Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια ήταν Κρητικιά!

Δημοσιεύτηκε

στις

Για την Καλλιρρόη Παρρέν, που πέθανε μια ημέρα σαν σήμερα, στις 15 Ιανουαρίου του 1940, όλοι ξέρουμε πως υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια και ήταν από την Κρήτη


Σαν σήμερα, στις 15 Ιανουαρίου 1940, άφησε την τελευταία της πνοή μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του ελληνικού φεμινισμού και η πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος στην Ελλάδα, Καλλιρόη Παρρέν. Η Παρρέν διεκδικεί παράλληλα και τον τίτλο της πρώτης Ελληνίδας δημοσιογράφου και εκδότριας, εκδίδοντας το 1888 την εβδομαδιαία εφημερίδα «Εφημερίς των Κυριών», με συντάκτες και παραλήπτες αποκλειστικά τις γυναίκες.

Γεννημένη το 1861 στα Πλατάνια Αμαρίου στο Ρέθυμνο της Κρήτης, έφυγε έξι χρόνια μετά, το 1867, και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο πατέρας της, Στυλιανός Σιγανός, ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Κρητών Προσφύγων. Αφού πέρασε τα σχολικά της χρόνια στη Σχολή Σουρμελή στον Πειραιά και ύστερα στην γαλλική Σχολή Καλογραιών, αποφοίτησε τελικά το 1878 από το Αρσάκειο με βαθμό «άριστα». Αμέσως μετά την αποφοίτησή της, για δύο χρόνια έγινε διευθύντρια του παρθεναγωγείου της ελληνικής κοινότητας στην Οδησσό.

Μόλις γύρισε στην Αθήναπαντρεύτηκε τον γαλλοαγγλικής καταγωγής δημοσιογράφο από την Κωνσταντινούπολη και ιδρυτή του Αθηναϊκού Πρακτορείου, Ιωάννη Παρρέν. Η γνωριμία της με σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής και το πάθος της για ενημέρωση πάνω σε πνευματικά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα, τη στιγμάτισε. «Παρακολουθούσα τας συζητήσεις των δημοσιογράφων και σιγά σιγά εξύπνησε μέσα μου και πάλιν ο πόθος να γράψω, όπως αυτοί, όχι μόνον για τον εαυτόν μου αλλά και για τους άλλους», δήλωσε κάποτε.

Στις 8 Μαρτίου 1887 αποφάσισε να εκδώσει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Εφημερίς των Κυριών», η οποία αποτελούσε το πρώτο γυναικείο έντυπο στην ελληνική επικράτεια και την καθιέρωσε ως την πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφο και εκδότρια. Η πρώτη γυναικεία εφημερίδα γνώρισε τη μεγάλη ανταπόκριση του κόσμου, φτάνοντας τα 5.000 αντίτυπα, εντός και εκτός Ελλάδος, το 1892, ενώ πρωτοστάτησε σε κινήματα υπέρ των γυναικών, με αποκορύφωμα την υποβολή στην κυβέρνηση Τρικούπη 2.850 υπογραφών γυναικών υπέρ της γυναικείας εκπαίδευσης, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, με συμμετοχή στη διεθνή εκστρατεία για τον πόλεμο του 1897. Η κυκλοφορία της εφημερίδας, η οποία κυκλοφορούσε δύο φορές το μήνα, συνεχίστηκε χωρίς διακοπή για 31 χρόνια, μέχρι την απότομη διακοπή της το Νοέμβριο του 1917, λόγω των πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν στο ελληνικό προσκήνιο. Η ίδια η Καλλιρόη Παρρέν εξορίστηκε στην Ύδρα από τον Μάρτιο του 1917 μέχρι τον Νοέμβριο του 1918 «διά τας πολιτικάς πεποιθήσεις της».

Η πολυγραφότατη Καλλιρρόη Παρρέν άφησε πίσω της, ως κληρονομιά, ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, με σημαντικότερα έργα της την «Ιστορία της γυναικός» χωρισμένη σε τρεις τόμους, «Η χειραφετημένη» που δημοσιεύτηκε το 1900 και αργότερα μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε στα γαλλικά στη «Journal de débats» το 1907, «Το νέον συμβόλαιον» (1902), το οποίο δημοσιεύθηκε και στα γαλλικά στη «Revue littéraire» και τέλος, το τρίπρακτο δράμα «Η νέα γυναίκα», το οποίο παίχτηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη το 1907.

Το φεμινιστικό έργο της, όμως, δεν τελειώνει στις σελίδες κάποιων βιβλίων. Συμμετείχε ενεργά σε διεθνή γυναικεία συνέδρια ανά τον κόσμο και διακήρυττε την ανάγκη εξασφάλισης παιδείας και εργασίας για τις γυναίκες, ως βασικές προϋποθέσεις για την πνευματική και πολιτική τους ισοτιμία και χειραφέτηση. Ακόμη, ίδρυσε τη «Σχολή της Κυριακής των Απόρων Γυναικών και Κορασίων» (1890), το «Άσυλον της Αγίας Αικατερίνης»(1895), το «Άσυλον των Ανιάτων» (1896), στην προεδρία του οποίου παρέμεινε πολλά χρόνια, και τον «Πατριωτικό Σύνδεσμο», την «Ένωσιν υπέρ της Χειραφετήσεως των Γυναικών», ενώ το 1896, ως επακόλουθο του συνεδρίου στο Παρίσι, σχηματίσθηκε υπό τη γενική προεδρία της Παρρέν, η «Ένωσις των Ελληνίδων».

Το πάθος της, τέλος, για την αναγέννηση και διατήρηση των ελληνικών εθίμων και παραδόσεων, την οδήγησε το 1911 στη δημιουργία του «Λυκείου των Ελληνίδων», το οποίο ξεκίνησε κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, την καταγραφή, διδασκαλία και παρουσίαση παραδοσιακών χορών, ενώ η δράση του είναι γνωστή μέχρι και σήμερα, αριθμώντας σε Ελλάδα και εξωτερικό 15.000 μέλη. Φέτος, το Λύκειο των Ελληνίδων κλείνει 100 χρόνια ενεργούς δράσης.

Η Καλλιρρόη Παρρέν έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κατοχύρωση του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις γυναίκες. Η πρώτη της προσπάθεια έγινε το 1895, όταν απευθύνθηκε στον τότε πρωθυπουργό Χ. Τρικούπη, ζητώντας την κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών. Αργότερα, το 1921 διοργάνωσε το δεύτερο γυναικείο συνέδριο στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να πείσει τον τότε πρωθυπουργό Δ. Γούναρη να τοποθετηθεί προσωπικά υπέρ την χορήγησης ψήφου. Η κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες άργησε πολύ να χορηγηθεί και η Καλλιρόη Παρρέν είχε τη ατυχία να μην δει ποτέ το όνειρό της για τη γυναικεία χειραφέτηση να γίνεται πραγματικότητα στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Στις 15 Ιανουαρίου 1940, η σπουδαία αυτή αγωνίστρια του γυναικείου κινήματος έφυγε από τη ζωή, αφού υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, έχοντας πριν τιμηθεί με το «Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Γεωργίου Β’». Το έργο της αναγνωρίστηκε από την Ακαδημία Αθηνών και το Δήμο Αθηναίων, ο οποίος θέλησε να αποδώσει φόρο τιμής στη μνήμη της, τοποθετώντας το 1992 προτομή της στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Η Καλλιρρόη Παρρέν φαίνεται να έφυγε πλήρης και ευτυχισμένη από τη μέχρι τώρα αγωνιστική της πορεία, ενώ πριν το θάνατό της είχε δηλώσει: «Είμαι ευτυχής και ήσυχη πλέον μπορώ να αναπαυθώ, εφ’ όσον αισθάνομαι ότι αφήνω μίαν ανθηράν βλάστησιν της σποράς, την οποίαν εμείς, αι ολίγαι πρωτοπόροι, εσπείραμεν εις την τότε άγονον και πετρώδη γην και είμαι βεβαία ότι από σας, καλαί μου συνεργάτιδες, θα δημιουργηθή η τελεία γυναίκα της αύριον».

Αν θέλετε να διαβάσετε τα χειρόγραφα της εφημερίδας «Εφημερίς των Κυριών», καθώς και το συγγραφικό έργο της Καλλιρόης Παρρέν μπορείτε να επισκεφτείτε τις ιστοσελίδες: anemi.lib.uoc.gr και invenio.lib.auth.gr

ΘΕΜΑ

Ο Νίκος Καζαντζάκης το 1946: «Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο»

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Νίκος Καζαντζάκης αποκαλύπτει ότι χάρηκε που η υποψηφιότητά του για Nobel ήταν εκπρόθεσμη – Ανέκδοτα χειρόγραφα του μεγάλου συγγραφέα που παρουσιάζονται μαζί με άλλων σπουδαίων λογοτεχνών


Φορτωμένος με τη ρετσινιά του άθεου, του κομμουνιστή και του μηδενιστή, μεταξύ άλλων, ο Καζαντζάκης (1883-1957) δεν αξιώθηκε Νόμπελ Λογοτεχνίας. «Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο… έμαθα πως πριν από δύο μήνες έφτασε στον Μαντούδη έγγραφο από τη Σουηδία (το είδε, λέει, κι ο Ξεφλούδας) ως αναγγέλνει πως είμαι εκπρόθεσμος. Χάρηκα, γιατί έτσι κανείς πια δε θα πει ως μπήκα εμπόδιο στον αγαπητό φίλο, ποιητή» γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης τον Νοέμβριο του 1946, σε επιστολή του προς τον «Σεβαστό φίλο και Προστάτη» των λογοτεχνών Νίκο Βέη, καθηγητή Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η επιστολή Καζαντζάκη με την αναφορά στο Νόμπελ, όπως και στον «αγαπητό φίλο, ποιητή» Άγγελο Σικελιανό αλλά και στην εκδίωξη του Βέη από το Πανεπιστήμιο με την κατηγορία συμμετοχής του στα Δεκεμβριανά είναι ένα από τα ανέκδοτα χειρόγραφα τεκμήρια που εναποτίθενται στις πλούσιες συλλογές του Ιστορικού Αρχείου του ΕΚΠΑ. Παρουσιάζεται από τις 15 Ιανουαρίου στην έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 19ος & 20ος αιώνας». Μαζί με άλλα σπάνια χειρόγραφα, φοιτητικούς φακέλους μετέπειτα σπουδαίων λογοτεχνών (Τερζάκης, Ελύτης, Θεοτοκάς, Σικελιανός, Βάρναλης κ.ά), βαθμολόγια, τεκμήρια από τη λογοτεχνική και φοιτητική τους δράση μέσα στο Πανεπιστήμιο, από ποιητικούς διαγωνισμούς, φωτογραφικό υλικό, αλληλογραφία λογοτεχνών με πανεπιστημιακούς καθηγητές.

Ίχνη από συναρπαστικές, πολυεπίπεδες διαδρομές στον χρόνο αποτυπώνονται μέσα από το Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ που συνεχίζει δυναμικά την πορεία του αξιοποιώντας ανέκδοτο αρχειακό υλικό των συλλογών του. Και σκιαγραφεί τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε το Πανεπιστήμιο της Αθήνας πέρα από το επιστημονικό πεδίο, στην πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή της χώρας. Μια πολυδύναμη σχέση που ξεκίνησε το 1837 και συνεχίζεται ως σήμερα.

Paris, Place de la Madeleine, 1921-11-46

Αγαπητέ, Σεβαστέ φίλε και Προστάτη!

Δεν ξέρω πως μου γεννήθηκε η ιδέα να γράψω σε μια αμερικάνικη revue μία μελέτη για τον αμερικάνο φιλέλληνα How, που είταν, στη μάχη του Μανιάκι. Μα δεν έχω βιβλιογραφία κ είστε ο μόνος που μπορείτε να μου υποδείξετε που να στραφώ να μάθω για τη ζωή, τις περιπέτειες του φιλέλληνα τούτου. Σας παρακαλώ λοιπόν θερμά ό,τι ξέρετε γράψετέ τα στον φίλο μας Πρεβελάκη και αφτός θα μου τα διαβιβάσει, θα προσπαθήσει να με βρει κι ό,τι βιβλίο είναι έφκολο, να το συμβουλευτώ (τηλέφ. 32867 Πρεβελάκης).

Μάθαμε πως ένας καινούριος τίτλος προστέθηκε στους τόσους τίτλους τιμής που έχετε: πως η τωρινή, λέει Κυβέρνηση Σας έπαψε! Είναι αλήθεια; Δεν υπάρχει λοιπόν πια ντροπή στην επίσημη Ελλάδα;

Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο? έμαθα πως πριν από δύο μήνες έφτασε στον Μαντούδη έγγραφο από τη Σουηδία (το είδε, λέει, κι ο Ξεφλούδας) που αναγγέλνει πως είμαι εκπρόθεσμος. Χάρηκα, γιατί έτσι κανείς πια δε θα πει πως μπήκα εμπόδιο στον αγαπητό φίλο, ποιητή.

Ο Θεός μαζί Σας, αγαπητέ φίλε! Υπομονή, υπομονή κι ο Θεός θα τα φέρει αριστερά.
Δικός σας πάντα
Ν.Καζαντζάκης

Για την επιστολή του Νίκου Καζαντζάκη όπως και του Άγγελου Σικελιανού προς τον Νίκο Βέη, που δημοσιεύει σήμερα το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο πρόεδρος του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, επ. καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ιστοριογραφίας μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, σημειώνει:

«Το 1924 δημιουργήθηκε η πρώτη πανεπιστημιακή έδρα Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το πρώτο και μόνο ως τότε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας. Καθηγητής εκλέχθηκε ο Νίκος Βέης, εξέχων νεοελληνιστής και δημοτικιστής, με πολύ στενές σχέσεις με πολλούς λογοτέχνες της εποχής του. Μπλεγμένος από νωρίς στην πολιτική, συνδέθηκε με την Αριστερά και γνώρισε διώξεις ήδη από την προπολεμική περίοδο. Στην Κατοχή στρατεύτηκε όπως και πολλοί άλλοι λόγιοι της εποχής του στον εθνικό αγώνα, συμμετέχοντας στο ΕΑΜ, αλλά και σε άλλους πνευματικούς κύκλους που αντιστάθηκαν στους κατακτητές. Τι άλλο, θα μπορούσε, να είναι άλλωστε η πρόσκληση του Άγγελου Σικελιανού να συναντηθούν στο σπίτι της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη στις 15 Μαΐου 1941 λίγες μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών κατακτητών για επείγοντα θέματα; Σημειώνουμε τη σύνθεση της παρέας: Βέης, Σικελιανός, Χατζημιχάλη και οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Κωνσταντίνος Τσάτσος και Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Βέης κατηγορήθηκε για τη συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά και εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο. Σε αυτή την απομάκρυνση αναφέρεται ο Νίκος Καζαντζάκης στην επιστολή του προς τον Βέη, από το Παρίσι. Καταξιωμένος λογοτέχνης πια, έχει μπει στη διεκδίκηση του Νόμπελ Λογοτεχνίας που ποτέ δεν ήλθε. Σε αυτή τη διεκδίκηση δεν ήταν ο μόνος ΄Ελληνας. Πίσω από την αναφορά στον “ αγαπητό φίλο, ποιητή”, δεν μπορεί να κρύβεται άλλος από τον Άγγελο Σικελιανό, ο οποίος επίσης δεν αξιώθηκε το βραβείο» .

Εκλεκτέ φίλε,

Το απόγεμμα του Σαββάτου ώρα έξι, θα συγκεντρωθούμε στο σπίτι της κας Αγγελικής Χατζημιχάλη, οδός Υπερείδου 18, οι Κανελλόπουλος, Τσάτσος, Θεοδωρακόπουλος, ο υποφαινόμενος και κάποιοι άλλοι να κουβεντιάσουμε για κάποια επείγοντα ζητήματα.

Φαντάζεστε τη χαρά που από χθές ξέρω πώς είστε εδώ και πόσο η χαρά αυτή θα «πληρωθή» αν θελήσετε να έρθετε και σεις σ’αυτή τη συγκέντρωση. Η παράκληση και προσμονή είναι φυσικά από μέρους όλων μα και ιδιαίτερα και της κυρίας Χατζημιχάλη.

Με άπειρη αγάπη
Περιμένοντάς σας
Αγγελος Σικελιανός

15.5.941
Πάνου Αραβαντινού
Αθήνα

Η έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 19ος & 20ος αιώνας» θα διαρκέσει έως 15 Φεβρουαρίου. Φιλοξενείται στο κτίριο του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ, Σκουφά 45. Διοργανώνεται στο πλαίσιο της ενότητας «Ανοιχτές Συλλογές- Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου» του δήμου Αθηναίων. Στα εγκαίνια (15/1, ώρα 6 μ.μ.) φοιτητές και φοιτήτριες του Πολιτιστικού Ομίλου Φοιτητών Πανεπιστημίου Αθηνών θα διαβάσουν αποσπάσματα από έργα σημαντικών λογοτεχνών, παλιών συμφοιτητών τους στο Πανεπιστήμιο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μέτρα, σταθμά και νομίσματα, των χωρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον ΙΗ’ αιώνα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα μέτρα, τα σταθμά και τα νομίσματα των χωρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας όπως τα καταγράφει ο περιηγητής Felix Beauiour


Ο Felix Beauiour πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη κατά την τελευταία δεκαετία του ΙΗ’ αιώνα στο χρονικό του, που αναφέρεται κυρίως στο εμπόριο και γενικά την οικονομία του ελληνικού χώρου, έχουν ως εξής:

Μονάδες βάρους: το καντάρι, η οκά, το δράμι.

Ένα καντάρι, 137 λίτρες και 8 ουγγιές.

Η οκά, τρεις λίτρες και 2 ουγγιές ή 50 ουγγιές.

Τα μέτρα: ο πήχης για τα υφάσματα και το κοιλό για τα δημητριακά.

Ο πήχης ισοδυναμούσε με 25 δάχτυλα.

Όσο για το κοιλό υπήρχε το κοιλό της Θεσσαλονίκης και το κοιλό της Πόλης που είχε διαφορετικό βάρος.

Της Θεσσαλονίκης 85 οκάδες μακεδονικού σταριού και της Πόλης 22.

Το βασικό τουρκικό νόμισμα ήταν το ασημένιο γρόσι των 40 παράδων, δηλαδή το τουρκικό τάληρο.

Στο ευρωπαϊκό εμπόριο το αποκαλούσαν πιάστρο και ισοδυναμούσε με δύο γαλλικές λίβρες τουρνουά.

Ο παράς ήταν το γαλλικό σόλδι, ή πεντάρα.

Η κατώτερη υποδιαίρεση του τουρκικού νομίσματος ήταν το άσπρο.

Τρία άσπρα ισοδυναμούσαν με ένα παρά και σαράντα παράδες με ένα πιάστρο.

Το μπεσλίκ, το μικρότερο ασημένιο νόμισμα, αντιστοιχούσε σε πέντε παράδες, το ονλούκ σε 10 παράδες, το γιρμιλίκ 20, το ιζλότ 30 και το νέο ιζλότ ή γρόσι 40, το αλτμισλίκ 60, το ικιλίκ 80, το γιουσλούκ 100.

Αυτό το τελευταίο ήταν το μεγαλύτερο τουρκικό ασημένιο νόμισμα.

Οι Γάλλοι αποκαλούσαν το γιουσλούκ τουρκικό τάληρο, επειδή αντιστοιχούσε στο ουγγρικό τάληρο.

Το τάληρο της Ουγγαρίας ονομαζόταν στην Τουρκία καραγκρούς και στην Αίγυπτο πατάκα και αντιστοιχούσε σε τρία πιάστρα και 13 παράδες, το πιάστρο της Ισπανίας, η σεβιλλιάνα, τρία πιάστρα και 12 παράδες, το σαξωνικό τάληρο τρία πιάστρα και 12 παράδες, το βενετικό δουκάτο τρία πιάστρα και 12 παράδες και τέλος το ραγουζέϊκο δυο πιάστρα και πέντε παράδες.

Τα τουρκικά χρυσά νομίσματα ήταν το τσεκίνι φουντουκλή, το ζερμαμπούμπ και το μεσίρ.

Το τσεκίνι φουντουκλή ζύγιζε ένα δράμι και ένα δέκατο έκτο.

Ο χρυσός πουλιόταν στην Τουρκία σε μετικάλ και σε καράτια.

Δεκαέξι καράτια αντιστοιχούν σε ένα δράμι και 24 σε ένα μετικάλ.

Το χρυσό μετικάλ πουλιόταν εννέα πιάστρα και το καράτι 15 παράδες.

Το χρυσό δράμι είχε αξία έξη πιάστρα.

Η σχέση χρυσού και αργυρού ήταν ένα προς 15, ενώ στην Ευρώπη ένα προς 14.

Ο χρυσός ήταν ακριβότερος στην Τουρκία επειδή κινδύνευε πάντοτε από τις αρπακτικές διαθέσεις των οθωμανικών κυβερνήσεων.

Όλοι οι πλούσιοι στην Τουρκία φρόντιζαν να μετατρέπουν την περιουσία τους σε χρυσάφι.

Το τσεκίνι φουντουκλή ζύγιζε 17 καράτια. Είχε 13 καράτια καθαρό χρυσάφι και 4 σε κράμα.

Το τσεκίνι ζερμαμπούμπ, που ονομαζόταν σταμπούλ για να ξεχωρίζει από το τσεκίνι Καϊρου, το μεσίρ, ζύγιζε 13 καράτια (10 1/8 καράτια καθαρό χρυσάφι) και το μεσίρ της Αιγύπτου 13 καράτια.

Το Ουγγρικό τσεκίνι που λεγόταν μαντζιάρ, αντιστοιχούσε σε εφτά πιάστρα και ζύγιζε ένα δράμι (23 καράτια).

Το βενετικό τσεκίνι εφτάμιση πιάστα. Ζύγιζε ένα δράμι και 1/16 και ήταν το πιο περιζήτητο νόμισμα στην Τουρκία.

Ακολουθούσαν το ολλανδικό τσεκίνι και το τσεκίνι της Τοσκάνης.

Όλα τα άλλα νομίσματα αποτελούσαν στην Τουρκία εμπορεύματα.

Τα μεγάλα ποσά υπολογιζόταν σε πουγγιά.

Ένα πουγγί αντιστοιχούσε σε 500 πιάστρα
(Felix Beauiour, Tableau du Commerce de la Grece, forme d’ apres une annee moyenne depuis 1787 jusgu’ en 1797, A Paris 1800, τ. Β’, σ. 192-202).

Σύγχυση παρατηρείται γενικά στην αντιστοιχία των νομισμάτων κατά τον ΙΗ’ αιώνα.

Η πραγματική τιμή του πιάστρου δεν είχε ποτέ σταθερή αξία.

Στις αρχές του ΙΗ’ ισοδυναμούσε με πέντε φράγκα και στο τέλος με τέσσερα (A. Andreadis, L’administration financiere de la Grece sous la domination turgue, Paris 1910, σ. 5).

Κατά τον Σκαρλάτο Βυζάντιο (Η Κωνσταντινούπολις, τ. Γ’, σ. 251 κ. ε) το τουρκικό γρόσι ισοδυναμούσε το 1710 με 50 γαλλικά φράγκα, το 1775 με 2,69, το 1788 με 2 και το 1803 με 1,6.

Την υποτίμηση προκαλούσε η νοθεία των τουρκικών νομισμάτων.

Με αυτό τον τρόπο εκάλυπτε η Πύλη τα ελλείμματα που προκαλούσαν οι συχνοί πόλεμοι.

Έρευνα – δημοσίευση: Φανούριος Ζαχαριουδάκης, Μέλος της ΠΑ.Ε.ΔΗ κ. ΜΜΕ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΘΕΜΑ

Η Αραβοκρατία στην Κρήτη (824 – 961 μ.Χ.)

Δημοσιεύτηκε

στις

Το 824 μ.Χ. καταλαμβάνουν την Κρήτη οι Άραβες Σαρακηνοί από τη βόρειο Αφρική και την Ισπανία, με αρχηγό τον Αμπού Χάψ Ομάρ (Απόχαψη) με απόβαση στην περιοχή της Ιεράπετρας και την αποσπούν από την ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία


Μεγάλη αντίσταση στους Άραβες προέβαλε η πρωτεύουσα της Κρήτης την περίοδο αυτή, η ισχυρή πόλη Γόρτυνα. Οι Άραβες με δυσκολία την κατέλαβαν και την κατέστρεψαν ολοσχερώς, όπως και εκατοντάδες ναών και αξιόλογων Χριστιανικών, Μινωικών και Ρωμαϊκών μνημείων της Κρήτη, όπως τον περίφημο ναό του Αποστόλου Τίτου, στη Γόρτυνα.

Ο Μητροπολίτης Κρήτης στη Γόρτυνα Κύριλλος, φονεύεται με μαρτυρικό θάνατο. Από τότε η «χώρα η εξακουστή η έμορφη Γορτύνη»: (Βλ.Βιντζέντζου Κορνάρου, Ερωτόκριτος, τ.Α΄. ,εκδ. Σύμπαν,(χ.χ.τ.), σ. 105), ύστερα από 1000 χρόνια δυναμικής παρουσίας στα πράγματα της Κρήτης, διαλύεται και πρωτεύουσα γίνεται το σημερινό Ηράκλειο ή Χάνδακας, όπως το ονόμασαν οι Άραβες, από την τεράστια προστατευτική τάφρο, χανδάκι (Chandak), που δημιούργησαν γύρω από την πόλη, για προστασία από τις πολιορκίες.

Η Κρήτη πλέον γίνεται ένα φοβερό βαρβαρικό και πειρατικό κέντρο στη Μεσόγειο, το φόβητρο και η μάστιγα των νησιών και των παραλίων περιοχών της Ελλάδος, με τις επιδρομές των «αθεωτάτων Κρητών», όπως ονομάζονται οι Αραβόκρητες στο βίο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Οι συγγραφείς της εποχής την αποκαλούν «βαρβαροτρόφο χώρα»:(Θεοδόσιος ο Διάκονος), είναι η «κατηραμένη χώρα των απίστων, η Θεόλετος Κρήτη» του Κωνσταντίνου του Πυρφυρογεννήτου.

Η αραβοκρατία της Κρήτης κράτησε 140 χρόνια. Την περίοδο αυτή της Αραβοκρατίας στην Κρήτη, έδρασαν και ο Άγιος Ευτύχιος Επίσκοπος Γορτύνης, ο αδελφός του Ευτυχιανός και η αδελφή τους Κασσιανή που ασκήτευσαν γύρω από τη Μονή της Οδηγήτριας στα Αστερούσια και τα λείψανά τους αποκαλύφθηκαν με όραμα στο Άγιο Ιωάννη τον Ξένο αργότερα. Με την περίοδο της Αραβοκρατίας συνδέεται η περιοχή Αμπαδιά (νότια περιοχή του Αμαρίου), η οποία κατά μία ερμηνεία, πήρε το όνομά της τον 9Ο μ.Χ. αιώνα από τον Αμπάδ, Σαρακηνό σεΐχη που εγκαταστάθηκε στην ορεινή αυτή περιοχή με τους άνδρες του μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς το 830 μ.Χ. Οι Αμπαδιώτες Σαρακηνοί παρέμειναν στην περιοχή αυτή και κατά την τουρκοκρατία.

Αποτελούσαν ξεχωριστή φυλή μεταξύ των υπολοίπων μουσουλμάνων, δεν ήταν τουρκογενείς, διατηρούσαν όχι μόνο τα παλαιά των ήθη και έθιμα, αλλά και τα χαρακτηριστικά της αφρικοαραβικής φυλής τους. Ήταν ζωηροί, ευκίνητοι, άξεστοι. Δεν είχαν έλθει ποτέ σε επιμιξία όχι μόνο με τους Χριστιανούς αλλά ούτε και με τους άλλους Οθωμανούς μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669. Τις σχέσεις των Αμπαδιωτών με τους υπόλοιπους μουσουλμάνους χαρακτήριζε αμοιβαία περιφρόνηση.

Οι άλλοι μουσουλμάνοι θεωρούσαν τους Αμπαδιώτες κατωτέρους τους, φυλή ξένη και ταπεινή.Το όνομα Αμπαδιώτης μεταξύ αυτών αποτελούσε ύβρι. Αντίθετα οι Αμπαδιώτες μουσουλμάνοι, ήταν υπερήφανοι για την προέλευσή τους από παλαιούς μουσουλμάνους. Είχαν θρησκευτικές διαφορές από τους υπόλοιπους, δική τους γλώσσα, σε αντίθεση με τους άλλους ομοθρήσκους τους, που μιλούσαν ελληνικά, θεωρούσαν τους άλλους Οθωμανούς νόθους, γιατί προερχόταν σχεδόν όλοι από εξισλαμισθέντες Κρήτες:(Πρβλ.Διονυσίου Κόκκινου, Ακαδημαϊκού, Η Ελληνική Επανάσταση, σ.105). Τα εχθρικά αυτά συναισθήματα, των Αμπαδιωτών Μωαμεθανών, με τους υπόλοιπους Οθωμανούς, επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν οι Χριστιανοί Κρήτες στην επανάσταση του 1821 και να συμμαχήσουν, αλλά προδόθηκαν απ’ αυτούς στον Πασά του Ηρακλείου.

Βέβαια την άποψη, ότι οι τουρκοκρητικοί της Αμπαδιάς Αμαρίου, που διακρινόταν από τους άλλους τουρκοκρητικούς, για το μικρό ανάστημα, τη μελαμψότητα και την ωμότητά τους, προοερχόταν από τους Άραβες, άλλοι ιστορικοί την απορρίπτουν. Κατ’ αυτούς, δεν υπάρχει καμία πληροφορία, ότι σώζονταν Άραβες στην Κρήτη στην επακολουθήσασα Βυζαντινή περίοδο, όπου έγινε συστηματικός εκχριστιανισμός της Κρήτης και στην μετέπειτα ενετοκρατία των 450 χρόνων, πριν την τουρκοκρατία: (Πρβλ. Στεφ. Ξανθουλίδου, Ιστορία της Κρήτης,εκδ. Ελληνική εκδοτική εταιρεία, Αθήνα 1981, σ.74). Τέλος στην τραγική αυτή περίοδο έδωσε ο περίφημος αραβομάχος Στρατηγός και μετέπειτα Βυζαντινός Αυτοκράτορας και Άγιος της Εκκλησίας Νικηφόρος Φωκάς, απελευθερώνοντάς την με μια γιγαντιαία απόβαση και φοβερή σφαγή των αραβοκρητών ως εκδίκηση για τις πέντε προηγούμενες πολύνεκρες προσπάθειες των Βυζαντινών.

Εκχριστιανίζει την Κρήτη με την βοήθεια των Αγίων Νίκωνος του Μετανοείτε και Αθανασίου του Αθωνίτου που έφερε γι΄ αυτό το σκοπό στην Κρήτη αλλά και του Ιωάννου του Ξένου.

Έτσι άντεξε η Κρήτη τα επόμενα 700 χρόνια συνεχούς σκλαβιάς (450 Ενετοκρατίας και 250 Τουρκοκρατίας).

ΕΥΤΥΧΙΟΣ Σ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩN

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Facebook

-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Δημοφιλη