Connect with us

People

Η Ρένα Βλαχοπούλου έχει μείνει στην καρδιά μας

Δημοσιεύτηκε

στις

Η Ρένα Βλαχοπούλου, γεννήθηκε το 1923 στην Κέρκυρα και πέθανε στις 29 Ιουλίου 2004 στην Αθήνα, ήταν Ελληνίδα ηθοποιός και τραγουδίστρια


Γεννήθηκε το 1923 (ποτέ, βέβαια, δεν της άρεσε να αναφέρεται στην ηλικία της) στην Κέρκυρα. Ο πατέρας της, Γιάννης Βλαχόπουλος, ανήκε στην αριστοκρατία του νησιού ενώ η μητέρα της, Καλλιόπη, ήταν κόρη κάποιας υπηρέτριας που εργαζόταν στο σπίτι των Βλαχόπουλων. Οι γονείς της αγαπήθηκαν και, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειας του νέου που τον αποκλήρωσε, παντρεύτηκαν κι έκαναν εννιά παιδιά. Τα έβγαζαν πέρα με δυσκολία. Η Ρένα ήταν το πέμπτο τους παιδί. Με τον πατέρα της πήγαινε συχνά επίσκεψη στον αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη όπου υπήρχε πιάνο αλλά και μια δισκοθήκη με δίσκους των 78 στροφών. Εκεί θα έχει την πρώτη της επαφή με τη μουσική και το τραγούδι.

Μόλις δεκάξι χρονών, θα τραγουδήσει για πρώτη φορά σε κάποιο ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας, όπου το 1938 θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου. Θα έρθουν στην Αθήνα όπου θα παντρευτούν το καλοκαίρι του επόμενου έτους. Τότε, στο βαριετέ “Όασις”, στο Ζάππειο, όπου ο Μίμης Τραϊφόρος παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες, η Ρένα θα πάει να δοκιμάσει τις ικανότητές της στο τραγούδι. Εντυπωσιάζει τον Τραϊφόρο, που της ζητά να τραγουδά εκεί μονίμως. Πράγματι, την άλλη μέρα θα πάει να τραγουδήσει η Ρένα στο βαριετέ φορώντας δανεική τουαλέτα που θα την πατήσει και θα πέσει κάτω.

Σημειώνει επιτυχία κι ο Πωλ Μενεστρέλ γράφει ένα τραγούδι ειδικά γι’ αυτήν, το “Μικρή χωριατοπούλα” που θα γίνει επιτυχία και στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο θα διασκευαστεί στο “Κορόιδο Μουσολίνι” από τον Γιώργο Οικονομίδη.

Τον χειμώνα του 1939-40 εμφανίζεται ως τραγουδίστρια για πρώτη φορά στο θέατρο Μοντιάλ του Κώστα Μακέδου, στην οδό Πανεπιστημίου σε επιθεώρηση με τη Σοφία Βέμπο (τραγούδησαν ντουέτο). Μαζί, ακόμη, οι αδελφές Καλουτά, ο Κυριάκος Μαυρέας, η Ηρώ Χαντά κι ο Γιάννης Φλερύ.

Τον χειμώνα του 1940 οι Ιταλοί βομβαρδίζουν την Κέρκυρα. Θα σκοτωθούν και οι δύο γονείς της. Ο γάμος με τον Βασιλείου δεν θα κρατήσει. Χωρίζουν και το 1942 παντρεύεται τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο.

Τότε θα ξεκινήσει συνεργασία με τον συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο στο “Πάνθεον” που θα της γράψει τραγούδια με μουσική τζαζ. Θα έχει μεγάλη επιτυχία. Ο Τύπος θα την αποκαλέσει “βασίλισσα της τζαζ”. Γίνεται μεγάλη επιτυχία και ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα το τραγούδι “Θα σε πάρω να φύγουμε” που θα πει για πρώτη φορά στην επιθεώρηση Wellcome των Αλέκου Σακελλάριου – Δημήτρη Ευαγγελίδη το καλοκαίρι του 1944, στο θέατρο Κυβέλη. Θα ξεκινήσει να ηχογραφεί δίσκους γραμμοφώνου με την Οντεόν. Με τον Σπάρτακο θα συνεργαστούν για αρκετά χρόνια. Χωρίζει με τον Κωστόπουλο το 1946. Αρχίζει περιοδείες με τον Σπάρτακο στο εξωτερικό (Λίβανος, Περσία, θα φτάσουν και μέχρι τις ΗΠΑ). Την βοηθά ιδιαίτερα το γεγονός ότι μιλά πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά) και με εξαιρετική προφορά. Απουσιάζει από την Ελλάδα για ένα σημαντικό διάστημα, από τον Ιούλιο του 1946 έως το καλοκαίρι του 1951. Εμφανίζεται και πάλι στην Αθήνα στο θέατρο Σαμαρτζή, στις 24 Αυγούστου 1951, στην παράσταση “Φεστιβάλ στην Αθήνα”, μαζί με τους Ορέστη Μακρή, Κούλη Στολίγκα, Νίκο Σταυρίδη, αδελφές Καλουτά.

Με πρωτοβουλία Τούρκου παραγωγού, θα γυρίσει την ταινία “Ανατολίτικες νύχτες”, όπου θα ξαναπεί το “Θα σε πάρω να φύγουμε”. Μόνο που την ταινία αυτή δεν την είδαμε ποτέ στην Ελλάδα. Θα τραγουδήσει σε διάφορες επιθεωρήσεις (“Βασίλισσα της νύχτας”, “Να τι θα πει Αθήνα”, “Και ο μήνας έχει εννιά”, “Πουλιά στον αέρα”) του Βασίλη Μπουρνέλη. Συνεργάζεται με θιάσους όπως των Βασίλη Αργυρόπουλου, Γιάννη Πρινέα – Σπ. Τριχά, Παρασκευά Οικονόμου, Ορέστης Μακρής – Σπύρου Πατρίκιου, Μίμη Κοκκίνη – Γεωργία Βασιλειάδου – Κώστα Δούκα). Καλοκαίρι του 1952 τη βρίσκουμε στο περίφημο τότε Ακροπόλ του Μπουρνέλη. Το 1953 φτιάχνει θίασο μαζί με τους Αλέκο Λειβαδίτη, Μαρίκα Κρεββατά, Ρένα Ντορ, Γιώργος Γαβριηλίδης.

rena-vlaxopoulou

Η πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο ως ηθοποιού και όχι ως τραγουδίστριας με πρόταση της Σοφίας Βέμπο, έγινε στην επιθεώρηση “Σουσουράδα” (κείμενα Μίμη Τραϊφόρου-Γιώργου Γιαννακόπουλου, μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη, χορογραφίες Γιάννη Φλερύ-Αλίκης Βέμπο) με το νούμερο “Έλα πασά μου, κάνε μου τέτοια”. Μαζί της ο Νίκος Σταυρίδης. Ήταν το καλοκαίρι του 1954.

Θα πει η ίδια αργότερα:

“Ντρεπόμουν να βγω στη σκηνή με νούμερο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα γίνω ηθοποιός. Απλώς έτυχε να με δουν. Πίστεψαν από την αρχή ότι ήμουν καλή. Εγώ δεν το πίστευα. Ρε συ, Μίμη, τι να σου πω! Φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω, λέω στον Τραϊφόρο. Ο κόσμος χειροκροτούσε να βγω στη σκηνή. Εγώ δεν έβγαινα. Ξαφνικά με πιάνει ο Τραϊφόρος και με σπρώχνει στη σκηνή. Βγήκα, το νούμερο χάλασε κόσμο. Στη συνέχεια μου έδωσαν κι άλλα νούμερα και καθιερώθηκα ως ηθοποιός”.

Το 1956 ο Αμερικανός κινηματογραφικός παραγωγός Πίτερ Μέλας της προτείνει να παίξει στον κινηματογράφο σε ελληνική ταινία. Πράγματι, ο Γιάννης Πετροπουλάκης θα την σκηνοθετήσει στην ταινία “Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες”, που θα είναι η ιστορία μιας Κερκυραίας που έρχεται στην Αθήνα. Δίπλα της οι Νίκος Ρίζος, Στέφανος Στρατηγός, Κούλης Στολίγκας, ?ννυ Μπαλ. Στην ταινία αυτή θα τραγουδήσει το “Μαζί σου για πάντα” σε μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη, το οποίο θα βγει και σε δίσκο 78 στροφών. Η ταινία θα έχει μεγάλη επιτυχία, φθάνοντας τα 100.000 εισιτήρια.

Το 1959, στο Πρώτο Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, τραγουδά το “Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας” των Κώστα Καπνίση – Θάνου Σοφού.
Το 1960, ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή, τραγουδούν το “Πρώτο χελιδόνι”. Εξαιρετικά παραγωγική, κάνει ηχογραφήσεις και συνεργάζεται με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, τραγουδώντας Αττίκ, Ιακωβίδη, Σπάθη, Κατσαρό, Μωράκη, Πλέσσα, Μουζάκη και Μάνο Χατζιδάκι. Παράλληλα κάνει θέατρο και εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα.

Θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Μετροπόλιταν, κάνοντας την τηλεφωνήτρια που απαντά σε κάθε κλήση, δίνοντας πληροφορίες.

Συνεργάζεται με τον Αλέκο Σακελλάριο, το 1962, στην ταινία “Όταν λείπει η γάτα”, όπου θα παίξει μαζί με τους Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκο Ρίζο, Μαρίκα Κρεββατά, Σταύρο Παράβα και αδελφές Μπρόγερ. Την ίδια χρονιά παίζει στην ταινία “Μερικοί το προτιμούν κρύο” του Γιάννη Δαλιανίδη, που, εκτός από τη σκηνοθεσία, έγραψε και το σενάριο. Η ταινία θα είναι η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της χρονιάς με 300.000 εισιτήρια.

Αυτοί οι δύο, ο Σακελλάριος κι ο Δαλιανίδης, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην καριέρα της. Στον Σακελλάριο κυρίως οφείλεται το εξαιρετικό της στιλ. Ο Δαλιανίδης ήταν ο άνθρωπος που επέμεινε να την πάρει ο Φίνος στην εταιρεία του. Το καλοκαίρι του 1962 θα παίξει στην “Οδό ονείρων”, που ανέβηκε στο θέατρο Μετροπόλιταν. Σκηνοθεσία Μίνου Αργυράκη, μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Μαζί με τη Ζωή Φυτούση, τη Νίκη Λεμπέση και τη Μάρω Κοντού είναι οι “Αδελφές Τατά” και το τραγούδι που θα πουν άφησε εποχή. Βγαίνει ντυμένη με χλαμύδα και σατυρίζει τις ταινίες – μελό στο νούμερο “Αμάρτησα για το παιδί μου”. Κρατώντας στην αγκαλιά της ένα αρνί, τραγουδούσε “Αμάρτησα για το αρνί μου”. Επίσης, στο ίδιο έργο, στην “Οδό ονείρων” προβαλλόταν μια ταινία διάρκειας πέντε λεπτών όπου εμφανιζόταν μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι ντυμένο τσολιά.

Το 1963 πρωταγωνιστεί στις ταινίες “Ένα κορίτσι για δύο” (500.000 εισιτήρια), “Κάτι να καίει” (750.000 εισιτήρια, πρώτη εκείνη τη χρονιά σε εισπράξεις), το 1964 στις “Χαρτοπαίχτρα” (μεταφορά στον κινηματογράφο του θεατρικού έργου του Δημήτρη Ψαθά, 600.000 εισιτήρια, τρίτη ταινία εκείνη τη χρονιά σε εισπράξεις, μαζί με Λάμπρο Κωνσταντάρα, Σαπφώ Νοταρά, Κώστα Βουτσά), “Κορίτσια για φίλημα” (750.000 εισιτήρια, πρώτη ταινία σε εισπράξεις εκείνη τη χρονιά, εδώ τραγουδά σε μουσική Μίμη Πλέσσα τις επιτυχίες “Κοντά σου, Ελλάδα μου”, “Γελά γαλάζιος ο ουρανός”, “H Αθήνα τη νύχτα”), το 1965 στις “Φωνάζει ο κλέφτης”, “Ραντεβού στον αέρα”. Σε όλες αυτές τις ταινίες σκηνοθέτης είναι ο Γιάννης Δαλιανίδης.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1967 παντρεύεται τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη. Ο γάμος στη Μητρόπολη Αθηνών, θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοσμικά γεγονότα της χρονιάς. Από κανένα γάμο της δεν απέκτησε παιδιά. Με τον Λαφαζάνη θα ζήσουν αγαπημένοι ως τον θάνατο της Ρένας.

Ένα χρόνο πριν, το 1966 φεύγει από τη Φίνος Φιλμ και πηγαίνει στην εταιρεία Καραγιάννης – Καρατζόπουλος. Η συμφωνία προβλέπει διπλάσια αμοιβή για τη Ρένα και ποσοστά στα κέρδη. Γυρίζει τη “Βουλευτίνα”, το 1967 την ταινία “Βίβα Ρένα” (500.000 εισιτήρια), το 1968 τη “Ζηλιάρα” με τον Γιώργο Κωνσταντίνου (και οι τρεις αυτές ταινίες σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη, μουσική Γιώργου Κατσαρού) και την “Παριζιάνα” (σκηνοθεσία Γ. Δαλιανίδη, παραγωγή του Φίνου), το 1970 την “Μια τρελή σαραντάρα” και “Η θεία μου η χίπισσα”, το 1971 την “Μια Ελληνίδα στο χαρέμι” και “Ζητείται επειγόντως γαμπρός” (σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου), το 1972 την “Κόμισσα της Κέρκυρας” (σκηνοθεσία Α. Σακελλάριου). Το 1972 την ταινία “Η Ρένα είναι οφσάιντ” του Σακελλάριου (190.000 εισιτήρια). Στις ταινίες της άρεσε, παραβιάζοντας το σενάριο, να αυτοσχεδιάζει. Από το 1972 ο ελληνικός κινηματογράφος εισέρχεται σε περίοδο παρακμής λόγω κυρίως της τηλεόρασης. Και η Ρένα για επτά χρόνια δεν θα γυρίσει ταινίες.

Θα επανέλθει το 1979 με τις “Φανταρίνες” του Ντίμη Δαδήρα (300.000 εισιτήρια). Την ίδια χρονιά ο Γιώργος Σκούρτης διασκευάζει σε μουσική κωμωδία με τίτλο “Λυσιστράτη ’79” τη “Λυσιστράτη” του Αριστοφάνη. Σκηνοθετεί ο Δαλιανίδης, πρωταγωνιστεί η Ρένα αλλά χωρίς επιτυχία. Ακολουθούν το 1980 “Ρένα να η ευκαιρία” (250.000 εισιτήρια), το 1981 “Της πολιτσμάνας το κάγκελο” (σκην. Κώστα Καραγιάννη, 200.000 εισιτήρια), το 1982 “Η μανούλα, το μανούλι κι ο παίδαρος” (150.000 εισιτήρια), το 1983 “Η σιδηρά κυρία” (σκην. Τάκη Βουγιουκλάκη), το 1985 “Ρένα τα ρέστα σου” (σκην. Α. Σακελλάριου). Μετά από μια γαστρορραγία που θα την καταβάλει, θα αρχίσει η κάμψη προς το τέλος της δεκαετίας του ’80. Δεν θα είναι ποτέ πια το ίδιο εκρηκτική. Και θα τραγουδάει πλέι μπακ. Την περίοδο 1992-1993 θα παίξει για τελευταία φορά σε επιθεώρηση, στο έργο “Για την Ελλάδα ρε γαμώ το”. Θα πει “αντίο” στο θέατρο, την περίοδο 1993-94 με την “Χαρτοπαίχτρα” του Ψαθά που θ’ ανεβεί στο Μπροντγουέι. Το 1997 θα κυκλοφορήσει δίσκο με τραγούδια σε στιλ τζαζ που όμως θα είναι κατώτερα του μεγάλου ταλέντου της.

Είχε εξαιρετικό υποκριτικό ταλέντο, χόρευε, τραγουδούσε, στηριζόμενη κυρίως στον αυθoρμητισμό της. Διέθετε εξαιρετική εκφραστικότητα και ως πρόσωπο και ως σώμα. Δεν είχε άλλωστε κάνει ειδικές σπουδές, ήταν αυτοδίδακτη. Ποτέ δεν τυποποιήθηκε. Η παρακαταθήκη της μέσα σε 55 χρόνια δράσης είναι 105 παραστάσεις στο θέατρο από το 1939 έως το 1994 και 26 ταινίες από το 1951 έως το 1985. Στην ιδιωτική της ζωή παρέμεινε πρότυπο παραδοσιακής συζύγου, ήταν βαθιά θρησκευόμενη (τακτική προσκυνήτρια στον ?γιο Νεκτάριο της Αίγινας) και πολιτικά ανήκε στη συντηρητική παράταξη. Γενναιόδωρη με τους νέους ηθοποιούς, αγαπούσε τα ζώα, μανιώδης καπνίστρια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της την ταλαιπωρούσε το σάκχαρο.

Πέθανε στις 7 το απόγευμα της Πέμπτης 29 Ιουλίου 2004, στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Είχε μπει στο Ιατρικό Κέντρο στις 16 Ιουλίου για να εγχειριστεί επειδή υπέστη διάτρηση στομάχου που οφειλόταν σε υποτροπή του σακχάρου. Το ιατρικό ανακοινωθέν ανέφερε ως αιτία θανάτου αιφνίδια ανακοπή της καρδιάς. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο με παρουσία πολλών συναδέλφων της και απλού κόσμου.

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

People

Ebenezer Cobb Morley: Ο άνθρωπος που άλλαξε το ποδόσφαιρο

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Εμπενίζερ Κομπ Μόρλεϊ (Ebenezer Cobb Morley), ο άνθρωπος που άλλαξε το ποδόσφαιρο


Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 16 Αυγούστου 1831, στην πόλη Χαλ, στο ανατολικό Γιόρκσαϊρ του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλαξε το ποδόσφαιρο όπως το αντιλαμβάνονταν οι συμμετέχοντες μέχρι το 1863, με αποτέλεσμα η Google να τιμά τα 187 χρόνια από τη γέννησή του.

Ο Μόρλεϊ, που ήταν γιος υπουργού, μεγάλωσε με αγάπη για τον αθλητισμό και σπούδασε νομικά. Μετά την ένταξή του στο Μπαρνς Football Club του Λονδίνου, συνειδητοποίησε ότι το παιχνίδι θα ήταν πολύ καλύτερο εάν είχε συγκεκριμένη δομή, οργάνωση και κανονισμούς. Μέχρι τότε το ποδόσφαιρο παίζονταν με τους «κανόνες» της κάθε περιοχής, της κάθε γειτονιάς.

Ο 13ος κανόνας που έβαλε ήταν χαρακτηριστικός για το πώς παιζόταν το άθλημα στην Αγγλία κατά τον 19ο αιώνα. «Κανένας παίκτης δεν θα πρέπει να φέρει καρφιά, πλάκες σιδήρου, ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα στα πέλματα ή τα τακούνια των μποτών του».

Ο Μόρλεϊ έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη δημιουργία της αγγλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (FA) και του σύγχρονου ποδοσφαίρου.

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας το 1863.

Η πρώτη έκδοση των κανόνων για το σύγχρονο παιχνίδι, καταρτίστηκε σε μια σειρά από έξι συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην ταβέρνα Freemasons, από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο. Κατά την τελευταία συνεδρίαση, ο Φ.Μ. Κάμπελ (πρώτος ταμίας της FA και εκπρόσωπος της Μπλάκχεαθ) απέσυρε την ομάδα του από την FA λόγο της διαγραφής δύο κανόνων κατά την προηγούμενη συνεδρίαση, τον πρώτο που επέτρεπε το τρέξιμο με την μπάλα στο χέρι και τον δεύτερο, κατά τον οποίο επιτρεπόταν η τρικλοποδιά και το κράτημα του αντιπάλου.

Ορισμένοι σύλλογοι ακολούθησαν αυτούς τους κανόνες και δεν εντάχθηκαν στην FA, αλλά αντ’ αυτού το 1871 συγκρότησαν την Ομοσπονδία Ράγκμπι (RFU). Ο όρος soccer χρονολογείται από την περίοδο της διάσπασης (ποδοσφαίρου και ράγκμπι) και εννοεί ότι το ποδόσφαιρο (association football) παίζεται σύμφωνα με τους κανόνες της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (FA).

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

35χρονος Έλληνας έλυσε μαθηματικό γρίφο 78 ετών

Δημοσιεύτηκε

στις

Στα μαθηματικά υπάρχουν θεωρήματα, εικασίες και υποθέσεις, που παιδεύουν τους επιστήμονες περισσότερο από 100 χρόνια


Μαθηματικοί έχουν αφιερώσει ολόκληρη την ζωή τους για την απόδειξη μιας Εικασίας ή ενός Θεωρήματος, ενώ επιστημονικές κυψέλες που έχουν αναπτυχθεί σε πανεπιστημιακά τμήματα και ασχολούνται με τη θεωρία των αριθμών, προσπαθούν να λύσουν ορισμένες Εικασίες ή Θεωρήματα που στο πέρασμα του χρόνου έχουν πάρει τα χαρακτηριστικά θρύλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Εικασία του Πουανκαρέ» που μετά από 100 χρόνια λύθηκε από τον Ρώσο μαθηματικό Γρεγκόρι Πέρελμαν. Σήμερα υπάρχουν τουλάχιστον δέκα πολύ διάσημα προβλήματα Εικασίες ή Θεωρήματα που παραμένουν άλυτα με την πρωτοπορία της διεθνούς μαθηματικής κοινότητας να εστιάζει στη λύση τους.

Ο Δημήτρης Κουκουλόπουλος από την Κοζάνη είναι μόλις 35 ετών, είναι αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ και κατάφερε μαζί με τον συνεργάτη του James Maynard από την Οξφόρδη, να αποδείξει ή να λύσει όπως λέγεται στη γλώσσα των μαθηματικών, την Εικασία των «RJ Duffin και AC Schaeffer» που ταλάνιζε τους μαθηματικούς της Αναλυτικής Θεωρίας των Αριθμών εδώ και 78 χρόνια. Ο 35χρονος επιστήμονας μίλησε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ για τη δουλειά του, περιέγραψε τη διαδρομή του και τις εμπειρίες του από τα αμερικανικά πανεπιστήμια του Ιλινόϊ και του Πρίστον, για το πώς έφτασε στο Μόντρεαλ, θυμήθηκε τις σπουδές του στο Μαθηματικό του ΑΠΘ αλλά και τα εφηβικά του χρόνια στο 2ο ΓΕΛ Κοζάνης. Μίλησε για τους δασκάλους του στην Κοζάνη και τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν δίστασε να μιλήσει ανοικτά και για το ελληνικό πανεπιστήμιο, για αυτά που ο ίδιος θα επιθυμούσε να αλλάξουν την επόμενη ημέρα.

Η εικασία των Duffin-Schaeffer

Η εικασία των «Duffin-Schaeffer» που διατυπώθηκε το 1941 αναφέρει τα κριτήρια που μπορούμε να θέσουμε ώστε να προσεγγίσουμε αριθμούς εάν απαγορεύσουμε κάποιους παρονομαστές. Οι δύο μαθηματικοί εισήγαγαν επίσης μια λεπτομέρεια που λέει ότι εάν απαγορεύσουμε κάποιους παρονομαστές ακόμη και ένα αραιό υποσύνολο αυτών, μπορεί κάποιοι αριθμοί να μην προσεγγιστούν ποτέ. 

Ο Δημήτρης Κουκουλόπουλος λέει ότι στην εικασία των «Duffin-Schaeffer» υπάρχει μια δυικότητα ένας πολύ οξύς διαχωρισμός που δηλώνει από τη μια ότι έχεις αφήσει ένα μεγάλο περιθώριο ώστε με τους παρονομαστές που έχεις, να μπορείς να προσεγγίσεις όλους τους αριθμούς, και από την άλλη, εάν ήσουν υπερβολικά φιλόδοξος και με τους περιορισμούς που έχεις θέσει, δεν μπορείς να προσεγγίσεις κανέναν αριθμό. «Οπότε υπάρχουν αυτοί οι δύο κόσμοι που στον ένα μπορούμε να προσεγγίσουμε σχεδόν όλους τους αριθμούς και στον άλλον σχεδόν κανένα αριθμό, αλλά υπάρχει ένα απλό κριτήριο που αποφασίζει το πότε πέφτουμε σε κάθε περίπτωση».

Οι δύο μαθηματικοί το 1941 δημοσίευσαν ένα άρθρο στο οποίο διατύπωσαν αυτήν τους την εικασία, στη συνέχεια, εκεί γύρω στο 1990, υπήρξαν κάποια μικρά αποτελέσματα για την επίλυση της αλλά η εικασία παρέμενε άλυτη μέχρι το 2019 που αποδείχτηκε πλήρως από τον Δημήτρη Κουκουλόπουλο και τον James Maynard. Ο νεαρός μαθηματικός δεν κρύβει τη χαρά του που κατάφερε να δώσει λύση μετά από 78 χρόνια σ’ένα από τα κεντρικά προβλήματα στον τομέα της «μετρικής διοφαντικής προσέγγισης»

Η ιστορία του προβλήματος

Ο Δ. Κουκουλόπουλος εξηγεί ότι αυτό το πρόβλημα, ανήκει στο τομέα της θεωρίας των αριθμών και λέγεται «διοφαντική προσέγγιση» προς τιμήν του Διοφάντη της Αλεξάνδρειας που ήταν από τους αρχαίους Έλληνες μαθηματικούς και έχει να κάνει με προσεγγίσεις αριθμών από κλάσματα.

«Οι περισσότεροι αριθμοί όπως για παράδειγμα ο αριθμός π που είναι μια μαθηματική σταθερά οριζόμενη ως ο λόγος της περιφέρειας προς τη διάμετρο ενός κύκλου (π = P/δ) και είναι ίσος με 3,14159265, εμφανίζεται πάρα πολύ συχνά στα Μαθηματικά, στην Φυσική και εάν κάποιος κάτσει και γράψει τα δεκαδικά ψηφία για να δώσει μια προσέγγιση αυτού του αριθμού θα διαπιστώσει ότι δεν τελειώνουν ποτέ. Οι άνθρωποι δεν μπορούν αλλά ούτε και οι υπολογιστές μπορούν να δουλέψουν με τόσο πολύπλοκους αριθμούς και όταν θέλουμε να κάνουμε πράξεις θέλουμε πιο απλές προσεγγίσεις. Εάν γράψω τα δεκαδικά ψηφία του π και σταματήσω στο 3,14 μου δίνεται μια προσέγγιση του αριθμού μ΄ενα σφάλμα. Αυτόν το αριθμό μπορώ να το γράψω 3141/1000 που είναι κλάσμα που προσεγγίζει το π, αλλά στην πραγματικότητα από τους αρχαίους Έλληνες ξέραμε επίσης ότι μια πολύ καλή προσέγγιση του π που χρησιμοποιεί πολύ μικρότερους αριθμούς είναι το κλάσμα (22/7) που χρησιμοποιεί πολύ μικρότερο παρονομαστή. Ο παρονομαστής του είναι μόνο 7 ενώ ο παρονομαστής του άλλου κλάσματος είναι 1000. Το δεύτερο κλάσμα έχει πολύ μικρότερη πολυπλοκότητα. Και το ερώτημα είναι εάν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε παρονομαστές μέχρι ενός φράγματος του 1εκατ, πόσο καλή προσέγγιση μπορούμε να έχουμε σε έναν αριθμό; Σε τέτοιου είδους μεγάλα ερωτήματα η “διοφαντική προσέγγιση” θέλει μ’ ένα απλό κλάσμα να βρει απλές προσεγγίσεις αριθμών».

Η απόδειξη της Εικασίας σημαίνει κάτι σε σχέση με τις άλλες επιστήμες κάποιου είδους εφαρμογή στην ζωή; Γελάει εντελώς αυθόρμητα ακούγοντας την ερώτηση λέγοντας ότι «ετέθη προς συζήτηση το αιώνιο ερώτημα» και προσθέτει ότι δεν μπορεί να φανταστεί πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί συγκεκριμένα αυτό καθαυτό αυτό το θεώρημα γιατί εκτός των άλλων είναι κι ένα μετρικό θεώρημα. «Δεν ξέρω εάν θα υπάρξει κάποια συγκεκριμένη εφαρμογή. Στα θεωρητικά μαθηματικά θα ήταν ωραίο να βλέπεις τη δουλειά σου να εφαρμόζεται στην πραγματική ζωή αλλά η φύση των θεωρητικών μαθηματικών είναι τέτοια, που η εφαρμογή των ιδεών μπορεί να πάρει πολλά χρόνια μέχρι να γίνει κάτι ή να υπάρξει έστω μια έμμεση συμβολή».

Προσθέτει ότι στα θεωρητικά μαθηματικά όπως και στις πιο πολλές θεωρητικές επιστήμες, δουλεύεις εντατικά ακόμη και για ολόκληρη τη ζωή σου, να καταλάβεις και να λύσεις ένα ερώτημα χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις εάν αυτό θα έχει προεκτάσεις στον πραγματικό κόσμο. Παρ’όλα αυτά επισημαίνει ότι η χρηματοδότηση της έρευνας στα θεωρητικά μαθηματικά είναι θεμελιώδης γιατί με τρόπους που δεν μπορούμε να καταλάβουμε επηρεάζει και την έρευνα στα Εφαρμοσμένα μαθηματικά, στη Μηχανική και στην Φυσική.

Προς επίρρωση των όσων προηγούμενα ανέφερε, πρόσθεσε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ μια διδακτική περιγραφή από την ιστορία ενός διάσημου Βρετανού μαθηματικού τού Γκόντφρεϊ Χάρολντ Χάρντι, γνωστού για τη συμβολή του στη θεωρία αριθμών και την ανάλυση, αλλά και για το δοκίμιο «Η Απολογία ενός Μαθηματικού», ο οποίος σημείωνε ότι «τον ικανοποιεί που εργάζεται σ’ έναν κλάδο ο οποίος δεν έχει καμία εφαρμογή στην πραγματική ζωή γιατί δεν θέλω η δουλειά μου να χρησιμοποιείται στον πόλεμο». Δυστυχώς όμως -σημειώνει ο κ. Κουκουλόπουλος -αυτό που έλεγε ο διάσημος μαθηματικός διαψεύστηκε τελείως γιατί μετά από αρκετά χρόνια όταν αναπτύχθηκε η πληροφορική και οι επικοινωνίες υπήρξε πολύ μεγάλη ανάγκη να γίνει ασφαλής μετάδοση σημάτων. Και κρυπτογράφηση του σήματος γίνεται πολλές φορές χρησιμοποιώντας ιδέες από τη θεωρία των αριθμών. «Γι’ αυτό σας λέω ότι είναι δύσκολο να προβλέψεις πού μπορεί να πάει ένα επίτευγμα σου και ο Χαρντι ήταν λάθος, διαψεύστηκε ως προς αυτό και σήμερα εάν ζούσε μπορεί να απογοητευόταν πάρα πολύ με την εξέλιξη».

Οι σπουδές στην Ελλάδα και η διαδρομή σε ΗΠΑ – Καναδα

Ο Δημήτρης Κουκουλόπουλος είναι γνήσιο τέκνο του ελληνικού δημόσιου σχολείου και του ελληνικού πανεπιστημίου. Αποφοίτησε από το 2ο ΓΕΛ Κοζάνης και στη συνέχεια εισήλθε στο Μαθηματικό του ΑΠΘ. «Μου άρεσαν τα μαθηματικά και οι αριθμοί και στην τελευταία τάξη του Λυκείου έλαβα μέρος στον διαγωνισμό της Ελληνικής Μαθηματικής εταιρίας όπου κέρδισα το χάλκινο μετάλλιο». Όπως σημειώνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ το συγκεκριμένο γεγονός του πρόσφερε αυτοπεποίθηση και το ειδικό βάρος ώστε να διαλέξει την Μαθηματική Σχολή αντί του Πολυτεχνείου. Μιλά με σεβασμό και αγάπη για δύο καθηγητές του και τη συμβολή τους στη διαμόρφωση των κριτηρίων και των δεξιοτήτων του. «Ο Αθανάσιος Κοζικόπουλος ήταν ο μαθηματικός μου στο Πειραματικό Γυμνάσιο Κοζάνης, ένας άνθρωπος με πάθος για τα μαθηματικά που κατάφερε τελικά να μου μεταδώσει για τα καλά το μικρόβιο και ο καθηγητής Μαθηματικών του ΑΠΘ Δημήτρης Μπετσάκος ήταν εκείνος που συνομίλησα μαζί του πριν αποφασίσω τελικά τι να επιλέξω». 

Πώς έφτασες από το ΑΠΘ στις ΗΠΑ; τον ρώτησα. «Στο τελευταίο έτος έκανα αιτήσεις για να πάω στις ΗΠΑ, πάντα εκεί ήταν ο στόχος μου. Έκανα αιτήσεις σε διάφορα πανεπιστήμια αλλά επέλεξα να πάω απευθείας για διδακτορικό στο πανεπιστήμιο του Ιλινόϊ γιατί εκεί έχει μια πολύ καλή ομάδα στην Αναλυτική θεωρία των αριθμών που είναι ο τομέα της έρευνας μου, κι ένας από τους τομείς που μου άρεσαν από μικρό παιδί και μου εξίταρε τη φαντασία. Ήμουν αρκετά τυχερός γιατί εκεί άρχισα να δουλεύω με τον Kevin Ford έναν καθηγητή που είναι κορυφαίος στον τομέα του» απαντά μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Ο νεαρός Κουκουλόπουλος τα πηγαίνει θαυμάσια και τον τελευταίο χρόνο του διδακτορικού ακολουθεί τον μέντορα του στο ναό της Αναλυτικής Θεωρίας στο πανεπιστήμιο του Πρίστον, όπου ένα έτος ήταν αφιερωμένο στην αναλυτική θεωρία με συμμετοχές από την αφρόκρεμα της παγκόσμιας μαθηματικής επιστήμης. Η εμπειρία του Πρίστον φαίνεται ότι επηρεάζει ακόμη περισσότερο τον Κουκουλόπουλο αφού εκεί γνωρίζει τους πιο σημαντικούς επιστήμονες στο τομέα του, μαθαίνει από κοντά για τα ερωτήματα που τους ταλανίζουν και εκεί θα γνωριστεί με τον Andrew Granville που στην συνέχεια το 2010 θα εργαστεί μαζί του στο μεταδιδακτορικό στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ.

Ποιος φαίνεται ότι μπορεί να κερδίζει τη μάχη της πρωτοπορίας στην έρευνα, η Ευρώπη ή η αμερικανική ήπειρος; Ο Δ. Κουκουλόπουλος επισημαίνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει τεράστια κονδύλια στην έρευνα, «από την αίσθηση που έχω νομίζω ότι τα αμερικανικά πανεπιστήμιο είναι λίγο πιο μπροστά στην έρευνα και την καινοτομία». Πρόσθεσε ακόμη ότι σήμερα γίνεται εξαιρετική δουλειά στα ασιατικά πανεπιστήμια, την Κίνα και την Ινδία.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών γίνεται επίκουρος καθηγητής

Το 2012 σε ηλικία μόλις 28 ετών προσλαμβάνεται ως επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ και σήμερα, μόλις 35 ετών, είναι αναπληρωτής καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο προσέφερε τα κατάλληλα επιστημονικά εφόδια; Είναι κατηγορηματικός «Όταν πήγα στις ΗΠΑ δεν ένοιωσα κανένα μειονέκτημα σε σχέση με τους συμφοιτητές μου, ήμουν πλήρως προετοιμασμένος, είχα όλα τα εφόδια για να κάνω έρευνα γιατί στην Ελλάδα είχα πολύ καλούς δασκάλους και τα μαθηματικά που ήταν να μάθω, τα έμαθα».

Η αξιολόγηση των πανεπιστημίων και η αναστροφή της φυγής των νέων επιστημόνων

Πιστεύει ότι η κρίση έχει τρομακτικό αντίκτυπο στα ελληνικά πανεπιστήμια αφού συνταξιοδοτήθηκαν αρκετοί καθηγητές χωρίς να αναπληρωθούν από νέο επιστημονικό αίμα. «Τα τελευταία δύο χρόνια μού λένε συνάδελφοί μου ότι άρχισαν να προσλαμβάνουν καθηγητές αλλά δεν υπάρχουν χρήματα για διδακτορικά προγράμματα κι αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πολλοί νέοι να φεύγουν για το εξωτερικό και να μην επιστέφει κανένας πίσω» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Χαρακτηρίζει το φαινόμενο της φυγής των νέων επιστημόνων ως το κορυφαίο πρόβλημα της χώρας, θεωρεί ότι η Ελλάδα έχει καθοδική πορεία που πρέπει να αναστραφεί επειγόντως και να επιστρέψουν ορισμένοι από τους ανθρώπους που έφυγαν.

«Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας των πανεπιστήμιων, να πλησιάσει το πλαίσιο λειτουργίας των ευρωπαϊκών και αμερικάνικων πανεπιστήμιων, να είναι αυτοδύναμα και να αποφασίζουν τα ίδια πού θέλουν να πάνε την έρευνα τους». 

Σχολίασε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ την ανάμειξη της κεντρικής κυβέρνησης στην ίδρυση και από την άλλη, στην κατάργηση της Νομικής Σχολής της Πάτρας και αναρωτήθηκε γιατί ο υπουργός πρέπει να αποφασίζει εάν η Πάτρα θα πρέπει να έχει Νομική σχολή, αφού αυτό είναι καθαρά θέμα του πανεπιστημίου. Αναφέρθηκε με θετικό πρόσημο στον νόμο Διαμαντοπούλου και στα συμβούλια των ιδρυμάτων, που όμως καταργήθηκαν, θεωρώντας ότι ήταν ένα μεγάλο βήμα για τα ελληνικά πανεπιστήμια, ενώ αναφέρθηκε με επικριτικό τόνο στην παρουσία και τον έλεγχο που ασκούν οι παρατάξεις στη διοίκηση του πανεπιστήμιου δηλώνοντας ότι «ουσιαστικά, οι σύγκλητοι των πανεπιστημίων είναι όμηροι των παρατάξεων».

Έχοντας την εμπειρία των αμερικανικών πανεπιστημίων ο Δημήτρης Κουκουλόπουλος θεωρεί ότι το σύστημα ελέγχου και διοίκησης των ελληνικών πανεπιστημίων είναι απόλυτα εξαρτώμενο από την κεντρική διοίκηση, όπου ο υπουργός αποφασίζει για πολλά. «Όταν το υπουργείο αποφασίζει τους μισθούς των πάντων τότε όλα γίνονται δύσκολα. Όσο πιο κεντρικά γίνεται κάτι, τόσο πιο δύσκολα θα έχεις ευελιξία. Ευελιξία και εμπιστοσύνη χρειάζεται και να είμαστε σίγουροι ότι οι άνθρωποι θα κάνουν σωστά τη δουλειά τους». Υποστηρικτής της αξιολόγησης, θεωρεί ότι η εφαρμογή της πρέπει να υποστηρίζει θετικά το έργο των πανεπιστημιακών, ώστε να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους. Υποστηρικτής της μονιμότητας στο πανεπιστήμιο γιατί όπως λέει «οι καθηγητές δεν πρέπει να φοβούνται ότι κάποια στιγμή θα κινδυνεύσουν να απολυθούν γιατί πολλές φορές ορισμένα πρότζεκτ χρειάζεται μια ολόκληρη ακαδημαϊκή ζωή για να τα φέρεις εις πέρας»

Για την αξιολόγηση και τη χρηματοδότηση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων από την κεντρική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρέπει να γίνεται και ότι υπάρχουν διεθνείς δείκτες που μπορεί να εξασφαλίσουν μια δίκαιη κρίση. «Κάθε πέντε ή επτά χρόνια μπορεί να υπάρχει σταθερός κύκλος αξιολόγησης ανάλογα με το πόσοι φοιτητές πέρασαν, πόσα χρήματα έφεραν σε χρηματοδότηση οι καθηγητές του ιδρύματος, πόσα διδακτορικά έβγαλαν, άρθρα που δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά και το σύνολο όλων αυτών θα καθορίζει το ύψος της χρηματοδότησης από την κεντρική κυβέρνηση με την υποσημείωση ότι το πανεπιστήμιο θα αποφασίσει για το πού θα διαθέσει αυτά τα χρήματα».

Κλείνει ένας κύκλος

Η συνομιλία μας με τον Δημήτρη Κουκουλόπουλο έγινε μέσω skype, αυτός στο γραφείο του πέμπτου ορόφου του πανεπιστημίου του Μόντρεαλ με ένα πλατύ χαμόγελο και με μια όμορφη ευγένεια στον συνομιλητή του. Σκεφτόμουν τη συναρπαστική διαδρομή του όπου στα 28 του έγινε καθηγητής σ’ ένα από τα ανταγωνιστικά πανεπιστήμια της αμερικανικής ηπείρου και στα 35 του συγκαταλέγεται στην αφρόκρεμα των μαθηματικών του κόσμου που ασχολούνται με την Αναλυτική Θεωρία των αριθμών και αναρωτήθηκα φωναχτά, τι σχέδια μπορεί να έχει για το μέλλον κάποιος που κατάφερε τόσα πράγματα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. «Δεν έχω σχέδια» ήταν η αφοπλιστική απάντηση του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τόνισε όμως ότι μετά και την επίλυση της Εικασίας «κλείνει ένας μεγάλος κύκλος που άνοιξε πριν από μερικά χρόνια, προετοιμάζομαι για τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά και θα αφιερωθώ εξ ολοκλήρου στους φοιτητές μου και τους υποψήφιους διδάκτορες με καινούργια πράγματα στην ατζέντα».

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

Σαν σήμερα έσβησε το αστέρι της Τζένης Καρέζης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πριν 25 χρόνια, στις 27 Ιουλίου του 1992, η Τζένη Καρέζη έφυγε από κοντά μας – Χάραξε τη δική της ιστορία, αγαπήθηκε και λατρεύτηκε από πολλούς ανθρώπους


Τα πιο ωραία μάτια του Ελληνικού Σινεμά συνεχίζουν να μαγεύουν τις νεότερες γενιές, αποδεικνύοντας το αυτονόητό: Οι θρύλοι παραμένουν ζωντανοί και σύγχρονοι και μετά τον θάνατο τους

Mετά από τόσα χρόνια, συγκλονίζουν τα λόγια της Ελληνίδας σταρ, στην τελευταία της επιστολή προς τον Τύπο, δύομισι μήνες πριν χάσει τη μάχη με τη ζωή. Η επιστολή γράφτηκε στις 5 Μαίου 1992 και δημοσιεύτηκε ξανά στην σελίδα της αξέχαστης σταρ στο Facebook.

tzeni1

Η επιστολή της Τζένης Καρέζης προς τα ΜΜΕ:

«Τρία χρόνια τώρα ταλαιπωρούμαι με σοβαρό πρόβλημα στην υγεία μου. Με φωτεινά διαλείμματα βέβαια, και με ενδιάμεσο τον περσινό χειμώνα, και την ευτυχία να παίξω το αριστούργημα της Λούλας Αναγνωστάκη “Διαμάντια και μπλουζ” στο θέατρο “Αθήναιον” και να αγαπηθεί τόσο το έργο, η παράσταση και εγώ προσωπικά από το αθηναϊκό κοινό.

Ο θεός του θεάτρου για άλλη μια φορά στάθηκε καλός και γενναιόδωρος μαζί μου και πίστευα ότι αυτή η ευτυχία θα συνεχιζόταν και φέτος. Ότι θα επαναλαμβάναμε το “Διαμάντια και μπλουζ” στο θέατρό μας και ότι στη συνέχεια θα το παρουσιάζαμε στη Θεσσαλονίκη.

Δεν στάθηκε δυνατόν. Δυστυχώς. Και πέρασα ένα ολόκληρο χειμώνα ανάμεσα Αθήνα-Λονδίνο δίνοντας μάχη με την αρρώστια μου και έχοντας πάντα μαζί μου τον ακριβό μου σύντροφο Κώστα Καζάκο και τον μονάκριβό γιό μου Κωνσταντίνο.

Στις πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής, ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί διαφορετικά. Άλλος ξορκίζει το κακό φωνάζοντας, άλλος βγάζοντας προς τα έξω την απελπισία του, άλλος σιωπώντας και μαχόμενος καρτερικά.

Αυτή η τελευταία είναι και η δική μου περίπτωση. Μαζί με την οικογένειά μου θα αγωνιστώ για την υγεία μου, για τη ζωή μου και για την επάνοδό μου στη σκηνή.

Ευχαριστώ τον Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τη διακριτική τους στάση, ευχαριστώ όλο τον κόσμο, ανώνυμους και επώνυμους για τη συμπαράσταση και την αγάπη τους και ας είναι σίγουροι ότι όλες μου οι προσπάθειες είναι να ξαναβρεθώ κοντά τους μέσω της δουλειάς μου.

Επίσης αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω την εκπληκτική ομάδα των γιατρών του ουρολογικού τμήματος του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου για την ετοιμότητα με την οποία αντιμετώπισαν το Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι την καινούρια και μάλλον επικίνδυνη περιπέτεια της υγείας μου.

Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τους θεράποντες γιατρούς μου καθηγητή Νίκο Δαβίλα και τον γιό του Ηλία Δαβίλα για το επιστημονικό τους κύρος, τη βαθιά ανθρωπιά τους και το θερμό ενδιαφέρον με το οποίο με περιέβαλαν.

Θέλω να ζω με τους δικούς μου. Θέλω να κάνω τη λατρεμένη μου δουλειά. Θέλω να προσφέρω. Ν’ αγαπώ και να με αγαπούν.

Δεν χάνονται αυτά. Δεν πρέπει να χαθούν. Δεν θέλω να χαθούν.

Και πάντα θα ελπίζω…

Φιλικότατα

ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ

5 Μαίου 1992»

tzeni2

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη