Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η κατεργασία του λιναριού και τα ειδικά εργαλεία

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Του λιναριού τα πάθη – Μέρος Β’


Όλα τα εργαλεία του λιναρά είναι λαϊκής έμπνευσης και εφευρετικότητας, και αυτά συνυπήρχαν από την αρχαιότητα μαζί με το λινάρι, και με τα χρόνια απλώς έπαιρναν και εκείνα κάποια εξέλιξη, όπως και όλα τα εργαλεία.

Ο κόπανος

Ο κόπανος είναι χρήσιμος στο αλώνι. Όπως προείπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, σαν είχε ξεραθεί καλά το λινάρι, και ήταν ακόμα στο αλώνι, το πιάνανε μάτσο – μάτσο, και το τοποθετούσανε πάνω σε μια πέτρινη πλάκα. Εκεί χτυπούσαν τα κεφάλια με ένα εργαλείο, για να πέσει όλος ο σπόρος. Το ξύλινο αυτό εργαλείο λεγόταν κόπανος.

Είτε είχε κυλινδρικό σχήμα ο κόπανος, είτε πλακωτό σαν ταβλί, στο σημείο της λαβής ήταν λεπτό και κυλινδρικό για να πιάνεται. Στην άκρη δηλαδή είχε στρογγυλό κοντό χερούλι.

Η δαγκάνα

Ο λιναράς που γύριζε τις γειτονιές κάποτε, αναλάμβανε την όλη κατεργασία του λιναριού, έχοντας μαζί του φορτωμένα στο γαϊδουράκι του, όπως προαναφέραμε, και όλα τα σχετικά εργαλεία που απαιτούνται για την κατεργασία.

Σαν συμφωνούσε στην τιμή που θα πληρωνόταν ο λιναράς, πήγαινε στο σπίτι, είτε στην αυλή είτε στην ταράτσα, όπου είχε ο νοικοκύρης το λινάρι του, και έπιανε αμέσως δουλειά!

Έπαιρνε ένα ένα τα ματσάκια, που ωστόσο είχαν στεγνώσει αφού είχαν αποξηρανθεί καλά στον ήλιο, και τα τοποθετούσε πάνω στη δαγκάνα, ή ξυλοδαγκάνα, και ανεβοκατεβάζοντας τα σαγόνια της δαγκάνας, με δύναμη, μετακινούσε παράλληλα και. το μάτσο μπρός πίσω.

΄Ετσι θρυμμάτιζε σε μικρά κομματάκια τον ξυλώδη κορμό κάθε στελέχους του λιναριού.

Η δαγκάνα μπορούσε να είναι και απλή και να δουλεύεται στο έδαφος, η πάνω σε πέτρα ή σε καρέκλα, και άλλοτε έμοιαζε με καβαλέτο, που πάνω είχε δόντια. Η δαγκάνα είχε μια κινητή λαβή που είχε και αυτή δόντια. Η λαβή ήταν προσαρμοσμένη στην άκρη.

Επίσης είχε και ένα χερούλι στην άκρη να πιάνεται, και να μπορεί εύκολα να ανεβοκατεβαίνει, και φυσικά να «μασάει» κατά κάποιον τρόπο το λινάρι.

Σπουδαίο εργαλείο για την επεξεργασία του λιναριού είναι και η δαγκάνα, μια έμπνευση και αυτή του απλού λαού.

Η σπάθη ή ξυλοσπάθη

Αφού ο λιαναράς περνούσε όλα τα μάτσα από τη δαγκάνα, προχωρούσε στο επόμενο στάδιο του λιναριού, που ήταν το λεγόμενο «σπάθισμα».

Η «σπάθη» ή «σπάθα» ή «ξυλοσπάθη», είναι ένα μακρύ εργαλείο του λιναρά,.

Στην ουσία είναι ένα ξύλινο μακρύ σπαθί, πιστό αντίγραφο των σπαθιών των αρχαίων Ελλήνων!

Με τη σπάθη χτυπούσαν το λινάρι, όπως θα πούμε και παρακάτω, αλλά με τη βοήθεια της ξυλογαϊδάρας.

Η ξυλογαϊδάρα

Εδώ για το σπάθισμα θα μας χρησιμεύσει μια ξύλινη κατασκευή που λέγεται ξυλογαϊδάρα.
Ήταν μια ξύλινη κατασκευή με τρία πόδια , που τις περισσότερες φορές, ήταν είτε τεχνητή κατασκευή με ταβλιά, σαν όρθιο καβαλέτο, είτε φυσικά μονοκόμματα κλαριά δένδρων, που είχαν απλά κοπεί ίσια τα τρία παρακλάδια τους, και να επιτρέπει να στέκεται όρθιο.

Έτσι η ξυλογαϊδάρα ήταν στην ουσία, ένα απλό κλαρί με τα τρία παρακλάδια, που θα έπαιζαν ρόλο ποδών, και ήταν ένα ακόμα εργαλείο του λιναρά. Το ύψους της ξυλογαϊδάρας ήταν από 100 έως 130 εκατοστά, στεκόταν όρθια και σταθερά, και πάνω εκεί θα χτυπούσαν το λινάρι.

Τον κορμό δένδρου τον επέλεγαν προσεκτικά, για να είναι κατάλληλος για τη χρήση αυτή.

Στη κορυφή η ξυλογαϊδάρα είχε μια μικρή προεξοχή, για να ακουμπά ο λιναράς το χέρι του να το ξεκουράζει όταν σπαθίζει.

Ο λιναράς έπιανε το κάθε μάτσο λιναριού που έχει περάσει από τη δαγκάνα τον κράταγε με το αριστερό χέρι, που ακουμπούσε στη κορυφή της ξυλογαϊδάρας, αφήνοντας το μάτσο του λιναριού να κρέμεται προς τα κάτω. Με το δεξί χέρι έ πιανε τη ξυλοσπάθη, και άρχιζε να σπαθίζει το μάτσο του λιναριού όπως κρέμεται, μέχρι να απομακρυνθούν όλα τα μικρά κομμάτια του ξυλώδους κορμού του λιναριού.

Πρέπει να αφαιρεθούν με το σπάθισμα, όλα τα στελέχη του λιναριού, που είναι στο μάτσο, καθώς και τα άδεια κεφάλια που έχουν παραμείνει από την αφαίρεση του λιναρόσπορου.

Έτσι τελικά παραμένουν μόνο οι ίνες από τους κορμούς του λιναριού, το λεγόμενο «κάναβη ή κανάβη».

Ο χτενιάς

Μετά το σπάθισμα ο λιναράς περνούσε στο επόμενο στάδιο, και θα χρειαστεί ένα άλλο εργαλείο το λεγόμενο «χτενιά».

Τελευταίο εργαλείο για την τελειοποίηση της κάναβης πλέον, ήταν ο χτενιάς, ή χτένα.

Ήταν, είτε ένα πλακέ ταβλί στο έδαφος, είτε ειδική κατασκευή σαν καβαλέτο με κάθισμα, και πάνω στο καβαλέτο αυτό, ήταν προσαρμοσμένες οι χτένες.

Ο χτενιάς είχε στην άκρη τα χειρόχτενα, δηλαδή ξύλινα δόντια σε μια άκρη, και από εκεί πέρναγαν σέρνοντας τα μποκάρια (κούκλες) του λιναριού.

Κι αυτό, για να πέσουν και τα τελευταία υπολείμματα από τα άχρηστα μέρη του λιναριού.

Με το χτενιά δηλαδή «ξεξαίνανε» τις ίνες, και ήταν πλέον απαλλαγμένες από άχρηστα κομμάτια ιστού του λιναριού, από σκάρτες και μπερδεμένες ίνες που παρέμεναν από το σπάθισμα.

Στο τέλος της επεξεργασίας και αυτής, έμεναν μονάχα οι καθαρές ίνες, πλέον ίσες, ξεμπερδεμένες και οι πιο γερές.

Ο χτενιάς είχε στη βάση ταβλί με τρύπες, και εκεί στηριζόταν τα ξύλινα δόντια της χτένας, που αργότερα έγιναν και μεταλλικά, έτσι έμοιαζε με τσατσάρα αλλά με μεγάλα δόντια, κάθετα όμως τοποθετημένα κατά μήκος του ξύλου.

Τα μποκάρα

Ο λιναράς, στο τέλος έπαιρνε κάθε μάτσο κάναβης, τον έστριβε λίγο, τον δίπλωνε , και τον έβαζε σε μια κοφίνα όπως ήτανε σε μάτσους, και τη παρέδιδε στον ιδιοκτήτη. Έπαιρνε τη συμφωνηθείσα πληρωμή του και έφευγε.

Ο λιναράς παρέδωσε ένα κατεργασμένο λινάρι, που η μορφή του ήταν σε μποκάρια, ή «κουκλιά» και πολύ αργότερα ονομάστηκαν και «κούκλες».

Το λινάρι πλέον ήταν έτοιμο να περάσει στις περεταίρω επεξεργασίες της λεύκανσης, και στη συνέχεια να γίνει κλωστή και να περάσει στον αργαλειό για ύφανση λινού, λινοβάμβακου ή λινομέταξου υφάσματος.

Η λεύκανση για να φύγει η κιτρινίλα του λιναριού

Η λεύκανση γινόταν σε δύο στάδια. Στη μορφή που το λινάρι ήταν ακόμα στις κούκλες, αλλά και στο τέλος αφού είχε γίνει πλέον πανί μόλις είχε βγει από τον αργαλειό.

Α’ στάδιο λεύκανσης

Η λινή κλωστή από τη φύση της έχει κιτρινωπό χρώμα, αλλά οι νοικοκυές χρησιμοποιούσαν διάφορες πραχτικές μεθόδους για να τις λευκάνουν.

Η κυριώτερη πραχτικη μέθοδος, ήταν αυτή της «ζεστής αλισίβας», δηλαδή του σταχτόνερου.

Το λινάρι στα μποκάρια είχε και εδώ κίτρινο χρώμα. Για να ασπρίσει όμως, πριν γίνει κλωστή έπρεπε να περάσει από το Α’ στάδιο λεύκανσης με αλισίβα, γνωστή και σαν «αλουσά».

Στα μπουγαδοκόφινα έβαζαν τα μποκάρια, και από πάνω άπλωναν την «αθομαντύλα».

Η αθομαντύλα, ήταν ένα χονδρό λινό ύφασμα του αργαλειού.

Στο κέντρο της αθομαντύλας, πίεζαν με το χέρι, και έκαναν ένα λάκκο, και έριχναν εκεί μια παλαμιά (φτυαριά) καθαρό άθο (στάχτη).

Στο μπουγαδοτσίκαλο έβραζαν στη συνέχεια νερό. Το νερό αυτό το έριχναν λίγο – λίγο πάνω στη στάχτη μέχρι να χωθεί στο νερό όλο το λινάρι.

Όπως έπεφτε το νερό, αυτό παρέσυρε όλη την κιτρινίλα του λιναριού.

Στο τέλος τα ξέπλεναν και τα το λινάρι από κιτρινωπό γινόταν τελικά κατάλευκο!

Β’ στάδιο λεύκανσης

( Χρονολογικά το δεύτερο στάδιο λεύκανσης δεν θα γίνει στη συνέχεια, αλλά όταν το λινάρι είχε μετατραπεί πλέον σε πανί στο τέλος του αργαλειού, και σαν πανί, πέρναγε και πάλι από την ίδια διαδικασία λεύκανσης όπως έγινε και στα μποκάρια, οπότε το ύφασμα γινόταν τελείως λευκό).

Το λινάρι πλέον μετά το πρώτο στάδιο λεύκανσης και από εδώ και στο εξής, ήταν έτοιμο για τις επόμενες διεργασίες που αφορούσαν την ύφανση.

Στο Γ’ και τελευταίο μέρος, θα αναφερθούμε στην επεξεργασία της λινής κλωστής, μέχρι να φθάσει τελικά στην ύφανση. Θα είναι ένα ενδιαφέρον άρθρο, γιατί έχει να κάνει με μια πολυπλοκότητα ειδικών εργαλείων και διαδικασιών, που θα άξιζε και για αυτό, να πληροφορηθούν οι νεότεροι.

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *