Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Κώστας Μαρκάκης και το πρώτο κτηνιατρείο των Μοιρών

Δημοσιεύτηκε

στις

Ψάχνοντας τη λαογραφία του τόπου μας, πολλές φορές  ανάμεσα από διάφορες συζητήσεις, διασταυρώνουμε καταστάσεις και γεγονότα, που επιβεβαιώνουν μια υπόθεση, για το πως είχαν κάποτε τα γεγονότα στη Μεσαρά, ακόμα πριν 80 χρόνια!


Λίγοι γνωρίζουν σήμερα πως το πρώτο κτηνιατρείο στις Μοίρες, που ήταν μαζί  και πεταλωτήριο, το είχε ένας  Γαλιανός, ο  Κωστής Μαρκάκης του Ηρακλογιώργη, γνωστός σαν «Αλμπάτης»! Οι  πεταλωτές κάποτε, έκαναν και τη χρήση κτηνιάτρων.

Πληροφορίες για τον Κωστή,  μας έδωσε η κόρη του Κωστή, Βασιλεία  Μαρκάκη – Σταυρακάκη, o Mύρωνας  Μαραγκάκης (Μαραγκομύρος), αλλά και άλλοι παλιοί Γαλιανοί που γνώριζαν τον Κωστή, ή τον είχαν ακουστά.
Ο Κωστής γεννήθηκε στα Βορίζα το 1905, και καταγόταν από την μεγάλη οικογένεια των «Μαρκάκηδων», απ’ όπου καταγόταν και ο θρυλικός  Ξωπατέρας ή  Ξέπαπας, (Ιωάννης Μαρκάκης). Ο Κωστής κατέβηκε νέος στη Γαλιά μαζί με ένα ξάδερφό του τον Μιχάλη,  λόγω ανάμειξης  των Μαρκάκηδων, σε διάφορες  εμπλοκές  με τους Τούρκους , αποτέλεσμα αυτού βέβαια, οι Τούρκοι να τους φοβούνται! Ήταν η εποχή, που πολλοί Βοριζανοί  αναγκάστηκαν και κατέβηκαν κείνο τον καιρό στη Γαλιά.
Ο Κωστής σαν νέος ήταν όμορφος ψηλός γεροδεμένος  με αρρενωπό παράστημα,  και γενικά  ευπαρουσίαστος  .

Ο Κωστής παντρεύτηκε στη Γαλιά μια υπέροχη και σπουδαία  γυναίκα τη Δέσποινα, από τον Πόρο Ηρακλείου που είχε το πατρικό της σπίτι, και μαζί έκαναν  έξη παιδιά. Την Ανδριάνη, τον Γιώργο, τη Βασιλεία, τον Μανώλη, τη Νίκη και τη Βαγγελιώ! Όλα τα παιδιά είχαν καλή τύχη, σπούδασαν και σταδιοδρόμησαν στη ζωή τους, και φυσικά πρόκοψαν όλα!

 

Πως ο Κωστής εντάχτηκε στο στρατό, και έγινε μόνιμος

Ο Κωστής, με μαρτυρία της Βασιλείας Μαρκλακη,  τέλειωσε το Δημοτικό Γαλιάς, και στη συνέχεια πήγε και το  σχολαρχείο στην Πόμπια.  Αμέσως μετά και πολύ νέος, μόλις  17 χρόνων, τον πήρε να καταταγεί  στο στρατό ο  Γαλιανός Ταγ/ης Νικολούδης  Εμμανουήλ, όπου ο Κωστής έκανε τη θητεία του, αρχικά σαν απλός στρατιώτης.

Ο Νικολούδης τον είχε αρχικά σαν βοηθό του,  με σκοπό να αξιοποιήσει τις γνώσεις του στα άλογα. Έτσι του είχε αναθέσει να φροντίζει τα μουλάρια  του στρατού,  και φυσικά να τα πεταλώνει. Σιγά – σιγά  φρόντισε ο Νικολούδης, να μάθει  ο Κωστής να νοσηλεύει  και τα άρρωστα ζώα. Ο στρατός είχε πολλούς  κτηνιάτρους , αλλά σχολή στο πανεπιστήμιο δεν υπήρχε ακόμη.  Υπήρχε όμως στρατιωτική σχολή στη Θεσσαλονίκη για σχετικά σεμινάρια. Οι κτηνίατροι του στρατού, γιάτρευαν  κυρίως άλλοι με πραχτικά μέσα, και άλλοι από γνώσεις που αποχτούσαν στα σεμινάρια. Φάρμακα διέθετε ο ίδιος ο στρατός.  Ο Κωστής γιάτρεψε πολλά άρρωστα ζώα κατά τη διάρκεια όλης της θητεία του, και αυτό ήταν ίσως το σπουδαίο έργο για την αποστολή του!  Τα άλογα, κυρίως τα μουλάρια που διέθετε τότε ο στρατός, είχαν σπουδαία αξία, γιατί τα χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά εφοδίων και πολεμοφοδίων. Όταν ήταν να απολυθεί ο Κωστής από τη κανονική θητεία του, ο Νικολούδης  Εμμ. το 1930, φρόντισε για την μονιμοποίηση σου σαν έφεδρος υπαξιωματικός και έπειτα αξιωματικός.

 

Η μετάθεση του στο Διδυμότειχο το 1931

Το 1931 ο Κωστής,  πήγε με μετάθεση  στο Διδυμότειχο, και υπηρετούσε εκεί μέχρι το ’36. Από το Διδυμότειχο  τον έστελναν ταχτικά στη Θεσσαλονίκη, για να παρακολουθήσει εξάμηνα και τρίμηνα σεμινάρια, για να εκπαιδευτεί στην κτηνιατρική.  Αφού η ειδικότητα του, ήταν  αρχικά απλός φαντάρος, και έπρεπε  να πεταλώνει τα μουλάρα του στρατού, σαν αξιωματικός όμως,  έπρεπε να ανέβει ειδικότητα, και έτσι έπρεπε να μάθει να γιατρεύει μόνος του,  τα άρρωστα μουλάρια του στρατού.  Με τα σεμινάρια όμως που έκανε στη Θεσ/νίκη, έγινε έτσι και κτηνίατρος!
Στο Διδυμότειχο ήταν που πήρε κάποτε και έπαινο από τον διοικητή του, διότι ένα χειμώνα που  πλημύρισε ο Άρδας ποταμός, κοντά στα Βουλγαρικά σύνορα, σε ένα χωριό κινδύνευαν να πνιγούν όλοι οι κάτοικοι! Ο Κωστής  ήταν τότε υπεύθυνος μιας ομάδας  ημιονηγών,  τους οποίους και κατεύθυνε όλους, με σκοπό να βοηθήσουν τους πλημμυροπαθείς!

Με  πολύ μεγάλες προσπάθειες, κατάφεραν τελικά και έσωσαν όλους τους κατοίκους του χωριού αυτού, μεταφέροντάς τους με τα μουλάρια του στρατού, σε ασφαλές μέρος.

 

Το κίνημα του Βενιζέλου, και ο Παναγής Τσαλδάρης !

Στις αρχές του 1935 την Ελλάδα κυβερνούσαν η αντιβενιζελική παράταξη με επικεφαλής το Λαϊκό Κόμμα και με πρωθυπουργό τον μετριοπαθή κορίνθιο πολιτικό Παναγή Τσαλδάρη. Την 1η Μαρτίου, βενιζελικοί αξιωματικοί με την κάλυψη του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιχείρησαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση για να προστατέψουν το καθεστώς της Δημοκρατίας, όπως διατείνονταν. Το κίνημα κατεστάλη εύκολα από τον υπουργό Στρατιωτικών, Γεώργιο Κονδύλη, που επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία με το βαθμό του αντιστρατήγου και με αυξημένες αρμοδιότητες. Στη συνέχεια εξαπολύθηκε πογκρόμ διώξεων και αποτάξεων βενιζελικών αξιωματικών, ενώ τρεις εκτελέστηκαν. Ο δρόμος για την παλινόρθωση της βασιλείας ήταν πλέον ανοιχτός. Μεταξύ αυτών, αποτάχτηκε φυσικά  και ο Κωστής. Έτσι σαν απότακτος πλέον  το 1935, αναγκάστηκε να αφήσει το στρατό, όμως  είχε προλάβει πριν να δηλώσει μονιμότητα! 

 

Το 1935 κατέβηκε στο Ηράκλειο και ανοίγει πεταλωτήριο

Το  1935 ο Κωστής κατέβηκε στο Ηράκλειο που ήταν ο πατρικό σπίτι της γυναίκας  του, και προσπάθησε  για τα προς το ζην, να ανοίξει πεταλωτήριο δίπλα στην Χανιόπορτα, στην αρχή της οδού Καλοκαιρινού. Δεν ήταν όμως  ο κατάλληλο μέρος, και δεν είχε αρκετή  πελατεία.

Έτσι τον επόμενο χρόνο, άφησε το Ηράκλειο και κατέβηκε στις Μοίρες, στα τέλη του ’36, όπου και άνοιξε πεταλωτήριο δίπλα στα Δικαστήρια. Το πεταλωτήριο αυτό, λειτουργούσε και σαν Κτηνιατρείο, έστω και παράνομα, αλλά ωστόσο ήταν το πρώτο Κτηνιατρείο Μεσαράς! Ο Κωστής μπορεί να είχε μεν τις γνώσεις όσο ο καλύτερος κτηνίατρος, αλλά δεν είχε την έγγραφη άδεια λειτουργίας Κτηνιατρείου. Πήγαινε συχνά όμως στο Ηράκλειο για κάποιες συνταγές στον φαρμακοποιό Ματζαπετάκη, αφού πρώτα τις υπόγραφε ο Νομοκτηνίατρος  Ηρακλείου. Κάποια μέρα που ο Νομοκτηνίατρος είχε βρεθεί στο πεταλωτήριο του Κωστή στις Μοίρες, και είδε πως η πινακίδα έγραφε μονάχα «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ», και γνωρίζοντας την επαγγελματική του κατάρτιση πάνω στη δουλειά του στο να γιατρεύει άριστα τα άρρωστα ζώα, του είπε:
 – Κωστή Έλα στο Ηράκλειο να σου δώσω την άδεια  να είσαι και κτηνίατρος, μα εσένα οι γνώσεις σου είναι άριστες! Θα γράψεις απ’ έξω στη πινακίδα: «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΙΑΤΡΕΊΟ»!
Πήγε πράγματι στο Ηράκλειο ο Κωστής Μαρκάκης, όπου ο Νομοκτηνίατρος  του υπέγραψε την ειδική άδεια για να εξασκεί πλέον ελεύθερα το επάγγελμα του Κτηνιάτρου. και στη συνέχεια  ο Κωστής στις Μοίρες άλλαξε την επιγραφή στο μαγαζί του, και πρόσθεσε πλέον και τη λέξη «πεταλουργείο», οπότε έγραψε: «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΙΑΤΡΕΊΟ»!

 

Η συνεργασία του με τον Μανώλη Στιβαχτάκη

Ο Κωστής κατά καιρούς είχε διάφορους βοηθούς στο κτηνιατρείο του, και ένας από αυτούς, ήταν και ο Μανώ λης Στιβακτάκης από του Σίβα, που έμενε στις Μοίρες.  Κάποτε ο Κωστής Μαρκάκης έφερε κάποια  γαϊδούρια από τη Κύπρο, αλλά και άλογα ράτσας από άλλα μέρη της χώρας, και είχε τον Μανώλη σαν συνεργάτη, όπου  ασχολήθηκε με τους επιβήτορες, για να αποχτήσει η Μεσαρά  σπουδαίες  διασταυρώσεις, σε άλογα και γαϊδούρια, πού ήταν ψηλά όμορφα και  γοητευτικά! Από το στρατό  ο Μανώλης  Στιβαχτάκης είχε πάρει και την ειδικότητα του  κτηνονοσοκόμου, και ήξερε σε όλα τα ζώα να  κάνει στειρώσεις,  να ευνουχίζει, αλλά και να γιατρεύει σπασμένα πόδια. Γενικά ήταν πολύ καλός  αν και πρακτικός στη κτηνιατρική. Μετά το θάνατο του Κωστή, ο Μανώλης εξυπηρετούσε τη Μεσαρά σαν ο μοναδικός στη περιοχή για πολλά χρόνια, με το παρατσούκλι, «ο Μανώλης ο Κτηνίατρος».

Ο Κωστής Μρκάκης  αποφάσισε να Ανοίξει κτηνιατρείο στα Καπαριανά, για το λόγο που εξυπηρετούσε τους διερχόμενους Ζαριανούς, αλλά ήταν πιο κοντά και σε πολλά άλλα χωριά! Το χαμηλό πετρόχτιστο κτίσμα αυτό, σώζεται ακόμα και σήμερα στη περιοχή!

 

Στον πόλεμο του ‘40 και τη Γερμανική κατοχή

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το ‘ 40 και αποταγμένος από το στρατό ο Κωστής, εν τούτοις  δεν τον κάλεσαν στην επιστράτευση, διότι πιάστηκε σαν πολύτεκνος, έτσι δεν πήγε στο Μέτωπο. Το ίδιο και στην επιστράτευση όταν ήρθαν οι Γερμανοί.

Όταν όμως ήρθαν οι Γερμανοί στις Μοίρες, το πρώτο που έκαναν, ήταν να φροντίσουν να μάθουν ποιοι ήταν οι πεταλωτές και κτηνίατροι της περιοχής, και έτσι  κάλεσαν τον Κωστή στην υπηρεσία τους, αφού επίταξαν όλα τα μεγάλα ζώα της Μεσαράς! Όλα τα μουλάρια και άλογα, αλλά και αγελάδες  τα μαρκάρισαν, βάζοντας ένα μεταλλικό κρίκο στο αφτί  τους.

Τις αγελάδες  τις ήθελαν για να τη διατροφή τους, ενώ  τα μουλάρια για μεταφορά Γερμανών σε δύσβατα μέρη. Έτσι έβαζαν τον Κώστα να κάνει τη διαλογή, ποια ζώα ήταν ικανά και υγιή για αυτούς, και ποια ήταν τα άρρωστα. Ο Κωστής φυσικά, τα σκάρτα ζώα τα έβγαζε «υγιή» και τα παρέδιδε στους Γερμανούς, ενώ τα υγιή  τα έβγαζε «σκάρτα» και τα παρέδιδε στους ιδιοκτήτες τους!

Κάποια στιγμή όμως ,την εξαπάτηση αυτή την αντιλήφτηκαν οι Γερμανοί, και φυσικά τον κυνήγησαν! Τότε πήρε την οικογένεια του  το 1941 και εγκαταστάθηκαν στη Γαλιά, ενώ ο ίδιος επιδόθηκε σε «αντάρτικο πόλεως» αρχικά στις Μοίρες, και μετά στα περίχωρα. Στη Γαλιά που ζούσε εκείνη τη περίοδο με την οικογένεια του, είχε μεταφέρει εκεί  και  το πεταλωτήριο – κτηνιατρείο του.   Κάποια εποχή είχε και τρείς βοηθούς, γιατί η δουλειά του  πήγαινε πολύ καλά, μεταξύ αυτών, και τον μικρό αδερφό  Μιχάλη (Αλμπατομιχάλη), ο οποίος όταν έφυγε ο Κωστής από τη Γαλιά, εκείνος συνέχισε τη δουλειά του Αλμπάτη για πολλά ακόμη χρόνια.

Κατά τη βοήθεια στο αντάρτικο, ο Κωστής  μάζευε και συγκέντρωνε  ρουχισμό και τρόφιμα, μαζί με τον Αλεξανδράκη, τον παπά Αρμούτη ,  αλλά και τον Μικασιάτη Θεοδόση,  τον μετέπειτα «Θεοδόση τον ποδηλατά» όπως έγινε αργότερα ευρέως γνωστός. Ο Θεοδώσης ήταν ο πρώτος που είχε αργιλέ στις Μοίρες!  Όλοι τους, ότι εφόδια συγκέντρωναν, τα  πήγαιναν  με το μουλάρι στο Μαγαρικάρι σε μια σπηλιά, όπου από εκεί τα παρελάμβαναν οι αντάρτες της ομάδας του Πετρακογιώργη.

Με τον Πετρακογιώργη ήταν  σύντεκνοι, γιατί βάφτισε στον Κωστή τη μικρή του κόρη. Μάλιστα την βάφτισε Ευαγγελία, όπως  ήταν και το όνομα της γυναίκας του!

Και αυτήν όμως τη δραστηριότητά του την αντιλήφτηκαν οι Γερμανοί, και τον είχαν μαζί με τους άλλους δυο (Αλεγανδράκη – Παπά Αρμούτη), για να τους ντουφεκίσουν. Το έμαθε αυτό έγκαιρα ο Αλεξανδράκης, και αφού ειδοποίησε τον Κωστή, έφυγαν όλο για τα ριζά (ριζίτικα χωριά), και βοηθούσαν περεταίρω την ομάδα του Πετρακογιώργη, μαζί με τον Σκουτελογιώργη (Φαραγκουλιτάκη Γιώργη). Πήγαιναν από χωριό σε χωριό και μάζευαν τρόφιμα και ρουχισμό, μετέφεραν ελαφρύ οπλισμό, νάρκες κλπ, παράλληλα φυγάδευαν Άγγλους  από τα παράλια στα , Καλά Λιμάνια,  όπου διέφευγαν με υποβρύχιο για τη Μέση Ανατολή. Από τους Άγγλους μάλιστα, είχαν έγκυρες πληροφορίες, πως οι Γερμανοί, πολύ σύντομα θα εγκαταλείψουν το νησί γιατί θα χάσουν τον πόλεμο, όπως και αργότερα έγινε!  Ανακάλυψαν όμως οι Γερμανοί και τη σπηλιά που συγκέντρωναν τα τρόφιμα και ρουχισμό, και κυνήγησαν περεταίρω τον Κωστή, ακόμα   και στα διάφορα ριζίτικα χωριά.  Εντολές ο Κωστής, πάντα έπαιρνε από τον ίδιο τον Πετρακογιώργη. Ήξερε όμως  και κρυβόταν καλά, και έτσι ουδέποτε τον ανακάλυψαν οι Γερμανοί! Κατά το διαστήματα εκείνο, οι Γερμανοί έκαναν εφόδους ακόμα και στο σπίτι του Κωστή στη Γαλιά, για να τον συλλάβουν, και ρωτούσαν τη σύζυγο του,  «που είναι ο άνδρας σου»? Εκείνη απαντούσε: «Νίξ άνδρας»!

Τον Κωστή όμως τον αγαπούσαν όλοι  οι Πανωριζίτες, και του προσέφεραν προστασία, κυρίως στο Ζαρό, αλλά και  Λαλουμά, Σκούρβουλα,  και Καλοχωραφίτη.  Έτσι εξηγείται, γιατί  οι Γερμανοί δεν τον έπιασαν ποτέ!  Και μόνο ο γεγονός ότι τον έκρυβαν, αλλά και που δεν τον πρόδωσε ποτέ κανένας, για αυτό αξίζει ένα μπράβο αυτό σε όλους τους Μεσαρίτες, και δηλώνει και το πόσο τον αγαπούσαν!

 

Με κυβέρνηση Πλαστήρα

Η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, ήταν μια κυβέρνηση η οποία σχηματίστηκε στις 3 Ιανουαρίου 1945 , σαν είχαν φύγει πλέον οι Γερμανοί, και έμεινε στην εξουσία έως τις 8 Απριλίου 1945. Όταν μπήκε στην κυβέρνηση, κάλεσε όλους τους αποταγμένους αξιωματικούς,  για την επανένταξη τους στο στράτευμα, και τους υποσχέθηκε, πως για τη χαμένη τους δεκαετία ‘35 – ’45, θα διπλασιάσει τα χρόνια τους, και θα πιάνονται σαν είκοσι συντάξιμα! 

Έτσι, μια και είχε προλάβει και είχε δηλώσει μονιμότητα λίγο πριν την απόταξή του, αποφάσισε να ξαναπάει στο στρατό για μόνιμος, και παρουσιάζεται  το ’45 στο Ατσιπόπουλο  Ρεθύμνου.  Στη συνέχεια πήρε κάποιες μεταθέσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, στο Ναύπλιο,  στη Σιάτιστα, και από εκεί κατέληξε στα Γιάννενα  το 1948, ένα χρόνο πριν τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Ήταν η  περίοδος που γινόταν συχνά εμπλοκές μεταξύ κυβερνητικού στρατού με των  αριστερών δυνάμεων.
Ο Διοικητής του όμως που είχε μένος με τους αριστερούς,  καταφέρνει και συλλαμβάνει  ομάδα νεαρών ανταρτόπουλων. Τότε διατάζει τον Κωστή να πάει  σαν επικεφαλής ομάδας για να τους εκτελέσουν.
Ο Κωστής, από υψηλό συναίσθημα ανθρωπιάς, έχοντας την  αίσθηση της αδικίας λόγω του νεαρού της ηλικίας των παιδιών,  συμβουλευτικά λέει του Διοικητή του:

-Κύριε Διοικητά, μα αυτά είναι παιδιά! Με τι καρδιά να πάμε να τα εκτελέσουμε!

– Αρνείσαι? Είσαι και εσύ κουμουνιστής και τους καλύπτεις! Είτε είσαι μάχιμος είτε όχι, την εντολή θα την εκτελέσεις!

-Μα δεν φέρνω αντίρρηση  κύριε Διοικητά! Ευχαρίστως να πάμε και τώρα αν θέλετε και να τους εκτελέσουμε! Απλώς σας είπα τη γνώμη μου!

Μη ξεχνάτε κε Διοικητά, πως μέχρι πρότινος με αυτά τα παιδιά, μαζί βοηθούσαμε τους αντάρτες που πολεμούσαν  τους Γερμανούς! Δεν είναι άδικο και μεγάλο κρίμα, τώρα να πάμε και να τα σκοτώσουμε?  Αυτά τα παιδιά, δεν μας πείραξαν, κρίμα δεν είναι κε Διοικητά?

-Άστο! Θα στείλω άλλον υπεύθυνο για αυτή τη δουλειά! Είπε ο Διοικητής.
Προφανώς ο σκληροπυρηνικός Διοικητής, που για ευνόητους λόγους δεν θα αναφέρουμε το όνομα του, είχε σκοπό να στείλει άλλον αξιωματικό για την εκτέλεση.

Δεν είχε προλάβει να εκτελεστεί η διαταγή του Διοικητή, και αριστεροί αντάρτες μεγάλης ομάδας, οργανώθηκαν και κατέβηκαν αιφνιδιαστικά  και επιτέθηκαν στο στρατόπεδο, με σκοπό να ελευθερώσουν τους νέους.

Έφθασαν ακόμα και  στα μετόπισθεν που βρισκόταν η ομάδα του Κωστή, και με αδυσώπητο και λυσσαλέο μίσος, τους επιτέθηκαν αιφνιδίως με όλμους! Στη συμπλοκή αυτή, σκοτώθηκαν όλοι στην ομάδα του Κωστή, και ο μόνος που σώθηκε ήταν αυτός!  Τραυματίστηκε όμως σοβαρά στο πόδι από θραύσματα όλμου.  Δεν γνωρίζουμε όμως αν οι αντάρτες τελικά κατάφεραν να ελευθερώσουν ή όχι  τα ανταρτόπουλα.

Από εκεί τραυματίας  ο Κωστής, μεταφέρθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο για το τραύμα του στο πόδι, και επίσης για ένα διάστημα νοσηλεύτηκε και σε νευρολογική κλινική αξιωματικών, λόγω μιας διανοητικής διαταραχής, που υπέστη από τις απανωτές οβίδες που έσκαγαν δίπλα του. Μέσα στην δίνη της μάχης, του άφησε κάποιο διανοητικό τραύμα, με αποτέλεσμα να έχει κάπου – κάπου προσωρινής μορφής αμνησία, αλλά σιγά – σιγά και με τον καιρό καλυτέρευε.  Αν και στο τέλος είχε γιατρευτεί η μνήμη του, εν τούτοις το πόδι δεν γιατρεύτηκε πλήρως, και  έτσι κούτσαινε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Ο τραυματισμός του τον βρήκε με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, και αναγκαστικά πήρε σύνταξη λόγω των τραυμάτων του, με βάση τους βαθμούς του στρατού.

Πέθανε  το 1980 στο πατρικό σπίτι της γυναίκας του Δέσποινας στον Πόρο Ηρακλείου, και τον έθαψαν στο νεκροταφείο στις  Πατέλες. Ακολούθησε η γυναίκα του το 2004, σε ηλικία 94 ετών.

Είχε πάρει  μέχρι το τέλος της ζωής του και τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού, σε ηλικία 75 χρόνων.

 

Η τοπική κοινωνία έκλαψε τον χαμό του Κωστή

Όταν πέθανε ο Κωστής, τον έκλαψε όλη η Μεσαρά, και περισσότερο το χωριό του, λέγοντας: «Χάθηκε το καμάρι της Γαλιάς»!

Το έλεγε αυτό ο κόσμος, γιατί ήταν  ιδιαίτερα χαρισματικός άνθρωπος, τυπικός ,  ευχάριστος, συμπαθής και αγαπητός από όλους. Ήταν σοβαρός  και προπάντων συνεπής, όχι μόνο προς τις υποχρεώσεις του στην οικογένεια του, αλλά και στην πατρίδα.  Στο καφενείο  του χωριού σαν πήγαινε με την άδεια του ευπρεπής και  πάντα γελαστός, φορώντας   τη στολή του, τον υποδεχόταν όλοι με χαρά!  Τον κερνούσαν, και στη συνέχεια και αυτός κερνούσε όλο το μαγαζί! Ήταν ευαίσθητος  και ιδιαίτερα συμπαθής. Δεν χάλαγε ποτέ χατίρι σε κανέναν, και είχε βαθειά συναίσθηση της υπευθυνότητας του, όπου κι αν προέκυπτε!

Πάντα  ο  Κωστής  Μαρκάκης  κατάφερνε και έφερνε θετικό αποτέλεσμα  σε όλους τους τομείς, καμιά φορά και με πολύ μεγάλο ρίσκο.

 

Σαν υστεροφημία…

Σαν επίλογο στην μνήμη του ανθρώπου αυτού, του Κωστή Μρκάκη, θα σταθούμε συνοπτικά σε  έξη  εφτά βασικά ανδραγαθήματα του, αν και αυτά είναι μικρό μέρος των όσων έχει διαπράξει σε όλη του τη ζωή:

1- Ότι φυσικά λόγω της ικανότητας του σαν κτηνίατρος,  έσωσε εκατοντάδες μουλάρια του στρατού, τα οποία έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη μεταφορά του  οπλισμού και εφοδίων.

2- Στη κατοχή, έσωσε επίσης πολλά ζώα από τους Γερμανούς, βγάζοντας  τα σκάρτα  για να τους  τα παραδώσει,  και τα γερά  να τα αφήσει στους ιδιοκτήτες τους!

3- Παράλληλα στη κατοχή, γύρναγε κρυφά σε όλα τα χωριά  της Μεσαράς, γιατρεύοντας  τα διάφορα άρρωστα ζώα των κατοίκων!

4- Βοήθησε τους  συμπατριώτες αντάρτες της ομάδας του Πετρακογιώργη με όποιο τρόπο μπορούσε, με το μεγάλο ρίσκο να πληγεί η οικογένεια του, παρόλο που ο ίδιος δεν ανέβηκε ποτέ στο βουνό, και να γίνει ο ίδιος αντάρτης!

5- Με δική του πρωτοβουλία, έφερε μεγαλόσωμα γαϊδούρια από την Κύπρο, θηλυκά και αρσενικά ράτσας, και συνετέλεσε έτσι με διασταυρώσεις με τα ντόπια, στο να αναβαθμίσει  το είδος στην περιοχή σε μεγάλο βαθμό. Το ίδιο έκανε και με τα άλογα που έφερε από άλλα μέρη, και τελειοποίησε και τη Μεσαρίτικη ράτσα αλόγων!

6- Να θυμίσουμε την ηρωική του ενέργεια, εκείνη που έσωσε ένα ολόκληρο χωριό σε πλημύρα στον Έβρο, χρησιμοποιώντας τα μουλάρια του στρατού,  μαζί με τους στρατιώτες.

7- Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε  και τη μεγαλοψυχία και γενναιότητα που έδειξε ο Κωστής,  όταν θέλησε να σώσει τα νεαρά ανταρτόπουλα , που και αυτό ήθελε παλικαριά και μεγαλοσύνη να το κάνει κάποιος, ανάλογη εκείνης  του χωριανού και φίλου του Ταγ/χη Πεζικού  Νικολούδη Εμμανουήλ, με τον οποίο  ήταν δεμένοι και  πολλοί αγαπημένοι.
Οι δύο τους ήταν «τα καμάρια της Γαλιας», αν   και οι δύο  τόσο άτυχοι!

Tον ανταρτοπόλεμο  βέβαια, ο Κωστής  τον θεωρούσε άδικο και καταραμένο!

Δεν ήθελε ποτέ  να μιλάει για αυτόν, γιατί τον θεωρούσε τη ντροπή του Ελληνικού έθνους!
 
Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης 

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όταν στη Μεσαρά οι παλιοί έπιαναν αχέλια και καβρούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα πάμε στην εποχή που οι Μεσαρίτες είχαν στο τραπέζι τους πολλά αχέλια ή χέλια και καβρούς – Πως τα ψάρευαν όμως;


Ήταν μια εποχή που ο κάμπος της Μεσαράς, ήταν όλο ζωντάνια από το πολύ νερό, που το συναντούσες ακόμα και στο πιο μικρό ρέμα!

Όλο το χρόνο Χειμώνα  – Καλοκαίρι, όλα τα ποτάμια και ρέματα στη Μεσαρά έτρεχαν άφθονα τρεχούμενα νερά.

Όταν ήρθε ο αναδασμός στο κάμπο της Μεσαράς μονοπάντησε τα χωράφια των ανθρώπων και τους τα έδωσε σε ένα τόπο.

Ανά  160 μέτρα έκανε ένα δρόμο και στη μέση έκανε ένα ρέμα. Όλα τα  ρέματα αυτά, κατέληγαν στη “Γριά Σαίτα” και από εκεί τα νερά κατέληγαν στη θάλασσα.

Σε μια ηλικία από 10 έως 17, η δική μας εποχή της δεκαετίας ´80, η νεολαία δεν είχε και με πολλά πράγματα να ασχοληθεί (βλέπεις δεν υπήρχαν υπολογιστές τότε) και ψάχναμε να βρούμε τρόπους να περνάμε την ώρα μας.

Η καλύτερη ασχολία που είχαμε ήταν το κυνήγι σε αυτά τα ρέματα, που ταλέγανε και σαίτες. Τι κυνηγούσαμε? Φυσικά αχέλια και καβρούς!

Ο καλύτερος μεζές για τους πιο πολλούς Μεσσαρίτες και κυρίως Πετροκεφαλιανούς, που τα είχανε στα πόδια τους,  ήταν τα χέλια και οι καβροί!

Τα χέλια τα ψαρεύαμε συνήθως τα Καλοκαίρια, ή τις ημέρες που ήταν αποκριές, επειδή το κρέας του θεωρείται νηστίσιμο.

Τα χέλια σύχναζαν στο τρεχούμενο νερό που σχημάτιζε κολύμπες, στα ποτάμια σε φράγματα η λίμνες, και φυσικά στις σαΐτες της Μεσαράς.

Το χέλι του άρεσε να τρέχει κόντρα στο ρέμα και όπου έβρισκε κολύμπα, εκεί και φώλιαζε και άφηνε τα αυγά του.

Ο κόσμος τότε μικροί ή μεγάλοι, κυνήγαγαν τα χέλια για τον εκλεκτό μεζέ τους, μια και το κρέας ήταν δύσκολο να βρεθεί στο τραπέζι.

Υπήρχαν διάφοροι τρόποι ψαρέματος του χελιού

Ψάρεμα με φλόμο

Σε κάποιες περιοχές της Μεσαράς όπως στα Κάτω περβόλια, υπήρχαν άφθονα  φλομάκια, που τα μάζευαν και τα πήγαιναν να τα ρίξουν στα μέρη που υπήρχαν χέλια.

Ο φλόμος όταν τον κόψεις βγάζει ένα τοξικό γάλα, δηλητηριώδες, που αυτό κάνει το νερό να μυρίζει, και το χέλι να βγάλει έξω το κεφάλι του. Τότε με ένα πιρούνι στο χέρι, τα κάρφωναν, και τα πέταγαν έξω.

Ψάρεμα με αλισανδρούλα

Υπήρχε ένα άλλο φυτό που το έλεγαν αλισανδρούλα, που ανήκει και αυτό στα δηλητηριώδη φυτά. Αλλού τον λένε καλάνθρωπο και είναι ένα φυτό με πλατιά φύλλα, και γίνεται όρθιο πάνω από ένα μέτρο. Και αυτό το φυτό βέβαια, βάσει της φυτολογίας, ανήκει στη γενική κατηγορία του φλόμου.

Το φυτό αυτό το έκοβαν και το πήγαιναν εκεί όπου είχε χέλια. Εκεί το κοπανίζανε καλά με μια πέτρα και αυτό έβγαζε ένα ζουμί, και κατόπιν το πέταγαν στο νερό.

Λέγεται πως το ζουμί αυτό έχει την ιδιότητα να καταστρέφει το οξυγόνο του νερού, και τα χέλια μη μπορώντας να αναπνεύσουν έβγαζαν και πάλι το κεφάλι τους έξω από μια γωνιά, και τότε τα κάρφωναν με ένα πιρούνι πάλι, και τα πέταγαν έξω!

Φυσικά το χέλι, μόλις βρεθεί δυο λεπτά έξω από το νερό, πεθαίνει όπως και το ψάρι.

Ψάρεμα με τα κερτάρια  ή κούρτα

Άλλος σπουδαίος τρόπος ψαρέματος χελιού, ήταν και το ειδικά καλαθάκια, που τα λέγανε κερτάρια ή αλλού κούρτες.

Η κούρτα η το κερτάρι, ήταν σαν καλαθάκι στενόμακρο και πλεχτό από ειδικά άγρια βρούλα που ήταν μυτερά στην άκρη.

Η κατασκευή αυτή , είχε μια στενή τρύπα από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια τάπα, σαν πορτάκι, που άνοιγε για να μπαίνει το χέρι να πιάνει το χέλι.

Τις κούρτες τις βάζανε από βραδύς στο νερό με διάφορες τροφές μέσα για να προσελκύσουν τα χέλια.

Το πρωί πήγαιναν και τα κοίταζαν να δουν τι χέλια είχαν πιάσει.  Το χέλι ήταν το ψάρι της εποχής!

Έτσι πολλές φορές, αυτό γινόταν πιο οργανωμένα. Έφτιαχναν πεντ’ έξη κούρτες, και τις πήγαιναν σε διάφορα σημεία που είχε κολύμπες,  και τις έριχαν στο νερό σε διαφορετικές περιοχές.

Το πρωί που πήγαιναν και τα μάζευαν, μπορούσε να είχαν μαζέψει καμιά δεκαριά χέλια, για να χορτάσει όλη η οικογένεια. Τα έκαναν συνήθως τηγανιτά η στα κάρβουνα.

Ψάρεμα με την καβούλα

Σκάβοντας στο χώμα βρίχναμε σκουλήκια τα οποία στη συνέχεια πιάναμε κλωστή και τα μπρουλιάζαμε φτιάχνοντας έτσι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο κλωστή με σκουλήκια. Στη συνέχεια το τυλίγαμε όπως το σχοινί, το δέναμε σε μια πετονιά και το πετούσαμε στο νερό. Το σύστημα αυτό λεγόταν καβούλα.

Όταν τσιμπούσαν τα χέλια με μια απότομη κίνηση τραβούσαμε την πετονιά με αποτέλεσμα η κλωστή να μαγκώνει στα δόντια του χελιού και το τραβούσαμε έξω.

Τα αχέλια και τα πιτσιρίκια στην εξοχή

Στην εξοχή, τα παιδιά που βλέπανε τα έχνη, (αιγοπρόβατα), σαν πεινούσαν πήγαιναν να πιάσουν 3 έως 5 χέλια για να φάνε τον εκλεκτό τους μεζέ.

Άναβαν πρώτα μια φωτιά για να είναι έτοιμη, και κατόπιν πήγαιναν στο νερό είτε με φλόμο, είτε με τα χέρια, είτε χτυπώντας τα με ένα ξύλο, τα έπιαναν και επιτόπου τα πήγαιναν για ψήσιμο!

Έκοβαν μια βέργα από αγριελιά και την έκαναν μυτερή μπροστά με ένα τσακί, σαν σούβλα.

Εκεί τα πέρναγαν ολόκληρα τα χέλια όπως είναι, ζικ – ζακ σαν λουκάνικα. Το χέλι δεν έχει λέπια, οπότε το έβαζαν όπως είναι πάνω σε δυο πέτρες στη φωτιά

Πολλές φορές όμως όταν έτρωγαν πολλά χέλια, τα βάραινε το στομάχι τους, γιατί το χέλι ανήκει στα βαριά δυσκολοχώνευτα φαγητά.

Πως χάθηκε και το τελευταίο χέλι από τον κάμπο της  Μεσαράς!

Έφτασε μία εποχή, που τα νερά πλέον λιγόστεψαν στα ρέματα και νερά.

Έβλεπες πλέον αχέλια, μόνο στις κολύμπες που είχαν φτιάξει η αγρότες, για να αντλούν τα νερά ποτίζοντας τις καλλιέργειες τους.

Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κολύμπες είχαν εγκλωβιστεί και τα τελευταία χέλια μην μπορώντας να πάνε αλλού πουθενά!

Όλο το χωριό αποφάσισε τότε, πως αυτά τα χέλια έτσι και αλλιώς θα ψοφούσαν μετά από λίγο καιρό που θα στέρευαν οι κολύμπες.

Έτσι λοιπόν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, και  μπαίνοντας οι πιο τολμηροί μέσα στις κολύμπες και με σαρακάκια, σκότωναν τα αχέλια και συγχρόνως τα πετούσαν στους υπόλοιπους χωριανούς που ήταν απέξω,  που κι αυτοί με την σειρά τους, τα έβαζαν στα τσουβάλια!

Θυμάμαι ότι από εκείνη την κολύμπα βγάλαμε πάνω από 300 κιλά αχέλια!

Από τι θυμάμαι οι πιο “φανατικοί” Πετροκεφαλιανοί δεν μπορούσαν να ζήσουν χωρίς αχέλια και για πολλά χρόνια μαζεύονταν παρέες και έκαναν μια διαδρομή πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας κοντά στο Πρέβελη, στο Κουρταλιώτικο φαράγγι και ψάρευαν εκεί αχέλια, έτσι ώστε να ξεθυμαίνει λίγο η επιθυμία τους για αυτό τον θεσπέσιο μεζέ.

Αυτό λοιπόν ήταν και το τέλος μιας εποχής η οποία θα μείνει χαραγμένη για πάντα στη μνήμη μας.

Το ψάρεμα του καβρού στον ποταμό

Ο καβρός, κοινός καβούρι, για να πιαστεί ήθελε καλό μάστορα!

Στα χωριά όλοι, από παιδιά όμως είχαν εκπαιδευτεί στο ψάρεμα του καβρού, και σπάνια θα πήγαινε κάποιος και να μην φέρει κάμποσα καβούρια στο σπίτι.

Ο λόγος που τα κυνήγαγαν ήταν για το πολύ νόστιμο κρέας του, που μοιάζει με αστακού η γαρίδας.

Ο απλός τρόπος ψαρέματος

Συνήθως τα παιδιά που δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα, πήγαιναν στα ποτάμια και ξυπόλητα με τα κοντά παντελονάκια, ανασήκωναν πέτρες η πλάκες στο νερό, και κοίταζαν αν έχει από κάτω «καβρούλια». Έτσι συνήθως έπιαναν μικρά δεύτερα αδέσποτα καβούρια, ή θηλυκά που σύχναζαν κάτω από πλακωτές πέτρες μέσα στο νερό.

Τρόπος ψαρέματος με το βρούλο

Ένας παμπάλαιος τρόπος για να πιάσει κάποιος καβρούς η καπατσέλες (μεγάλους καβρούς), μέσα στην τρύπα τους (φωλιά τους), ήταν να βρει ένα έξυπνο τρόπο να τα ξεγελάσει, γιατί το ίδιο το καβούρι είναι πανέξυπνο, και η

παραμικρή λάθος κίνηση θα το αφήσει κρυμμένο για ώρες μέσα στη φωλιά του! Ο τρόπος λοιπόν είναι «το κόλπο με το βρούλο»!

Έβρισκαν λοιπόν ένα βρούλο που στην άκρη να έχει το δικό του ανθάκι, η ένα άλλο άριο βρούλο μυτερό, που στην άκρη έδεναν σφιχτά με σπάγκο ένα φτερό!

Εντόπιζαν την καβροτρυπχιά, και με πολύ αργές κινήσεις την πλησίαζαν.

Γονάτιζαν με προσοχή να μην τρομάξει ο καβρός, και με προσοχή πολύ, κρατώντας με το δεξί χέρι το βρούλο, το κατεύθυναν προς τον καβρό αργά αργά, που ακόμα φαινόταν ελάχιστα στην τρύπα του.

Αρχίζοντας ένα αργό σφύριγμα μακρόσυρτο. «Φιούουου», και ξανά «φιούουουου», αργά και χαμηλόφωνα, και παράλληλα άρχιζε ένα γαργάλημα με το φτερό στα πόδια του καβρού διακριτικά και πολύ απαλά…

Ο καβρός επεξεργάζοντας στο μυαλό του τα «νέα στοιχεία» που έχει μπροστά του, νομίζει πως το φτερό είναι κάποιο έντομο είναι και θέλει να περάσει μέσα στην τρύπα του!

Έτσι ο καβρός κάνει την πρώτη κίνηση ένα βήμα προς τα έξω, για να είναι πιο κοντά «στη λεία του»!

Όμως το βρούλο όλο και το τραβά πιο έξω το χέρι, και δόστου και βγαίνει και ο κάβουρας προς τα έξω!

Όταν έχει βγει ολόκληρος ο καβρός έξω, κάνει μια με το αριστερό ο εκάστοτε καβροκυνηγός, και το αρπά και το πετά έξω μακριά από την φωλιά του!

Έτσι πλέον με ευκολία, πιέζοντας το στη πλάτη του, και με τέχνη το πιάνει το καβούρι και το βάζει στο καλαθάκι του, που από πάνω είναι δεμένο με ένα πανί, να μη φύγουν όσα έχει μέσα.

Ψάρεμα με την σαρδέλα

Ένας άλλος τρόπος και πιο αποτελεσματικός, ήταν το ψάρεμα με την σαρδέλα. Δέναμε τη παστή σαρδέλα από την ουρά με ένα σπάγγο, και στην συνέχεια την ρίχναμε στο νερό,.

Η μυρωδιά  της σαρδέλας φυσικά  τραβούσε τους καβρούς, και πήγαιναν να την φάνε.

Δολώματα βάζαμε σε πολλά σημεία και το μόνο που κάναμε εμείς, ήταν να πηγαίνουμε να πιάνουμε τους καβρούς, που προσπαθούσαν να φάνε τη σαρδέλα, που συνήθως σε κάθε δόλωμα ήταν δύο και τρεις καβροί μαζί!

Στη μέθοδο αυτή, είχαμε ένα μόνο πρόβλημα, αν καθυστερούσαμε λίγο παραπάνω να πάμε στο επόμενο δόλωμα, δεν προλαβαίναμε, και οι καβροί έτρωγαν την σαρδέλα!

Όμως και σε αυτό το πρόβλημα βρήκαμε λύση. Βάζαμε τη σαρδέλα μέσα σε  κάλτσα, έτσι ώστε οι καβροί να προσπαθούν να κόψουν την κάλτσα, χωρίς  όμως να προλαβαίνουν να φάνε και τη σαρδέλα!

Τρόποι για να μεταφέρουν τα καβούρια στο σπίτι

Εκτός από το καλαθάκι η κουβά, με το πανί από πάνω, ήταν και το σταμνί, με το στενό λαιμό, που δεν μπορούσε να βγει ο καβρός από εκεί.

Συνήθως τα παιδιά που δεν είχαν ούτε σταμνί, ούτε καλαθάκι, μόλις τα έπιαναν, τους άνοιγαν τον αφαλό που έχουν στην κοιλιά, και εκεί τους κάρφωναν ένα ξύλο, και το καβούρι πέθαινε αμέσως, και άρα ήταν ακίνδυνο να δραπετεύσει! Έτσι εν ανάγκη τα έβαζαν και στις τσέπες τους!

Χέλια και καβούρια στο ρεφενέ!

Πολλές φορές στα καφενεία, που δεν ήθελαν να πιούνε το κρασάκι με σκέτες ελιές και κριθαρόνταγκο, έλεγαν σε κάποιον…

-Πετάξου μπρε Μανώλη μέχρι το μποταμό, να φέρεις καμιά δεκαριά καβρούς, η πράμα χέλια να πχιούμε ένα (γ)κρασί !

Πήγαινε ο εκάστοτε Μανωλιός, και τα έφερνε στην παρέα και ο καφετζής τα έψηνε, η βραστά η τηγανητά η στα κάρβουνα.

Φυσικά εκείνος που πήγαινε και τα έφερνε, δεν πλήρωνε ρεφενέ στο μερίδιό του!

Ήταν βλέπεις και εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία, τα κρέατα σπανίζανε, και αυτοί οι μεζέδες ήταν ιδιαίτερα εκλεκτοί για όλους!

Έτσι ο φτωχός κόσμος στα χωριά, κατεργαζόταν άλλα πράγματα για να κάνει τη ζωή του καλύτερη!

Κάτι ανάλογο, γινόταν και όταν υπήρχαν εργάτες σε διάφορες δουλειές, σε αμπελοσκάματα, σε τρυγητούς η σε έργα της κοινότητας, κλπ.

Όταν σχόλαγαν αργά, έστελναν κάποιον να πάει να χελέψει, η να πιάσει καβρούς, να περάσουν το βράδυ τους όμορφα πίνοντας τα κρασάκια τους πλέον με θεσπέσιους μεζέδες!

Σήμερα φυσικά ο κόσμος δεν ασχολείτε  πλέον με αυτά τα σπόρ, και γιατί δεν υπάρχουν πλέον στη φύση, αλλά κι αν υπάρχουν ελάχιστα, τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων έχουν αλλάξει προς άλλες κατευθύνσεις.

Έτσι χέλια και καβροί, μας άφησαν τουλάχιστον σε μας τους παλιότερους πολλές αναμνήσεις…

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γεώργιο Χουστουλάκη για την πολύτιμη βοήθειά του 

Κέιμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος ΧουστουλάκηςΙορδάνης Μπιτσακάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το σαμιαμίδι – Ένας παρεξηγημένος συγκάτοικος

Δημοσιεύτηκε

στις

Στην Κρήτη τον λέμε ”σαμάμουθα”, είναι ο συγκάτοικος που έχει ή φίλους η εχθρούς, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων, σε κάθε περιοχή της Ελλάδας


Γράφει ο Γεώργιος Χουστουλάκης

Δεν ζει μονάχα στα σπίτια, αλλά και στην εξοχή, άσχετο που δεν το βλέπουμε εμείς.

Βγαίνει συνήθως τα βράδια, με το άναμμα της λάμπας.

Τη νύχτα κουρνιάζει η πίσω από μια ανθισμένη βοκαμβίλια, κάτω από τη γλάστρα του βασιλικού, σε σχισμές ραγισμένων τοίχων κλπ.

Στην εξοχή κρύβεται σε κουφάλες δένδρων, σε σχισμές βράχων η κάτω απο πέτρες.

Στη φύση απλά δεν το βλέπουμε, γιατί όλη μέρα κρύβεται.

Λένε διάφορα για τα σαμιαμίδια.

Λένε, άλλοι πως φέρνουν τύχη, άλλοι πως είναι δηλητηριώδη, άρα και επικίνδυνα.

Με τη λογική αυτή, άλλοι τα αφήνουν ελεύθερα, και άλλοι τα σκοτώνουν.

Στην πραγματικότητα όμως, τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια!

Ούτε δηλητηριώδη είναι, αλλά δεν μπορώ να πω, και πως φέρνουν καμιά σπουδαία καλοτυχία, πέρα που μας απαλλάσσουν από τα βλαβερά έντομα, μύγες κουνούπια κλπ!

Είναι όμως γεγονός, η μεγάλη συμπάθεια που έχουν στα σαμιαμίδια οι μοναχικοί και εγκαταλειμμένοι άνθρωποι, κυρίως μεγάλης ηλικίας.

Σχεδόν τους μιλάνε, τα χρειάζονται για παρέα, και πολλοί τα αποκαλούν και με…τα μικρά τους ονόματα, αφού σε κάθε ένα έχουν βγάλει και από ένα όνομα!

Γεννάνε δυο τρία πολύ μικρά αυγά συνήθως σε παλιές θυρίδες η σε σχισμές πετρόχτιστων σπιτιών.

Τον χειμώνα (Μάρτη έως Νοέμβρη) είναι σε χειμερία νάρκωση.

Όταν εμφανιστούν, δίνουν το ευχάριστο προμήνυμα του ερχομού του Καλοκαιριού, και πλέον είναι αισθητή και η διακριτική παρουσία τους.

Θα τα δούμε στα μπαλκόνια, μόλις ανάψουμε το φως, η μέσα τη λάμπα.

Στη πραγματικότητα δεν τους αρέσει το φως, γιατί βλέπουν τέλεια και στο σκοτάδι!

Απλά, η λάμπα τραβά τα έντομα, και αυτό τα σαμιαμίδια το γνωρίζουν, και πάνε κοντά για αναζήτηση τροφής.

Επίσης είναι αξιοθαύμαστο, το πως αναπληρώνουν την κομμένη ουράτους, αλλά όμως όχι όμως τόσο τέλεια όπως πριν, ούτε με τα προηγούμενα σχέδια.

Εκπληκτική και η ικανότητά τους να προσαρμόζουν το χρώμα και τα σχέδια τους, ανάλογα το περιβάλλον που ζουν

Τα σαμιαμίδια, είναι από τα λίγα είδη σαύρας, που διαθέτουν και φωνή!

Πολλές μπορούμε να ακούσουμε ΄ενα υπόκωφο ”κα-κα-κα-κα!” και αυτό είναι η χαμηλή φωνή τους.

Παλιά πίστευαν πως κάποιες ασθένειες, κυρίως δερματικές, οφείλονται στον σαμάμουθα.

Έτσι μια δερματική πάθηση που ξέφτιζε το δέρμα, κυρίως σε χέρια πρόσωπο λαιμό, πίστευαν πως οφείλεται στο σαμιαμίδι.

”Αυτός έγινε έτσι, και ξεφλούδισε, γιατί έχει φάει κατά λάθος σαμάμουθα”, έλεγαν κάποιοι τότε.

Στην πραγματικότητα όμως, αυτή ήταν μια πάθηση, ίσως είναι ένα είδος λύκου.

Μου άρεσε πάντα να χαζεύω τα σαμιαμίδια ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, ειδικά τη στιγμή που εκτοξεύονται και από δέκα η είκοσι εκατοστά, για να γραπώσουν την αμέριμνη μύγα η πεταλουδίτσα!

Μπορούν να πιάσουν το έντομο και στον αέρα!

Μπορούν να περιμένουν ώρες σε ετοιμότητα, μέχρι να βρουν την κατάλληλη στιγμή να ορμήσουν στο θύμα.

Είναι καταπληκτικοί και αξιοθαύμαστοι κυνηγοί εντόμων, και απαλλάσσουν το δωμάτιο από δεκάδες ενοχλητικά έντομα κάθε βράδυ.

Εκπληκτικό επίσης το πως καταφέρνουν και περπατάνε ανάποδα στο ταβάνι, και να τρέχουν γρήγορα χωρίς να πέφτουν!

Ποικίλουν τα αισθήματα των ανθρώπων για τα ερπετά αυτά.

Αυτές οι διαφορετικές συμπεριφορές, με έβαλαν …στη μέση, κάποτε, στην Κάρυστο Ευβοίας!

Κάποια μέρα, μια γυναίκα είδε ένα σαμιαμίδι στον τοίχο, το έριξε κάτω με τη σκούπα, και μου είπε να το πατήσω με το παπούτσι μου!

Εδώ ευρέθηκαν ανάμεσα στη… νοοτροπία δύο λαών!

Και ενώ μου φώναζε αγριεμένα, ”σκότωσέ το, πάτησέ το”!

Τελικά αδιαφόρησα, και δεν υπάκουσα!

Άσχετο που θεώρησαν άνανδρο, να μην μπορώ σκοτώσω, λέει, ένα ”άχρηστο βλαβερό ερπετό”!

Τι να το κάνεις όμως ,που η κυρία η συγκεκριμένη, το σκότωσε η ίδια, αφού έβγαλε το παπούτσι της…

Με έπιασε θλίψη και αηδία, και πιστεύω πολλοί θα ήταν εκείνοι που θα είχαν φερθεί όπως εγώ…

Θα μπορούσα όμως να πω, πως το επίπεδο ενός λαού, οι ευαισθησίες του, η καλοσύνη του, φαίνονται ακόμα και πώς συμπεριφέρονται και στα μικρά αυτά αθώα ζωάκια!

φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

«Μάνα θα πάρω παπί» – «όχι παιδί μου θα σκοτωθείς». Τα θρυλικά παπάκια των 80′ς (βίντεο) …

Δημοσιεύτηκε

στις

«Μάνα φεύγω, έχω ραντεβού για καφέ με τα παιδιά»

«Μην αργήσεις. Εσώρουχο άλλαξες; Κάλτσες;»

«Ναι ρε μάνα. Όλα τα άλλαξα, φεύγω».

«Κοίτα μη τυχόν και ανέβεις σε παπάκι. Δε θέλω παρέες με τέτοιους».

«Γιατί ρε μάνα, κέρατα έχουν;»

«Αυτό που σου λέω. Με αυτά σκοτώνονται τα παιδιά και κλείνουν τα σπίτια».


Ο διάλογος κλασικός.

Μετά τα εσώρουχα και τις κάλτσες, η έννοια της μάνας στη δεκαετία του ’80, ήταν τα παπάκια. Αυτά τα ανεπανάληπτα και πλέον all time classic 50άρια μηχανάκια.

Στις ηλικίες 16 ως 25, οι πωλήσεις έκαναν θραύση. Οι μύθοι της εποχής, σχετικά με αυτούς που τα καβαλούσαν και τα ατυχήματα στους δρόμους, ήταν ατελείωτοι.

«Μάνα, θα αγοράσω μηχανάκι».

«Όχι παιδί μου, μην μου το κάνεις αυτό (τράβηγμα μαλλιών). Φοβάμαι, σε παρακαλώ. Κάνε υπομονή να πάρεις αυτοκίνητο».

Και αυτός ο διάλογος κλασικός. Όλοι ήθελαν ένα παπάκι γιατί ήταν μόδα, δεν απαιτούσε ιδιαίτερες οδηγικές ικανότητες, ήταν φθηνό και «σήκωνε» πολλές τροποποιήσεις στον κινητήρα και τη γενική εμφάνιση.

Η αγορά …

 

Το προσωνύμιο«παπί» δεν είναι απολύτως διευκρινισμένο πως το απέκτησε. Οι απόψεις είναι ότι είτε λόγω του θορύβου του, είτε λόγω της εμφάνισής του. Το πιθανότερο είαναι ότι πήρε το όνομα απο τον ήχο πα-πα-πα, που έκανε μόλις αφαιρούσες  την εξάτμιση απο το μοτέρ.

 

Τα πειραγμένα

 

Τα Super Club 50cc και οι οδηγοί τους, είχαν ένα ιδιαίτερο στιλ. Ο αναβάτης, μόλις αγόραζε το παπάκι, έριχνε άλλα τόσα λεφτά για να το κάνει «αγριόπαπια».

Έβγαζε αμέσως τους καθρέπτες και τη σχάρα. Έβγαζε την ποδιά. Έκοβε τα φτερά. Άσπριζε την πινακίδα για να ξεφεύγει από τα μπλόκα ή την έκοβε για να μην ενοχλεί στη σούζα, και «πείραζε» τον κινητήρα για να το κάνει 72cc.

Σταδιακά, τα κυβικά ανέβαιναν και άλλαζαν οι ρόδες, η σέλα, τα φλασάκια, και οτιδήποτε άλλο «φορούσε» το εργοστασιακό μηχανάκι.

Ακολουθούσε πάντα η σχετική μόστρα του «γκαζιού» μπροστά από καφετέριες και πλατείες και σε ορισμένες περιπτώσεις παίζονταν στοιχήματα σε κόντρες με παπάκια.

Ο θρύλος λέει ότι κάποιοι έκαιγαν κηροζίνη και πέταγαν …

Το στράβωμα των ποδιών

Ένας οδηγός «πάπιας» που σεβόταν τον εαυτό του, έπρεπε να ξέρει να στήνεται σε αυτό.

Το στυλ απαιτούσε από τον οδηγό να κάθεται στη σέλα όσο πιο μπροστά μπορούσε.

Τα γόνατα να είναι κολλητά και στους μασπιέδες, τα πόδια στραβά προς τα μέσα με τις φτέρνες προς τα έξω.

Το κράνος ήταν «ξενέρωτο», καθώς η μοδάτη χαίτη έπρεπε να ανεμίζει.

Το παντελόνι μπάγκι ή ψαράδικο και ελαφρώς τραβηγμένο προς τα πάνω, για να φαίνεται η άσπρη κάλτσα και το μαύρο Sebago ή sea and city.

Τις μπότες και τα δερμάτινα τύπου perfecto τα φορούσαν αυτοί που είχαν μεγάλες μηχανές. Αργότερα οι παπάκηδες τους μιμήθηκαν.

Το μπουφάν αρχικά ήταν στρατιωτικό, τύπου flight και αργότερα έγινε φουσκωτό.

Η σούζα, η κολιά και λοιπά τσαλιμάκια στις δύο ρόδες, ήταν «υποχρεωτικά μαθήματα». Το ίδιο και οι μηχανικές γνώσεις επί όλων των τμημάτων του παπιού.

Όσο πιο πειραγμένο και φτιαγμένο εξωτερικά ήταν ένα παπάκι, τόσο πιο περπατημένος φαινόταν ο οδηγός του. Ένα καλό παπί έπρεπε οπωσδήποτε να κάνε…

Η τέχνη του συνοδηγού

Όσο για τον συνοδηγό, έπρεπε να είναι ελαφρώς προς τα πίσω, με τα χέρια και τα πόδια κρεμασμένα και όχι ακουμπισμένα πίσω στους μασπιέδες.

Ο εκπαιδευμένος συνοδηγός ήταν απαραίτητος, για τη φιγουράτη «δικάβαλη σούζα», καθώς ήξερε να τραβάει και να κρατάει σταθερά τον οδηγό προς τα πίσω.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξομοίωναν τους οδηγούς με το ιδιαίτερο στιλ, με «άτομα που έχουν μπλέξει», ή μέλη φοβερών και τρομερών συμμοριών.

Τη δεκαετία του ’90, η άποψη για τα παπάκια άλλαξε. Οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι και η έλλειψη πάρκινγκ, έστρεψαν πολλούς σε μια φθηνή και αξιόπιστη λύση.

Το παπάκι ήταν ότι έπρεπε, ευέλικτο, δεν έκαιγε και πολλή βενζίνη, ενώ το πάρκαρες σε δευτερόλεπτα.

Η ταχύτητα και η ενεργητική ή παθητική ασφάλειά του παπιού, δεν ήταν ποτέ τα «προσόντα» του, αλλά πρόκειται για ένα καλοφτιαγμένο και διαχρονικό όχημα….

Η προέλευση

Τα παπάκια της Honda και της Yamaha κυκλοφόρησαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από την Ιαπωνία, που προσπαθούσε να ανακάμψει.

Η είσοδός τους στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική αγορά ήταν πολύ δύσκολη. Κανείς δεν εμπιστευόταν ακόμη ένα ιαπωνικό προϊόν. Ήταν όμως μια λύση, για αυτούς που δεν ήθελαν μεγάλου κυβισμού μηχανές, αλλά ένα ελαφρύ δίκυκλο, για να εξυπηρετούνται σε μικρές αποστάσεις.

Τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να κάνουν τις πρώτες σημαντικές πωλήσεις και σταδιακά καθιερώθηκαν. Με αυτό το θρυλικό μηχανάκι άρχισαν πολλοί να εκπαιδεύονται στην οδήγηση με δύο ρόδες και να αγαπούν τις μηχανές. Ακόμη και αυτοί που δεν είχαν χαίτη ή ψαράδικο παντελόνι.

Στην Ελλάδα έκανε θραύση τη δεκαετία του ’80. Σήμερα παράγεται και από άλλες εταιρείες, σε διάφορα σχέδια και κυβικά και αποτελεί ακόμη εγγύηση για τις μετακινήσεις. Δείτε το βίντεο  με το παπάκι της Βίκυς που εχουν επιλέξει περίπου 1,5 εκατομμύριο χρήστες στο διαδίκτυο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη