Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η έφοδος των ναζί κατακτητών στα χωριά των Αστερουσίων

Δημοσιεύτηκε

στις

Η άγνωστη ιστορία με τις συλλήψεις πατριωτών από τους Γερμανούς


Στα τέλη Μαΐου του έτους 1944 οι Γερμανοί έκαναν έφοδο στα χωριά των ανατολικών Αστερουσίων, Παρανύμφοι – Πρινιάς – Μουρνιά – Εθιά και Αχεντριάς και συνέλαβαν όλους τους ενήλικες άνδρες και τους πήγαν στις Μοίρες και μερικούς από αυτούς τους κακομεταχειρίστηκαν.

Συγκεκριμένα υπήρχε ένας Γερμανός που λεγόταν Αιμίλιος και γνώριζε άπταιστα την ελληνική γλώσσα. Ο Αιμίλιος περιφερόταν τα διάφορα χωριά της Κρήτης με άλογο και ως εκ τούτου πήγαινε παντού. Ρωτάει λοιπόν ποιος είναι ο πρόεδρος του χωριού Αχεντριάς, ο οποίος παρουσιάζεται και ο Γερμανός του λέει: “Έχω έρθει στο χωριό σου πολλές φορές και η γυναίκα σου μου λέει συνεχώς ότι είσαι στο Ηράκλειο” και τον κτύπησε αλύπητα.

Μετά την πρώτη μάζωξη επιχείρησαν και δεύτερη από τους Παρανύμφους προς τον Αχεντριά και κατά τη δεύτερη αυτή επιχείρηση συνέλαβαν από τα χωριά Παρανύμφους – Πρινιά – Μουρνιά και Εθιά συνολικά 22 άτομα. Όταν έφτασαν στον Αχεντριά, πήγαν τα άτομα αυτά σε ένα σημείο του χωριού, το οποίο είχε υψόμετρο, για να επιτηρούν την περιοχή και συγκεκριμένα έξω από το σπίτι του Δημητρίου Λυκάκη ή Λεφούτσου. Μία ομάδα Γερμανών λοιπόν φρουρούσε τα άτομα αυτά, ενώ οι υπόλοιποι Γερμανοί έκαναν έρευνα στον Αχεντριά, για να συλλάβουν και τους άνδρες που βρίσκονταν στο χωριό.

Κάποια στιγμή όμως οι Γερμανοί που φύλαγαν τους συλληφθέντες άνδρες, τους μετρούν και διαπιστώνουν ότι έλλειπε ένας, οπότε με τα κυάλια κοίταζαν, μήπως εντοπίσουν στη γύρω περιοχή τον άνδρα που είχε διαφύγει.

Σε απόσταση λοιπόν περίπου ενός χιλιομέτρου και συγκεκριμένα στο αλώνι του Γουμένου, βρισκόταν πέντε παιδιά (ένα αγόρι και τέσσαρα κοριτσάκια), τα οποία έπαιζαν ανέμελα. Τα τρία από τά πέντε παιδιά ήταν μέσα στο αλώνι, το οποίο ήταν περιφραγμένο με υψηλό πέτρινο τοίχο, και μόνο το 11χρονο αγόρι και η κατά δύο χρόνια μικρότερη αδελφή του βρίσκονταν έξω από το χώρο του αλωνιού. Οι Γερμανοί είδαν τις κινήσεις των παιδιών και νόμισαν ότι ήταν αυτός, που τους είχε φύγει και άρχισαν να πυροβολούν εναντίον τους. Ακούγοντας λοιπόν τις σφαίρες τα δύο παιδιά, που βρίσκονταν έξω από το χώρο του αλωνιού, να περνούν από πάνω τους, λέει το αγόρι στην αδελφή του να πέσει κάτω, μέσα σε μια αυλακιά που είχε γίνει, για να φεύγουν τα νερά του χειμώνα από τον κυρίως χώρο του αλωνιού και σύρθηκαν σαν φίδια και μπήκαν μέσα στο αλώνι, που εκεί πλέον δεν υπήρχε κίνδυνος.

Οι σφαίρες που έπεφταν, δεν κτύπησαν τα παιδιά, διότι σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων είχε κτιστεί πέτρινος τοίχος για την περίφραξη του κτήματος και έτσι οι σφαίρες έβρισκαν στον τοίχο και δε βρήκαν τα παιδιά. Σημειώνεται ότι στο πρανές του κτήματος και σε απόσταση περίπου 5-6 μέτρων από τον χώρο που ήταν τα παιδιά, υπήρχε ένα αχλαδάκι, το οποίο με τις σφαίρες που έπεσαν διαλύθυκε. Μετά από λίγο λοιπόν έφτασαν δύο Γερμανοί, ο ένας εκ των οποίων είχε έκζεμα στο ένα του μάγουλο, και απευθύνθηκαν στο μόνο αγόρι, που ήταν και το μεγαλύτερο παιδί, και ζητούσαν να τους πει πού ήταν αυτός που κρυβόταν στο σημείο που ήταν τα παιδιά.

Αφού λοιπόν δεν τους έδιδε καμιά πληροφορία, το παίρνουν και το οδηγούν προς τη νοτιοδυτική μεριά του αλωνιού στο βουνό, που στους πρόποδές του υπήρχε αμπέλι και μια συστάδα δέντρων από αμυγδαλιές, νομίζοντας ότι προς τον χώρο αυτό είχε διαφύγει ο καταζητούμενος. Ανεβάζουν λοιπόν το παιδί πάνω στο βουνό και συγκεκριμένα στη θέση “Καρβούνι”, αλλά επειδή δεν τους έδιδε καμιά πληροφορία, επιχείρησε ο Γερμανός με το έκζεμα να το κτυπήσει, αλλά ο άλλος Γερμανός δεν τον άφησε.

Στη συνέχεια παίρνουν το παιδί και το οδηγούν προς το βόρειο ανατολικό μέρος του κτήματος και το ανεβάζουν στην άλλη πλευρά του βουνού και συγκεκριμένα στη θέση “Κέραμος”, που βρισκόταν η μάντρα του Γιαναρομανώλη. Επέμεναν λοιπόν να τους πληροφορήσει, πού πήγε, αυτός που βρισκόταν στο αλώνι και αφού δεν τους έδιδε καμιά πληροφορία, επεχείρησε για δεύτερη φορά ο ίδιος Γερμανός να κτυπήσει το παιδί, αλλά και πάλι ο άλλος Γερμανός δεν τον άφησε.

Κατέβηκαν λοιπόν μετά κοντά στο αλώνι και επιχείρησαν οι δύο Γερμανοί, με διάφορους τρόπους να εκφοβίσουν το παιδί, προκειμένου να τους πει που πήγε αυτός που πέρασε από τον χώρο που βρίσκονταν όλα τα παιδιά, νομίζοντας ότι γνώριζε και δεν τους έλεγε.

Τις σκηνές αυτές παρακολουθούσε η μάνα του παιδιού από το δώμα του σπιτιού της, που ήταν ακριβώς απέναντι, και ήθελε να πάει, να το ξεμπερδέψει, αλλά οι άλλες γυναίκες, που ήταν μαζί της και παρακολουθούσαν όλες μαζί ό,τι συνέβαινε, δεν την άφησαν και της είπαν: “Tο παιδί θα το αφήσουν, αλλά αν θα πας εσύ, δύσκολα θα ξεμπλέξεις”. Κάποια στιγμή λοιπόν άρχισαν να συνομιλούν οι δυο Γερμανοί μεταξύ τους και τελικά πήραν την απόφαση, να αφήσουν το παιδί και να αποχωρήσουν.

Το άτομο λοιπόν, που τους είχε φύγει, ήταν ο γιατρός Στέλιος Ανδρουλάκης από την Εθιά, ο οποίος γνώριζε καλά την περιοχή και σε κάποια στιγμή βρήκε την ευκαιρία και έφυγε, αλλά από την αντίθετη μεριά προς το Φαραγγούλι (Μαριδάκι) που το έδαφος ήταν πολύ επικλινές και πρόσφορο για να δραπετεύσει.

(ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παιδί, που αναφέρεται παραπάνω, δεν ήταν άλλο από τον συντάκτη του κειμένου που δεν είχε δει τίποτα, αλλά οι εντολές που είχαμε από τους γονείς μας, ήταν να λέμε ότι δεν είδαμε και δεν ακούσαμε τίποτα).

* Ο Ξηρουχάκης Ιωάννης είναι πρώην διευθυντής ΕΛΤΑ

ΠΑΤΡΙΣ

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *