Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι παλιοί νερόμυλοι της Μεσαράς – μέρος Β’

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι παλιοί νερόμυλοι-αλευρόμυλοι της κοιλάδας του Κουτσουλίτη


Με το πρώτο μέρος όπου κάναμε αναφορά στους νερόμυλους της Μεσαράς, αναφέραμε όλα τα σημεία όπου βρίσκονται ή βρισκόταν παλιά νερόμυλοι, και επεκταθήκαμε περισσότερο στους νερόμυλους που βρίσκονται στο ρέμα του Απολυχνιανού ποταμού.

Bέβαια έχω ακούσει πως σαν όρος σήμερα «Άπολυχνιανός ποταμός» δεν υπάρχει, διότι για πραχτικούς λόγους έχει μπαζωθεί σε πολλά σημεία του και έχει οικοπεδοποιηθεί.
Στο παρόν δημοσίευμα θα σταθούμε στους νερόμυλους του Κουτσουλίτη ποταμού, ή κοιλάδας όπως αναφέρεται. Ο Κουτσουλίτης ποταμός με τα νερά της πηγής του Βοτόμου, διέρχεται από τρία χωριά: Ζαρό – Φανερωμένη – Βόρους, αλλά και περνά κοντά από τα χωριά Λαλουμά και Σκούρβουλα. Δεξιά – αριστερά στον ποταμό αυτό υπήρχαν επίσης πολλοί νερόμυλοι, για αυτό και η Φανερωμένη παλιά ονομαζόταν και Μυλοχώρι!
Ξεκινώντας από τον Βότομο του Ζαρού, θα αναφέρουμε έναν -έναν μύλο, τον οποίο συναντάμε, και θα αναφέρουμε ότι πληροφορίες έχουμε συλλέξει για την ύπαρξή κάθε ενός, κατεβαίνοντας προς το Γεροπόταμο.

Πάλι και εδώ είχαμε την συνδρομή των φίλων της λαογραφίας, Μύρωνα Μαραγκάκη από Γαλιά, και Αικατερίνης Νικολιδάκη από φανερωμένη, και άλλων.

ΟΙ ΜΎΛΟΙ ΣΤΟΝ ΒΌΤΟΜΟ

1-Ο μύλος του Βασίλη

Ο Ζαρός μόνο, είναι βεβαιωμένο από μαρτυρίες πως είχε κάποτε 12 νερόμυλους, εκ των οποίων οι τέσσερεις ήταν στην περιοχή του Βότομου.

Ξεκινώντας λοιπόν από τη λίμνη του Βότομου, συναντάμε τον πρώτο νερόμυλο του Βασίλη, ο οποίος δεν υπάρχει και ανήκε κάποτε στον Αλμπατογιώργη.

2-Ο μύλος του Αλμπατογιώργη (μουσείο σήμερα)

Και ο πρώτος μύλος του Βασίλη αλλά και ο επόμενος νερόμυλος που υπάρχει σήμερα και βρίσκεται λίγο παρακάτω, ανήκαν και οι δύο στον Αλμπατογιώργη, και σήμερα στην οικογένεια των Αλμπατάκηδων, και είναι και ο μόνος που έχει γίνει μουσείο, και σε θέση να λειτουργήσει και να αλέσει κανονικά όπως παλιά!

3-Ο μύλος των Πετρογιαννάκηδων

Τρίτος μύλος κατά σειρά ήταν εκείνος των Πετρογιαννάκηδων, ο οποίος είχε την δυνατότητα να πλένει και χαλιά! Πάνω στον άξονα δηλαδή τον οποίο γύριζε η φτερωτή, είχε προσαρμοστεί ειδικό σύστημα πλυντηρίου, το οποίο έπλενε χαλιά, τα οποία έφερναν κάτοικοι από χωριά της περιοχής.
Δεν υπάρχει σήμερα κάτι που να μαρτυρεί την ύπαρξη του μύλου αυτού.

4-Ο μύλος του Γιατρομανωλάκη

Ένας μύλος, ο τέταρτος που βρίσκεται στο Βότομο, ήταν εκείνος του Γιατρομανωλάκη, και σήμερα είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς το σημείο που βρισκόταν, άμα προσέξει το σημείο όπου θα στρίψει δεξιά από τον κεντρικό δρόμο του Ζαρού προς Βότομο. Σε λίγα μέτρα, θα δει τις μυλόπετρες και το πιεστήριο του μύλου στο δεξί του χέρι. Το χειμώνα ο μύλος αυτός μετατρεπόταν και σε λιοτρίβι.

ΟΙ ΜΎΛΟΙ ΣΤΟ ΖΑΡΌ

5-Ο Γεροντόμυλος

Τον μύλο αυτόν τον είχαν οι Φιλιουδάκηδες

6-Ο μύλος του Πχιάγκαλη ή Φχιάγκαλη

7-Ο μύλος του Μαυρομάτη

Σήμερα από τον μύλο αυτό στέκεται μονάχα το ζουργιό.

8-Ο μύλος του Σταυρουλομανώλη

Στον Κάτω Ζαρό θα συναντήσουμε και το μύλο του Σταυρουλομανώλη, για τον οποίο δεν έχουμε σχετικές πληροφορίες

9-Ο μύλος του Σταματάκη

10-Ο μύλος του Λυράρη

11-Ο μύλος του Μικέλε

12-Ο μύλος του Σκούρου ή μύλος του Τσικριτσή ή Σκουρομανώλη

Στο Κάτω Ζαρό επίσης ήταν ο μύλος του Εμμανουήλ Τσικριτσή, πολύ παλιός μύλος, που τον κληρονόμησε από τον πατέρα του ο Σκουρομανώλης, που τον ονομάζανε και «Σκούρο».

Ο νερόμυλος δούλευε με τα νερά του Βότομου. Τον χειμώνα ο μύλος αυτός μετατρεπόταν σε λιοτρίβι. Είχε δηλαδή την δυνατότητα να συνδέεται και με πιεστικό (πρέσσο), για να αλέθει και τις ελιές.

Επίσης ήταν ο μοναδικός μύλος πουείχε τη δυνατότητα να συνδέεται και με ειδική ηλεκτρογεννήτρια, για να παράγει ρεύμα, για να φορτώνει τις μπαταρίες των ραδιοφώνων που λειτουργούσαν παράνομα στην κατοχή, αλλά και τις μπαταρίες των ασυρμάτων. Οι ασύρματοι ήταν εκείνοι των ανταρτών στη Γερμανική κατοχή, και ήταν οι γνωστοί εγγλέζικοι ασύρματοι, που λειτουργούσαν στην περιοχή πάνω από Καμάρες και Βορίζα. Στην επιχείρηση αντικατασκοπίας FORCE 33, υπεύθυνος ήταν ο ταξίαρχος διοικητής KV Burker Benfield, όπου τροφοδοτούσε με ρίψεις τον ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ με εφόδια ανά την Ελλάδα και φυσικά και ασυρμάτους. Στη Γαλιά είχαν ρίξει εφόδια, και μαζί και δύο κουτιά που περιείχαν γεννήτριες. Το ένα κουτί το βρήκε ένας Γαλιανός, που στην προσπάθειά του να το ανοίξει κατέστρεψε τη γεννήτρια που περιείχε, και το άλλο κουτί το πήρε ο Τσικριτσής, που ήταν και ο ίδιος αντάρτης. Οι ασύρματοι αυτοί που λειτουργούσαν κυρίως σε σπηλιές, από τις Καμάρες μέχρι τα Βορίζα όπως προείπαμε, χρησιμοποιούσαν μπαταρίες με υπεύθυνους τον Άγγλο Ταγματάρχη Patrick Leigh Fermor (Πάτρικ – λή Φέρμορ), τον κατά τους Κρητικούς Φιλεντέμ, και τον Tom J. Dunbabin (Τομ Ταμπάμπιν).

ΟΙ ΜΎΛΟΙ ΣΤΟ ΛΑΛΟΥΜΆ

13-Ο μύλος του Μαρίνου

Στο Λαλουμά, ήταν ένας μύλος που ακόμα σώζεται σε καλή κατάσταση, και ήταν αυτός του Καλέμη και αργότερα περιήλθε στον Μαρίνο.

Ο μύλος αυτός του Μαρίνο λειτουργούσε με τα νερά του Λαλουμιανού ποταμού, σώζεται σήμερα, σε αρκετά καλή κατάσταση από όλους τους υπόλοιπους μύλους.

O Μαρίνος ήταν Μικρασιάτης, και αφού εγκαταστάθηκε στην περιοχή, βρήκε εγκαταλελειμμένο μύλο που ανήκε στους Καλέμηδες, και μόνος του τον επισκεύασε και τον λειτούργησε δίνοντας κάποιο ενοίκιο στους ιδιοκτήτες.

ΟΙ ΜΎΛΟΙ ΣΤΑ ΣΚΟΎΡΒΟΥΛΑ

14-Μύλος ανώνυμος

Στα Σκούρβουλ κοντά υπήρχαν 4 νερόμυλοι, ένας ανώνυμος και οι 3 κολλητοί μύλοι

15- 16-17 Οι τρείς κολλητοί μύλοι

Στην περιοχή του Φράγματος κοντά στα Σκούρβουλα, ήταν τρείς συνεχόμενοι μύλοι, που το νερό που άδειαζε από τον ένα, έφευγε και αμέσως τροφοδοτούσε τον επόμενο και μετά αμέσως τον άλλο. Οι μύλοι αυτοί ήταν γνωστοί με την ονομασία «οι τρείς κολλητοί μύλοι».

Δε γνωρίζουμε κάτι άλλο για αυτούς τους τρείς νερόμυλου.

ΟΙ ΜΎΛΟΙ ΣΤΟ ΦΡΆΓΜΑ

18-Ο μύλος του Καμπούρη

Στη θέση που είναι σήμερα το Φράγμα, τρακόσια μέτρα από την αρχή του Φράγματος, αλλά από την Δυτική πλευρά προς Σκούρβουλα, ήταν ο μύλος του Καμπούρη, γνωστός και σαν ο «μύλος των Καμπούρηδων». Το μύλο αυτόν τον σκέπασε τελείως το Φράγμα και εξαφανίστηκε, ίσως γκρεμίστηκε και με τις εργασίες της κατασκευής του Φράγματος.

Το μύλο τον δούλευε ο γέρο Καμπούρης μαζί με τους δύο γιούς του, Τον Καμπουρολάμπρο, και τον Καμπουρογιώργη.
Όλοι τους ήταν έμπιστοι πατριώτες, και βοηθούσαν τους αντάρτες όσο μπορούσαν!

Ο ίδιος ο μύλος ήταν το στέκι ανταρτών, και καθώς ήταν πέρασμα για το βουνό, όποιος αντάρτης περνούσε από εκεί, ο γέρο Καμπούρης τον φιλοξενούσε, και του πρόσφερε φαγητό και ύπνο. Φεύγοντας τον τροφοδοτούσε με παξιμαδένειο ψωμί, ελιές, ή έφτιαχνε καμιά πλακόπιτα, πίτα δηλαδή στη καυτή πέτρινη πλάκα, να τη πάρει μαζί του.

Ήταν γνωστός ο γέρο Κμπούρης για τις ωραίες πλακόπιτές του.

Και τον μύλο αυτό τον προτιμούσαν οι Γαλιανοί, όπου φόρτωναν το σιτάρι στο γαϊδούρι και το πήγαιναν για άλεσμα.

Επειδή δεν είχε μεγάλη ποσότητα νερού, αργούσε πάντα να αλέσει, οπότε τους έλεγε:

-Άφησε το στάρι και πέρασε σε τρείς μέρες να πάρεις το άλεσμα.

Πράγματι άφηναν το άλεσμα, αλλά για να μη γυρίσουν άδειοι, είχαν σνήθως μαζί τους και δυό τρία σακιά και πήγαιναν λίγο πιο πάνω, από την μεριά των Σκουρβούλων, όπου ήταν ο μεγάλος λεπιδόλακος , γνωστός για το «μαύρο λεπιδάκι», καλύτερης ποιότητας αργιλόχωμα, όσο πιο μαύρο τόσο και καλύτερο στεγανωτικό για σκεπές σπιτιών. Έμπαιναν λοιπόν στη στοά, έσκαβαν και γέμιζαν τα σακιά τους για τις επισκευές στις στέγες τους και έφευγαν.

Φυσικά είχαν σημειωθεί κατά καιρούς τραυματισμοί αλλά και καταπλακώσεις με νεκρούς.

Υπήρχε τότε και η φράση:

«Το μαύρο λεπιδάκι, το βγάζει το κολάκι»! (τρύπα, στοά)

ΟΙ ΜΎΛΟΙ ΣΤΗ ΦΑΝΕΡΩΜΈΝΗ

Στη περιοχή Φανερωμένης υπήρχαν 4 νερόμυλοι.

19-Ο μύλος του Κυριάκο

Παρακάτω από το Φράγμα σε απόσταση 1500 μέτρα, και κοντά στη Φανερωμένη στη περιοχή που λέγεται «Στου Ποταμίτη», συναντάμε δύο νερόμυλους, απέναντι ο ένας από τον άλλον.
Τούς δύο αυτούς νερόμυλους τους χωρίζει ο ποταμός Κουτσουλίτης, άλλα και οι δύο έπαιρναν νερό από τον ίδιο ποταμό. Το νερόμυλος της ανατολικής πλευράς, τον είχε νοικιάσει κάποιος Κυριακος (Μικρασιάτης).

Απλά ο τελευταίος ιδιοκτήτης ήταν ο Κυριάκος, αλλά σε βάθος χρόνου είχε άλλα ονόματα. Ο μύλος αυτός αν και πολύ παλιός ωστόσο κράτησε από τους τελευταίους, γιατί άλεθε και τη δεκαετία του ’50. Γαλιανοί και Φανερωμιανοί άλεθαν σε αυτό το μύλο.

Λένε πως τον μύλο τον είχαν πριν τον Κυριάκο οι Θεοδωργιανοί, δηλαδή δύο Θεοδωρήδες από τους Βόρους.

20- Ο μύλος στου Ποταμίτη ή μύλος του Μακρομιχάλη ή Μακρή (Μιχάλη Λενιδάκη)

Στην ουσία, πρόκειται για ένα πολύ παλιό μύλο, που ανήκε παλιά στους Σαλαμανίκηδες, αλλά μετά τον αγόρασε ο Μιχάλης Λενιδάκης ή Μακρομιχάλης, και είχε επικρατήσει να λέγεται και «μύλος του Μακρή, που τυγχάνει να ήταν και παππούς μου!

Βρισκόταν στου Ποταμίτη, από τη Δυτική μεριά του ποταμού, και πρόκειται για πάρα πολύ παλιό μύλο, και αυτός λειτούργησε το 18ο αιώνα. Τον συναντάμε λίγο πριν φθάσουμε στο Φράγμα, δίπλα από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής,. Είχε μια ιδιομορφία ο μύλος αυτός, γιατί το ζουργιό του μύλου αυτού, έφτανε και ακουμπούσε στην εκκλησία.

Όμως με τη διάνοιξη του δρόμου που οδεύει στο Φράγμα, το μισό τμήμα του ζουργιού γκρέμισε, και έμεινε ένα μόνο τμήμα του.

21-Ο μύλος του Βροντογιώργη

Ένας ακόμα νερόμυλος και από τους τελευταίους νερόμυλους, που λειτουργούσε στη Φανερωμένη και το ’60 σαν νερόμυλος, ήταν «ο μύλος του Bρόντου ή Βροντογιώργη», στο Πέρα Μετόχι, όπως λέγανε τη γειτονιά που βρίσκεται. Στη θέση του μύλου αυτού, αργότερα γύρω στα ‘63 έφτιαξαν ηλεκτροκίνητο ελαιοτριβείο με ένα πιεστήριο, το οποίο λειτουργούσε αρχικά με πετρελαιοκίνητη γεΝνήτρια κι αργότερα το ΄67 με τη ΔΕΗ.

Λειτούργησε μέχρι τις αρχές του 2000, ώσπου εγκαταλείφτηκε. Πίσω από το εργοστάσιο σώζεται ακόμα ο αγωγός του ζουργιού, που μαρτυρεί την ύπαρξη του πρώην νερόμυλου.

22-Ο μύλος του Τζαμπάζη

Ερχόμενοι στη Φανερωμένη από την πάνω δρόμο από τα Ξεροκάμπια, συναντάμε κάτω από το παλιό Δημοτικό Σχολείο, ανατολικά του ποταμού, «το Μύλο του Τζαμπάζη», που το όνομά του ήταν Γιάννης Φιτσοδασκαλάκης.

Δούλευε από το 1800 επί Τουρκοκρατίας, έως και μετά τη Κατοχή, όπου είχε προστέθηκε και εδώ ένα πιεστήριο για να αλέθει και ελιές το χειμώνα. Σήμερα σώζεται ακόμα το πιεστήριο αυτό, ολόκληρο το ζουργιό αλλά το οίκημα έχει γκρεμίσει.

Ο Τζαμπάζης είχε άριστη σχέση με τους Τούρκους, γιατί ήταν καλός φουρνάρης και έφτιαχνε νόστιμα ψωμιά, και για αυτό οι Τούρκοι συχνά ζητούσαν τη βοήθειά του.

23- Ο μύλος του Σουργιάννη (Γιώργη Ζαχαριουδάκη)

Πιο κάτω , προς την έξοδο της Φανερωμένης, στο ύψος που είναι η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, νότια προς το ρέμα, υπήρχε άλλος μύλος που ανήκε στο Γιώργη Ζαχαριουδάκη ή Σουργιάννη.

Υπόδειγμα του μύλου αυτού, υπάρχει ακόμα και σήμερα λίγο πιο κάτω από την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου.

ΟΙ ΜΎΛΟΙ ΣΤΟΥΣ ΒΌΡΟΥΣ

24- Ο μύλος του Πρωτοπαπαδάκη

Ο μύλος αυτός βρισκόταν στους Βόρους και ήταν πολύ παλιός, και ο τελευταίος στη σειρά που λειτουργούσε με τα νερά του Βότομου.

Οι μύλοι στο Γεροπόταμο

1 – Ο μύλος στη Φαλάνδρα

Στην πορεία του Γέρο ποταμού, στο ύψος που βρίσκεται το Βοριανό Χάνι και απέναντι, κάτω από τη Φαιστό δηλαδή, υπήρχε μύλος στη θέση «Φαλάνδρα», αλλά και εδώ δεν μάθαμε τον ιδιοκτήτη του. Ο μύλος δούλευε με νερά του Γεροπόταμου, που έκλεισε λόγω έλλειψης νερού.

2- Ο μύλοςτου Σαβοϊδάκη

Στην περιοχή της Γόρτυνας υπήρχε και ο νερόμυλος του Σαβοϊδάκη.

Όλοι οι ανωτέρω νερόμυλοι , με τις πληροφορίες που καταφέραμε και συλλέξαμε, λειτουργούσαν για πολλά χρόνια σε περασμένους αιώνες. Με την πάροδο όμως του χρόνου και τις παρατεταμένες ανομβρίες, οι πηγές στέρεψαν, και δεν μπορούσαν πλέον να λειτουργήσουν. Έτσι χωρίς νερό εγκαταλείφθηκαν οριστικά από τους ιδιοκτήτες τους, και σιγά – σιγά ρήμαξαν. Έμειναν ελάχιστοι στα τέλη του 19ου αιώνα, ώσπου έκλεισαν κι αυτοί, αφού ήρθαν οι ηλεκτροκίνητοι πλέον αλευρόμυλοι.

Αλευρόμυλοι ηλεκτροκίνητοι Μεσαράς

Μετά την εγκατάλειψη των νεροκίνητων μύλων στη Μεσαρά, λόγω έλλειψης νερού, ήρθε στις Μοίρες κάποιος Θεοδωράκης, πιθανών Χανιώτης, και έφτιαξε έναν πετρελαιοκίνητο αλευρόμυλο, δίπλα στην πρώην ζωαγορά των Μοιρών.

Ο μύλος αυτός, λόγω μεγάλης παραγωγικότητας, εξυπηρετούσε όλα σχεδόν τα χωριά της Μεσαράς!

Σήμερα ακόμα λειτουργεί στις Μοίρες ηλεκτροκίνητος μύλος, που τον είχε φτιάξει ο Θεόδωρος Φανουράκης, και σήμερα τον λειτουργεί ο γιός του Ιωάννης Φανουράκης

Άλλος ένας παρόμοιος ηλεκτροκίνητος αλευρόμυλος, υπήρχε και στο χωριό Αποδούλου, ο οποίος εξυπηρετούσε παλιά, τις επαρχίες Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου

Άλλες μηχανές του νερού – «Οι σακιέδες»

Η λέξη «σακές» είναι μάλλον γαλλικής προέλευσης, και σημαίνει την άντληση νερού με μεγάλη κάθετη στεφάνη -ρόδα που έχει συνεχόμενα κρεμασμένα στενόμακρα κουβαδάκια.

Στον κάμπο της Μεσαράς δέσποζαν κάποτε 3 ή 4 σακιέδες.

Ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακοί, και ο πιο εντυπωσιακός ήταν εκείνος του Λεβιδάκη, κοντά στην Πόμπια. Εκτός αυτού υπήρχαν άλλοι δύο στο Πετροκεφάλι και άλλος ένας στο Τυμπάκι. Ο κάθετος κύκλος είχε κρεμάμενα πολλά στενόμακρα κουβαδάκια που έφθαναν τα 40 ή 50 στον αριθμό, και το κάθε ένα χωρούσε 3 με 4 κιλά νερό. Ανάλογα το πηγάδι και την ποσότητα νερού ήταν και ο αριθμός στα κουβαδάκια. Με γρανάζια γύριζε η στεφάνη, και η κινητήριος δύναμη, μέσω ξύλινου μοχλού, ήταν συνήθως το γαϊδουράκι! Μπορούσε όλη μέρα να γυρίζει και να βγάζει μεγάλη ποσότητα νερού που έμπαινε σε αυλάκι για το πότισμα κήπων, ή έμπαινε σε δεξαμενή ή στέρνα που μετά άνοιγε ο ενδιαφερόμενος και πότιζε όποτε ήθελε. Καμιά φορά το Καλοκαίρι, έβαζαν ένα μαντήλι στα μάτια του ζώου να μην αποσπάται η προσοχή του και γύριζε ολημερίς του θεού ασταμάτητα! Μπορεί να ήταν εισαγωγής ο μηχανισμός της κατασκευής, αλλά τα κουβαδάκια τα έφτιαχνε ο φανοποιός της περιοχής. (Ο Μπάμπης Στυλιανάκης από Τυμπάκι ήταν ο καλύτερος φανοποιός των Μοιρών εκείνη την εποχή). Τις αλυσίδες τις έφτιαχνε ο χαρκιάς από σίδερο που ζέσταινε.

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τρύγος στη Σητεία

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρχές Σεπτέμβρη! Ταξιδεύοντας με της μνήμης τα φτερά στα παλιά, έρχονται στα μάτια μου γνώριμες εικόνες από τις εργασίες στο μακρινό, ορεινό χωριό μου Απίδια Σητείας!


Αληθινός οργασμός στα κρασάμπελα! Τρυγητός, φόρτωμα των σταφυλιών στις κόφες και μεταφορά τους στο πατητήρι. Τη σημερινή εποχή σπάνια βλέπεις τέτοιες εικόνες. Το χωριό σχεδόν έχει ερημώσει, η καλλιέργεια των αμπελιών περιορίστηκε. Λίγοι οι νέοι κάτοικοι για να ασχοληθούν με γεωργικές εργασίες! Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα πολλών χωριών μας!
Οι παρακάτω στίχοι του ποιήματός μου”ΠΑΤΗΤΗΡΙ- ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ (σελ. 279-280 του βιβλίου μου ΜΕ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ) θα φέρουν τα μάτια μας εικόνες σχετικές:

ΠΑΤΗΤΗΡΙ – ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ
(στο χωριό Απίδια Σητείας πριν πολλά χρόνια)

Αρχές Σεπτέμβρη τρυγητός, στ’ αμπέλι «πανηγύρι»,
εικόνες όμορφες θωρείς, όπου το μάτι γύρει.
Οι πιο πολλοί οι χωριανοί βρίσκονται μες τ’ αμπέλια,
άντρες, γυναίκες, να τρυγούν ακόμη και κοπέλια.
Κόβουν σταφύλια ώριμα, λιάτικα, κοτσυφάλι,
κρασί να κάμουν διαλεκτό, που να μην το ‘χουν άλλοι.
Στο πατητήρι φέρνουν τα, τσι κόφες ξεφορτώνουν
και με σταφύλια διαλεκτά σε λίγο το γεμώνουν.
Την άλλη μέρα το πρωί το πάτημα αρχίζει
κι ο μούστος τρέχει αδιάκοπα και το βρασκί γεμίζει.
Με τα ποδάρια τους γυμνά, μα και καλοπλυμένα,
στα παντελόνια έχουνε μπατζάκια σηκωμένα.
Από το πήλινο βρασκί το μούστο μεταφέρουν
και μες τα κρασοβάρελα προσεκτικά φκεραίνουν.
Μεταπατούν αδιάκοπα, λιώνουνε τα σταφύλια,
τραγούδι, μερικές φορές, βγαίνει από τα χείλια.
Φαίνεται δεν κουράζονται και τη δουλειά ξετρέχουν,
γιατί στα κρασοβάρελα καλό κρασί θα έχουν.
Να πίνουν με τα φαγητά αλλά και στην παρέα,
βάσανα να ξεχάσουνε και να περνούν ωραία.
Στην άκρη του πατητηριού τα στράφυλα πετρώνουν,
σε ξύλινες παλιόπορτες πέτρες βαριές φορτώνουν.
Καλά για να συμπιεστούν, μούστος να μην ‘πομείνει,
θέλουνε περισσότερο κρασάκι να τους γίνει.
Μες σε πιθάρια πήλινα στράφυλα θα στερέψουν,
στο μήνα, που θα «ζυμωθούν», πρέπει να καζανέψουν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Από που φτιάχνεται η κατσούνα των Κρητικών

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι μαγκούρες των Κρητικών με τις οποίες πήραν στο κυνήγι τα ΜΑΤ, φτιάχνονται από το σπάνιο δέντρο «αμπελιτσά» που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Τα κλαδιά του έχουν εξογκώματα που κάνουν το χτύπημα επώδυνο


Η Κρήτη αποτελεί έναν χλωριδικό και όχι μόνο παράδεισο. Ένα στα τέσσερα φυτικά είδη της Κρήτης είναι ενδημικά, δηλαδή υπάρχουν μόνο εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό συμβαίνει και με την Αμπελιτσά από την οποία κατασκευάζονται τα μπαστούνια των Κρητικών, οι κατσούνες.

Η αμπελιτσά είναι ένα είδος δέντρου που επιστημονικά ονομάζεται Zelkova abelicea ή Zelkova cretica. Από την ονομασία του καταλαβαίνουμε ότι εξαπλώνεται μόνο στην Κρήτη και απαντάται κυρίως σε μέτρια με μεγάλα υψόμετρα.

Είναι, αρχέγονο ενδημικό φυτό της Κρήτης, έχει εξελιχθεί πολύ λίγο ανά τις χιλιετίες και είναι συγγενικό είδος με τη φτελιά. Το φυτό αυτό προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες και τη δασική νομοθεσία και βρίσκεται στο ‘’Κόκκινο’’ βιβλίο με τα προστατευόμενα είδη που απειλούνται άμεσα με εξαφάνιση.

Φυτρώνει μέχρι και τα 1760 μέτρα υψόμετρο. Είναι μικρό δέντρο και αποτελεί νόστιμη βοσκή για τα ζώα, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξή του. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι και 10 μέτρα σε ύψος”.

image

 

Ποια είναι η κατσούνα

Από το ξύλο αμπελιτσάς κατασκευάζονται παραδοσιακά οι μαγκούρες των βοσκών στην Κρήτη. O μεγάλος αριθμός κλαδιών κάνει την μαγκούρα να έχει πολλούς ρόζους (εξογκώματα).

Για αυτόό το χτύπημά με την κατσούνα πονάει περισσότερο.

Το Κρητικό Ραβδί αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του στρατιωτικού σώματος των Κρητικών. Ηλικιωμένοι και νέοι Βοσκοί Κρητικοί κρατούσαν συνεχώς μια Κατσούνα για να τους βοηθά στο περπάτημα και κυρίως να ανεβαίνουν στις ορεινές περιοχές, όπου έβοσκαν τα ζώα τους. Ήταν πολύτιμο εργαλείο για την μεταφορά του σακουλιού τους, που περιείχε το καθημερινό κολατσιό και νερό. Πολύτιμες χρήσεις της Κατσούνας ακόμη ήταν να καθαρίζουν οι βοσκοί με αυτήν τα μονοπάτια τους, αλλά και να εγκλωβίζουν με τη ράχη της τα ζώα τους που θέλουν να τους ξεφύγουν, ενώ σε εμπόλεμες εποχές αποτελούσε και όπλο εναντίον του εχθρού.

Ακόμα και σήμερα, η Κατσούνα χρησιμοποιείται από πολλούς βοσκούς και κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ συμβολίζει ταυτόχρονα την Κρητική υπερηφάνεια και παράδοση.

image

«Αν θες η κατσούνα να είναι γερή, τα ξύλα θα τα κόψεις στη λίγωση του φεγγαριού»

Το μυστικό του τεχνίτη αποκάλυψε ο Κώστας Βαμβουκάκης από τον Κρουσώνα ο οποίος μίλησε στο MadeinCreta:

«Ο χρόνος έχει 12 λιγώσεις . Εγώ και στις 12 λιγώσεις, όλα τα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, κόβω τα ξύλα μου. Διότι αν το κόψεις στη γέμωση, σε δυο μήνες η βέργα μαμουνιά, ανθρακά και σπάει, όσο χοντρό και να’ναι το ξύλο».

Την ποιότητα της πρώτης ύλης την τόνισε ο κ. Κώστας με μια μαντινάδα:

«Όλα τα ξύλα του βουνού

δε μοιάζει το’να τ’ άλλο το

να κάνουν εικόνισμα

και κάρβουνο το άλλο».

«Ψάχνω στα δάση το ντρέτο ξύλο. Στο Μάραθος, τη Δαμάστα, το Γενί Γκαβέ, στα Αγρίδια, στα Απλαδιανά, στο Βόσακο μπαίνω μέσα για να ψάξω να βρω και όποιο μου αρέσει το κόβω».

Η δεύτερη δύσκολη δουλειά είναι το «γυρίδι»

Ο παραδοσιακός τεχνίτης περιγράφει ότι το ξύλο έχει την ιδιαιτερότητά του. Μπορεί να θεωρείται κατάλληλο αλλά να μην γυρίζει. Και το γυρί της κατσούνας είναι το δεύτερο δύσκολο στάδιο για τον τεχνίτη.

Μάλιστα ο ίδιος λέει, ότι έκανε τρία χρόνια για να πετύχει «το γυρί δακτυλίδι». Τώρα κατόπιν παραγγελίας φτιάχνει και τετράγωνο γυρί ή τρία διαδοχικά μόνο για διακοσμητικούς λόγους.

image

Με πληροφορίες από το γφ βοτανική (Γιάννης Φραγκάκης) και το MadeinCreta

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη