρούλης ο πεθερός του με το γιό του Κωστή Κυριακάκη.

Ο Κυριακοσταυρούλης είχε τα κατάλληλα χωράφια, και ο Νικολής παντρεύτηκε την κόρη του και ο δρόμος πλέον ήταν ανοιχτός!

Έστελνε χωριανούς και παιδιά να του κουβαλούν ξύλα από το βουνό, επι πληρωμή.

Όταν του έφερναν τα ξύλα σε δεμαθιές (μεγάλα δεμάτια), η πληρωμή γινόταν ανάλογα το βάρος!

Έπιανε τη δεμαθιά ο Νικολής με το χέρι, και αναλόγως το βάρος, ήταν και η πληρωμή που κυμαινόταν κυρίως από 2 έως 5 δραχμές η μία!

Έτσι πολλά παιδιά έβγαζαν καλό χαρτζιλίκι, αλλά και μεγάλοι.

Ο Νικολής αργότερα άφησε τα καμίνια στο Μετόχι, και έφτιαξε άλλο καμίνι στη Γαλιά, δίπλα στο σπίτι του.

Δούλεψε σταμνάς όλα τα χρόνια, μέχρι που πέθανε το ’67.

Δεν τον διαδέχτηκε κανένας ούτε αυτόν στη τέχνη του, παρά μόνο ο μεγάλος του γιός, που προσπάθησε, αλλά είχε φτάσει μονάχα μέχρι το δεύτερο στάδιο τα σταμνιά, όπου και τα παράτησε.

Tο σταμνί της νύφης

Πολλοί σταμνάδες, για δώρο στο γάμο, είχαν το ειδικό σταμνί που πήγαιναν από βραδύς δώρο στο σπίτι της νύφης!

Το σταμνί αυτό το ονόμαζαν «σταμνί τση νύφης»!

Ήταν ένα όμορφο σκαλιστό σταμνί με παραστάσεις, με λουλούδια, και μετά τον χρωματισμό, ξανάμπαινε πάλι στο καμίνι, για να ψηθούν και τα χρώματα.

Πολλές φορές, οι σταμνάδες, επειδή δεν προλάβαιναν την τελευταία στιγμή να φτιάξουν το σταμνί της νύφης, είχαν εκ των προτέρων φτιάξει δυο σταμνιά για την περίσταση που θα χρειαστεί.

(Ευχαριστούμε τον Μανώλη Νιοτάκη, γιό του Νικολή Νιοτάκη για τις πολύτιμες πληροφορίες)

 

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κρητικές ψαρολιές

Δημοσιεύτηκε

στις

Είναι σε όλους τους Κρητικούς γνωστές οι ψαρολιές, ή και ακόμα πιο λαϊκά σταφιδολιές


Φέτος η χρονιά ευνόησε τη παραγωγή σταφιδολιάς, και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που μάζεψαν για να θυμηθούνε τις παλιές καλές εποχές, και ακόμα και να τις πουλήσουν σε καλή τιμή.

Φυσικά στα μοντέρνα χρόνια μας, οι νεώτεροι, αφού τις έπλυναν τις τοποθέτησαν στα ειδικά σακουλάκια σελοφάν, και στη κατάψυξη, γιά να τις βγάζουν λίγες λίγες, και να είναι σαν να είναι πάντα φρέσκες.

Ο λαός της Κρήτης, τις ονόμασε “ψαρές” ελιές, γιατί ξεχωρίζουν στο έδαφος από το αχνό άσπρο χρώμα τους, που λέγεται και “ψαρί”, όπως κάθε απόχρωση που τείνει προς το άσπρο.

Στις μικρές αδυναμίες του Κρητικού, είναι και η ψαρή ελιά, όπως θα τη συνδύαζε τέλεια με φτάζυμο ψωμί που μόλις έβγαλε από το φούρνο, η με παξιμάδι, και φυσικά με αθοτύρι, η κεφαλοτύρι εκείνο του παλιού καιρού που ωρίμαζε με φυσικό τρόπο στα τυροκέλια πάνω στο βουνό.

Κι αν τα τελευταία χρόνια ο κόσμος εστράφη στις αλατσολιές, λόγω έλλειψης σταφιδολιάς, εν τούτοις, οι παλαιότεροι έβρισκαν κάθε χρόνο αταφιδολιές, και εγέμιζαν το πιθαράκι τους.

stafihtolies1

Κι αν δεν γέμιζε, τότε συμπλήρωναν με κανονικές ελιές.

Φυσικά στο πιθαράκι οι ελιές, κολυμπούσαν στην άλμη, και για να διατηρούν τη φρεσκάδα τους, για να είναι σφιχτές, και για να έχουν ωραία γεύση και άρωμα, έβαζαν στο πιθάρι και κομμάτια σκίνο.

Γενιές και γενιές ανέθρεψε η ελιά, στο σπίτι είχε την τιμητική της στις νηστείες, και στο χωράφι δεν εξέλειπε απ’ τη βούργια όπως και το μπουκαλάκι με το κρασί.

Και με την ελιά, έδειχνε το φιλότιμο του ο Κρητικός, γιατί το έβλεπες στα μάτια του όταν σου έφερνε το ποτήρι το κρασί να σε τρατάρει, και στη φούχτα εκραθιε δυό ελιές να το “σκεπάσεις”!

Η πεθερά που θα έκανε μια περαντζάδα από τις νύφες της, και δυο ελιές στο πιατάκι αν ήταν το βρισκούμενο, θα το εκτιμούσε δεόντως, αν αυτό συνδυαζόταν με το χαμόγελο και καλή υποδοχή της νύφης!

Φωτογραφίες κείμενο Γεωργιος Χουστουλακης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ποια άγρια φυτά μπορούν και προβλέπουν τη βαρυχειμωνιά

Δημοσιεύτηκε

στις

Για όσους ασχολούνται με τη φύση, εύκολα μπορούν να διαπιστώσουν, ότι η ίδια είναι και σχολείο, που μπορεί κανείς να διδαχθεί πολλά χρήσιμα πράγματα, αλλά και να εντυπωσιαστεί από τα τόσο παράξενα που συμβαίνουν εκεί έξω, και ένα από αυτά είναι και η πρόβλεψη μιας βαρυχειμωνιάς!


Δάσκαλοι που μας δίδαξαν τα περί φύσης, είναι απλοϊκοί άνθρωποι, συνήθως βοσκοί, αγρότες, γενικά οι άνθρωποι της υπαίθρου, και κυρίως οι ηλικιωμένοι, που μας δίδαξαν τα δικά μας εθιμοτυπικά πράγματα , βγαλμένα από τα βάθη μιας παράδοσης αιώνων!
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφέρουμε κάποια φυτά που συναντάμε στη φύση, και πώς αυτά είναι σε θέση να μας πληροφορήσουν με τον δικό τους τρόπο, αν θα έχουμε τον χειμώνα που επίκειται ένας βαρύς χειμώνας ή όχι.
Πληροφορίες βέβαια ανάλογες, έπαιρναν οι παλιοί άνθρωποι από ζώα πουλιά έντομα φυτά, τη σελήνη τα αστέρια κλπ, όπου οι ρίζες τους ανάγονται στην αρχαιότητα, και από την εποχή του Θεόφραστου.

Το κουσκουμπάκι

Ένα μικρό φυτό με το μπλε άνθος γνωστό σαν ίριδα, που μοιάζει πολύ με τον γνωστό μας ασκορδούλακα ή βολβό, αλλά με πιο λεπτά φύλα και πιο ίσια και μυτερά στην άκρη, είναι το κουσκουμπάκι!
Στα χωριά της Κρήτης το κουσκουμπάκι, την εποχή που ανθίζει καταφέρνει και εντυπωσιάζει με το μπλε όμορφο λουλούδι του. Το φυτό αυτό είναι χαμηλό, με λίγα λογχωτά φύλλα, από 10μέχρι 20 εκατοστά ύψος, και φυτρώνει σε πολλά μαζί όπως και τα μανουσάκια σε πλαγιές, ή σε άκρες δρόμων με ηλιοφάνεια, και στραγγισμένα ακαλλιέργητα εδάφη.
Στη ρίζα το φυτό καταλήγει σε ένα βολβό, όπως και ο ασκορδούλακας, ίδιο σε σχήμα και μέγεθος, αλλά πιο σκούρος στο χρώμα, που έρχεται προς το καφέ.
Το φυτό φυτρώνει εύκολα με τις πρώτες βροχές του Φθινοπώρου, αλλά αν δεν έχουμε βροχές μπορεί και να μην φυτρώσει καθόλου! Το φυτό αυτό το γνώριζαν καλά οι αγρότες και οι βοσκοί, και τέλη του Δεκέμβρη ή αρχές Γενάρη το ξεπάτωναν, για να μελετήσουν τον βολβό, σχετικά με τον υπόλοιπο Χειμώνα αν θα είναι βαρύς, και αν έχει πολλές βροχές και κρύα, και τραβήξει και σε μάκρος! Πώς όμως γινόταν η πρόγνωση?
Το φυτό όπως είπαμε καταλήγει στο χώμα σε έναν βολβό, που όμως κάτω από τον βολβό, καταλήγει σε έναν άλλον βολβό ανοιχτού χρώματος, αλλά χωρίς επένδυση φλοιού. Αυτός ο εφεδρικός βολβός, αποτελείται κυρίως 80% από νερό, είναι δηλαδή κάτι σαν αποθήκη νερού! Αν τώρα ο εφεδρικός λευκός βολβός είναι μεγάλος, που καμιά φορά είναι μεγαλύτερος και από τον κύριο βολβό, τότε θα έχουμε σίγουρα να κάνουμε με ένα παρατεταμένο βαρύ Χειμώνα! Αν είναι μικρός ο εφεδρικός του βολβός, ή δεν έχει καθόλου, τότε δεν θα έχουμε βαρυχειμωνιά!
Όταν βέβαια έρθει και η Άνοιξη και έχουμε βροχές, τα κουσκουμπάκια καθώς είναι ομαδοποιημένα, θα μαγνητίσουν τα βλέμματα με τα πολλά ζωηρά λουλούδια τις ίριδες, αντίθετα αν δεν έχουμε βροχές τη χρονιά δεν θα βγουν πολλά, και μπορεί και να μην ανθίσουν καν.
Αν δούμε λοιπόν την Άνοιξη πολλά ανθισμένα κουσκουμπάκια, αυτό θα σημαίνει πως η χρονιά ήταν πλούσια σε βροχές!

Ο φλόμος

Τα φυτά της κατηγορίας των φλόμων, είναι όλα τοξικά και δηλητηριώδη φυτά, και στη Κρήτη συναντάμε δυο κύριους τύπους, το φυτό με τα πλατειά φύλα, και την Άνοιξη κάνει κίτρινα μικρά άνθη, που ανεβαίνει από μισό έως ένα μέτρο ύψος. Το άλλο φυτό λέγεται «φλομάκι», και είναι ένα μικρό φυτό δέκα περίπου εκατοστά ύψος, μαλακό στην αφή και αν κοπεί τρέχει τοξικός οπός σαν γάλα.
Τον φλόμο παλιά όταν μεγάλωνε, τον έκοβαν, και πήγαιναν στα ποτάμια όπου υπήρχαν χέλια, κοπάνιζαν τα φυτά σε μια πέτρα, και μετά τα έριχναν στο νερό, και τα χέλια μη αντέχοντας τη τοξικότητα, έβγαινα έξω από τις φωλιές τους, οπότε τα έπιαναν!
Πώς τώρα ένα φυτό φλόμου μπορεί να μας πει κάτι για τον μελλοντικό καιρό?
Απλά, όσο το φυτό διαισθάνεται κακοκαιρία, και τον παρατεταμένο Χειμώνα, δεν αποφασίζει να πετάξει βλαστάρι προς τα πάνω! Αντίθετα, όλο το διάστημα που κάνει έντονο κρύο, εκείνο θα είναι μαραχλιασμένο, μισοξεραμένο λόγω ψύχους, παγετού και δυνατού αέρα. Γενάρη μήνα και το φυτό μπορεί να είναι με τα φύλλα όλα απλωμένα στο έδαφος, και μοιάζει δηλαδή σαν φυτό εδάφους και δεν είναι ζωηρό, τότε έχουμε να κάνουμε με παρατεταμένο Χειμώνα! Μόλις όμως δούμε το φυτό, να αποφασίσει επιτέλους να πετάξει νέο βλαστάρι από το κέντρο του και να παίρνει ύψος, τότε το φυτό διαισθάνεται επιτέλους, πως μπροστά του δεν θα συναντήσει άλλη κακοκαιρία, γιατί έρχεται Άνοιξη!
Μαζί του λοιπόν και εμείς, σαν δούμε το φυτό να βλασταίνει προς τα επάνω, να αισιοδοξούμε για καλύτερες Ανοιξιάτικες μέρες!

Το λατζούνι

Το λατζούνι που γνωρίζουμε όλοι μας στα χωριά, στην ουσία είναι άνθος της γνωστή μας κρεμμύδας, εκείνη που κρεμάμε στην πόρτα για το καλό της χρονιάς κάθε νέο έτος!
Το άνθος αυτό που κάνει η κρεμμύδα ή ασκοτιζάρα ή ασκελετούρα, όπως τη λέμε στη Κρήτη, είναι ο προάγγελος κάθε Χειμώνα, γιατί μόλις τελειώσει το Καλοκαίρι, βρέξει δε βρέξει, αυτό το άνθος θα κάνει τη παρουσία του στη φύση, για να μας πει πως σύντομα φεύγει το Καλοκαίρι, και έρχεται το Φθινόπωρο! Τι άλλο όμως μπορεί να μας πει το ίδιο φυτό? Αν τα άνθη που θα πετάξουν στα τέλη Αυγούστου είναι ζωηρά, είναι όρθια και έχουν πολλά άνθη πάνω στον ίδιο κορμό που κρατάνε πολύ μέρος του βλαστού, τότε θα έχουμε βαρύ Χειμώνα! Αν αντίθετα τα λατζούνια έχουν λεπτό κορμό, λίγα άνθη επάνω στον κάθε κορμό, και τα λατζούνια δεν είναι ίσια αλλά στραβά και μοιάζουν καχεκτικό, τότε σίγουρα δεν θα έχουμε να κάνουμε με ένα βαρύ Χειμώνα!

Ο αθάνατος

Ο αθάνατος, αυτό το διαχρονικό φυτό που δεν πεθαίνει ποτέ και παραμένει αθάνατο αιωνίως, στην ουσία πεθαίνει μόλις βγάλει το άνθος του το Καλοκαίρι, και ξεραθεί τον Χειμώνα.
Μπορεί να ξεραίνεται το φυτό μόλις έρθει ο καιρός του να ανθίσει, και το τεράστιο άνθος του να φθάσει και τα τέσσερα μέτρα, αλλά ωστόσο βγάζει από τις ρίζες πολλές παραφυάδες, που κάθε χρόνο κάνουν το φυτό να ανανεώνεται
Πολλοί μελετητές της φύσης, ισχυρίζονται, πως ακόμα και ο αθάνατος μπορεί να κάνει πρόβλεψη καιρού!
Λένε όσοι παρατηρούν το φύλλωμα του φυτού, πως αν από το Φθινόπωρο τα φύλλα του είναι ανάρια και λεπτά, τότε δεν θα έχουμε βαρυχειμωνιά, αντίθετα όταν είναι πυκνά και ζωηρά, προβλέπεται βαρύς και παρατεταμένος Χειμώνας!

Η Ίρις με το πράσινο άνθος!

Ένα φυτό που κάνει πράσινα άνθη, και έχει εξαφανιστεί σχεδόν από τα εδάφη της Κρήτης όπου δεν έχουμε πολλές βροχοπτώσεις, τείνει να γίνει ενδημικό. Στη Μεσαρά είχα ακούσει πως το έλεγαν «κατίνα», άγνωστο για ποιο λόγο! Πολυετές φυτό η ίριδα αυτή, ενδημικό των Βαλκανίων, και των χωρών της Μεσογείου, και θα τη βρούμε σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα, σε πετρώδεις τοποθεσίες, σε ανοιχτούς αγρούς, ακόμη και δίπλα σε δρόμους, κάτω από χαρουπιές, το δε ύψος της φτάνει από 10 έως 20 cm.
Το επιστημονικό της όνομα είναι «Hermodactylus », και φαίνεται να το πήρε από το σχήμα της ρίζας της, που μοιάζει με δάχτυλο ποδιού. Γιατί άραγε να εννοούν του Ερμή, αυτό είναι άγνωστο. Ίσως γιατί το σχήμα του άνθους της μοιάζει λίγο με κεφάλια φιδιού με ανοιχτό στόμα, κάτι που χαρακτήριζε τον Ερμή.
Το φυτό ανθίζει τον Χειμώνα. Εξωτερικά το άνθος της, αν εξαιρέσεις το εξαίσιο μαύρο βελούδινο γύρισμα στα πέταλα της, αν και κομψό, είναι σχετικά αδιάφορο χρωματικά, με την κυριαρχία ενός βαθύ πράσινου χρώματος με κάποιες κίτρινες αποχρώσεις. Αλλά, το εσωτερικό της είναι μια χρωματική πανδαισία. Τώρα αν προσθέσουμε και το πολύ διακριτικό και πολύ φίνο άρωμα της που μόλις το διακρίνει κανείς τότε κάνει πολύ ενδιαφέρουσα την πράσινη ίριδα!

Πρόκειται για ένα ερμαφρόδιτο φυτό εσωτερικά του άνθους, και όποιο έντομο θελήσει να γευτεί το νέκταρ της, θα τρίψει ταυτόχρονα την τριχωτή πλάτη του στα αρσενικά όργανα, δηλ. στους ανθήρες της με τους κόκκους γύρης, ώστε να τους σκορπίσει και να φτάσουν στον ύπερο, δηλ. στο στίγμα και από εκεί στην ωοθήκη και έτσι να γίνει η γονιμοποίηση.
Πάντα τα φυτά αυτά τα πρόσεχαν οι παλιοί στην ύπαιθρο, και τις χρονιάς που είχαμε έντονες βροχοπτώσεις, υπήρχαν πολλά φυτά ανθισμένα, αντίθετα, τις χρονιές που είχαμε λίγες βροχοπτώσεις, έβγαιναν ελάχιστα έως καθόλου.

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το σαμιαμίδι – Ένας παρεξηγημένος συγκάτοικος

Δημοσιεύτηκε

στις

Στην Κρήτη τον λέμε ”σαμάμουθα”, είναι ο συγκάτοικος που έχει ή φίλους η εχθρούς, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων, σε κάθε περιοχή της Ελλάδας


Γράφει ο Γεώργιος Χουστουλάκης

Δεν ζει μονάχα στα σπίτια, αλλά και στην εξοχή, άσχετο που δεν το βλέπουμε εμείς.

Βγαίνει συνήθως τα βράδια, με το άναμμα της λάμπας.

Τη νύχτα κουρνιάζει η πίσω από μια ανθισμένη βοκαμβίλια, κάτω από τη γλάστρα του βασιλικού, σε σχισμές ραγισμένων τοίχων κλπ.

Στην εξοχή κρύβεται σε κουφάλες δένδρων, σε σχισμές βράχων η κάτω απο πέτρες.

Στη φύση απλά δεν το βλέπουμε, γιατί όλη μέρα κρύβεται.

Λένε διάφορα για τα σαμιαμίδια.

Λένε, άλλοι πως φέρνουν τύχη, άλλοι πως είναι δηλητηριώδη, άρα και επικίνδυνα.

Με τη λογική αυτή, άλλοι τα αφήνουν ελεύθερα, και άλλοι τα σκοτώνουν.

Στην πραγματικότητα όμως, τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια!

Ούτε δηλητηριώδη είναι, αλλά δεν μπορώ να πω, και πως φέρνουν καμιά σπουδαία καλοτυχία, πέρα που μας απαλλάσσουν από τα βλαβερά έντομα, μύγες κουνούπια κλπ!

Είναι όμως γεγονός, η μεγάλη συμπάθεια που έχουν στα σαμιαμίδια οι μοναχικοί και εγκαταλειμμένοι άνθρωποι, κυρίως μεγάλης ηλικίας.

Σχεδόν τους μιλάνε, τα χρειάζονται για παρέα, και πολλοί τα αποκαλούν και με…τα μικρά τους ονόματα, αφού σε κάθε ένα έχουν βγάλει και από ένα όνομα!

Γεννάνε δυο τρία πολύ μικρά αυγά συνήθως σε παλιές θυρίδες η σε σχισμές πετρόχτιστων σπιτιών.

Τον χειμώνα (Μάρτη έως Νοέμβρη) είναι σε χειμερία νάρκωση.

Όταν εμφανιστούν, δίνουν το ευχάριστο προμήνυμα του ερχομού του Καλοκαιριού, και πλέον είναι αισθητή και η διακριτική παρουσία τους.

Θα τα δούμε στα μπαλκόνια, μόλις ανάψουμε το φως, η μέσα τη λάμπα.

Στη πραγματικότητα δεν τους αρέσει το φως, γιατί βλέπουν τέλεια και στο σκοτάδι!

Απλά, η λάμπα τραβά τα έντομα, και αυτό τα σαμιαμίδια το γνωρίζουν, και πάνε κοντά για αναζήτηση τροφής.

Επίσης είναι αξιοθαύμαστο, το πως αναπληρώνουν την κομμένη ουράτους, αλλά όμως όχι όμως τόσο τέλεια όπως πριν, ούτε με τα προηγούμενα σχέδια.

Εκπληκτική και η ικανότητά τους να προσαρμόζουν το χρώμα και τα σχέδια τους, ανάλογα το περιβάλλον που ζουν

Τα σαμιαμίδια, είναι από τα λίγα είδη σαύρας, που διαθέτουν και φωνή!

Πολλές μπορούμε να ακούσουμε ΄ενα υπόκωφο ”κα-κα-κα-κα!” και αυτό είναι η χαμηλή φωνή τους.

Παλιά πίστευαν πως κάποιες ασθένειες, κυρίως δερματικές, οφείλονται στον σαμάμουθα.

Έτσι μια δερματική πάθηση που ξέφτιζε το δέρμα, κυρίως σε χέρια πρόσωπο λαιμό, πίστευαν πως οφείλεται στο σαμιαμίδι.

”Αυτός έγινε έτσι, και ξεφλούδισε, γιατί έχει φάει κατά λάθος σαμάμουθα”, έλεγαν κάποιοι τότε.

Στην πραγματικότητα όμως, αυτή ήταν μια πάθηση, ίσως είναι ένα είδος λύκου.

Μου άρεσε πάντα να χαζεύω τα σαμιαμίδια ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, ειδικά τη στιγμή που εκτοξεύονται και από δέκα η είκοσι εκατοστά, για να γραπώσουν την αμέριμνη μύγα η πεταλουδίτσα!

Μπορούν να πιάσουν το έντομο και στον αέρα!

Μπορούν να περιμένουν ώρες σε ετοιμότητα, μέχρι να βρουν την κατάλληλη στιγμή να ορμήσουν στο θύμα.

Είναι καταπληκτικοί και αξιοθαύμαστοι κυνηγοί εντόμων, και απαλλάσσουν το δωμάτιο από δεκάδες ενοχλητικά έντομα κάθε βράδυ.

Εκπληκτικό επίσης το πως καταφέρνουν και περπατάνε ανάποδα στο ταβάνι, και να τρέχουν γρήγορα χωρίς να πέφτουν!

Ποικίλουν τα αισθήματα των ανθρώπων για τα ερπετά αυτά.

Αυτές οι διαφορετικές συμπεριφορές, με έβαλαν …στη μέση, κάποτε, στην Κάρυστο Ευβοίας!

Κάποια μέρα, μια γυναίκα είδε ένα σαμιαμίδι στον τοίχο, το έριξε κάτω με τη σκούπα, και μου είπε να το πατήσω με το παπούτσι μου!

Εδώ ευρέθηκαν ανάμεσα στη… νοοτροπία δύο λαών!

Και ενώ μου φώναζε αγριεμένα, ”σκότωσέ το, πάτησέ το”!

Τελικά αδιαφόρησα, και δεν υπάκουσα!

Άσχετο που θεώρησαν άνανδρο, να μην μπορώ σκοτώσω, λέει, ένα ”άχρηστο βλαβερό ερπετό”!

Τι να το κάνεις όμως ,που η κυρία η συγκεκριμένη, το σκότωσε η ίδια, αφού έβγαλε το παπούτσι της…

Με έπιασε θλίψη και αηδία, και πιστεύω πολλοί θα ήταν εκείνοι που θα είχαν φερθεί όπως εγώ…

Θα μπορούσα όμως να πω, πως το επίπεδο ενός λαού, οι ευαισθησίες του, η καλοσύνη του, φαίνονται ακόμα και πώς συμπεριφέρονται και στα μικρά αυτά αθώα ζωάκια!

φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Facebook

-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Δημοφιλη