Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ήθη και έθιμα στην Κρήτη, της Σαρακοστής και του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα έθιμα του Πάσχα ήταν πλούσια και όμορφα τα παλαιότερα χρόνια, όσο περνά όμως ο καιρός, εν μέρει αρχίζουν να  ξεθωριάζουν πολλά από αυτά


Κάποια  δυστυχώς έχουν χαθεί τελείως, και άλλα φαντάζουν παράξενα και περίεργα σήμερα.

Ωστόσο όμως αρκετά από αυτά  τα πατροπαράδοτα  έθιμα στα χωριά της Κρήτης, δεν έχουν αλλάξει πολύ, και κρατούν μέχρι και σήμερα

Από τότε πού αρχίζει η Σαρακοστή, σαράντα μέρες πριν το Πάσχα δηλαδή, ο κόσμος νηστεύει μηδενός εξαιρουμένου και παιδιά, εκτός αν συντρέχει λόγος.

Η νηστεία συμβολίζει τις  40 μέρες που νήστευε ο Χριστός κατά την παραμονή του στην Έρημο.

Κάθε απόγευμα γίνεται εσπερινός στην εκκλησία.

Κάποια χρόνια πολύ παλιά στα χωριά, δεν υπήρχε δυνατότητα για να υπάρξει ούτε φωτιά για το άναμμα των καντηλιών. Έτσι ο παπάς, έστελνε ένα «παπαδάκι», στα κοντινά σπίτια με μια παλιά κουτάλα, ή ένα σπασμένο βίσαλο, να πάει να φέρει διό κάρβουνα!

Με αυτά τα κάρβουνα άναβε ο παπάς φωτιά  για να ανάψει στη συνέχεια το θυμιατό του και τα καντήλια!

Οι γυναίκες αρχές του 40ήμερου, πάνε ένα εικόνισμα του σπιτιού στην εκκλησία για να λειτουργηθεί.

Θα μείνει το εικόνισμα αυτό στην εκκλησία όλη τη Σαρακοστή, γιατί πίστευαν πως αν λειτουργηθεί, θα έχει πιο θαυματουργές ικανότητες.

Το εικόνισμα το έπαιρναν πίσω, κατά την περιφορά των εικόνων στην δεύτερη Ανάσταση η Κρανάσταση, το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα, μετά την περιφορά των εικόνων σε μεγάλο κύκλο γύρω από την εκκλησία

Αρχίζουν τα Αυγικά τα βράδια της Μεγάλης Βδομάδας στην εκκλησία, και στην Κρήτη αυτά λέγονται «Aυγικά» από τη λέξη «αυγή», επειδή η θεματολογία αφορά το πρωί της επομένης μέρας.

Τα Αυγικά παλιά ήταν πολύωρα, και πολλές φορές  κρατούσαν και πέραν  τις 12, ή ακόμα και μέχρι και τις 1 μετά τα μεσάνυχτα!

Τα παιδιά όλα  βέβαια γκρίνιαζαν, και τριγύριζαν γύρω στην εκκλησία, αλλά δεν τους επέτρεπαν και να φύγουν και να πάνε σπίτι!

Στα χωριά της Μεσαράς, όλη τη Σαρακοστή, τα εξωκλήσια τα επισκέπτονται μόνες ή με παρέες πέντε ή και δέκα ατόμων, κυρίως γυναικόπαιδα, για να ανάψουν τα καντήλια. Τα καντήλια παλιά δεν ήταν άλλο από ένα ποτήρι με λίγο νερό, και εκείνες συμπλήρωναν με λάδι που κρατούσαν σε ένα μπουκάλι.

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, έχουμε και τους Χαιρετισμούς,  που στη πραγματικότητα είναι ένας Ύμνος στη Παναγία. Ψέλνονται κάθε Παρασκευή στις τέσσερεις βδομάδες, και έχουν επαναλαμβανόμενη τη λέξη «χαίρε».

Οι χαιρετισμοί την Μ. Παρασκευή την  πέμπτη εβδομάδα, επαναλαμβάνονται όλοι μαζί, και τους λέμε ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ.

Η ΚΥΡΙΑΚH  ΤΗΣ  ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚYΝΗΣΗΣ

Δύο βδομάδες πριν το Πάσχα,  είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Τα κορίτσια μαζεύουν λουλούδια από τις γειτονιές, και φτιάχνουν τις λεγόμενες ροδαριές, που μοιράζουν πάλι στην εκκλησία.

Στην έξοδο υπάρχει και ένας κλάδος ελαίας, που κάθε πιστός έκοβε ένα κλαράκι, και μαζί με τη ροδαριά, όπου τα τοποθετούσαν στο σπίτι στο εικόνισμα.

Κάποια βέβαια λουλουδάκια τα φύτευαν, γιατί πίστευαν πως έπιαναν οπωσδήποτε!

TO ΣAΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖAΡΟΥ

Το τελευταίο Σάββατο πριν τη Μεγαλοβδομάδα, λέγεται του Λαζάρου, γιατί αναστήθηκε ο Λάζαρος.

Παλιά έλεγαν και τα κάλαντα του Λαζάρου, και οι γυναίκες έφτιαχναν ειδικά ψωμάκια τα λαζαράκια, που είχαν σχήμα σαβανωμένου ανθρώπου.

Οι άνδρες δεν πήγαιναν να μαζέψουν τη σοδειά, γιατί πίστευαν πως φέρνοντας τη σοδειά, θα έφερναν το θάνατο μέσα στο σπίτι τους.

ΚΥΡΙΑΚH ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Πρέπει να αναφέρουμε, πως μια βδομάδα πριν το Πάσχα, που είναι η Κυριακή των Βαίων, από βραδύς μαζεύονται στο σπίτι του παπά φίλοι γείτονες και συγγενείς, και πλέκουν τους σταυρούς από φύλλα βαγιάς (χουρμαδιάς), και τα βάγια αυτά, συμβολίζουν τα βάγια με τα οποία υποδέχτηκαν το Χριστό στα Ιεροσόλυμα, μετά  βαίων και κλάδων!

Την Κυριακή των Βαίων, μοιράζουν τους σταυρούς  μετά τη Θεία λειτουργία στους πιστούς, μαζί με το αντίδωρο.

Μετά την Κυριακή των Βαΐων, μπαίνουμε επίσημα στην Μεγαλoβδομάδα.

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ

Είναι η πρώτη μέρα της Νηστείας, και το βράδυ αρχίζει το πρώτο Αυγικό.

Αρχίζει περιοδικά, να μπαίνει ο κόσμος στο κλίμα των ημερών, και για αυτό κάθε βράδυ οι χριστιανοί θα πάνε στο Αυγικό για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία.

Μ. ΤΡΙΤΗ

Από τη Μ. Τρίτη οι νοικοκυρές, ετοιμάζουν τις αυλές τους, ασπρίζουν με ασβέστη το σπίτι, τους μαντρότοιχους, και ότι άλλο νομίζουν αυτές, για να υποδεχτούν καθαροί την Ανάσταση.
Καθαρίζουν τις αυλές, τους δρόμους, τα στενά, έτσι όλα να είναι πεντακάθαρα!
Τη Μεγάλη Τρίτη στην εκκλησία διαβάζεται η Παραβολή των Δέκα Παρθένων, ενώ το βράδυ ψέλνεται το τροπάριο της Κασσιανής. (Εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή…)

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ

Την Μ. Τετάρτη μονοπαντίζανε οι νοικοκυρές έφτιαχναν το προζύμι της χρονιάς.

Επίσης,  πήγαιναν στην εκκλησία,  όπου διαβάζεται ο Μεγάλος Κανόνας μας, και τελείται το Μυστήριο του Μεγάλου Ευχελαίου.

Ο παπάς μυρώνει τον κόσμο με λάδι σταυρωτά στο μέτωπο, αλλά και στις παλάμες μπρος  πίσω. Επίσης οι παρευρισκόμενοι, έπαιρναν και εκείνοι με βαμβάκι λίγο λάδι και στο σπίτι μύρωναν και εκείνοι με τον ίδιο τρόπο όσους τυχόν δεν πήγαν στην εκκλησία εκείνη την ημέρα από την οικογένεια τους.

Στη Μεσαρά, αυτό γινόταν και με την επίσκεψη  πολλών γυναικών, κυρίως σε γκρούπ, στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα στην Απόλυχνο, επειδή τον Άγιο αυτόν, τον θεωρούσαν Μέγα Ιατρό.  Πάλι με το βαμβάκι έπαιρναν λίγο λάδι από το καντήλι του Αγίου, και άλειφαν πάλι σταυρωτά χέρια και μέτωπο τους δικούς τους

Μ. ΠΕΜΠΤΗ

Την Μ. Πέμπτη, πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία και έπιναν Αγίασμα , και κοινωνούσαν.

Την ημέρα αυτή, οι νοικοκυρές έβρισκαν αμπελόφυλλα πρωτοφανίστικα, και έφτιαχνα τα αγαπητά σε όλους ντολμαδάκια, μαζί με κολοκυθοκορφάδες.

Στη μέση ανάμεσα στους ντουλμάδες, έβαζαν και χοχλιούς.

Λένε πως όταν έμαθε η Παναγία για τη Σταύρωση του Χριστού, εκεί νη τη στιγμή, τύλιγε ντολμαδάκια.

Όσες νοικοκυρές την Μ. Πέμπτη, φτιάχνουν εφτάζυμα ψωμιά, τσουρεκάκια πασχαλινά, και βάφουν και τα κόκκινα αυγά.

Το κόκκινο συμβολίζει το αίμα του Χριστού που έσταξε.

Όσες δεν έχουν δικό τους φούρνο, τα πηγαίνουν στο φούρνο της γειτόνισσας.

Άλλες νοικοκυρές βάφουν τα αυγά με βαφή αγοραστή, και άλλες βράζοντας τα υλικά, σε νερό ψιλοκομμένα παντζάρια, μαντιλίδες, βρούβες, ξερά φλούδια κρεμμυδιού, ξερά βελανίδια, μαύρο τσάι, βιολέτες, τσουκνίδες κτλ ανάλογα με το χρώμα που θέλουν να δώσουν.

Βρίσκουν και στην εξοχή κατάλληλα λουλουδάκια, μαργαρίτες κλπ, και τα εφαρμόζουν πάνω στα αυγά και με ένα λεπτό τούλι, τα συγκρατούν εφαρμοστά, και όταν τα εμβαπτίζουν στο χρώμα, εκείνα αφήνουν ένα λευκό ίχνος λουλουδιού.

Έτσι έχουμε πολύ όμορφα σχέδια από διάφορα φυλλαράκια και λουλουδάκια πάνω στα αυγά.

Παλιά τη Μ. Πέμπτη επίσης οι γυναίκες επιδίδονται στο ζύμωμα,  και έφτιαχναν τα  Πασχαλινά τσουρεκάκια, τα καλλιτσούνια, τα λαμπροκούλουρα, αλλά επίσης έφτιαχναν και το «δώρο του μουσαφίρη»!

Υπάρχει η παράδοση, να φτιάχνουν ένα χριστόψωμο, το οποίο το κόβουν την Κυριακή που γυρίζει η Δεύτερη Ανάσταση, ή το δίνουν σε κάποιον ξένο (υπονοώντας τον ίδιο τον Εσταυρωμένο).

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στην εκκλησία, έχουμε τα 12 Ευαγγέλια, και πολλοί πάνε κρατώντας ένα μαύρο σπάγκο, και σε κάθε Ευαγγέλιο δένουν και από ένα κόμπο.

Το κομποσχοίνι αυτό με τους 12 κόμπους, θεωρείται μεγάλο φυλακτό για τους πιστούς, το οποίο κρέμαγαν είτε στο λαιμό, είτε στο χέρι σα βραχιολάκι, και το φόραγαν όλο το χρόνο.

Μεταξύ πέμπτου και έκτου Ευαγγελίου, ψέλνονται  κάποια τροπάρια, κλείνουν τα φώτα, και  στη συνέχεια λέγεται το  «Σήμερα κρεμάται επί ξύλου».

Tότε ο παπάς, φέρει από το ιερό τον Σταυρό, και τον εναποθέτει μπροστά, και ο κόσμος προσέρχεται για να τον ασπαστεί .

Στο ένατο Ευαγγέλιο της Μ. Πέμπτης που είναι του Ιωάννου ΙΘ, που λέει: «Διψώ. Σκεύος ουν εκίτο όξους μεστόν, οι δε πλήσαντες σπόγγον όξους , και ύσσωπω περιθέντες προσήνεγκαν αυτού τω στόματι. ότε ουν έλαβε το όξος ο Ιησούς είπε. τετέλεσται, και κλείνας την κεφαλήν παρέδωκεν το πνεύμα…»

Τότε λοιπόν, οι πιστοί θα κόψουν στην εκκλησία τα κιτρολέμονα ή λεμόνια που θα κρατούν σε μικρά κομματάκια, και θα πάρει ένα κομμάτι ο καθείς για συμπαράσταση στον Κύριο.

Τα παλιά χρόνια εκτός από λεμόνια, έπαιρναν μαζί τους ένα μπουκαλάκι ξύδι, και έπιναν όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Δεν υπήρχε πιστός, που να μην πιεί, ξύδι ή λεμόνι, γιατί έτσι ένοιωθαν πως συμμετέχουν ενεργά στο Θείο Δράμα.

Γενικά και στο σπίτι εκείνη την ημέρα, έτρωγαν λεμόνια η και πορτοκάλια κομμένα σε κομματάκια σε ένα πιάτο. Τα περιέλουζαν με ξύδι, έριχναν και αλάτι, και τα έτρωγαν με το πιρουνάκι!

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι πιστοί πάνε στην εκκλησία και πίνουν Αγίασμα, γιατί είναι η μοναδική ημέρα του χρόνου που δεν τελείται θεία Λειτουργία. Το Αγίασμα αυτό όμως, ποτέ δεν το πάνε στο σπίτι.

Στη συνέχεια, την Μ. Παρασκευή, και μετά την εκκλησία, κάποιες γυναίκες, που δεν είχαν πάει πριν, και πάλι  μονοπαντίζανε, και πήγαιναν βόλτα στα ξωκλήσια. Θύμιαζαν και άναβαν και τα καντήλια, ακόμα και σε κάποια που ανήκαν σε άλλα χωριά, και σε άλλες ενορίες!

Το απόγευμα πήγαιναν και στους τάφους των δικών τους, τους καθάριζαν και άναβαν τα καντήλια, να μην τα βρει η Θεία Ανάσταση σβηστά.

Φαγητό της ημέρας ήταν οι σούπες  αλάδωτες, κυρίως  φασόλια, με λεμόνι και αλάτι.

Σούπες με μακαρόνια και ζάχαρη, ή σούπες με άγρια χόρτα. Οι σούπες συμβολίζουν τα δάκρυα της Παναγίας.

Για τη  συνέχεια, όλες οι νοικοκυρές και τα κορίτσια, περνούν την ημέρα τους στο στόλισμα του Επιταφίου.

Τα νεαρά κορίτσια του χωριού, αναλαμβάνουν να μαζέψουν από τα σπίτια λουλούδια και λεμονανθούς για το στόλισμα.

Στολίζουν τον Επιτάφιο και ο παπάς διαβάζει τις «Μεγάλες Ώρες», όπως ορίζει το τυπικό της εκκλησίας.

Κατά το μεσημέρι, όταν έχει τελειώσει το στόλισμα του Επιταφίου, κάνουν ένα διάλειμμα για ξεκούραση, και τρώνε και πάλι κιτρολέμονα εμποτισμένα σε ξύδι – πολύ ξύδι.

Αφού φάνε το κιτρολέμονο και ξεκουραστούν, ξανακτυπά η καμπάνα και γίνεται ο Εσπερινός της Αποκαθήλωσης.

Προς το τέλος του εσπερινού γίνεται η Αποκαθήλωση, ακολουθεί μικρή περιφορά στα στενά του χωριού, επιστρέφουν στο ναό, και γίνεται η αλλαγή των καλυμμάτων της Αγίας Τράπεζας από πένθιμα σε  χαρούμενα (μπορντοροδοκόκκινο).

Κανονικά η αλλαγή των καλυμμάτων γίνεται μετά το τέλος της Αποκαθήλωσης.

Λειτουργικά ο χρόνος πάει παράξενα. Μετά την Αποκαθήλωση, έχουμε την είσοδο του Xριστού στον Άδη. Άρα την «εις Άδου κάθοδο» – κοινώς την πρώτη Ανάσταση, οπότε Χριστός είναι αναστημένος στον Άδη, και κηρύττει το λόγο του Θεού στους νεκρούς.

Άλλοι την αλλαγή την κάνουν μετά που θα επιστρέψουν από τον Επιτάφιο, το βράδυ δηλαδή της Μ. Παρασκευής. Εδώ υπάρχουν μικρές διαφορές από τόπο σε τόπο.

Το βράδυ πάντως της Μ. Παρασκευής, κτυπά πάλι η καμπάνα κατά τις 8 , και ξεκινούν να ψέλνουν κανόνες μέχρι την ώρα των εγκωμίων. Τα εγκώμια ψέλνονται από δύο χορούς.

Έτσι ψέλνεται και ο Επιτάφιος Θρήνος, και το «Η ζωή εν τάφω», που είναι η υπέροχη ψαλμωδία των Παθών.  Παλιά το έψελναν μαθητές και μαθήτριες του δημοτικού, αφού πρώτα είχαν κάνει πρόβες το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής με το δάσκαλό τους . Τα κορίτσια φορούσαν μαύρο τσεμπέρι, και τα αγόρια μαύρο πουκάμισο αν είχαν.

Από ένα βιβλιαράκι διάβαζαν τα λόγια, και ήταν προσημειωμένα ποια θα πουν τα παιδιά, και ποια ο ψάλτης. Και αυτό γινόταν, για να παίρνουν και μια ανάσα!

Ψέλνεται  ο Επιτάφιος θρήνος, περίπου για μια ώρα, και αφού τελειώσουν, ακολουθεί περί τις 9, η έξοδος και περιφορά του Επιταφίου. Κατά μαρτυρία του εφημέριου πατέρα Νικόλα Τζαγκαράκη, η πομπή παλιά, πήγαινε πρώτα προς το κοιμητήριο της ενορίας , όπου εκεί γίνεται μια δέηση προς τους κεκοιμημένους.

Η περιποίηση των τάφων γίνεται την Μεγάλη Παρασκευή το μεσημέρι. Το βράδυ που θα έρθει ο Επιτάφιος στο κοιμητήριο όλα τα κανδήλια των τάφων είναι αναμμένα.

Η περιφορά του Επιταφίου, γίνεται με συνοδεία εξαπτερύγων.

Πάντα κάθε χρόνο είναι έθιμο, να σηκώνουν τον Επιτάφιο, οι νέοι φαντάροι του χωριού.

Σε άλλα χωριά, τον Επιτάφιο στις ημέρες μας, τον σηκώνουν αγόρια και κορίτσια που πρόκειται να πάνε φαντάροι ή να δώσουν πανελλήνιες εξετάσεις.

Ο Επιτάφιος σταματά μπροστά στην Κύρια Πύλη, τον ανασηκώνουν οι φαντάροι ψηλά, κι ο κόσμος περνά από κάτω.

Εδώ τιμούν τα νιάτα, και δίνεται ιδιαίτερη τιμή στη νεολαία, που πρόκειται να στηριχθεί η πατρίδα.

Κατά την περιφορά του Επιταφίου στο χωριό, ακολουθούν εκατοντάδες πιστοί, κρατώντας κεριά η λαμπάδες, και παρευρίσκεται σχεδόν όλο το χωριό.

Μπορεί να γίνουν αρκετές στάσεις στα σταυροδρόμια και τις πλατείες του χωριού, ενώ η καμπάνα χτυπά πένθιμα.

Παλιά, την ώρα που περνούν από τα σπίτια μπορούσε ο παπάς να μνημονεύει τους κεκοιμημένους της γειτονιάς.

Όλοι δε φροντίζουν να ασπαστούν την εικόνα του Ιησού που κείται στον Επιτάφιο.

Τα καλορίζικα θα δοθούν στην αυριανή λειτουργία του Μ. Σαββάτου το πρωί  «ως δώρο» και ως  «καλό τυχερό» του σπιτιού.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ

Το μέγα Σάββατο μετά την λειτουργία το πρωί ακολουθεί το έθιμο του σφαγείου των αρνιών.

Όσοι έχουν αρνιά για το γιορτινό τραπέζι, τα σφάζουν και με τα εντόσθια φτιάχνονται  για το βράδυ της παραμονής, τα γνωστά γαρδούμια αυγολέμονο αντίστοιχο της μαγειρίτσας, που έχουν άλλα μέρη της Ελλάδας.

Όσοι πάλι δεν έχουν, θα επισκεφθούν το χασάπη του χωριού, και θα αγοράσουν τα λεγόμενα κοιλικά! Δηλαδή ποδαράκια, αντεράκια, και τη κοιλιά του ζώου, τα οποία εκείνη την ημέρα είναι περιζήτητα στα κρητικά χωριά!

Παλαιότερα , ο επίτροπος κράταγε το σήμαντρο, μια μεταλλική λάμα που βγάζει δυνατό κρότο, πέρναγε απ όλα τα στενά του χωριού. παλιά το κτυπούσαν που σήμαινε ότι ήρθε το Αγιο Φως και να ετοιμαστούν, να έρθουν όλοι στο ναό να ξεκινήσει η ακολουθία της Ανάστασης και η αναστάσιμη Θ. Λειτουργία.

Επίσης σε κάποια χωριά, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, η νοικοκυρά του σπιτιού, πριν πάει με την οικογένειά της στην εκκλησία, θα ανάψει ένα θυμάρι, η ασκινοπόδι στην αυλή του σπιτιού της, για να κάψει έτσι τον Ιούδα.

Το κάψιμο του Ιούδα όμως επίσημα, θα γίνει πάλι και με όλους μαζί τους πιστούς στην αυλή της εκκλησίας, αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη».

Συμβολίζει την αποστροφή του κόσμου γενικά στη προδοσία, έθιμο που αγνοούμε από πότε ίσχυσε.

Οι νεαροί, οι πιο σκανταλιάρηδες, και τα παιδιά του χωριού, από  νωρίτερα  θα αρχίσουν να μαζεύουν ξύλα. Το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου, θα  κάνουν ακόμα μια γύρα στο χωριό, και όπου δουν κυρίως δεμαθιές με ξύλα, θα τις σταμπάρουν, και με τη πρώτη ευκαιρία θα τις αρπάξουν, και θα τις στήσουν σε ένα μεγάλο σωρό έξω από την εκκλησία!

Φυσικά δεν χαρίζονται  σε κανένα, ούτε και στα δικά τους ξύλα που έχουν στα σπίτια τους!

Καμιά φορά, φτιάχνουν και ομοίωμα του Ιούδα, με ρούχα γεμισμένα με άχυρα και τον στήνουν πάνω στο σωρό.

Επιτέλους λέγεται το Χριστός Ανέστη, και αμέσως κιόλας ανάβει και η φωτιά να καεί ο Ιούδας!

. Βέβαια τα παιδιά τότε, ήταν υποχρεωμένα ως την επ’ αύριο, να έχουν καθαρίσει καλά καλά το χώρο με τις στάχτες, για να είναι καθαρός για το γλέντι που θα ακολουθήσει

Τι ήταν τα σκλαπατζίκια

Το μέγα Σάββατο, δεν σταματούν οι στρακατρουκες, και τα σκλαπατζίκια.

Αυτά είναι αυτοσχέδια βεγγαλικά κρότου τα οποία έφτιαχναν με χαρτί από σακούλες τσιμέντου  και πυρίτιδα . Έφτιαχναν πυρίτιδα με απλά υλικά κάρβουνου και θειάφι..

Έκοβαν τη χαρτοσακούλα στενόμακρες λουρίδες, έριχναν στην άκρη λίγη πυρίτιδα, το τύλιγαν τριγωνικά πολλές φορές να γίνει χονδρό.

Στο τέλος, με μια πρόκα έκαναν μια τρύπα και με τα σπίρτα έδιναν φωτιά και ταυτόχρονα το πέταγαν πέρα, για να σκάσει με δυνατό κρότο!

Ενίοτε έφτιαχναν δύο με τρεις μεγάλες τρακατρούκες, για να τις ανάψουν όταν ο παπάς θα πει το «Χριστός Ανέστη!».

Σε πολλά χωριά της Κρήτης, όπως στους Βόρους, έφτιαχναν δύο ομάδες, κάθε μία, με τα δικά της αυτοσχέδια βαρελότα, η μπάλες που τις τύλιγαν γύρω γύρω με σύρμα, τις λεγόμενες  συρμαλίδικες, και γινόταν ένα είδος «μάχης», με  δύο αντίπαλες ομάδεςμετά την Ανάσταση!

Τι ήταν το «Αμίλητο Φως»

Τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου περιμένουν οι πιστοί να παραλάβουν με το «Δεύτε λάβετε φώς» από τον παπά το Άγιο Φως, για να το μεταφέρουν στο σπίτι τους.

Στο «Δεύτε λάβετε φώς»,  ο κόσμος προσέρχεται να πάρει το Άγιο φως, και να το πάει στο σπίτι τους.

Παλιά όταν πήγαιναν το φως, κατά τη διαδρομή δεν μίλαγαν! Πίστευαν έτσι, πως αν το κάνουν αυτό, «κάτι καλό» θα συμβεί στο σπίτι, και θα ξορκιστεί το κακό!

Αυτό ήταν το λεγόμενο «Αμίλητο Φως».

Αναφωνώντας ο παπάς το Χριστός Ανέστη!

Σαν ο παπάς αναφωνεί δυνατά το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, και οι πιστοί αγκαλιάζονται και δίνουν τα αναστάσιμους ασπασμούς

Παράλληλα οι περισσότερες γυναίκες έσκυβαν και έτριβαν τα  νύχια τους στο πάτωμα, η  γενικά στο έδαφος,  αν ήταν έξω, για να μην κάμουν … παρανυχίδες!

Οι παρανυχίδες τότε, ήταν μεγάλη πληγή για τις γυναίκες, γιατί τα όσπρια όλα τα έβγαζαν με τα χέρια!

Τα ρεβύθια, τις φακές, τον αρακά, τον ξεπάτωναν με τα χέρια τότε, τον έκαναν μικρά ματσάκια, και τον τοποθετούσαν κυκλικά. Οι κύκλοι αυτοί, λεγόταν «τσουμαλιές».

Σημειωτέον, ότι για προστασία, πολλές γυναίκες που είχαν παρανυχίδες τότε, έφτιαχναν γάντια από ανδρικές μάλλινες κάλτσες, που τις γάζωναν για να φτιάξουν τα δάχτυλα!

Σαν ο παπάς αναφωνώντας δυνατά το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, και οι πιστοί αγκαλιάζονται και δίνουν τα αναστάσιμους ασπασμούς!.

Μετά το Χριστός Ανέστη η βραδιά είναι αφιερωμένη στο γιορτινό τραπέζι

Οι περισσότεροι  κατευθύνονται στο σπίτι, να γιορτάσουν με φαγοπότι δίπλα στις οικογένειές τους.

Όταν πάνε το Αγιο Φώς στο σπίτι, ο πρώτος θα φτιάξει με τη φλόγα του κεριού, το σχήμα του Σταυρού, στο ανώφλιο της πόρτας.

Με αυτό το φώς, θα ανάψουν τα καντήλια, και την επ’ αύριο με το ίδιο Άγιο φώς θα ανάψουν και τα καντήλια στου τάφους των αγαπημένων προσώπων.

Το φως αυτό θα πρέπει να παραμείνει αναμμένο για 40 ημέρες χωρίς να σβήσει!

Γαρδουμπάκια αυγολέμονο, η μαγειρίτσα των κρητικών!

Η μαγειρίτσα που τρώνε στην υπόλοιπη Ελλάδα,, λέγεται ότι ξεκίνησε από τον διωγμό των Εβραίων. Τους πρότειναν οι επικεφαλείς τους, να φάνε μαγειρίτσα, για να αντέχουν την επ’ αύριο να διασχίσουν την έρημο. Λένε επίσης πως τα πικρά χόρτα για τη παρασκευή της, συμβόλιζε τη πικρή ζωή  από τη κατοχή τους από τους Αιγυπτίους!

Στο σπίτι λοιπόν τους περιμένουν ζεστά τα γαρδουμπάκια αυγολέμονο με ποδαράκια, αγαπημένο φαί των Κρητικών. Η λαχτάρα για να φάνε επιτέλους «λεργιά», μη νηστίσιμο δηλαδή φαγητό, είναι μεγάλη μετά από 40 μέρες νηστείας!

Θα τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό, και θα φάνε με όρεξη, μικροί και μεγάλοι.

Άλλοι, οι πιο πιστοί, μετά το Χριστός Ανέστη, μπαίνουν και πάλι μέσα στην εκκλησία, γίνεται η Θεία Λειτουργία, κοινωνούν όσοι είναι έτοιμοι, και στη συνέχεια αφού τελειώσει όλοι παρευρισκόμενοι έχουν φέρει από κάτι και «πίνουν ένα κρασί» έξω απ» το ναό !

Κάποιοι παλιά έφερναν και κρέας έξω από την εκκλησία, και έκαναν το «παρεάκι» τους, που συνήθως βαστούσε ως το πρωί!

Βέβαια τα παιδιά τότε, που είχαν και την ευθύνη να στήσουν τον Ιούδα, ήταν και υποχρεωμένα, την επαύριον, να έχουν καθαρίσει καλά καλά το χώρο με τις στάχτες, για να είναι καθαρός για το γλέντι που θα ακολουθήσει μετά την Ανάσταση, αλλά και στη μεγάλη γιορτή του Πάσχα αύριο!

ΗΜΕΡΑ  ΤΟΥ  ΠΑΣΧΑ

Την Κυριακή του Πάσχα, η καμπάνα της εκκλησίας, δεν σταματά να χτυπά όλη μέρα, και όχι μονάχα το Πάσχα, αλλά και τη Δευτέρα του Πάσχα πάλι όλη μέρα!

Πραγματικά όλοι καταλάβαιναν πως τότε ήταν το πραγματικό Πάσχα εκείνα τα χρόνια!

Πίστευαν πως όσο πιο πολύ χτυπούσαν την καμπάνα, τόσο πιο πολύ θα μεστώσουν τα σπαρμένα (σπαρτά) τους!

Όσοι   είχαν γελάδια, τραγιά κριάρια κλπ, πάλι έπρεπε να χτυπούνε την καμπάνα για να «ξεφοινικώσουν τα κέρατα των οζώ», δηλαδή, να μεγαλώσουν τα κέρατά τους!

Οι μικροί εμποράκοι και τα κασελάκια!

Τα παιδιά, κυρίως τα πιο φτωχά, την ημέρα του Πάσχα, την έβλεπαν και σαν ιδανική μέρα εμπορίου!

Πουλούσαν  λουκούμια, σε ένα αυτοσχέδιο χάρτινο κουτί, τα γνωστά σε όλους κασελάκια.!

Τα καρτελάκια, που ήταν χάρτινα κουτιά, γεμάτα με την πραμάτεια τους, τα κρεμούν στο λαιμό, και γύρναγαν  τις γειτονιές, για να μπορέσουν να εξοικονομήσουν ένα δεκάρικο, για να ενισχύσουν τα οικονομικά του σπιτιού.

Τη δουλειά αυτή την έκαναν ελάχιστα παιδιά, κυρίως τρία τέσσερα, που προερχόταν από φτωχές οικογένειες.

Πουλούσαν λουκούμια, μαντολάτα τσίχλες, καραμέλες, παστέλια κλπ.

Κάποια άλλα έχουν πιο επικερδές  εμπόριο, κάποια πράγματα, συνήθως μια κούτα λουκούμια, την έβγαζαν στη … λοταρία!

Πλήρωνες κάτι παραπάνω, αλλά όποιος ήταν τυχερός, θα κέρδιζε με ένα δίφραγκο ολόκληρη τη κούτα!

Κάποια επίσης πούλαγαν και τσιγάρα χύμα! Επειδή δεν υπήρχαν ακόμα οι κούτες των 20 σιγαρέτων, ο μπακάλης αγόραζε μεν  κούτες, αλλά ήταν «των 100 σιγαρέττων»!. Οπότε ήταν δύσκολο να αγοράσει  ο άλλος ολόκληρη τη κούτα! Όλοι αγόραζαν χύμα τσιγάρα. Εκείνοι που τα αγόραζαν από δύο έως πέντε, τα έβαζαν μέσα σε μεταλλικές ταμπακιέρες, και τα έσπαγαν  συνήθως στη μέση, και τα κάπνιζαν από μισό τσιγάρο κάθε φορά!

Το μεσημεριανό πασχαλινό τραπέζι

Το κύριο μεσημεριανό φαγητό παλιά, για τους περισσοτέρους, στα φτωχά χρόνια, ήταν συνήθως μαγειρευτό αρνί ή κατσίκι, η γιαχνί με αγκινάρες, η αυγολέμονο.

Κατά άλλους ήταν το κλέφτικο, κι αργότερα το αντικριστό. Σπάνια παλιά στο τραπέζι υπήρχε ψητό σε ταψί, γιατί δεν είχαν όλοι φούρνο. Το ψητό στις κλιματόβεργες για το φούρνο, μπήκε μεταγενέστερα  στο κρητικό τραπέζι, πιο συχνό ήταν το αρνί σε παϊδάκια στα κάρβουνα.

Μπορούμε να αναφέρουμε και σαν έθιμα την ώρα που το αρνί ήταν στο τραπέζι και τα εξής.

Από το αρνάκι ή κατσικάκι, σε όποιον τύχαινε το κεφαλάκι, αν έδινες στον άλλο το μάτι να το φάει, ο άλλος συνήθως απέφευγε να το φάει, διότι «αν το φάει, θα πεθάνει ο αδερφός του»!  Έτσι το έδιναν σε κάποιον που να μην έχει αδερφό!

Τα παιδιά τότε, περίμεναν πώς και πώς, να πάρουν ο κοκαλάκι ο έχουν στα μπροστινά πόδια τα αρνιά, τον λεγόμενο βεζίρη! Ο βεζίρης ήταν αγαπημένο παιγνίδι των παιδιών τότε!

Ο αφέντης έπαιρνε το τριγωνικό κόκκαλο τη σπάλα, που οι «ειδικοί», θα αναλύσουν από τη διαφανή όψη του, τα μελλούμενα του νοικοκύρη, πως θα πάει η υπόλοιπη χρονιά, πως θα πάει η υγεία του, τα πρόβατά του, και χίλια άλλα διό!

Δεν ξέρουμε, αλλά για κάποιο λόγο, τις περισσότερες φορές, αυτά που έβλεπαν οι ειδικό, έβγαιναν στ αλήθεια!

Μια ακόμα συνήθεια, ήταν να κοιμούνται την ημέρα της Λαμπρής, κυρίως τα παιδιά,  έτσι τους  έλεγαν:

 «Όποιος κοιμάται τη Λαμπρή, τον ύπνο τον αγοράζει, κι όποιος δε κοιμάται, τον ύπνο τον -ε πουλεί»!

Με δύο λόγια τους έλεγαν, πως όποιος κοιμηθεί λίγες ώρες την ημέρα του Πάσχα, θα κοιμάται εύκολα όλο τον υπόλοιπο χρόνο! Αντίθετα, όποιος δεν κοιμηθεί τότε, αλλά την επ’ αύριο, δεν θα χορταίνει ύπνο και θα δυσκολεύεται να κοιμηθεί όλο τον υπόλοιπο χρόνο!

Η Κρανάσταση

Στην εκκλησία γίνεται το μεσημέρι του Πάσχα, χτυπάει ο παπάς τη καμπάνα, και γυρίζεται η Κρανάσταση, Νεκρανάσταση, η  λεγόμενη δεύτερη Ανάσταση. Βγάζουν σε περιφορά όλες τις εικόνες της εκκλησίας σε μεγάλο κύκλο, όπου στο τέλος επιστρέφουν πάλι τις εικόνες στο ναό, και τότε πλέον λύεται κανονικά και η περίοδος της νηστείας! Ο κόσμος επιστρέφει στο σπίτι, και αρχίζει το μέγα φαγοπότι!

Ολοήμερο γλέντι στην εκκλησία

Ακόμα και να είχαν φάει ο κόσμος στα σπίτια τους, δεν θα παρέλειπαν ωστόσο και να πάνε στο γλέντι στην εκκλησία!

Πολλοί τότε, κυρίως βοσκοί, έσφαζαν από ένα αρνί, και πήγαιναν στην εκκλησία πανέρια με βραστό κρέας, κόκκινα αυγά, και πολλά μπουκάλια κρασί!

Ο παπάς τα βλογά  όλα, τα κόκκινα αυγά, το κρέας και το κρασί, και τα κερνούσαν τους παρευρισκόμενους.

Μπορεί να ήταν δέκα τραπέζια στο προαύλιο της εκκλησίας, με  ένα μπουκάλι κρασί, το κάθε ένα, ένα πανιέρι με βραστό κρέας, και διό τρία ποτήρια.

Από ένα κρασί να πιεί κάποιος από το κάθε τραπέζι, στο τέλος γινόταν σκνίπα!

Μετά ακολουθούσε κανονικό γλέντι, όπου και καλούσαν λυράρη! Ήταν η μέρα που περίμεναν όλοι, πώς και πώς, κυρίως οι νέοι! Στο χορό αυτό, ήταν η μεγάλη τους ευκαιρία να ανταλλάξουν ματιές, και να κάνουν σινιάλο με το σφίξιμο των χεριών!

Δεν σταματούν όλη μέρα, μέχρι αργά, να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, και να δίνουν πασχαλινό τόνο τα σκλαπατζίκια,

Το γλέντι συνεχίζεται στο ίδιο μοτίβο, και τη Δευτέρα του Πάσχα,  κανονικά όλη την ημέρα!

(Ευχαριστούμε τον πατέρα Νικόλαο Τzαγκαράκη, και τον κ. Μύρωνα Μαραγκάκη, για τις πολύτιμες πληροφορίες)

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ήθη και έθιμα της Μεγαλοβδομάδας και ημέρας της Λαμπρής

Δημοσιεύτηκε

στις

Όλα τα ήθη και τα έθιμα της Μεγαλοβδομάδας είναι βγαλμένα μέσα από το πλούτο της παράδοσης του λαού μας, που της προσδίδουν μια ξεχωριστή ομορφιά και την κάνουν πραγματικά Μεγάλη, αυτή τη τελευταία εβδομάδα πριν τη Λαμπρή


Ενώ Λαμπρή εννοούμε τη Λαμπρή ημέρα που Αναστήθηκε ο Χριστός, τη ξεχωριστή αυτή ημέρα από όλες τις άλλες μέρες του Χρόνου.

Λαμπρή είναι λέξη Ελληνική, που σημαίνει, λάμψη, ακτινοβολία, φως, χαρά. Πάσχα, είναι λέξη Εβραϊκή και σημαίνει, μετάβαση.

Υπάρχουνε πολλές μετονομασίες για όλες τις ημέρες της Μεγαλοβδομάδας, που είναι διαφορετικές από τόπο σε τόπο και πιθανών και σε βάθος χρόνου.

Από αυτές, άλλες απευθύνονται στα πάθη του Χριστού και άλλες στα ”πάθη” των ανθρώπων, δηλαδή την ταλαιπωρία των από την παρατεταμένη νηστεία, που τη Μεγαλοβδομάδα ήταν στην αποκορύφωση της.

Έψαξα και βρήκα διάφορες μετονομασίες που αξίζει να τις επαναφέρουμε στη μνήμη μας, ενώ θα αναφέρω και τον τόπο που τις βρήκα.

Θέλω να πιστεύω ότι ο κάθε ένας από εσάς, όλο και κάποια διαφορετική μετονομασία θα έχει.

Ο κόσμος τότε πίστευε περισσότερο στη θρησκεία μας και στη δύναμη του Χριστού, και ότι έκανε το έκανε με πίστη και αφοσίωση, γιατί έτσι το ένοιωθε.

Το κέρδος του βέβαια ήταν πολλαπλό, γιατί έκανε και την απαιτούμενη αποτοξίνωση, καθώς επιτάσσει η θρησκεία μας.

Παρακολουθούσε με κατάνυξη τα Θεία Πάθη του Χριστού όλη τη Μεγαλοβδομάδα, αλλά παράλληλα έκανε και πραγματική Ανάσταση, αφού ένοιωθε ότι κι ο ίδιος είχε αναστηθεί από τα…….πάθη της νηστείας του!!

Έτσι η ημέρα της Λαμπρής ήταν μια πολύ χαρούμενη ημέρα, αφού μπορούσε επί τέλους να απολαμβάνει όλα όσα στερήθηκε τόσες ημέρες!!

Αντίθετα με το σήμερα, που ο πολύς κόσμος έπαψε να πηγαίνει στην εκκλησία, παρά μόνο πέντε λεπτά πριν το Χριστός Ανέστη και μόνο για να πάρει το Άγιο Φως!!!!!

Αλλά να με συγχωρέσετε, γιατί πριν ξεκινήσω και παραθέσω τις μετονομασίες της Μεγαλοβδομάδας, θα αναφέρω για ότι λέγεται την ημέρα των Βαϊων, που ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας. Λέγεται λοιπόν:

”Βάγια, Βάγια των Βαγιών
τρώνε ψάρι και κολιόν
και την άλλη Κυριακή
τρώνε το ψητό αρνί”.

Μετονομασίες της Μεγαλοβδομάδας:

Γαλιά Ηρακλείου

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη Κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Ο κόσμος χαλά και παύτει
Μεγάλη Πέμπτη – Ο κόσμος χαλά και πεύτει
Μεγάλη παρασκευή – Μεγάλη ταραχή
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο
και πως θα σε περάσω,
που έχεις πέντε κολατσά και πέντε μεσημέρια
και πέντε αποτσακίσματα σα με να λάξει μέρα.

Φανερωμένη Ηρακλείου

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – Σηκώνεται και πεύτει
Μεγάλη Παρασκευή – Μεγάλη ταραχή
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο
και πως θα σε περάσω,
που έχεις πέντε κολατσά και πέντε μεσημέρια
και πέντε απομεσήμερα μέχρι να λάξει μέρα.

Τυμπάκι Ηρακλείου

Μεγάλη δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο
Κυριακή του Πάσχα – Ο Χριστός ανάστα

Ρέθυμνο

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Χριστός στο Καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο

Αλικαρνασσού

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη Μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Ο Ιησούς εκρίθη
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Ιησούς εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Ιησούς εβρέθη
Μεγάλη Παρασκευή – Ο Ιησούς στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Ιησούς στον Τάφο
Μεγάλη Κυριακή – Ο Ιησούς θα Αναστηθεί

Κακοδίκι, επαρχίας Σελίνου Χανίων

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μαχαίρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – ο Χριστός εχάθη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός εβρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – ο Χριστός στο Τάφο

Ζαρός

Μεγάλη Παρασκευή – Σήμερο μαύρος ουρανός,
σήμερο μαύρη μέρα,
σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται.
Μεγάλο Σαββάτο – Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω,
που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια
και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα.

Ανώγεια Μυλοποτάμου

Μεγάλη Δευτέρα – Ο Χριστός με τη μαχαίρα.
Μεγάλη Τρίτη – Ο Χριστός εκρίθη.
Μεγάλη Τετάρτη – Ο Χριστός εχάθη.
Μεγάλη Πέμπτη – Ο Χριστός εβρέθη.
Μεγάλη Παρσκή – Ο Χριστός στο καρφί.
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στο Τάφο.
Την Αγία Κυριακή Ο Χριστός θα Αναστηθεί.

Κεφαλονιά

Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μέρα.
Μεγάλη Τρίτη, μεγάλη κρίση.
Μεγάλη Τετάρτη, μεγάλο σκοτάδι.
Μεγάλη Πέφτη, δάκρυο πέφτει.
Μεγάλη Παρασκευή, θλίψη πολλή.
Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο.
Μεγάλη Λαμπρή, χάσκα μούσκα αυγό κι αρνί.

Ανεξάρτητα όμως από όλες αυτές τις μετονομασίες, η Μεγαλοβδομάδα είναι Εβδομάδα νηστείας, προσευχή και κατάνυξης. Ενώ η κάθε μέρα έχει τα ξεχωριστά της ήθη και έθιμα και θα προσπαθήσω να τα παραθέσω, όσο μου είναι δυνατόν.

Από τη Δευτέρα κιόλας όλες οι γυναίκες αρχίζουν το καθάρισμα και άσπρισμα των σπιτιών των και όχι μόνο.

Ασπρίζουν βέβαια και όλους τους εξωτερικούς χώρους, καθώς επίσης και όλα τα γυροτρίγυρα σοκάκια, για να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής, που φυσικά δεν θα αργήσει να φανεί.

Τη Μεγάλη Πέμπτη θα ζυμώσουν και θα ψήσουν σε παραδοσιακούς ξυλόφουρνους τα διάφορα λαμπριάτικα κουλούρια κ.α. Ενώ την ίδια μέρα θα βάψουν τα κόκκινα αυγά.
Θα τα βάλουν σε ένα παραδοσιακό καλάθι και θα τα τζουγκρίσουν την ημέρα της Λαμπρής, λίγο πριν το κυρίως φαγητό, για να ευχηθούν Χρόνια Πολλά.

Πολλοί φυλάγουν από αυτά τα κόκκινα αυγά ένα αυγό στο εικονοστάσι. Αν το σπάσουν μετά από εφτά χρόνια, βρίσκουν μέσα μια πολύ καλή γυαλιστερή πέτρα.

Κομποσκοίνι

Τη Μεγάλη Πέμπτη όταν ο Παπάς διαβάζει τα Δώδεκα Ευαγγέλια, πολύς κόσμος κρατώντας μια μαύρη κλωστή, δένει ένα κόμπο κάθε που διαβάζει ένα Ευαγγέλιο. Έτσι στο τέλος έχουν δέσει δώδεκα κόμπους, όσα και τα Ευαγγέλια.

Αυτό το κομποσκοίνι το κάνουν φυλακτό και το κρατούν όπου και να πηγαίνουν, για να τους φυλάγει από τα κακά πνεύματα.

Κιτρολέμονα

Τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν ο Παπάς διαβάζει τα Δώδεκα Ευαγγέλια και συγκεκριμένα το έβδομο Ευαγγέλιο και όταν λέει ότι, ένας από τους παρευρισκομένους στη Σταύρωση πήγε και πήρε ένα σφουγγάρι, το βούτηξε στο ξύδι και αφού το στερέωσε πάνω σε ένα καλάμι έδωσε στο Χριστό να ποιεί, πολύς κόσμος μέσα στην Εκκλησία, κόβει και τρώει κιτρολέμονα, συμπάσχων με αυτό το τρόπο, με τα Πάθη του Χριστού.

Το Αγίασμα, το ξύδι και το Λεμόνι

Στο Χωριό Σκούρβουλα, ακόμα και σήμερα υπάρχει το έθιμο, ”το Αγίασμα, το ξύδι και το λεμόνι”.
Το έθιμο αυτό συνδέεται με τη λατρεία και παρατηρείται κατά την ημέρα της Μ. Παρασκευής.
Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για κάποιο αρχαίοΧριστιανικό έθιμο ή αν δημιουργήθηκε και σταθεροποιήθηκε μέσα στο χρόνο.

Επειδή όμως δεν παρατηρείται σε όλες τις Ενορίες και δεν αναφέρεται στο λειτουργικό τυπικό, καθ’ ότι δεν περιβάλλεται με την ισχύν κανόνος, οικουμενικής ή τοπικής συνόδου, πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για έθιμο τοπικό.

Εξ΄άλλου τέτοια έθιμα διαμορφώνονται και δημιουργούνται κατά καιρούς και τόπους και οφείλονται εις τα αγνά ήθη των Χριστιανών.

Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, ο Ιερέας κρατάει Μ. Αγιασμό από τα Φώτα τον οποίο φυλάσσει εντός του Ναού.

Επίσης στην λειτουργιά της Μ. Πέμπτης χρησιμοποιεί στην Πρόθεση, κατά την προετοιμασία των Τιμίων Δώρων, δώδεκα πρόσφορα(11+1) για να υπάρχει αντίδωρο να παίρνουν οι πιστοί, μετά την μετάληψη του Αγιασμού.
Το εσπέρας της Μ. Πέμπτης, μετά το πέρας της ακολουθίας των παθών, ο Ιερέας παραμένει στο Ναό και ετοιμάζει τα δώρα αυτά.

Δεξιά του Σταυρού τοποθετείται πάνω σε τραπέζι η κολυμβήθρα με τον Αγιασμό και δυο γυάλινα ποτήρια κάτω από τους κρουνούς. Στη συνέχεια το αντίδωρο και ένα δεύτερο τραπέζι, πάνω στο οποίο τοποθετείται μία λεκάνη με ξίδι και μέσα εκεί κόβονται καθαρισμένα λεμόνια σε μικρά κομμάτια.

Η προσέλευσης των πιστών είναι καθολική. Αρχίζει από τις 6 το πωϊ της Μ. Παρασκευής και διαρκεί έως το τέλος της βραδινής ακολουθίας του Επιταφίου.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι οι πιστοί δεν πίνουν ούτε νερό, έως της ώρας εκείνης που θα λάβουν τον Αγιασμό.

Το ξίδι και το λεμόνι πίνεται και τρώγεται, όχι μόνο μετά την μετάληψη του Αγιασμού εντός του Ναού, αλλά και στο σπίτι καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας όπου υπάρχει αποχή απ’ όλες τις τροφές και έχει την έννοια της συμμετοχής των πιστών στο Πάθος του Κυρίου.

Ξωκλήσια – νεκροταφείο

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και τα θυμιάζουν.

Θυμιάζουν επίσης στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, ενώ τους ανάβουν το καντήλι.

Στόλισμα επιταφίου – περιφορά

Ο επιτάφιος στολίζεται τη Μεγάλη Παρασκευή μέσα στην εκκλησία. Στολίζεται κυρίως από νέες κοπέλες, με κάθε λογής λουλούδια της εποχής.

Οι κολαϊνες, από λεμονανθούς εντυπωσιάζουν.

Η περιφορά θα γίνει τη Παρασκευή το βράδυ, γύρω από όλο σχεδόν το χωριό.

Τον επιτάφιο πάντοτε τον σηκώνουν στρατιώτες, εφ’ όσον υπάρχουν.

Όταν θα επιστρέψει ο επιτάφιος στην εκκλησία όλος ο κόσμος θα περάσει κάτω από αυτόν, ενώ θα εύχονται σ’ αυτούς που τον σήκωναν, να είναι καλά και του χρόνου να τον ξανασηκώσουν.

Στη συνέχεια όλος ο κόσμος παίρνει καλορίζικα από τον επιτάφιο, που συνήθως τα χρησιμοποιούν για να φουσκώσουν το προζύμι.

Χτυπούσαν τα σήμαντρα

Στο χωριό Μέλαμπες Ρεθύμνης, τα παλιά χρόνια τουλάχιστον, λίγο πριν να χτυπήσει η καμπάνα για να γίνει η περιφορά του επιταφίου, γύρναγαν σε όλο το χωριό τέσσερα με πέντε άτομα και χτυπούσαν τα σήμαντρα, ενώ πίσω από τα σήμαντρα ακολουθούσαν άλλα άτομα με αναμμένες δάδες.

Σήμαντρο, ήταν ένα κομμάτι σίδερο, κρεμασμένο με ένα σπάγκο, ενώ το χτυπούσαν με ένα άλλο σίδερο.

Οι δάδες ήταν αυτοσχέδια τενεκεδάκια, που τους έβαζαν μέσα στάχτη και πετρέλαιο και μετά τους έδιναν φωτιά.

Καινούρια ρούχα και παπούτσια

Το Μεγάλο Σάββατο οι νονοί στέλνουν στα βαφτιστήρια τους καινούρια ρούχα και ιδιαίτερα παπούτσια, για να μη σκοντάφτουν όλο το χρόνο.

Το σφάξιμο του αρνιού

Το Μεγάλο Σάββατο όλος ο κόσμος θα σφάξει το αρνί για να το ψήσει την επομένη, την ημέρα της Λαμπρής.

Το κάψιμο του Ιούδα

Από πολλές ημέρες πριν, αλλά και την παραμονή της Ανάστασης, όλοι οι νέοι του χωριού κουβαλούν με κάθε μέσο ξύλα έξω από την εκκλησία του χωριού.

Εκεί κάνουν ένα τεράστιο σωρό, που πάνω σε αυτόν στήνουν ένα αχυρένιο αντρίκελο, που συμβολίζει τον Ιούδα.

Το αχυρένιο αυτό αντρίκελο θα καεί στη μεγάλη φωτιά που θα ανάψει από αυτά τα ξύλα την ώρα που θα πει ο Παπάς το Χριστός Ανέστη, μέσα σε ένα πραγματικά ”πολεμικό” κλήμα, αφού χιλιάδες ακούγονται οι μπαλωθιές.

Αλλά και σε κάθε σπίτι, η κάθε κυρά, το Σάββατο το βράδυ, θα κάψει το δικό της Ιούδα, ανάβοντας μια σχετικά μικρή, στην αυλή του σπιτιού της φωτιά, χρησιμοποιώντας λίγους θάμνους, όπως ασκινοπόδια.

Η καύση του Αρφανού

Πρόκειται για ένα μοναδικό έθιμο, το οποίο διαρκεί όλη τη Σαρακοστή και γίνεται στα Ανώγια Ρεθύμνης, με τη συμμετοχή ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας.

Τα ξύλα τα συγκεντρώνουν,ως επί το πλείστον μικρά παιδιά, στις 4 συν μία ενορίες.

Λέγοντας 4 συν μία εννοούμε, την ενορία στο Μετόχι του Άι Δημήτρη, την ενορία του Άι Γιώργη, την ενορία του Άι Γιάννη και την ενορία στο Περαχώρι της Παναγίας. Ενώ η πέμπτη είναι αυτή που δημιουργείται μόνο το Πάσχα, από τον συνασπισμό όλων των μικρών παιδιών, στο Λαγγό (Κομπί).

Τα ξύλα αυτά τα φυλάγουν όλη την νύχτα τα παιδιά, για να μην τα κλέψουν οι μεν, από τους δε.

Λέγεται ότι είναι η πρώτη συλλογική δράση που συμμετέχουν τα παιδιά, στα Ανώγια.

Τα αρφανόξυλα θα μεταφερθούν το Μ. Σάββατο, εκεί που στήνεται ο αρφανός, και θα στηθούν με τη βοήθεια των μεγάλων.

Ο αρφανός θα καεί την ώρα που ο Παπάς λέει το Χριστός Ανέστη, ενώ η φωτιά είναι πρωτόγνωρη.

Τα Ανοιξιάτικα

Στο χωριό Γαλιά την ημέρα της Λαμπρής απ’ ότι θυμάμαι, υπήρχε το έθιμο ανεξάρτητα καιρικών συνθηκών, να φοράνε πολύ ελαφριά ανοιξιάτικα ρούχα.

Όλοι φόραγαν ίσως για πρώτη φορά μέχρι τότε, τα κοντά τους μανίκια! Με τη δικαιολογία;; Για να μην κρυώνουν στη συνέχεια!!

Το Αναστάσιμο φιλί

Ένα από τα ξεχωριστά έθιμα της ημέρας της Λαμπρής, είναι το Αναστάσιμο φιλί, που και ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, έχει υμνήσει, όπως αναφέρεται παρακάτω:

‘Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε…..
…. ανοίξατε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπρός εις τους Αγίους και φιληθείτε!!

Δεύτερη Ανάσταση – Νεκρανάσταση – Κρανάσταση

Την ημέρα της Λαμπρής μετά της δέκα η ώρα, γίνεται η δεύτερη Ανάσταση – Νεκρανάσταση – Κρανάσταση.

Τελειώνοντας, σηκώνουν οι πιστοί όλες τις εικόνες της εκκλησίας, από δύο άτομα την κάθε μία και τις κάνουν περιφορά γύρω από την εκκλησία ή γύρω από μια ευρύτερη περιοχή γύρω από την εκκλησία.

Τέλος τις επιστρέφουν, ενώ τις τοποθετούν στη θέση τους, αφού τις προσκυνήσουν όλοι τους μαζί, ευχόμενοι και του χρόνου με υγεία.

Φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία για το σπίτι του, παίρνει μαζί του και την εικόνα που από την αρχή της Σαρακοστής είχε νε φέρει για να λειτουργηθεί.

Γλέντι και μπαλοτοκόπι

Στη συνέχεια, παντού μπορείς να δεις παρέες, που το κέφι και η διάθεση φτάνει στο απόγειο της, ενώ δεν λείπει και το παραδοσιακό μπαλοτοκόπι.

Μικροεμπόριο – κανελάδες

Τουλάχιστον στο χωριό Γαλιά, απ’ ότι θυμάμαι, τα παλιά τα χρόνια, άνθιζε το μικροεμπόριο, κυρίως από μικρά παιδιά.

Άνθιζε επίσης το εμπόριο της κανελάδας – χιονάδας, που το χιόνι το έφερναν από το Ψηλορείτη.

Το έθιμο της καμπάνας

Στο χωριό Γαλιά, τα παλιά τα χρόνια, την ημέρα της Λαμπρής, όλος ο κόσμος πήγαινε και έπαιζε την καμπάνα της εκκλησίας!!

Έλεγαν: ”Αν θέλεις και εσένα να μεστώσουν τα σπαρτά σου, για να ξεφοινικώσουν των οζώ σου τα κέρατα, άμε να παίξεις τη καμπάνα!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκέψη των παιδιών τις μέρες του Πάσχα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα παιδιά μπορεί να είχαν παντονιάρει κι αυτά μαζί με τους μεγάλους από την παρατεταμένη νηστεία του 40ήμερου του Πάσχα, αλλά παρόλα αυτά, αναλάμβαναν και αυτά τα καθήκοντά τους, και φυσικά όλες τις μέρες τις απολάμβαναν με τον καλύτερο τρόπο!


Περνούσαν μεν δύσκολες μέρες λόγω νηστείας, αλλά μέσα τους είχαν όμορφα συναισθήματα και μια κρυφή χαρά, αφού πολλά όμορφα πράγματα θα άλλαζαν την καθημερινότητά τους.

Περίμεναν πρώτα – πρώτα εκείνες τις μέρες ένα καινούριο ρούχο ή παπούτσια, παντελόνι ή πουκαμισάκι αν ήταν αγόρι, και παπουτσάκια ή φουστανάκι αν ήταν κορίτσι. Όλοι στην οικογένεια έπρεπε να φορέσουν απαραίτητα ένα καινούργιο ρούχο, το «λαμπριάτικο», και με αυτό να εμφανιστούν στην εκκλησία! Με δυο πήχες λοιπόν ντρίλι ή αλατσά, που αγόραζαν οι μανάδες, έφτιαχναν οι ίδιες τα ρουχαλάκια των παιδιών τους,

Όσες δεν τα κατάφερναν πήγαιναν σε άλλες που ήταν πιο ικανές και επιτήδειες στο ράψιμο. Οι γονείς κάποτε είχαν έντονα θρησκευτικά συναισθήματα, και προσπαθούσαν αυτά να τα μεταδώσουν και στα παιδιά τους. Έτσι από την πρώτη κιόλας μέρα της νηστείας, τα νήστευαν κι εκείνα, κι αν όχι όλο το 40ήμερο, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Το έκαναν αυτό για να τα μαθαίνουν και τα παιδιά στην εγκράτεια, απαραίτητο προτέρημα για τον άνθρωπο της εποχής.

Οι ροδαριές της Σταυροπροσκήνησης

Τα παιδιά ανταμείβονταν με τις καταστάσεις και δραστηριότητες που ακολουθούσαν τα διάφορα έθιμα, όπως με το να πηγαίνουν χαρούμενα και γελαστά στα σπίτια, την παραμονή της Σταυροπροσκύνησης, αγόρια και κορίτσια σε κάθε χωριό, με τα πανέρια στα χέρια, και να μαζέψουν κάθε λογής λουλούδια και πρασινάδες από τα σπίτια που τους έδιναν οι νοικοκυρές.

Είχε μπει ήδη για καλά η Άνοιξη, και οι καρδιές όλων, ήταν ανοιχτές, γιατί ήταν επηρεασμένες ίσως, και από στις ομορφιές της φύσης.

Τα λουλούδια που ήταν πανέμορφα και πολύχρωμα, ήταν συνήθως, βασιλικοί, γαρύφαλλα, λευκά άνθη από το δένδρο μουρβέρι, κλαριά αρισμαρί και δάφνης, ζουμπούλια, μαντζουράνες, και ότι άλλο ήμερο λουλούδι είχε η κάθε μια στην αυλή της.

Τα λουλούδια αυτά στο χωριό μας, τα πήγαιναν από βραδύς στο σπίτι του παπά, που στη Γαλιά τότε ήταν ο παπά Γιώργης, και τα άφηναν πάνω σε ένα μεγάλο τετράγωνο τραπέζι, που είχε στο ευρύχωρο σαλόνι του.

Ο παπά Γιώργης, συχωρεμένος σήμερα, συνήθιζε να καλεί κάθε χρόνο, συγκεκριμένα άτομα, για να «δέσουν τσι ροδαρές», που θα μοιράσουν την επαύριον στους πιστούς στην εκκλησία την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.

Όλα αυτά τα λουλούδια το βράδυ θα τα αδειάσει ο παπάς από τα πανέρια στο τραπέζι, και οι καλεσμένοι του σε δύο τρεις ώρες περίπου θα τα είχαν δέσει με τάξη σε μικρά ματσάκια, και θα τα τοποθετούσαν ξανά στα ίδια πανέρια.

Σε όλο αυτό το διάστημα, υπήρχε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, διάθεση για καλαμπούρια, θα λέγονταν αστεία και διάφορα χωρατά, και η ώρα θα περνούσε ευχάριστα!

Σε κάθε ματσάκι έβαζαν και από ένα κλαρί πρασινάδα, δηλαδή βασιλικό, αρισμαρί ή δάφνη, και μετά τα έδεναν με σπάγκο, και η ροδαριά ήταν έτοιμη!

Στις ροδαριές δεν έβαζαν αγριολούλουδα, αλλά ούτε και λεμονανθούς, τους οποίους όμως έβαζαν αργότερα τα κορίτσια στον Επιτάφιο.

Τα παιδιά κυρίως που συμμετείχαν στις ροδαριές, είχαν μέσα τους κρυφή χαρά, γιατί ήξεραν πως στο τέλος της εργασίας, ο παπάς θα άδειαζε στο μεγάλο τραπέζι δυο τεράστιες χαρτοσακούλες αράπικα αλμυρά φιστίκια, και όλοι μετά θα είχαν επιδοθεί, στο να τρώνε αυτά τα υπέροχα καλούδια! Χαράς Ευαγγέλια λοιπόν και για τα παρευρισκόμενα παιδιά, χαράς Ευαγγέλια όμως και για τους μεγάλους, που συνόδευαν τη ρακή τους!
Για τα παιδιά και τις γυναίκες, η παπαδιά, έβγαζε κάποιο αναψυκτικό, λεμονάδα, πορτοκαλάδα, η γκαζόζα.

Πέρναγε ευχάριστα η ώρα, με τους άνδρες να έχουν πιεί τρία τέσσερα ρακάκια, μιας και το καλούσε η βραδιά! Επικρατούσε πάντως η χριστιανική πεποίθηση, πως τα λουλούδια που είχαν οι ροδαριές, επειδή είχαν ευλογηθεί στην εκκλησία, έπιαναν πάντα αν τα φυτέψει κάποιος.

Ωστόσο, πολλές γυναίκες «το είχαν σε καλό», να τα φυτεύουν, συνήθως είχαν επιτυχία, τα υπόλοιπα τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι τους.

Οι Σταυροί των Βαίων

Το ίδιο περίπου σκηνικό, θα επαναλαμβανότανε και την παραμονή των Βαίων, αφού ο παπάς θα ανελάμβανε να στείλει άνθρωπο να πάει να κόψει «Κλάδους Βαίων», από τις βαγιές (χουρμαδιές) του χωριού, αλλά και να κόψει και ένα «κλάδο ελιάς», ο οποίος να είναι εύρωστος, ανθισμένος, για να τον πάει κι αυτόν στην εκκλησία.

Τους σταυρούς, τους έφτιαχναν και εκείνους έντεχνα, κόβοντας από ένα στενόμακρο λευκό σπαθάτο φύλλο, το χώριζαν στα δυο, και εν συνεχεία, έκαναν τις σχετικές αναδιπλώσεις, για να φτιαχτεί αρχικά ο μισός σταυρός.

Έπειτα με ένα άλλο φύλλο γινόταν το ίδιο, ενωνόταν και ο άλλος μισός, και γινόταν ο τελικός σταυρός, που τον τοποθετούσαν στη συνέχεια, έναν – έναν, μέσα στο πανέρι, τον ένα πάνω σ’ άλλο.

Ο παπάς κι η παπαδιά, αναλάμβαναν να φτιάξουν τους δύσκολους και πολύπλοκους σταυρούς για την εκκλησία, καθώς εκείνοι είχαν ειδικότητα.

Και πάλι στο πέρας των εργασιών επακολουθούσε φαγοπότι με ξηρούς καρπούς, τα γνωστά φιστίκια, τα ρακάκια και τα κεράσματα.

Ήταν πια όλα έτοιμοι, για να μεταφερθούν τα πανέρια το πρωί της Κυριακής των Βαίων στην εκκλησία, μαζί με τον κλάδο της ελαίας.
Το έθιμο αυτό, αναπαριστούσε την υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όπου Τον είχαν υποδεχτεί «Μετά βαίων και κλάδων».

Έτσι, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, φεύγοντας ο κάθε πιστός , μαζί με το αντίδωρο, έπαιρνε κι από ένα σταυρό, έκοβε και ένα μικρό κλαράκι ελιάς και αυτά φτάνοντας στο σπίτι η νοικοκυρά, τα τοποθετούσε στο εικονοστάσι.

Επίσης εκείνη την ημέρα ακουγόταν και η φράση: «Των Βαγιώ – Βαγιώ, τρώνε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή τρώνε το ψητό αρνί», γιατί ως γνωστόν είναι ημέρα ψαροφαγίας.

Τη Μεγαλοβδομάδα

Tα συναισθήματα όλων την Μ. Βδομάδα εκφράζονταν στο παρακάτω λαϊκό εβδομαδιαίο φρασεολόγιο:

Μεγάλη Δευτέρα – Μεγάλη μέρα
Μεγάλη Τρίτη – Μεγάλη κρίση
Μεγάλη Τετάρτη – Μεγάλη ζάλη
Μεγάλη Πέμπτη – ο Χριστός ευρέθη
Μεγάλη Παρασκή – ο Χριστός στο καρφί
Μεγάλο Σαββάτο – Ο Χριστός στον Τάφο
Κυριακή του Πάσχα –Ο Χριστός Ανάστα!

Οι ανωτέρω φράσεις βέβαια αλλάζουν ριζικά από χωριό σε χωριό αφού έχουμε πολλές εκδοχές, αλλά εμείς αναφέραμε ήδη μια Γαλιανή εκδοχή, την οποία και θα επεξηγήσουμε.

Μ. Δευτέρα

Τη Μεγαλοβδομάδα απέφευγαν τις πολλές δουλειές, και κυρίως τις εξωτερικές, γιατί ήταν περίοδος θρησκευτικής κατάνυξης και νηστείας. Εν τούτοις η Μ. Δευτέρα ήταν η πρώτη μέρα της Μ Βδομάδας που δεν έβγαιναν έξω στα χωράφια, και ήταν ατέλειωτη, γιατί ίσως επειδή δεν ήταν στη δουλειά διέφερε, γιατί απλά εκεί περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν. Τη Μ Δευτέρα πάντως οι γυναίκες ασχολούνταν περισσότερο με το νοικοκυριό του σπιτιού άσπρισμα και καθάρισμα. Άσπριζαν όλους τους εξωτερικούς τοίχους, έβγαζαν έξω τα κρεβάτια και όλα τα υπάρχοντα του σπιτιού, και ασβέστωναν και από μέσα τοίχους και ταβάνια με την μπανανόβουρτσα.

Μ. Τρίτη

Η Μ. Τρίτη είναι «μεγάλη κρίση», γιατί συνεχίζεται η καθαριότητα της Μ. Δευτέρας στο χώρο του σπιτιού καθώς επίσης και όλα τα γύρω σοκάκια, τα οποία καθαρίζουν κι αυτά με τις σκούπες από τυχόν κοπριές ζώων και φύλλα των δένδρων. Εκτός από το σπίτι, και όλα τα στενά πρέπει να λάμπουν την ημέρα της Λαμπρής. Όμως η αγωνία να τα προλάβουν όλα στην εντέλεια, και η συνεχιζόμενη αυστηρή νηστεία της Μ. Βδομάδας , έδιναν εντύπωση «κρίσης»!

Μ. Τετάρτη

Την Μ. Τετάρτη, η νηστεία εξουθένωνε ακόμα περισσότερο σε σημείο να φέρνει ζάλη – ντάλη! Ουσιαστικά όλο αυτό το τριήμερο κινείται στον ίδιο ρυθμό, και από την επ’ αύριο Μ. Πέμπτη θα αρχίσει ουσιαστικά το Θείο Δράμα.

Μ. Πέμπτη

Την Μ. Πέμπτη ο Χριστός που τον είχαν χάσει οι μαθητές του, γιατί είδαν τον τάφο ανοιχτό και δεν ήταν μέσα, τελικά όμως «ευρέθη», αφού η μόνη που τον είδε ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και πήγε να μάλιστα να Τον αγγίξει, και ο Κύριος της είπε το γνωστό εκείνο «μην μου άπτου». Την μέρα αυτή μετά την εκκλησία, πήγαιναν οι νοικοκυρές στο σπίτι να βάψουν τα αυγά τους με (οικολογική) βαφή, από φλοίδες κρεμμυδιού που έβραζαν μαζί με τα αυγά, έβαζαν κανέλα, ή κίτρινες μαργαρίτες για διάφορες αποχρώσεις. Με μια κάλτσα περνούσαν το αυγό που μέσα είχαν προσαρμόσει διάφορα άνθη, όπως μαργαρίτες, χαμομήλια, παπαρούνες , άνθη μολόχας κλπ, αλλά και φύλλα, όπου έπαιρναν το σχήμα τους, όπως τσουκνίδα, μολόχα. Η μέρα σήμερα θέλει τη νοικοκυρά να φτιάχνει τα λαμπροκούλουρα, αλλά και τα λαζαράκια. Τα λαζαράκια τα έφτιαζχναν με ζυμάρι, σχημάτιζαν με τη ζύμη ένα κεφάλι, το σώμα, να είναι ξαπλωμένο, και τα πόδια σχηματίζονταν με μια γραμμή. Στο κεφάλι έκαναν μάτια στόμα με γαρίφαλα, και στο κέντρο στην κοιλιά έβαζαν ένα κόκκινο αυγό, και όλα αυτά τα έψηναν στον ξυλόφουρνο.

Μ. Παρασκή

Την Μ. Παρασκή ο Χριστός είναι ακόμα στο καρφί επάνω στο Σταυρό, αλλά έλεγαν και το εξής: «Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερο μαύρη μέρα, σήμερο όλα θλίβονται κι τα βουνά λυπούνται» .Τα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια θα μαζέψουν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο, αλλά και τα καλορίζικα όπου θα τα βάλουν γύρω από το «σώμα» του Χριστού επάνω στον Επιτάφιο.

Την Μεγάλη Παρασκευή όλες οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, γυρνάνε όλα τα εξωκλήσια του χωριού και θυμιάζουν, ανάβουν τα καντήλια, καθώς επίσης και στο νεκροταφείο τους πεθαμένους τους, θα τους ανάψουν και εκεί το καντήλι.

Οι νεαρές κοπέλες το βράδυ θα πάνε στην εκκλησία ντυμένες στα μαύρα, και τα αγόρια με μαύρα πουκάμισα, θα ψάλουν τον Επιτάφιο Θρήνο μέσα στην εκκλησία, αλλά και έξω στην περιφορά του στο χωριό. Την Μ. Παρασκευή δεν κάνουν δουλειές, δεν σκουπίζουν, δεν κάνουν κουλούρια γιατί αν κάνουν αυτά θα μουχλιάσουν! Ακόμα και την σκούπα την έχουν κάπου κρυμμένη!

Στον Επιτάφιο μνημόνευαν τις ψυχές την Μ. Παρασκευή, όπως και το ψυχοσάββατο, γιατί μαζί με τον Χριστό, και εκείνες είναι αναστημένες.

Στο τέλος φεύγοντας για το σπίτι έπαιρναν καλορίζικα από τον Επιτάφιο, και τα φύλαγαν στο εικονοστάσι σε ένα σακουλάκι. Πίστευαν πως τα καλορίζικα αυτά είναι θαυματουργά. Σήμερα σε κάποιες εκκλησίες τα καλορίζικα τα δίνουν σε ειδικά σακουλάκια.

Πίστευαν πολύ στη δύναμη που έχουν τα καλορίζικα του Χριστού, που κάποιες γυναίκες αν έβαζαν έστω και ένα φυλλαράκι στον κουνενό, αμέσως θα ανέβαινε (φούσκωνε) το ζυμάρι. Μάλιστα μια δοξασία έλεγε πως κάποια γυναίκα που πήγε στην Τήνο να παρακαλέσει την Παναγία για να πιάσει παιδί , έφαγε ένα φύλο από τα καλορίζικα του Χριστού για να μείνει έγκυος. Έφαγε επίσης η γυναίκα εκείνη και το καντηλάκι με το φυτίλι, και παρεκάλεσε την Παναγία να της «πέψει» αγόρι, κι ας ήταν και παράλυτο! Πράγματι έμεινε η γυναίκα έγγειος, έκανε αγόρι, αλλά το ένα του χεράκι ήταν παράλυτο, και το είχε ακινητοποιημένο προς τα πίσω.

Όταν ο παπάς στη βάπτιση του παιδιού πήγε να του βάλει Άγιο Μύρο στο σώμα του σε σχήμα σταυρού, του έβαλε και στο παράλυτο χεράκι στην παλάμη του που είχε από τότε μόνιμα πίσω από το κορμί του. Τελικά μετά το Χρίσμα της Βάπτισης του παπά, το παιδί άνοιξε το παράλυτο χεράκι του, και εκεί μέσα κρατούσε το φυτίλι από το καντηλάκι που είχε καταπιεί η μάνα του!

Μεγάλο Σαββάτο

Το Μεγάλο Σαββάτο, λένε ο Χριστός στον τάφο, αλλά έλεγαν και το «Μεγάλο μου Σαββάτο και πώς θα σε περάσω, που έχεις τρία κολατσιά και τρία μεσημέρια και τρία απομεσήμερα ώσπου ν’ αλλάξει η μέρα». Αυτό και μόνο δήλωνε το αποτέλεσμα της εξουθενωτικής νηστείας! Όμως ο αφέντης του σπιτιού θα σφάξει το αρνί, όπου θα γίνει θυσιαστήριο στη θυσία του Κυρίου, και θα είναι έτοιμο για ανήμερα του Πάσχα,! Αργά η νοικοκυρά θα έχει κι εκείνη έτοιμα τα «κοιλικά», για να ετοιμάσει το παραδοσιακό αυγολέμονο. Τα παιδιά επίσης ξαμολιόταν από νωρίς στις γειτονιές και τη Μ. Παρασκευή, για να μαζεύουν λουλούδια και λεμονανθούς, να τα πάνε στην εκκλησία για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

Την παραμονή επίσης του Πάσχα, αλλά και νωρίτερα, τα παιδιά έπρεπε να γυρνάνε τις γειτονιές και να παίρνουν κρυφά ξύλα από τις αυλές των σπιτιών για το κάψιμο του Ιούδα. Το έθιμο το καλούσε τα ξύλα να είναι κλεμμένα! Τα παιδιά επίσης, κυρίως τα αγόρια, έσμιγαν στις γειτονιές, είχαν μαζί τους ψαλίδι και χαρτοσακούλες , σπίρτα ή μπαρούτι από σφαίρες, και έφτιαχναν τα αυτοσχέδια «σκλαπαντζίκια» . Έκοβαν δηλαδή το χαρτί σε λουρίδες στενόμακρες με το ψαλίδι, μέσα τοποθετούσαν το μπαρούτι, και το τύλιγαν τριγωνικά, και στο τέλος το κολλούσαν με ζυμάρι ή το έδεναν με σπάγκο. Στο τέλος έκαναν μια τρύπα από όπου θα του έβαζαν φωτιά την ώρα της Ανάστασης. Τα μεγάλα παιδιά μάθαιναν την τεχνική στα μικρότερα, κι αν τα σκλαπαντζίκια τα τύλιγαν και με σύρμα, τότε τα λέγανε «συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια». Τα συρμαλίδικα σκλαπαντζίκια έκαναν δυνατότερο κρότο, αλλά ήταν και σαφώς πιο επικίνδυνα!

Κάθε σπίτι όμως η νοικοκυρά έκαιγε τον δικό της Ιούδα ανάβοντας ένα θυμαράκι ή αχινοπόδι που έκαιγε επάνω στην παλάμη (φτυάρι), ή χάμω στην αυλή.

Πάντως τα παιδιά, μετά από αυτή την αβάσταχτη νηστεία, ήταν φυσικό να μην περιμένουν καν μετά το «Χριστός Ανέστη» να πάνε στην εκκλησία, και να έχουν υπομονή να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε «λεργιά»!

Πηγαίνοντας στην εκκλησία, είχαν στη τσέπη τους ένα κόκκινο αυγό και δυο τρία τσουρέκια! Μόλις ο παπάς έψαλε δυνατά το «Χριστός Ανέστη», εκείνα έβγαζαν επιτόπου το αυγό από την τσέπη και το τσούγκριζαν με τα διπλανά παιδιά, και το έτρωγαν επιτόπου μαζί με τα τσουρέκια, γιατί δεν άντεχαν στην αγωνία και τη μεγάλη λαχτάρα τους, να γυρίσουν στο σπίτι και να φάνε!

Τόση ήταν η λαχτάρα τους για να φάνε επιτέλους κάτι αξιόλογο, καπό το καθημερινό συνηθισμένο φαγητό, που ήταν κυρίως πατάτες τηγανητές, βραστοί χοχλοί, όσπρια νερόβραστα και χόρτα βραστά. Από την Μ. Παρασκευή πάντως ούτε λάδι!!

Βέβαια σε κάποια χωριά όπως στη Γαλιά, προ κατοχικά, ο παπάς του χωριού, που τότε ήταν ο γνωστός Παπά Γιάννης, έβαζε την παπαδιά να βράσει 100 με 150 αυγά, να τα βάψει κόκκινα, τα έβαζε σε ένα πανέρι, και όταν έλεγε πάντα το Χριστός Ανέστη έξω από την εκκλησία, και φεύγοντας ο κόσμος από την εκκλησία, αντί για αντίδωρο από το πανέρι έπαιρναν από ένα κόκκινο αυγό, που τα τσούγκριζαν επιτόπου για τα «χρόνια πολλά»!

Την ίδια στιγμή που αναφωνεί ο παπάς το Χριστός Ανέστη, αμέσως άρχιζε το «πολεμικό» κλίμα, τα σκλαπαντζίκια άρχιζαν να πυροδοτούνται από τα παιδιά, ανάβοντάς τα με ένα σπίρτο, που τα πετούσαν στον αέρα, κι εκείνα έσκαγαν με δυνατό κρότο! Άλλα παιδιά αμέσως έβαζαν φωτιά στον μεγάλο σωρό με τα ξύλα, και οι φωτιές αμέσως άρχιζαν να λαμπαδιάζουν σε μεγάλο ύψος, και ο Ιούδας πλέον καιγόταν!

Καμιά φορά γέμιζαν και κανένα παντελόνι και πουκάμισο με άχυρα και έκαναν έναν αχυρένιο άνθρωπο που παρίστανε τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον στερέωναν επάνω σε ένα ξύλινο όρθιο στύλο, και μαζί με τα ξύλα καιγόταν και ο αχυράνθρωπος! Σε κάποια χωριά της Κρήτης πέταγαν επάνω στη φωτιά στο κάψιμο του Ιούδα, και τους «Μάηδες», δηλαδή τα αποξηραμένα λουλούδια της Πρωτομαγιάς, γιατί πίστευαν πως έτσι θα εξόρκιζαν το κακό, και τη γλωσσοφαγιά. Το βράδυ μετά το «Χριστός Ανέστη» κατά την επιστροφή στο σπίτι, αντί μαγειρίτσα στα χωριά της Κρήτης, είχαν ετοιμάσει οι μανάδες ένα άλλο είδος μαγειρίτσας από ποδαράκια αρνιού ή κατσικιού, πατσά και έντερα. Τα ποδαράκια τα τσουδίζανε στη φωτιά να καούν οι τρίχες, τα πλένανε καλά όπως, και τα τυλίγανε με έντερα, το ίδιο και τις κοιλιές και κάνανε τα περιβόητα γαρδουμπάκια. Αυτά τα βράζανε είτε σκέτα με λεμόνι και λάδι, είτε με αγκινάρες και πατάτες είτε σκέτα και τα αυγοκόβανε.

Ήταν το αγαπημένο φαγητό όλων, και παράλληλα με τα κόκκινα αυγά που τσουγκρίζανε, πίνανε το κρασί που το καλούσε η βραδιά, για να ευχηθούν αλλήλους «Χριστός Ανέστη Χρόνια πολλά και του χρόνου, και αύριο με το καλό»!

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία.

Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»!

Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

Η Λαμπρή μια μεγάλη γιορτή!

Η ημέρα του Πάσχα ήταν και είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, στα χωριά γινόταν μεγάλο πανηγύρι έξω από την εκκλησία. Όλο το χωριό μικροί και μεγάλοι, βρίσκονταν σε μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Πολλοί και κυρίως οι βοσκοί, έφερναν αρνιά και τα έψηναν στα κάρβουνα σε γουλίδια περασμένα στις σούβλες. Ο κόσμος έπινε και γλεντούσε με την καρδιά του! Οι λυράρηδες έπαιζαν τους γνωστούς σκοπούς για να γλεντήσει ο κόσμος. Οι νέες και οι νέοι επιτέλους είχαν άλλη μια ευκαιρία να ανταμώσουν από κοντά με τον εκλεκτό ή την εκλεκτή της καρδιάς τους, και να ανταλλάξουν ματιές γεμάτες υποσχέσεις!

Ακόμα πιο ευτυχισμένα ήταν τα παιδιά, που επιτέλους χόρτασαν κρεατικά, τσουρέκια και ζαχαρωτά, που τόσο τα είχαν λαχταρίσει!

Όταν δεν γινόταν πια γιορτές έξω από την εκκλησία, γιατί με τα χρόνια σιγά – σιγά αυτό καταργήθηκε, πλέον το κέφι και το φαγοπότι μεταφέρθηκε στα σπίτια, όπου έσμιγαν «φίλοι και εδικοί», και εκεί έπιναν και έτρωγαν όλη μέρα με ψητά στα κάρβουνα, και η ατμόσφαιρα μύριζε μυρωδιά του ψητού, και παντού άρωμα χαράς και αισιοδοξίας!

Η γιορτή της Αγάπης

Την ημέρα της Λαμπρής μετά τις δέκα η ώρα γίνεται η «Δεύτερη Ανάσταση», η «Νεκρανάσταση» ή χάριν απλότητας «Κρανάσταση». Χτυπούσε η καμπάνα και οι χριστιανοί πήγαιναν στην εκκλησία. Τελειώνοντας η λειτουργία, βγάζανε όλες τις εικόνες της εκκλησίας έξω και γινόταν η περιφορά των εικόνων, είτε γύρω από την εκκλησία είτε περνώντας από κάποιες γειτονιές του χωριού, για να καταλήξουν και πάλι στην εκκλησία. Τις εικόνες τις ξεκρέμαγαν από τη θέση τους, και τις κρατούσαν μια ανά δύο άτομα. Όταν ήταν να προσκυνήσει ο κόσμος τις εικόνες, οι πρώτοι δυο που κρατούσαν την πρώτη εικόνα, την προσκυνούσαν, την έπιαναν προσεκτικά, έβγαιναν έξω από την εκκλησία, και στεκόταν στο πλάι. Οι επόμενοι δυο της άλλης εικόνας, έβγαιναν έξω, προσκύναγαν την εικόνα των δυο πρώτων και σταματούσαν παραδίπλα.

Το ίδιο και το τρίτο ζευγάρι της τρίτης εικόνας, προσκύναγαν τις εικόνες των άλλων δύο, προσκύναγαν και εκείνοι τη δική τους και στεκόταν παραδίπλα. Έτσι γινόταν με όλες τις εικόνες βγαίνοντας έξω, και στο τέλος πέρναγε ο κόσμος και ασπαζόταν μια – μια την εικόνα. Πρώτα έβγαιναν οι γυναίκες και τα παιδιά, μετά οι άνδρες και τελευταίος ο παπάς. Αν κάποιο εικόνισμα το κρατούσαν παιδιά, σκύβοντας ο κόσμος να φιλήσει την εικόνα, φίλαγε και τα παιδιά! Όλοι ευχόταν «Χριστός Ανέστη, χρόνια πολλά και του χρόνου»! Εκείνη την ημέρα, προσκυνώντας τις εικόνες ακόμα κι αν κάποιοι είχαν μικροδιαφορές, συμφιλιώνονταν και άφηναν πίσω τις διαφορές τους. Στο τέλος ξαναπήγαιναν μέσα τις εικόνες και τις κρέμαγαν στις θέσεις τους. Όσοι πάλι είχαν πάει εικόνες από το σπίτι τους για λειτουργηθούν για 40 μέρες στη διάρκεια της Σαρακοστής για να πάρουν τη Θεία Χάρη της Ανάστασης, τις έπαιρναν και πάλι πίσω.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Σε Μεσαρίτικη εκδοχή)

Το μοιρολόι της Παναγίας, είναι ένα ποίημα που έχει επικρατήσει και σαν «Κάλαντα της Μ. Παρασκευής», αλλά στα κατηχητικά της εποχής πριν το ’60, αναφερόταν στους μαθητές και σαν «προσευχή της Μ. Βδομάδας». Το ποίημα αναφέρεται στο μοιρολόι της Παναγίας όταν ο Υιός της ήταν ακόμα επάνω στον Σταυρό.

Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει.
Ζητεί γκρεμό να γκρεμιστεί για τον Μονογεννή της.
-Κάνε κυρά μου υπομονή κάνε κυρά μου ανέση (άνεση)
-Και πως να κάνω υπομονή και πώς να κάνω ανέση
απού ‘χω Γιό Μονογενή και Κείνος Σταυρωμένος.
Η Μάρθα η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβ η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα
έπιασαν το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι
κι άνοιξε η πόρτα του ληστού και η πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά τηρά ζερβά κανένα δεν γνωρίζει
τηρά και δεξιότερα και βλέπει τον Άη Γιάννη.
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του Γιού μου
μην είδες τον Υ(γ)ιόκα μου και σε τον Διδάσκαλο σου?
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω ,
δεν έχω χεροπάλαμο διά να σου τον ε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον τον Γυμνό τον Παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο?
Όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι ?
Εκείνος είν’ ο Γιόκας σου και εμέ Διδάσκαλος μού.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά Τον ερωτούσε.
-Δεν μου μιλεί ς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου?
-Τι να σου πω μανούλα μου, που διαφορά δεν έχει,
μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι
που θα λαλήσει ο πετεινός σημαίνει η γη κι ο ουρανός σημαίνει,
σημαίνει και η Αγιά Σοφιά με τρεις χρυσές καμπάνες !

Υπάρχει βέβαια η δοξασία που θέλει να αγιάζει όποιος μαθαίνει αυτή την προσευχή, όποιος την ακούει να τη λένε, ή τη όποιος τη σώζει για να την μαθαίνουν και οι άλλοι, κι όποιος την διακινεί. Επίσης «βλέπει τον παράδεισο» όποιος τη μελετάει το βαθύτερο νόημα της.
Έτσι η προσευχή τελειώνει ως εξής:

«Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφρουκαστεί παράδεισο θα λάβει .
Παράδεισο και Λίβανο από τον Άγιο τάφο».

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η σκωπτική ποίηση και η “Γαλιανή σχολή”

Δημοσιεύτηκε

στις

Το χωριό μας, η Γαλιά Δήμου Φαιστού, έχει έντονα τα χαρακτηριστικά όσον αφορά τους ανθρώπους της, ήταν ανέκαθεν ζωηροί, εύθυμοι, δρακόντειας αντοχής, δουλευταράδες, γλεντζέδες, αλλά και πιστοί στα ήθη και έθιμα του τόπου τους


Τους άρεσε πολύ το τραγούδι και η ποίηση, και δεν υπήρχε ηλικιωμένος άνθρωπος να μην έχει αποστηθίσει ένα μεγάλο τμήματα του Ερωτόκριτου.

Στα βάθη του χρόνου υπήρξαν πολλοί καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής, αλλά υπήρξαν και πολλοί ποιητές που η δουλειά τους ήταν, ο σατυρικός στίχος, και που απετέλεσαν τη Γαλιανή σχολή.

Καταπιανόταν με διάφορα θέματα που σχετιζόταν με ανθρώπους και ζώα, κυρίως γαϊδούρια και αιγοπρόβατα.

Υπήρξαν πολλά άτομα που είχαν ασχοληθεί στο χωριό μας με το αντικείμενο αυτό και έκτοτε σώζονται ακόμα ποιήματα τους, τα οποία αμέσως τα αγκάλιασε ο κόσμος και τα στήριξε.

Ένα μέρος από τα ποιήματα αυτά τα έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν, όμως είναι και άλλα ακόμα αδημοσίευτα.

Τα ποιήματα αυτά έχουν ένα δημώδη χαραχτήρα, και επειδή προκαλούσαν γέλιο, καλοπροαίρετα βέβαια, αμέσως διασώθηκαν από στόμα σε στόμα.

Από τους τελευταίους χαρισματικούς ποιητές της σάτιρας ήταν ο Μιχελινός, και ο Ντουϊντομανώλης.

Ένα από τα αδημοσίευτα στα ηλεκτρονικά μέσα και τύπο, σατιρικό ποίημα της Γαλιανής Σχολής, είναι το παρακάτω που ακολουθεί, που σατιρίζει ένα περιστατικό που είχε συμβεί με την αίγα του ”Νικολακογιάννη”, που πάντα ήταν ελεύθερη, με συνέπεια να πηγαίνει στα περιβόλια των χωριανών και να προκαλεί ζημιές.

Ο αγροφύλακας ”Καραμανιτογιώργης”, την ντουφέκισε, ενώ βρισκόταν στο ύψος του χωριού Μονόχωρο, και η αίγα, στην απέναντι από αυτόν πλαγιά και μέσα στα περιβόλια των ανθρώπων.

Η συνέχεια στο απόσπασμα ποίημα, που η πατρότητα του ανήκει στον Ντουϊντομανώλη:

Θρήνος και κλάημα ‘κούστηκε, στο ργιάκι στο πλατάνι
την αίγα ντουφεκίσανε του Νικολακογιάννη.
Εγλάκα κι γυναίκα του και βάστα το λιβάνι
για να τηνε θυμιάσουνε και μπέληκι και γιάνει.
” Άσκημα λόγια σούπανε, Καραμανιτογιώργη
το γκρά είντα τον ήθελες, να το νε νε μαζώνεις ” .
” Άσκημα λόγια σούπανε, μα ‘τανε και πιτίδια
όπλο βαστάς Εγγλέζικο και μια χειροβομβίδα ”.
Ντελόγο τον εκάλεσε, στσι Μοίρες αγρονόμος
” αυτά που κάνεις Γιώργαρη, ποθές δε γράφει ο νόμος ”.
” Αν κάνεις τα περισσινά το γκρά και νεμαζώνεις
να πας να κάνεις κάρβουνα, τσ’ αίγες να μη σκοτώνεις ”.
” Αν θέλεις την αμπελική, πολύ καιρό να κάνεις,
να πα πληρώσεις ίδια δα, το Νικολακογιάννη ”.
Θαρώ πως εφοβήθηκε κι ήταξε πως θα δόσει
ένα εκατομοίριο, την αίγα να πληρώσει………..

Από το αρχείο του: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη