Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ήθη και έθιμα στην Κρήτη, της Σαρακοστής και του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα έθιμα του Πάσχα ήταν πλούσια και όμορφα τα παλαιότερα χρόνια, όσο περνά όμως ο καιρός, εν μέρει αρχίζουν να  ξεθωριάζουν πολλά από αυτά


Κάποια  δυστυχώς έχουν χαθεί τελείως, και άλλα φαντάζουν παράξενα και περίεργα σήμερα.

Ωστόσο όμως αρκετά από αυτά  τα πατροπαράδοτα  έθιμα στα χωριά της Κρήτης, δεν έχουν αλλάξει πολύ, και κρατούν μέχρι και σήμερα

Από τότε πού αρχίζει η Σαρακοστή, σαράντα μέρες πριν το Πάσχα δηλαδή, ο κόσμος νηστεύει μηδενός εξαιρουμένου και παιδιά, εκτός αν συντρέχει λόγος.

Η νηστεία συμβολίζει τις  40 μέρες που νήστευε ο Χριστός κατά την παραμονή του στην Έρημο.

Κάθε απόγευμα γίνεται εσπερινός στην εκκλησία.

Κάποια χρόνια πολύ παλιά στα χωριά, δεν υπήρχε δυνατότητα για να υπάρξει ούτε φωτιά για το άναμμα των καντηλιών. Έτσι ο παπάς, έστελνε ένα «παπαδάκι», στα κοντινά σπίτια με μια παλιά κουτάλα, ή ένα σπασμένο βίσαλο, να πάει να φέρει διό κάρβουνα!

Με αυτά τα κάρβουνα άναβε ο παπάς φωτιά  για να ανάψει στη συνέχεια το θυμιατό του και τα καντήλια!

Οι γυναίκες αρχές του 40ήμερου, πάνε ένα εικόνισμα του σπιτιού στην εκκλησία για να λειτουργηθεί.

Θα μείνει το εικόνισμα αυτό στην εκκλησία όλη τη Σαρακοστή, γιατί πίστευαν πως αν λειτουργηθεί, θα έχει πιο θαυματουργές ικανότητες.

Το εικόνισμα το έπαιρναν πίσω, κατά την περιφορά των εικόνων στην δεύτερη Ανάσταση η Κρανάσταση, το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα, μετά την περιφορά των εικόνων σε μεγάλο κύκλο γύρω από την εκκλησία

Αρχίζουν τα Αυγικά τα βράδια της Μεγάλης Βδομάδας στην εκκλησία, και στην Κρήτη αυτά λέγονται «Aυγικά» από τη λέξη «αυγή», επειδή η θεματολογία αφορά το πρωί της επομένης μέρας.

Τα Αυγικά παλιά ήταν πολύωρα, και πολλές φορές  κρατούσαν και πέραν  τις 12, ή ακόμα και μέχρι και τις 1 μετά τα μεσάνυχτα!

Τα παιδιά όλα  βέβαια γκρίνιαζαν, και τριγύριζαν γύρω στην εκκλησία, αλλά δεν τους επέτρεπαν και να φύγουν και να πάνε σπίτι!

Στα χωριά της Μεσαράς, όλη τη Σαρακοστή, τα εξωκλήσια τα επισκέπτονται μόνες ή με παρέες πέντε ή και δέκα ατόμων, κυρίως γυναικόπαιδα, για να ανάψουν τα καντήλια. Τα καντήλια παλιά δεν ήταν άλλο από ένα ποτήρι με λίγο νερό, και εκείνες συμπλήρωναν με λάδι που κρατούσαν σε ένα μπουκάλι.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, έχουμε και τους Χαιρετισμούς,  που στη πραγματικότητα είναι ένας Ύμνος στη Παναγία. Ψέλνονται κάθε Παρασκευή στις τέσσερεις βδομάδες, και έχουν επαναλαμβανόμενη τη λέξη «χαίρε».

Οι χαιρετισμοί την Μ. Παρασκευή την  πέμπτη εβδομάδα, επαναλαμβάνονται όλοι μαζί, και τους λέμε ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ.

Η ΚΥΡΙΑΚH  ΤΗΣ  ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚYΝΗΣΗΣ

Δύο βδομάδες πριν το Πάσχα,  είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Τα κορίτσια μαζεύουν λουλούδια από τις γειτονιές, και φτιάχνουν τις λεγόμενες ροδαριές, που μοιράζουν πάλι στην εκκλησία.

Στην έξοδο υπάρχει και ένας κλάδος ελαίας, που κάθε πιστός έκοβε ένα κλαράκι, και μαζί με τη ροδαριά, όπου τα τοποθετούσαν στο σπίτι στο εικόνισμα.

Κάποια βέβαια λουλουδάκια τα φύτευαν, γιατί πίστευαν πως έπιαναν οπωσδήποτε!

TO ΣAΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖAΡΟΥ

Το τελευταίο Σάββατο πριν τη Μεγαλοβδομάδα, λέγεται του Λαζάρου, γιατί αναστήθηκε ο Λάζαρος.

Παλιά έλεγαν και τα κάλαντα του Λαζάρου, και οι γυναίκες έφτιαχναν ειδικά ψωμάκια τα λαζαράκια, που είχαν σχήμα σαβανωμένου ανθρώπου.

Οι άνδρες δεν πήγαιναν να μαζέψουν τη σοδειά, γιατί πίστευαν πως φέρνοντας τη σοδειά, θα έφερναν το θάνατο μέσα στο σπίτι τους.

ΚΥΡΙΑΚH ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Πρέπει να αναφέρουμε, πως μια βδομάδα πριν το Πάσχα, που είναι η Κυριακή των Βαίων, από βραδύς μαζεύονται στο σπίτι του παπά φίλοι γείτονες και συγγενείς, και πλέκουν τους σταυρούς από φύλλα βαγιάς (χουρμαδιάς), και τα βάγια αυτά, συμβολίζουν τα βάγια με τα οποία υποδέχτηκαν το Χριστό στα Ιεροσόλυμα, μετά  βαίων και κλάδων!

Την Κυριακή των Βαίων, μοιράζουν τους σταυρούς  μετά τη Θεία λειτουργία στους πιστούς, μαζί με το αντίδωρο.

Μετά την Κυριακή των Βαΐων, μπαίνουμε επίσημα στην Μεγαλoβδομάδα.

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ

Είναι η πρώτη μέρα της Νηστείας, και το βράδυ αρχίζει το πρώτο Αυγικό.

Αρχίζει περιοδικά, να μπαίνει ο κόσμος στο κλίμα των ημερών, και για αυτό κάθε βράδυ οι χριστιανοί θα πάνε στο Αυγικό για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία.

Μ. ΤΡΙΤΗ

Από τη Μ. Τρίτη οι νοικοκυρές, ετοιμάζουν τις αυλές τους, ασπρίζουν με ασβέστη το σπίτι, τους μαντρότοιχους, και ότι άλλο νομίζουν αυτές, για να υποδεχτούν καθαροί την Ανάσταση.
Καθαρίζουν τις αυλές, τους δρόμους, τα στενά, έτσι όλα να είναι πεντακάθαρα!
Τη Μεγάλη Τρίτη στην εκκλησία διαβάζεται η Παραβολή των Δέκα Παρθένων, ενώ το βράδυ ψέλνεται το τροπάριο της Κασσιανής. (Εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή…)

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ

Την Μ. Τετάρτη μονοπαντίζανε οι νοικοκυρές έφτιαχναν το προζύμι της χρονιάς.

Επίσης,  πήγαιναν στην εκκλησία,  όπου διαβάζεται ο Μεγάλος Κανόνας μας, και τελείται το Μυστήριο του Μεγάλου Ευχελαίου.

Ο παπάς μυρώνει τον κόσμο με λάδι σταυρωτά στο μέτωπο, αλλά και στις παλάμες μπρος  πίσω. Επίσης οι παρευρισκόμενοι, έπαιρναν και εκείνοι με βαμβάκι λίγο λάδι και στο σπίτι μύρωναν και εκείνοι με τον ίδιο τρόπο όσους τυχόν δεν πήγαν στην εκκλησία εκείνη την ημέρα από την οικογένεια τους.

Στη Μεσαρά, αυτό γινόταν και με την επίσκεψη  πολλών γυναικών, κυρίως σε γκρούπ, στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα στην Απόλυχνο, επειδή τον Άγιο αυτόν, τον θεωρούσαν Μέγα Ιατρό.  Πάλι με το βαμβάκι έπαιρναν λίγο λάδι από το καντήλι του Αγίου, και άλειφαν πάλι σταυρωτά χέρια και μέτωπο τους δικούς τους

Μ. ΠΕΜΠΤΗ

Την Μ. Πέμπτη, πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία και έπιναν Αγίασμα , και κοινωνούσαν.

Την ημέρα αυτή, οι νοικοκυρές έβρισκαν αμπελόφυλλα πρωτοφανίστικα, και έφτιαχνα τα αγαπητά σε όλους ντολμαδάκια, μαζί με κολοκυθοκορφάδες.

Στη μέση ανάμεσα στους ντουλμάδες, έβαζαν και χοχλιούς.

Λένε πως όταν έμαθε η Παναγία για τη Σταύρωση του Χριστού, εκεί νη τη στιγμή, τύλιγε ντολμαδάκια.

Όσες νοικοκυρές την Μ. Πέμπτη, φτιάχνουν εφτάζυμα ψωμιά, τσουρεκάκια πασχαλινά, και βάφουν και τα κόκκινα αυγά.

Το κόκκινο συμβολίζει το αίμα του Χριστού που έσταξε.

Όσες δεν έχουν δικό τους φούρνο, τα πηγαίνουν στο φούρνο της γειτόνισσας.

Άλλες νοικοκυρές βάφουν τα αυγά με βαφή αγοραστή, και άλλες βράζοντας τα υλικά, σε νερό ψιλοκομμένα παντζάρια, μαντιλίδες, βρούβες, ξερά φλούδια κρεμμυδιού, ξερά βελανίδια, μαύρο τσάι, βιολέτες, τσουκνίδες κτλ ανάλογα με το χρώμα που θέλουν να δώσουν.

Βρίσκουν και στην εξοχή κατάλληλα λουλουδάκια, μαργαρίτες κλπ, και τα εφαρμόζουν πάνω στα αυγά και με ένα λεπτό τούλι, τα συγκρατούν εφαρμοστά, και όταν τα εμβαπτίζουν στο χρώμα, εκείνα αφήνουν ένα λευκό ίχνος λουλουδιού.

Έτσι έχουμε πολύ όμορφα σχέδια από διάφορα φυλλαράκια και λουλουδάκια πάνω στα αυγά.

Παλιά τη Μ. Πέμπτη επίσης οι γυναίκες επιδίδονται στο ζύμωμα,  και έφτιαχναν τα  Πασχαλινά τσουρεκάκια, τα καλλιτσούνια, τα λαμπροκούλουρα, αλλά επίσης έφτιαχναν και το «δώρο του μουσαφίρη»!

Υπάρχει η παράδοση, να φτιάχνουν ένα χριστόψωμο, το οποίο το κόβουν την Κυριακή που γυρίζει η Δεύτερη Ανάσταση, ή το δίνουν σε κάποιον ξένο (υπονοώντας τον ίδιο τον Εσταυρωμένο).

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στην εκκλησία, έχουμε τα 12 Ευαγγέλια, και πολλοί πάνε κρατώντας ένα μαύρο σπάγκο, και σε κάθε Ευαγγέλιο δένουν και από ένα κόμπο.

Το κομποσχοίνι αυτό με τους 12 κόμπους, θεωρείται μεγάλο φυλακτό για τους πιστούς, το οποίο κρέμαγαν είτε στο λαιμό, είτε στο χέρι σα βραχιολάκι, και το φόραγαν όλο το χρόνο.

Μεταξύ πέμπτου και έκτου Ευαγγελίου, ψέλνονται  κάποια τροπάρια, κλείνουν τα φώτα, και  στη συνέχεια λέγεται το  «Σήμερα κρεμάται επί ξύλου».

Tότε ο παπάς, φέρει από το ιερό τον Σταυρό, και τον εναποθέτει μπροστά, και ο κόσμος προσέρχεται για να τον ασπαστεί .

Στο ένατο Ευαγγέλιο της Μ. Πέμπτης που είναι του Ιωάννου ΙΘ, που λέει: «Διψώ. Σκεύος ουν εκίτο όξους μεστόν, οι δε πλήσαντες σπόγγον όξους , και ύσσωπω περιθέντες προσήνεγκαν αυτού τω στόματι. ότε ουν έλαβε το όξος ο Ιησούς είπε. τετέλεσται, και κλείνας την κεφαλήν παρέδωκεν το πνεύμα…»

Τότε λοιπόν, οι πιστοί θα κόψουν στην εκκλησία τα κιτρολέμονα ή λεμόνια που θα κρατούν σε μικρά κομματάκια, και θα πάρει ένα κομμάτι ο καθείς για συμπαράσταση στον Κύριο.

Τα παλιά χρόνια εκτός από λεμόνια, έπαιρναν μαζί τους ένα μπουκαλάκι ξύδι, και έπιναν όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Δεν υπήρχε πιστός, που να μην πιεί, ξύδι ή λεμόνι, γιατί έτσι ένοιωθαν πως συμμετέχουν ενεργά στο Θείο Δράμα.

Γενικά και στο σπίτι εκείνη την ημέρα, έτρωγαν λεμόνια η και πορτοκάλια κομμένα σε κομματάκια σε ένα πιάτο. Τα περιέλουζαν με ξύδι, έριχναν και αλάτι, και τα έτρωγαν με το πιρουνάκι!

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι πιστοί πάνε στην εκκλησία και πίνουν Αγίασμα, γιατί είναι η μοναδική ημέρα του χρόνου που δεν τελείται θεία Λειτουργία. Το Αγίασμα αυτό όμως, ποτέ δεν το πάνε στο σπίτι.

Στη συνέχεια, την Μ. Παρασκευή, και μετά την εκκλησία, κάποιες γυναίκες, που δεν είχαν πάει πριν, και πάλι  μονοπαντίζανε, και πήγαιναν βόλτα στα ξωκλήσια. Θύμιαζαν και άναβαν και τα καντήλια, ακόμα και σε κάποια που ανήκαν σε άλλα χωριά, και σε άλλες ενορίες!

Το απόγευμα πήγαιναν και στους τάφους των δικών τους, τους καθάριζαν και άναβαν τα καντήλια, να μην τα βρει η Θεία Ανάσταση σβηστά.

Φαγητό της ημέρας ήταν οι σούπες  αλάδωτες, κυρίως  φασόλια, με λεμόνι και αλάτι.

Σούπες με μακαρόνια και ζάχαρη, ή σούπες με άγρια χόρτα. Οι σούπες συμβολίζουν τα δάκρυα της Παναγίας.

Για τη  συνέχεια, όλες οι νοικοκυρές και τα κορίτσια, περνούν την ημέρα τους στο στόλισμα του Επιταφίου.

Τα νεαρά κορίτσια του χωριού, αναλαμβάνουν να μαζέψουν από τα σπίτια λουλούδια και λεμονανθούς για το στόλισμα.

Στολίζουν τον Επιτάφιο και ο παπάς διαβάζει τις «Μεγάλες Ώρες», όπως ορίζει το τυπικό της εκκλησίας.

Κατά το μεσημέρι, όταν έχει τελειώσει το στόλισμα του Επιταφίου, κάνουν ένα διάλειμμα για ξεκούραση, και τρώνε και πάλι κιτρολέμονα εμποτισμένα σε ξύδι – πολύ ξύδι.

Αφού φάνε το κιτρολέμονο και ξεκουραστούν, ξανακτυπά η καμπάνα και γίνεται ο Εσπερινός της Αποκαθήλωσης.

Προς το τέλος του εσπερινού γίνεται η Αποκαθήλωση, ακολουθεί μικρή περιφορά στα στενά του χωριού, επιστρέφουν στο ναό, και γίνεται η αλλαγή των καλυμμάτων της Αγίας Τράπεζας από πένθιμα σε  χαρούμενα (μπορντοροδοκόκκινο).

Κανονικά η αλλαγή των καλυμμάτων γίνεται μετά το τέλος της Αποκαθήλωσης.

Λειτουργικά ο χρόνος πάει παράξενα. Μετά την Αποκαθήλωση, έχουμε την είσοδο του Xριστού στον Άδη. Άρα την «εις Άδου κάθοδο» – κοινώς την πρώτη Ανάσταση, οπότε Χριστός είναι αναστημένος στον Άδη, και κηρύττει το λόγο του Θεού στους νεκρούς.

Άλλοι την αλλαγή την κάνουν μετά που θα επιστρέψουν από τον Επιτάφιο, το βράδυ δηλαδή της Μ. Παρασκευής. Εδώ υπάρχουν μικρές διαφορές από τόπο σε τόπο.

Το βράδυ πάντως της Μ. Παρασκευής, κτυπά πάλι η καμπάνα κατά τις 8 , και ξεκινούν να ψέλνουν κανόνες μέχρι την ώρα των εγκωμίων. Τα εγκώμια ψέλνονται από δύο χορούς.

Έτσι ψέλνεται και ο Επιτάφιος Θρήνος, και το «Η ζωή εν τάφω», που είναι η υπέροχη ψαλμωδία των Παθών.  Παλιά το έψελναν μαθητές και μαθήτριες του δημοτικού, αφού πρώτα είχαν κάνει πρόβες το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής με το δάσκαλό τους . Τα κορίτσια φορούσαν μαύρο τσεμπέρι, και τα αγόρια μαύρο πουκάμισο αν είχαν.

Από ένα βιβλιαράκι διάβαζαν τα λόγια, και ήταν προσημειωμένα ποια θα πουν τα παιδιά, και ποια ο ψάλτης. Και αυτό γινόταν, για να παίρνουν και μια ανάσα!

Ψέλνεται  ο Επιτάφιος θρήνος, περίπου για μια ώρα, και αφού τελειώσουν, ακολουθεί περί τις 9, η έξοδος και περιφορά του Επιταφίου. Κατά μαρτυρία του εφημέριου πατέρα Νικόλα Τζαγκαράκη, η πομπή παλιά, πήγαινε πρώτα προς το κοιμητήριο της ενορίας , όπου εκεί γίνεται μια δέηση προς τους κεκοιμημένους.

Η περιποίηση των τάφων γίνεται την Μεγάλη Παρασκευή το μεσημέρι. Το βράδυ που θα έρθει ο Επιτάφιος στο κοιμητήριο όλα τα κανδήλια των τάφων είναι αναμμένα.

Η περιφορά του Επιταφίου, γίνεται με συνοδεία εξαπτερύγων.

Πάντα κάθε χρόνο είναι έθιμο, να σηκώνουν τον Επιτάφιο, οι νέοι φαντάροι του χωριού.

Σε άλλα χωριά, τον Επιτάφιο στις ημέρες μας, τον σηκώνουν αγόρια και κορίτσια που πρόκειται να πάνε φαντάροι ή να δώσουν πανελλήνιες εξετάσεις.

Ο Επιτάφιος σταματά μπροστά στην Κύρια Πύλη, τον ανασηκώνουν οι φαντάροι ψηλά, κι ο κόσμος περνά από κάτω.

Εδώ τιμούν τα νιάτα, και δίνεται ιδιαίτερη τιμή στη νεολαία, που πρόκειται να στηριχθεί η πατρίδα.

Κατά την περιφορά του Επιταφίου στο χωριό, ακολουθούν εκατοντάδες πιστοί, κρατώντας κεριά η λαμπάδες, και παρευρίσκεται σχεδόν όλο το χωριό.

Μπορεί να γίνουν αρκετές στάσεις στα σταυροδρόμια και τις πλατείες του χωριού, ενώ η καμπάνα χτυπά πένθιμα.

Παλιά, την ώρα που περνούν από τα σπίτια μπορούσε ο παπάς να μνημονεύει τους κεκοιμημένους της γειτονιάς.

Όλοι δε φροντίζουν να ασπαστούν την εικόνα του Ιησού που κείται στον Επιτάφιο.

Τα καλορίζικα θα δοθούν στην αυριανή λειτουργία του Μ. Σαββάτου το πρωί  «ως δώρο» και ως  «καλό τυχερό» του σπιτιού.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ

Το μέγα Σάββατο μετά την λειτουργία το πρωί ακολουθεί το έθιμο του σφαγείου των αρνιών.

Όσοι έχουν αρνιά για το γιορτινό τραπέζι, τα σφάζουν και με τα εντόσθια φτιάχνονται  για το βράδυ της παραμονής, τα γνωστά γαρδούμια αυγολέμονο αντίστοιχο της μαγειρίτσας, που έχουν άλλα μέρη της Ελλάδας.

Όσοι πάλι δεν έχουν, θα επισκεφθούν το χασάπη του χωριού, και θα αγοράσουν τα λεγόμενα κοιλικά! Δηλαδή ποδαράκια, αντεράκια, και τη κοιλιά του ζώου, τα οποία εκείνη την ημέρα είναι περιζήτητα στα κρητικά χωριά!

Παλαιότερα , ο επίτροπος κράταγε το σήμαντρο, μια μεταλλική λάμα που βγάζει δυνατό κρότο, πέρναγε απ όλα τα στενά του χωριού. παλιά το κτυπούσαν που σήμαινε ότι ήρθε το Αγιο Φως και να ετοιμαστούν, να έρθουν όλοι στο ναό να ξεκινήσει η ακολουθία της Ανάστασης και η αναστάσιμη Θ. Λειτουργία.

Επίσης σε κάποια χωριά, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, η νοικοκυρά του σπιτιού, πριν πάει με την οικογένειά της στην εκκλησία, θα ανάψει ένα θυμάρι, η ασκινοπόδι στην αυλή του σπιτιού της, για να κάψει έτσι τον Ιούδα.

Το κάψιμο του Ιούδα όμως επίσημα, θα γίνει πάλι και με όλους μαζί τους πιστούς στην αυλή της εκκλησίας, αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη».

Συμβολίζει την αποστροφή του κόσμου γενικά στη προδοσία, έθιμο που αγνοούμε από πότε ίσχυσε.

Οι νεαροί, οι πιο σκανταλιάρηδες, και τα παιδιά του χωριού, από  νωρίτερα  θα αρχίσουν να μαζεύουν ξύλα. Το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου, θα  κάνουν ακόμα μια γύρα στο χωριό, και όπου δουν κυρίως δεμαθιές με ξύλα, θα τις σταμπάρουν, και με τη πρώτη ευκαιρία θα τις αρπάξουν, και θα τις στήσουν σε ένα μεγάλο σωρό έξω από την εκκλησία!

Φυσικά δεν χαρίζονται  σε κανένα, ούτε και στα δικά τους ξύλα που έχουν στα σπίτια τους!

Καμιά φορά, φτιάχνουν και ομοίωμα του Ιούδα, με ρούχα γεμισμένα με άχυρα και τον στήνουν πάνω στο σωρό.

Επιτέλους λέγεται το Χριστός Ανέστη, και αμέσως κιόλας ανάβει και η φωτιά να καεί ο Ιούδας!

. Βέβαια τα παιδιά τότε, ήταν υποχρεωμένα ως την επ’ αύριο, να έχουν καθαρίσει καλά καλά το χώρο με τις στάχτες, για να είναι καθαρός για το γλέντι που θα ακολουθήσει

Τι ήταν τα σκλαπατζίκια

Το μέγα Σάββατο, δεν σταματούν οι στρακατρουκες, και τα σκλαπατζίκια.

Αυτά είναι αυτοσχέδια βεγγαλικά κρότου τα οποία έφτιαχναν με χαρτί από σακούλες τσιμέντου  και πυρίτιδα . Έφτιαχναν πυρίτιδα με απλά υλικά κάρβουνου και θειάφι..

Έκοβαν τη χαρτοσακούλα στενόμακρες λουρίδες, έριχναν στην άκρη λίγη πυρίτιδα, το τύλιγαν τριγωνικά πολλές φορές να γίνει χονδρό.

Στο τέλος, με μια πρόκα έκαναν μια τρύπα και με τα σπίρτα έδιναν φωτιά και ταυτόχρονα το πέταγαν πέρα, για να σκάσει με δυνατό κρότο!

Ενίοτε έφτιαχναν δύο με τρεις μεγάλες τρακατρούκες, για να τις ανάψουν όταν ο παπάς θα πει το «Χριστός Ανέστη!».

Σε πολλά χωριά της Κρήτης, όπως στους Βόρους, έφτιαχναν δύο ομάδες, κάθε μία, με τα δικά της αυτοσχέδια βαρελότα, η μπάλες που τις τύλιγαν γύρω γύρω με σύρμα, τις λεγόμενες  συρμαλίδικες, και γινόταν ένα είδος «μάχης», με  δύο αντίπαλες ομάδεςμετά την Ανάσταση!

Τι ήταν το «Αμίλητο Φως»

Τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου περιμένουν οι πιστοί να παραλάβουν με το «Δεύτε λάβετε φώς» από τον παπά το Άγιο Φως, για να το μεταφέρουν στο σπίτι τους.

Στο «Δεύτε λάβετε φώς»,  ο κόσμος προσέρχεται να πάρει το Άγιο φως, και να το πάει στο σπίτι τους.

Παλιά όταν πήγαιναν το φως, κατά τη διαδρομή δεν μίλαγαν! Πίστευαν έτσι, πως αν το κάνουν αυτό, «κάτι καλό» θα συμβεί στο σπίτι, και θα ξορκιστεί το κακό!

Αυτό ήταν το λεγόμενο «Αμίλητο Φως».

Αναφωνώντας ο παπάς το Χριστός Ανέστη!

Σαν ο παπάς αναφωνεί δυνατά το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, και οι πιστοί αγκαλιάζονται και δίνουν τα αναστάσιμους ασπασμούς

Παράλληλα οι περισσότερες γυναίκες έσκυβαν και έτριβαν τα  νύχια τους στο πάτωμα, η  γενικά στο έδαφος,  αν ήταν έξω, για να μην κάμουν … παρανυχίδες!

Οι παρανυχίδες τότε, ήταν μεγάλη πληγή για τις γυναίκες, γιατί τα όσπρια όλα τα έβγαζαν με τα χέρια!

Τα ρεβύθια, τις φακές, τον αρακά, τον ξεπάτωναν με τα χέρια τότε, τον έκαναν μικρά ματσάκια, και τον τοποθετούσαν κυκλικά. Οι κύκλοι αυτοί, λεγόταν «τσουμαλιές».

Σημειωτέον, ότι για προστασία, πολλές γυναίκες που είχαν παρανυχίδες τότε, έφτιαχναν γάντια από ανδρικές μάλλινες κάλτσες, που τις γάζωναν για να φτιάξουν τα δάχτυλα!

Σαν ο παπάς αναφωνώντας δυνατά το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, και οι πιστοί αγκαλιάζονται και δίνουν τα αναστάσιμους ασπασμούς!.

Μετά το Χριστός Ανέστη η βραδιά είναι αφιερωμένη στο γιορτινό τραπέζι

Οι περισσότεροι  κατευθύνονται στο σπίτι, να γιορτάσουν με φαγοπότι δίπλα στις οικογένειές τους.

Όταν πάνε το Αγιο Φώς στο σπίτι, ο πρώτος θα φτιάξει με τη φλόγα του κεριού, το σχήμα του Σταυρού, στο ανώφλιο της πόρτας.

Με αυτό το φώς, θα ανάψουν τα καντήλια, και την επ’ αύριο με το ίδιο Άγιο φώς θα ανάψουν και τα καντήλια στου τάφους των αγαπημένων προσώπων.

Το φως αυτό θα πρέπει να παραμείνει αναμμένο για 40 ημέρες χωρίς να σβήσει!

Γαρδουμπάκια αυγολέμονο, η μαγειρίτσα των κρητικών!

Η μαγειρίτσα που τρώνε στην υπόλοιπη Ελλάδα,, λέγεται ότι ξεκίνησε από τον διωγμό των Εβραίων. Τους πρότειναν οι επικεφαλείς τους, να φάνε μαγειρίτσα, για να αντέχουν την επ’ αύριο να διασχίσουν την έρημο. Λένε επίσης πως τα πικρά χόρτα για τη παρασκευή της, συμβόλιζε τη πικρή ζωή  από τη κατοχή τους από τους Αιγυπτίους!

Στο σπίτι λοιπόν τους περιμένουν ζεστά τα γαρδουμπάκια αυγολέμονο με ποδαράκια, αγαπημένο φαί των Κρητικών. Η λαχτάρα για να φάνε επιτέλους «λεργιά», μη νηστίσιμο δηλαδή φαγητό, είναι μεγάλη μετά από 40 μέρες νηστείας!

Θα τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό, και θα φάνε με όρεξη, μικροί και μεγάλοι.

Άλλοι, οι πιο πιστοί, μετά το Χριστός Ανέστη, μπαίνουν και πάλι μέσα στην εκκλησία, γίνεται η Θεία Λειτουργία, κοινωνούν όσοι είναι έτοιμοι, και στη συνέχεια αφού τελειώσει όλοι παρευρισκόμενοι έχουν φέρει από κάτι και «πίνουν ένα κρασί» έξω απ» το ναό !

Κάποιοι παλιά έφερναν και κρέας έξω από την εκκλησία, και έκαναν το «παρεάκι» τους, που συνήθως βαστούσε ως το πρωί!

Βέβαια τα παιδιά τότε, που είχαν και την ευθύνη να στήσουν τον Ιούδα, ήταν και υποχρεωμένα, την επαύριον, να έχουν καθαρίσει καλά καλά το χώρο με τις στάχτες, για να είναι καθαρός για το γλέντι που θα ακολουθήσει μετά την Ανάσταση, αλλά και στη μεγάλη γιορτή του Πάσχα αύριο!

ΗΜΕΡΑ  ΤΟΥ  ΠΑΣΧΑ

Την Κυριακή του Πάσχα, η καμπάνα της εκκλησίας, δεν σταματά να χτυπά όλη μέρα, και όχι μονάχα το Πάσχα, αλλά και τη Δευτέρα του Πάσχα πάλι όλη μέρα!

Πραγματικά όλοι καταλάβαιναν πως τότε ήταν το πραγματικό Πάσχα εκείνα τα χρόνια!

Πίστευαν πως όσο πιο πολύ χτυπούσαν την καμπάνα, τόσο πιο πολύ θα μεστώσουν τα σπαρμένα (σπαρτά) τους!

Όσοι   είχαν γελάδια, τραγιά κριάρια κλπ, πάλι έπρεπε να χτυπούνε την καμπάνα για να «ξεφοινικώσουν τα κέρατα των οζώ», δηλαδή, να μεγαλώσουν τα κέρατά τους!

Οι μικροί εμποράκοι και τα κασελάκια!

Τα παιδιά, κυρίως τα πιο φτωχά, την ημέρα του Πάσχα, την έβλεπαν και σαν ιδανική μέρα εμπορίου!

Πουλούσαν  λουκούμια, σε ένα αυτοσχέδιο χάρτινο κουτί, τα γνωστά σε όλους κασελάκια.!

Τα καρτελάκια, που ήταν χάρτινα κουτιά, γεμάτα με την πραμάτεια τους, τα κρεμούν στο λαιμό, και γύρναγαν  τις γειτονιές, για να μπορέσουν να εξοικονομήσουν ένα δεκάρικο, για να ενισχύσουν τα οικονομικά του σπιτιού.

Τη δουλειά αυτή την έκαναν ελάχιστα παιδιά, κυρίως τρία τέσσερα, που προερχόταν από φτωχές οικογένειες.

Πουλούσαν λουκούμια, μαντολάτα τσίχλες, καραμέλες, παστέλια κλπ.

Κάποια άλλα έχουν πιο επικερδές  εμπόριο, κάποια πράγματα, συνήθως μια κούτα λουκούμια, την έβγαζαν στη … λοταρία!

Πλήρωνες κάτι παραπάνω, αλλά όποιος ήταν τυχερός, θα κέρδιζε με ένα δίφραγκο ολόκληρη τη κούτα!

Κάποια επίσης πούλαγαν και τσιγάρα χύμα! Επειδή δεν υπήρχαν ακόμα οι κούτες των 20 σιγαρέτων, ο μπακάλης αγόραζε μεν  κούτες, αλλά ήταν «των 100 σιγαρέττων»!. Οπότε ήταν δύσκολο να αγοράσει  ο άλλος ολόκληρη τη κούτα! Όλοι αγόραζαν χύμα τσιγάρα. Εκείνοι που τα αγόραζαν από δύο έως πέντε, τα έβαζαν μέσα σε μεταλλικές ταμπακιέρες, και τα έσπαγαν  συνήθως στη μέση, και τα κάπνιζαν από μισό τσιγάρο κάθε φορά!

Το μεσημεριανό πασχαλινό τραπέζι

Το κύριο μεσημεριανό φαγητό παλιά, για τους περισσοτέρους, στα φτωχά χρόνια, ήταν συνήθως μαγειρευτό αρνί ή κατσίκι, η γιαχνί με αγκινάρες, η αυγολέμονο.

Κατά άλλους ήταν το κλέφτικο, κι αργότερα το αντικριστό. Σπάνια παλιά στο τραπέζι υπήρχε ψητό σε ταψί, γιατί δεν είχαν όλοι φούρνο. Το ψητό στις κλιματόβεργες για το φούρνο, μπήκε μεταγενέστερα  στο κρητικό τραπέζι, πιο συχνό ήταν το αρνί σε παϊδάκια στα κάρβουνα.

Μπορούμε να αναφέρουμε και σαν έθιμα την ώρα που το αρνί ήταν στο τραπέζι και τα εξής.

Από το αρνάκι ή κατσικάκι, σε όποιον τύχαινε το κεφαλάκι, αν έδινες στον άλλο το μάτι να το φάει, ο άλλος συνήθως απέφευγε να το φάει, διότι «αν το φάει, θα πεθάνει ο αδερφός του»!  Έτσι το έδιναν σε κάποιον που να μην έχει αδερφό!

Τα παιδιά τότε, περίμεναν πώς και πώς, να πάρουν ο κοκαλάκι ο έχουν στα μπροστινά πόδια τα αρνιά, τον λεγόμενο βεζίρη! Ο βεζίρης ήταν αγαπημένο παιγνίδι των παιδιών τότε!

Ο αφέντης έπαιρνε το τριγωνικό κόκκαλο τη σπάλα, που οι «ειδικοί», θα αναλύσουν από τη διαφανή όψη του, τα μελλούμενα του νοικοκύρη, πως θα πάει η υπόλοιπη χρονιά, πως θα πάει η υγεία του, τα πρόβατά του, και χίλια άλλα διό!

Δεν ξέρουμε, αλλά για κάποιο λόγο, τις περισσότερες φορές, αυτά που έβλεπαν οι ειδικό, έβγαιναν στ αλήθεια!

Μια ακόμα συνήθεια, ήταν να κοιμούνται την ημέρα της Λαμπρής, κυρίως τα παιδιά,  έτσι τους  έλεγαν:

 «Όποιος κοιμάται τη Λαμπρή, τον ύπνο τον αγοράζει, κι όποιος δε κοιμάται, τον ύπνο τον -ε πουλεί»!

Με δύο λόγια τους έλεγαν, πως όποιος κοιμηθεί λίγες ώρες την ημέρα του Πάσχα, θα κοιμάται εύκολα όλο τον υπόλοιπο χρόνο! Αντίθετα, όποιος δεν κοιμηθεί τότε, αλλά την επ’ αύριο, δεν θα χορταίνει ύπνο και θα δυσκολεύεται να κοιμηθεί όλο τον υπόλοιπο χρόνο!

Η Κρανάσταση

Στην εκκλησία γίνεται το μεσημέρι του Πάσχα, χτυπάει ο παπάς τη καμπάνα, και γυρίζεται η Κρανάσταση, Νεκρανάσταση, η  λεγόμενη δεύτερη Ανάσταση. Βγάζουν σε περιφορά όλες τις εικόνες της εκκλησίας σε μεγάλο κύκλο, όπου στο τέλος επιστρέφουν πάλι τις εικόνες στο ναό, και τότε πλέον λύεται κανονικά και η περίοδος της νηστείας! Ο κόσμος επιστρέφει στο σπίτι, και αρχίζει το μέγα φαγοπότι!

Ολοήμερο γλέντι στην εκκλησία

Ακόμα και να είχαν φάει ο κόσμος στα σπίτια τους, δεν θα παρέλειπαν ωστόσο και να πάνε στο γλέντι στην εκκλησία!

Πολλοί τότε, κυρίως βοσκοί, έσφαζαν από ένα αρνί, και πήγαιναν στην εκκλησία πανέρια με βραστό κρέας, κόκκινα αυγά, και πολλά μπουκάλια κρασί!

Ο παπάς τα βλογά  όλα, τα κόκκινα αυγά, το κρέας και το κρασί, και τα κερνούσαν τους παρευρισκόμενους.

Μπορεί να ήταν δέκα τραπέζια στο προαύλιο της εκκλησίας, με  ένα μπουκάλι κρασί, το κάθε ένα, ένα πανιέρι με βραστό κρέας, και διό τρία ποτήρια.

Από ένα κρασί να πιεί κάποιος από το κάθε τραπέζι, στο τέλος γινόταν σκνίπα!

Μετά ακολουθούσε κανονικό γλέντι, όπου και καλούσαν λυράρη! Ήταν η μέρα που περίμεναν όλοι, πώς και πώς, κυρίως οι νέοι! Στο χορό αυτό, ήταν η μεγάλη τους ευκαιρία να ανταλλάξουν ματιές, και να κάνουν σινιάλο με το σφίξιμο των χεριών!

Δεν σταματούν όλη μέρα, μέχρι αργά, να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, και να δίνουν πασχαλινό τόνο τα σκλαπατζίκια,

Το γλέντι συνεχίζεται στο ίδιο μοτίβο, και τη Δευτέρα του Πάσχα,  κανονικά όλη την ημέρα!

(Ευχαριστούμε τον πατέρα Νικόλαο Τzαγκαράκη, και τον κ. Μύρωνα Μαραγκάκη, για τις πολύτιμες πληροφορίες)

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Λέντας, το Ασκληπιείο και η ”τρύπα του Ασκληπιού”!!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Λέντας είναι οικισμός στο δήμο Γόρτυνας του νομού Ηρακλείου


Εκεί βρίσκεται η αρχαία Λεβήν, λιμάνι στα παράλια της επαρχίας Καινούργιου προς το Νότιο Κρητικό Πέλαγος.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ένα από τα λιοντάρια που έσυρε την άμαξα της Ρέας έγινε πέτρα από τη θέση αυτή και γι’ αυτό ονομάστηκε Λεβήν.

Το πιθανότερο όμως είναι ότι, το όνομα οφείλεται στο παρακείμενο ακρωτήριο το οποίο μοιάζει με λιοντάρι από τη συγκεκριμένη θέση στην οποία βρίσκεται.

Το αρχαιότερο μνημείο της Λεβήνος είναι ο Θησαυρός, τετράγωνο πηγάδι βάθους 1.090 μ. που χρονολογείται από το 2ο ή τον 1ο αιώνα π. Χ. Ανατολικότερα στο βάθος 3,30μ. βρέθηκε η πηγή του νερού με θεραπευτικές ιδιότητες.

Υπήρχαν επίσης κολυμπήθρες , οι οποίες επικοινωνούσαν, μέσα στις οποίες λούζονταν οι ασθενείς.

Η Λεβήν ήκμασε στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, ως λιμάνι της Γόρτυνας αλλά και ως ιερή πόλη, όπου λατρευόταν ο Ασκληπιός και η Υγιεία Σώτειρα.

Το Ασκληπιείο ήταν στην ακμή του κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια της Ρώμης και ο χώρος αυτός εξελίχτηκε σε θεραπευτικό κέντρο.

Κανείς δεν έπρεπε να μάθει τις μυστικές θεραπείες που γίνονταν εδώ και γι’ αυτό συνηθιζόταν στα Ασκληπιεία να δίνουν όρκο σιωπής, όπως γινόταν, δηλαδή, και στα Ελευσίνια μυστήρια!

Στα Ασκληπιεία σε όλη την Ελλάδα κατέφευγαν συνήθως ασθενείς με την ελπίδα να θεραπευτούν.

Πράγματι, τις περισσότερες φορές γιατρεύονταν μέσα από μια ολοκληρωμένη και εντατική θεραπεία που περιλάμβανε δεήσεις, ειδική δίαιτα, χειρομαλάξεις, λουτροθεραπεία, χειρουργικές επεμβάσεις ως και ψυχοθεραπεία με την ακρόαση μουσικών και θεατρικών παραστάσεων!

Το τελευταίο στάδιο της θεραπείας στα Ασκληπιεία της αρχαιότητος στην Ελλάδα, εφόσον βέβαια αυτό ήταν απαραίτητο, ήταν η εγκοίμηση. Τότε ο ασθενής, ενώ κοιμόταν σε ειδικό χώρο, έβλεπε σε όνειρο τον ίδιο το θεό Ασκληπιό να του φανερώνει τη θεραπεία για την ασθένειά του.

Έτσι έχουμε τη διαδικασία της θεραπείας του Πλούτου κατά την εγκοίμηση… όπως τη διασώζει ο Αριστοφάνης: Καρίωνας: «Μετά (ο θεός) πήγε και κάθισε δίπλα στον Πλούτο. Πρώτα του έπιασε το κεφάλι κι ύστερα με ένα πανί Του σφούγγισε τα ματόφυλλα.

Η Πανάκεια με κόκκινο ύφασμα του σκέπασε την κεφαλή κι όλο το πρόσωπο. Έπειτα ο θεός εσφύριξε. Πετάχτηκαν από το ιερό δυό φίδαροι να!»

Γυναίκα (του Χρεμύλου): «Πώωπω, θεούλη μου!»

Καρίωνας: «Χώθηκαν κάτω από το κόκκινο ύφασμα Και θαρρώ του έγλειψαν τα βλέφαρα. Λοιπόν, κυρά, προτού προλάβεις να πιεις κανά δυο κιλά κρασί, σηκώθηκε ο Πλούτος κι είχε το φως του. Απ’ τη χαρά μου χτυπάω παλαμάκια και ξυπνώ τον αφέντη. Ευθύς, θεός και φίδια γίναν άφαντοι στο ναό».

(Αριστοφάνης, Πλούτος, στ. 727-741) Μερικές φορές, μάλιστα, η θεραπεία γινόταν όσο ο ασθενής κοιμόταν και όταν ξυπνούσε από το βαθύ του ύπνο, ήταν και πάλι απολύτως υγιής! Κάπου μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, με τη θεραπευτική επέμβαση του θεού ή με τη δύναμη της αυθυποβολής, επιτυγχανόταν τις περισσότερες φορές η θεραπεία των ασθενών.

Ωστόσο ο Ασκληπιός εδώ στο Λέντα είχε μια παρεμφερή τεχνική με τα άλλα Ασκληπιεία της Ελλάδας, αλλά ολότελα δική του, που δεν την συναντούμε πουθενά σε κανένα Ασκληπιείο, εις το να θεραπεύσει δηλαδή τους ασθενείς του, καθώς περιγράφεται στο λαογραφικό που ακολουθεί:

Ο Ασκληπιός του Λέντα, πάντα υποσχόταν σε όλους τους ασθενείς του ότι θα τους κάνει καλά, έχοντας ως σύμμαχο, το ξεχωριστό κλίμα του Λέντα, το φημισμένο του νερό , αλλά και ακόμα μια ”μαγική” τρύπα!!

Συνιστούσε λοιπόν στους ασθενείς του να τον επισκεφτούν και να μείνουν μαζί του ένα μήνα, κρατώντας τρόφιμα ικανά για να περάσουν, όλον αυτό τον μήνα. Μόλις πήγαινε εκεί ο ασθενής, ο Ασκληπιός τον έβαζε σε πρόγραμμα και του έλεγε τα παρακάτω λόγια:

– Για να πάνε όλα καλά, θα πρέπει να σηκώνεσαι το πρωϊ και να πηγαίνεις να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως καλά και θα πίνεις νερό απ’ αυτήν εδώ την πηγή και μετά θα πηγαίνεις εκεί στην τρύπα και θα κοιτάζεις, μήπως δεις να ξεπροβάλει ένας όφις. Αν δεις να ξεπροβάλει ο όφις, τα νέα θα είναι δυσάρεστα!! Φυσικά θα πεθάνεις!! Αν δεν δεις τον όφι, όλα θα πάνε καλά!! Μετά θα πηγαίνεις να κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι. Το μεσημέρι θα πηγαίνεις πάλι να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως και θα πίνεις πάλι από αυτό το ίδιο νερό και στη συνέχεια θα πηγαίνεις πάλι στην τρύπα και να ξανοίγεις μήπως δεις να ξεπροβάλει ο όφις. Μετά θα πηγαίνεις πάλι για ύπνο. Το ίδιο ακριβώς πράγμα θα κάνεις και το βράδυ. Με αποτέλεσμα όποιος πήγαινε εκεί, ξεκουραζόταν αρκετά, έκανε τα μπάνια του για ένα ολόκληρο μήνα, έτρωγε και έπινε από το φημισμένο νερό του Λέντα, ενώ ποτέ του δεν έβλεπε τον όφι να βγαίνει από την τρύπα!! Εφόσον λοιπόν δεν είχε δει τον όφι να βγαίνει από την τρύπα, δεν είχε νε κανένα φόβο για να πεθάνει!!

Στο τέλος του μήνα, βρισκότανε ξεκουρασμένος, ξεχασμένος από την πρώην καθημερινότητα, ενώ ο οργανισμός του είχε νε τονωθεί από τα μπάνια τη καλοπέραση και το καλό νερό, μα πάν’ απ’ όλα, τη καλή ψυχολογία, που δεν είδε νε τον όφι να ξεπροβάλει!!

Τελικά έφευγε για το σπίτι του, υγιέστατος και πολύ ικανοποιημένος, από τον γιατρό Ασκληπιό!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι χοχλιοί ο «μεζές» των φτωχών!

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι χοχλιοί μέσα από την λαογραφία της Κρήτης


Η ζωή του Κρητικού ήταν και είναι στενά συνδεδεμένη με τους χοχλιούς από την Μινωική εποχή μέχρι σήμερα, καθ ότι δεν κόστιζε στο τραπέζι του τίποτα, αφού είναι δώρο της φύσης, και ειδικά δώρο για την φτωχολογιά, την οποία ο χοχλιός έχει σώσει σε δύσκολους καιρούς, ειδικά στην κατοχή, αλλά ακόμα και στην τωρινή κρίση.
Το ότι είναι νηστίσιμοι οι χοχλιοί το γνωρίζουν όλοι, και πάντα θα υπάρχει η λαχτάρα να βρεθεί στο τραπέζι. Εύκολη κατά κάποιο τρόπο τροφή, να βγάλει τις νηστείες του χρόνου η φτωχή οικογένεια με πιο πολύ άνεση, αλλά και εν ανάγκη να πουλήσει και μερικά κιλά στον μπακάλη για ένα χαρτζιλίκι.
-«Για δες τε πάλι το Μαργιώ ένα μασκαραλίκι
να προσπαθεί απ τσοι χοχλιούς να βγάλει χαρτζιλίκι»!
Θα μας πει μια παλιά σατυρική μαντινάδα. Η δε κατοχική μάνα θα πει:
-«Εμείς κάποτε όλες τις νηστείες με χοχλιούς τη βγάζαμε»!
Όλη τη βδομάδα τα Καλοκαίρια η φτωχή οικογένεια μάζευε χοχλιούς στο χωράφι που ήταν η εκάστοτε εργασία τους, συγκέντρωναν τέσσερα πέντε κιλά, και το Σάββατο κατέβαιναν στο παζάρι και τους πουλούσαν, ή τους έδιναν στον μπακάλη χωριού. Ερχόταν κάποτε μεγαλέμποροι από τις μεγάλες πόλεις και τους χοχλιούς που αγόραζαν τους έστελναν συνήθως στη Γαλλία. Οι Γάλλοι πάντα λάτρευαν τους χοχλιούς της Κρήτης.

Τα χοχλίδια του …ούζου!

Τα μικρά χοχλίδια έχουν την ιδιότητα να μην κρύβονται, και τα Καλοκαίρια σκαρφαλώνουν επάνω σε πασσάλους, σε κλαριά σε θάμνους, σε δένδρα ανά δεκάδες και προκαλούν μάλιστα σε πολλούς και ένα εντυπωσιακό θέαμα!
Εκτός από τους χονδρούς χοχλιούς και τους λιανούς, πριν και μετά την κατοχή την τιμητική τους είχαν οι λιανοί χοχλιοί που ήταν νοστιμότατοι πιλάφι ή με χόνδρο, αλλά και τα μικρά χοχλίδια βραστά! 
Τα μικρά αυτά καμπίσια χοχλίδια ήταν μικρά μεν αλλά περιζήτητα, και για τα παιδιά ένα σπορ συναγωνισμού, στο ποιο παιδί θα καταφέρει να φάει πιο πολλά! Τα ονομάζανε μάλιστα και «χοχλίδια του ούζου», γιατί ήταν ίσως ο εκλεκτότερος μεζές να συνοδέψει το ούζο της παρέας. Στη κατοχή πριν αλλά και μετά, ήταν στις Μοίρες δυο καφενεία που εκτός από καφέδες, πρόσφεραν και διάφορους μεζέδες, από κρέας μέχρι χοχλιούς! Εκεί συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες σέρβιραν χοχλίδια! Σέρβιραν λιανούς χοχλιούς βραστούς για κρασί, αλλά σέρβιραν επίσης και τα πολύ μικρά χοχλίδια για συνοδεία του ούζου! Όταν πήγαινε παρέα να καθίσει, επάνω στο μεταλλικό στρογγυλό τεζιάκι , τους άφηνε ο καφετζής τα ποτήρια με το κρύο νερό που διατηρούσε από το ψυγείο του πάγου, έφερνε ένα καραφάκι ούζο με τα ποτήρια του, και ένα πιατάκι με χοχλίδια. Τα χοχλίδια έλεγαν ήταν ο αποκλειστικός «μεζές για μερακλήδες»! Μέχρι τουλάχιστον το ΄55 συνέβαιναν αυτά, όπου σιγά – σιγά ξεχάστηκαν.
Όμως για πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα οι καφετζήδες βράζουν χοχλιούς χονδρούς ή λιανούς, και σερβίρουν για το κρασί ή την μπύρα της παρέας.

Το ξύγκι του χοχλιού!

Ο χοχλιός ο χονδρός λένε τη Κρήτη πως αποτελείται από τη γλώσσα, το ξύγκι στη μέση και στο πίσω μέρος το λεγόμενο «αποκόλι» που είναι κάπως στριφτό. Το αποκόλι αν ο χοχλιός έχει φάει τροφή είναι μαύρο και έχει μια γεύση σαν χώμα. Το καλύτερο όμως και πιο νόστιμο σημείο του χοχλιού όταν είναι παχύς είναι το λεγόμενο ξύγκι του, το οποίο βέβαια είναι σε στερεά μορφή, και ανοιχτού χρώματος. Κάποτε μάλιστα υπήρχε στα χωριά μια φράση που έλεγε το εξής:
-«Το ξύγκι του χοχλιού του βάλανε στα μάθια και τον εποστραβώσανε, που δεν ήφεγγε ο κακομοίρης να δει ήντα ‘κανε»! 
Η ιδιωματική βέβαια φράση αυτή ήθελε να πει εν ολίγοις, πως κάποιον τον ξεγελάσανε κάποιοι τον κορόιδεψαν, και δεν έβλεπε την κατάσταση, για το τι έχε κάνει!
Όσο και να φαίνεται παράξενο, υπάρχει η λογική εξήγηση της φράσης αυτής, διότι πράγματι το ξύγκι του χοχλιού κάποτε έπαιζε το ρόλο του, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.
Τα παιδιά στα χωριά τα έστελναν κάποτε τους καλοκαιρινούς μήνες οι γονείς τους στα έχνη, δηλαδή στη βοσκική των οικόσιτων ζώων του σπιτιού.
Συνήθως δεν πήγαινε μόνο του το κάθε ένα παιδί, αλλά μαζί με άλλα παιδιά αδέρφια ή ξαδέρφια για παρέα. Κάποιο όμως παιδί που βαριόταν να βλέπει τα ζώα, δηλαδή να προσέχει, προτιμούσε να την αράξει στον ύπνο κάτω από ένα παχύ και δροσερό ίσκιο μιας μεγάλης χαρουπιάς!
Τα υπόλοιπα παιδιά που δεν τους άρεσε αυτή η κατάσταση, και αφού ήταν όλα διαολάκια, σκαρφίζονταν το εξής τραγελαφικό:
Τα παιδιά έσπαγαν με μια πέτρα ένα χονδροχοχλιό, έβγαζαν το ξύγκι του, το μάλασαν με τα δάχτυλα να λιώσει, και στη συνέχεια το έβαζαν να στάξει επάνω και στα δυο μάτια του κοιμισμένου!
Το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα σε μια ώρα περίπου να σκληραίνει πολύ και να γίνεται κολλώδης ουσία! Έτσι όταν το παιδί πήγαινε να ανοίξει τα μάτια του δεν μπορούσε, αφού είχαν κολλήσει τελείως μεταξύ τους τα ματοτσίνορα, και το παιδί κατατρομαγμένο νόμιζε πως είχε στραβωθεί! 
Έτσι μετά την πρώτη λαχτάρα, αφού ζούσε με την αγωνία του τυφλού, ότι κάτι έπαθε δηλαδή στα μάτια και στραβώθηκε, οι άλλοι του έφερναν νερό να ξεπλύνει τα μάτια του, και φυσικά να πάρει το μάθημά του και να μην κοιμηθεί ξανά!
Δεν τολμούσε βέβαια πλέον το υπναλέο παιδί να ξανακοιμηθεί στα έχνη, αλλά και κανένα άλλο παιδί της παρέας, από τον φόβο μην του κάνουν τα ίδια! Έτσι αν κάποιο από τα παιδιά σκεφτόταν να την αράξει για ύπνο, τότε πήγαινε κάπου μακριά σε ένα μυστικό σημείο να την πέσει, που να μην μπορούν να το ανακαλύψουν τα άλλα!

Το φάρμακο για το έλκος

Από την αρχαιότητα και την εποχή του Ασκληπιού, γνώριζαν οι άνθρωποι πως τα λιπαρά έκαναν καλό στο στομάχι. Σε πόνους του στομαχιού παλιά μας έδιναν οι μανάδες μας μια κουταλιά λάδι με ζάχαρη, και ο πόνος πέρναγε αμέσως!
Το ξύγκι του χοχλιού ή χοχλιδόξυγκο, ήταν κι αυτό αποδεδειγμένα το τέλειο φάρμακο για το έλκος και πόνους στο στομάχι, γιατί απλούστατα και αυτό είναι λίπος. Ο άρρωστος με έλκος παλιά, έβραζε μια τσικαλιά χοχλιούς, και έτρωγε μόνο το ξύγκι! Αυτό αν το έκανε δυο τρείς φορές, τότε το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα να κάθεται στα τοιχώματα της κοιλιάς και να κλείνει τις πληγές, και ο πόνος τους πέρναγε οριστικά αφού οη πληγές της κοιλιάς έκλειναν.

Ο χοχλιός και το… τσιμπούκι!

Τα παιδιά τους άρεσε να μαζεύουν χοχλιούς για να πάρουν αργά την ευκή της μάνας τους, και εκείνη να τους ψήσει αργά να φάνε κι αυτά και η οικογένεια. Πρόσεχαν όμως ιδιαιτέρως πού έβαζαν τα χέρια τους σε κουφάλες ή τρύπες, μην τυχόν κρύβεται κάποιος σκορπιός ή φίδι. 
Τα διαβολόπαιδα βέβαια κάποτε κάνανε πολλά σαν βρίσκονταν στην εξοχή στα έχνη. Μπορούσαν να πάρουν ένα κονσερβοκούτι να του βάλουν νερό και να βράσουν χοχλιούς και να τους βγάζουν με μια μεγάλη αγκάθα αγριαχλαδιάς, ή ένα ξυλάκι που το έκαναν σαν οδοντογλυφίδα ξύνοντας το στην άκρη. Συνήθως τους έτρωγαν χωρίς αλάτι και σχεδόν ζωντανούς, ίσα να είχαν άρει μια βράση! Καμιά φορά κάποια παιδιά έφερναν αλάτι από το σπίτι, αλλά και αυτό ήταν δύσκολο, γιατί το απαγόρευε η μάνα, καθ’ ότι το αλάτι όπως και τα σπίρτα και το οινόπνευμα, ανήκαν στο μονοπώλιο του κράτους, και ήταν εξαιρετικά δυσεύρετα εκείνα τα χρόνια! 
Άλλες φορές τα παιδιά άναβαν μια μικρή φωτιά σε κάποια καλλουργιά, και έκαναν οφτούς μερικούς χοχλιούς και τους έτρωγαν, σπάζοντάς τους με μια πέτρα.
Από τους βραστούς χονδροχοχλιούς που έτρωγαν, διάλεγε κάθε παιδί από έναν μεγάλο, τον τρυπούσαν στο πλάι, περνούσαν στην τρύπα μια καλαμιά, και έκαναν τον χοχλιό αυτό τσιμπούκι!
Σαν διαβολόπαιδα και τότε, ήθελαν να μιμούνται τους μεγάλους, και έτσι στο τσιμπούκι έβαζαν τρίματα από διάφορα δένδρα ή θάμνους. Έκοβαν μικρά κλαριά ελιάς, σκίνου, μυρτιάς, φασκομηλιάς ή ότι άλλο αρωματικό φυτό υπήρχε κοντά και με το μαχαιράκι έξυναν τρίματα και γέμιζαν το χοχλιδοτσιμπούκι τους! Άναβαν τα τρίμματα με ένα σπίρτο και κάπνιζαν τον χοχλιό σαν κανονικό τσιμπούκι! Βέβαια με τα τρίμματα αυτά μπορούσαν αν είχαν χαρτί να τα κάνουν και τσιγάρο!

Οι χοχλιοί του Μάρτη

Του Μάρτη οι χοχλιοί ήταν κατάλληλοι για φαγητό, γιατί ήταν παχείς, αφού χόρτα υπήρχαν άφθονα. Οι χοχλιοί τον Μάρτη έβγαινα την νύχτα μετά από μια βροχούλα, η αν η βραδιά είχε πολύ δροσούλα. Ο πατέρας έπαιρνε ένα δυο παιδιά του με τα καλαθάκια τους, και πήγαιναν νύχτα στους χοχλιούς. Για να βλέπουν κρατούσαν στο χέρι με φαναράκια θυέλης, αργότερα λουξ, και καμιά φορά φακούς. Οι χοχλιοί σαλεύγανε παντού, στα πλάγια σε δρόμους, σε πλαγιές λόφων, σε τράφους, κοντά σε σωρούς με πέτρες, και περνώντας, έναν – έναν τον πετούσαν στο καλάθι. Μόλις όμως έβγαινε ο ήλιος ή φύσαγε αέρας, οι χοχλιοί εξαφανιζόταν, γιατί κρυβόταν και δεν φαινόταν. Έτσι ή θα έπρεπε να πάνε από τις 10 με 12 τη νύχτα για δυο ώρες, ή ξημερώματα το πρωί, να προλάβουν να βρουν μισό καλάθι και να τους πάνε στο σπίτι. Δεν τους μάζευαν όλους, για να μπορούν πάλι να αναπιαστούν, έτσι πατέρας έλεγε στα παιδιά, να μην τους μαζεύουν από τους δαμάκους (λοξές πλαγιές, γκρεμούς), μια και υπήρχε κίνδυνος να γλιστρήσουν και να πέσουν. Τέλος έφεραν τους χοχλιούς στο σπίτι αλλά επειδή είχαν φάει άγνωστα χόρτα, δεν ήταν σίγουροι για τυχόν δηλητηρίαση. Έπρεπε λοιπόν να τους «σακάσουν», δηλαδή να τους ταΐσουν μια καθαρή τροφή, και αφού την αποβάλουν, τότε μπορούσαν να φαγωθούν ελεύθερα. Έτσι τους έβαζαν σε ένα καλάθι ή κοφίνι, και τους έριχναν μέσα τραχανά από σιτάρι, ζυμάρι από αλεύρι σε τρίματα, η εν ανάγκη πέταγαν μέσα και ένα θυμάρι, που είναι ακίνδυνο και ο χοχλιός θα πάρει και από το άρωμα του. Οχι όμως αλμυρες τροφες όπως μακαρόνια γιατί έχουν αλάτι, το οποίο ψοφάει το χοχλιό αν τυχόν φάει. Όταν έτρωγαν αυτές τις κατάληλες τροφές οι χοχλιοί, σε δυο τρείς μέρες ήταν έτοιμοι για μαγείρεμα. Για να μην φεύγουν όμως οι χοχλιοί από το καλάθι ή το κοφίνι, έβαζαν σε ένα ντενεκάκι ελάχιστο νερό και πολύ αλάτι, και με ένα πανί έβρεχαν με αλατόνερο το εσωτερικό στο πάνω μέρος του καλαθιού ή της κοφίνας, και όταν έφτανε έως εκεί ο χοχλιός τον ενοχλούσε το αλάτι και ξαναγύριζε πάλι πίσω! Έτσι δεν μπορούσαν να δραπετεύσουν!
Όταν η μητέρα έψηνε στο σπίτι χοχλιούς, συνήθως τα μικρά παιδιά τους σιχαινόταν, γιατί τους θύμιζαν κάτι σαν σκουλήκια! Όμως οι γονείς επέμεναν να φάνε σαλιγκάρια, γιατί «είχαν ασβέστιο», και αν φάε θα κάνουν γερά κόκκαλα, όμορφα δόντια! Τα δε κορίτσια αν φάνε θα κάνουν όμορφα κατσαρά μαλλιά, ωραία κορμοστασιά, και έτσι τα ξεγελούσαν για να τους φάνε!
Όμως τα εκπαίδευαν κιόλας να μην ρουφάνε τους χοχλιούς και καταπιούν κανέναν και πνιγούν, κι αν τον ρουφήξουν τους έλεγαν να τον κρατάνε σφιχτά με το χέρι! Είχαν μάλιστα φτιάξει και ειδικά πιρούνια ανοίγοντας περισσότερο το πρώτο δόντι, και αφού ήταν λιγάκι πιο ανοιχτό, διευκόλυνε έτσι ώστε να μπαίνει εύκολα στη κούπα του χοχλιού, και να τον «ξεφκαρώνει» ( βγάζει)! 
Από τον χοχλιό έτρωγαν όπως έλεγαν τη γλώσσα και το ξύγκι, το αποκόλι το πέταγαν γιατί περιείχε τα κόπρανα του χοχλιού, ειδικά όταν ήταν μαύρο, οπότε θα ήταν και πικρό.
Τις άδειες χοχλιδόκουπες τις πέταγαν στη φωτιά να καούν, ή τις κοπάνιζαν και τις έριχναν στις κότες.
Για τον χοχλιό πάντα λέγανε πολλά καθώς και πολλές μαντινάδες.
Χοχλιδοβολοσέρματα δε θέλω μπλιό μαζί σου,
γιατί είδα αλλονού χοχλιού, σημάδια στο κορμί σου!

Θα έλεγα να τελειώσουμε και το σημερινό θέμα με μια συνταγή, πώς φτιάχνουμε χοχλιούς στιφάδο και κοκκινιστούς!

Πως κάνουμε τους χοχλιούς στιφάδο

Πάλι θα μας τα πει η κα Αμαλία Φραγκουλιτάκη από τη Γαλιλα πως τους μαγειρεύει η ίδια στιφάδο, που την ευχαριστούμε:
-Για να φτιάξω στιφάδο ένα κιλό χοχλιούς, ξεκολλώ έναν – έναν τον χοχλιό, και κοιτάζω προσεκτικά αν υπάρχει κανένας χαλασμένος. 
Πλένω τους χοχλιούς καλά, αφού τους έχω ξύσει τα πολλά – πολλά ξένα σώματα με το μαχαιράκι, και περιμένω να βγούνε από τα καπάκια τους.
Ξεχωρίζω όσους σαλεύουν, που έτσι είμαι σίγουρη πως είναι όλοι ζωντανοί! 
Βάζω νερό στη κατσαρόλα με αλάτι μέχρι να βράσει. Ρίχνω αλάτι στους χοχλιούς για να ξαναμπούνε στο καβούκι τους, και τους ρίχνω στη κατσαρόλα για πέντε λεπτά βράσιμο. 
Με μια τρυπητή κουτάλα βγάζω τα σάλια, και στη συνέχεια μετά τα πέντε λεπτά τους κατεβάζω και τους πλένω πάλι καλά.
Με μαχαίρι πάλι καθαρίζω ότι έχει απομείνει στο κέλυφος, μια και με το βράσιμο έχουν ήδη μαλακώσει, και βγάζω και τα στουμπώματα τους. 
Όταν τους έχω καθαρίσει πολύ καλά, τους ξεπλένω πάλι, και τους τρυπάω έναν ένα με το πιρούνι από πίσω τους. 
Οι λιανοί ειδικά θέλουν τρύπημα οπωσδήποτε. Στη συνέχεια αφού τους ξεπλύνω από τα τρίμματα που δημιουργούνται με το τρύπημα με δυο τρία νερά, τους στραγγίζω στο σουρωτήρι. 
Στη κατσαρόλα βάζω λάδι αναλόγως την ποσότητα, και μόλις ζεσταθεί το λάδι, όχι να κάψει, ρίχνω τους χοχλιούς. 
Ρίχνω αλάτι και ανακατεύω με χαμηλή φωτιά. 
Έχω έτοιμα ένα κιλό κρεμμύδια κομμένα μακρόστενα, ανάλογα πάντα τους χοχλιούς, ή πέντε μεγάλα κρεμμύδια. Δεν με πειράζει αν τα κρεμμύδια είναι και δυο κιλά. 
Έχω καθαρίσει και δέκα ντομάτες μικρές στον τρίφτη ή πέντε έξη μεγάλες.
Ρίχνω τα κρεμμύδια στο τσικάλι και ανακατεύω για πέντε λεπτά.
Στη συνέχεια ρίχνω και την ντομάτα, όχι νερό γιατί η ντομάτες κατεβάζουν!
Εάν βάλουμε ντομάτες από κουτί βάζουμε ένα κουτί της ντομάτας κονσέρβας ψιλοκομμένη, ή ένα κουτάλι της σούπας πελτέ, δυο φύλλα δάφνης, αλάτι πιπέρι, ένα κουταλάκι κύμινο και μισό κουταλάκι μπαχάρι. Αν θέλουμε σβήνουμε με κόκκινο κρασί, το στιφάδο θέλει κρασί.
Όποιος θέλει βάζει και δυο πατάτες αν έχει παιδιά, γιατί οι πατάτα συνήθως αρέσει σε όλα τα παιδιά.
Βέβαια το κανονικό στιφάδο χοχλιούς είναι μόνο κρεμμύδια κομμένα σε κομμάτια και όχι ολόκληρα. Τα ολόκληρα κρεμμυδάκια μπαίνουν μόνο στα κρέατα και στις σουπιές όταν είναι να τα κάνουμε στιφάδο.
Ψήσιμο μισή ώρα έως μια ώρα, και δοκιμάζουμε αν ξευκαρώνει (βγαίνει ολόκληρος) ο χοχλιός!

Κοκκινιστοί χοχλιοί

Η διαδικασία του πλυσίματος είναι ίδια και για κοκκινιστούς χοχλιούς, πάλι ενός κιλού.
Η διαφορά αρχίζει στο τσιγάρισμα. Ένα μεγάλο κρεμμύδι το ετοιμάζουμε στο μπλέντερ, και το ρίχνουμε στην κατσαρόλα με τους χοχλιούς με το λάδι λίγο να τσιγαριστούν μαζί. 
Το λιωμένο κρεμμύδι, θα μας κάνει πιο νόστιμη τη σάλτσα μας! Βάζουμε 6 μεγάλες ώριμες ντομάτες ή δέκα περίπου μικρές έως μεσαίες φρέσκες, κομμένες κομματάκια. Ένα κουταλάκι της σούπας πελτέ, αλάτι πιπέρι, λίγο μπαχάρι και πάπρικα γλυκιά, όχι καυτερή γιατί μπαίνει το πιπέρι. 
Ρίχνουμε και ένα φλιτζάνι νερό άμα δούμε ότι έφυγε το νερό της ντομάτας, και τα βάζουμε για μια ώρα ψήσιμο σε σιγανή πάντα φωτιά. Βέβαια ο συνολικός χρόνος στο να φτιάξουμε κοκκινιστούς χοχλιούς είναι περίπου τρεις ώρες μαζί με την προετοιμασία, για αυτό πρέπει να αρχίσουμε να τους ετοιμάζουμε από νωρίς.
(Ευχαριστούμε και πάλι τον κ Μύρωνα Μαραγκάκη για τις πληροφορίες με τις συνήθειες της εποχής του, καθώς και την μαγείρισα κα Αμαλία για τις δυο συνταγές και τις φώτο στιφάδο και κοκκινιστούς)

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ζουρίδα – Η αλεπού της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Η ζουρίδα δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί η ”αλεπου της κρητικής υπέθρου”


Μία ευκαιρία δούμε το ζώο αυτό που μοιάζει πολύ με τη καλογεννούσα , κοινός νυφίτσα, που οι περισσότεροι γνωρίζουν καλά, λίγοι όμως γνωρίζουν οτι υπάρχει και ένα άλλο είδος κουναβιού που είναι μεγαλύτερο σε διαστάσεις από τη νυφίτσα και ακόμα πιο άγριο, η ζουρίδα!

Η ζουρίδα, αυτό το νυχτόβιο άγριο ζώο, δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί η ”αλεπου της κρητικής υπέθρου”, γίατι κι άν ακόμα είναι μικρότερη σε μέγεθος από αυτήν, κάνει τίς ίδες σχεδόν ζημιές και καταστροφες!

Επιστημονικά λέγεται ”ικτίς”, κοινώς κουνάβι.

Σήμερα στην αναζήτηση της λέξης ”κουνάβι” εμφανίζεται μονάχα η νυφίτσα με τη γνωστή της ιστορία της παράδοσης, γιατί ονομάστηκε έτσι, αλλά καμία αναφορά στην ”ξαδέρφη” της, τη ζουρίδα, που είναι σαφώς πιό μεγάλη σε μέγεθος, και ποιο άγρια απο τη νυφίτσα!

Εχει το μέγεθος γάτας, και σπάνια τη βλέπουμε μέρα στή φύση, γιατι κρύβεται όπως ο ασβός στη φωλιά του που είναι τρύπες και χαλάσματα.

Τη νύχτα όμως, η ζουρίδα βγαίνει για αναζήτηση τροφής, και το πιό πιθανόν, είναι να τη δούμε στη μέση του δρόμου πατημένη από κάποιο αυτοκίνητο, που τη τύφλωσαν τα φώτα γιατι απο σαστισμάρα πάνω του.

Η ζουρίδα σάν αρπαχτικό, δέν εξημερώνεται, δέν είναι φυτοφάγο αλλα αντίθετα, άκρως σαρκοφάγο!

Δέν είναι τρωκτικό, και το μόνο καλό που κάνει είναι να εξολοθρεύει ποντίκια και φίδια

Τρέφεται με τρωκτικά, πουλιά, αυγά, λαγούς και κατά τις νυχτερινές της εξορμήσεις σε αγροτόσπιτα, αρπάζει κουνελάκια κοτόπουλα κλπ που κόβει το λαιμό τους και πίνει το αίμα τους.

Αμα ορμήσει σέ κοτέτσι που δέν έχει περίφραξη μπορεί τάκα τάκα να πνίξει και δέκα κοτόπουλα!

Και τα δύο αυτά άγρια ζώα, και η ζουρίδα και η νυφίτσα, έχουν πολύ καλή ποιότητα γούνας σάν μεταξένια, και κάποτε τίς κυνήγαγαν για το λόγο αυτο. Μέ τη γούνα αυτή, έκαναν εξωτερική επένδυση σε ταμπακιέρες, πορτοφόλια, σε γιακάδες, και γενικά σε μικρής επιφάνειας αντικείμενα.

Στήν Κρήτη, έχει επικρατήσει η ονομασια ”ζουρίδα” επι τουρκοκρατίας. ”Ζουρίδες” = νυχτόβιες επιθέσεις των Τούρκων.

Μέ τόν ίδιο βίαιο και πονηρό τρόπο δρούν και οι αρπαχτικές ζουρίδες, για να εισβάλουν στα χωριά και να τρυπώσουν στο κοτέτσι και να μήν αφήσουν μιά κότα ζωντανή,αλλά ούτε και τα αυγά!

Συνήθως δέν τρώνε όλη την κότα αλλα ρουφάνε το αίμα της.

Πολλοί την κυνηγάνε για να τήν ταριχεύσουν και να στολίσουν μιά γωνιά του σπιτιού.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη