Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Κώστας Μαρκάκης και το πρώτο κτηνιατρείο των Μοιρών

Δημοσιεύτηκε

στις

Ψάχνοντας τη λαογραφία του τόπου μας, πολλές φορές  ανάμεσα από διάφορες συζητήσεις, διασταυρώνουμε καταστάσεις και γεγονότα, που επιβεβαιώνουν μια υπόθεση, για το πως είχαν κάποτε τα γεγονότα στη Μεσαρά, ακόμα πριν 80 χρόνια!


Λίγοι γνωρίζουν σήμερα πως το πρώτο κτηνιατρείο στις Μοίρες, που ήταν μαζί  και πεταλωτήριο, το είχε ένας  Γαλιανός, ο  Κωστής Μαρκάκης του Ηρακλογιώργη, γνωστός σαν «Αλμπάτης»! Οι  πεταλωτές κάποτε, έκαναν και τη χρήση κτηνιάτρων.

Πληροφορίες για τον Κωστή,  μας έδωσε η κόρη του Κωστή, Βασιλεία  Μαρκάκη – Σταυρακάκη, o Mύρωνας  Μαραγκάκης (Μαραγκομύρος), αλλά και άλλοι παλιοί Γαλιανοί που γνώριζαν τον Κωστή, ή τον είχαν ακουστά.
Ο Κωστής γεννήθηκε στα Βορίζα το 1905, και καταγόταν από την μεγάλη οικογένεια των «Μαρκάκηδων», απ’ όπου καταγόταν και ο θρυλικός  Ξωπατέρας ή  Ξέπαπας, (Ιωάννης Μαρκάκης). Ο Κωστής κατέβηκε νέος στη Γαλιά μαζί με ένα ξάδερφό του τον Μιχάλη,  λόγω ανάμειξης  των Μαρκάκηδων, σε διάφορες  εμπλοκές  με τους Τούρκους , αποτέλεσμα αυτού βέβαια, οι Τούρκοι να τους φοβούνται! Ήταν η εποχή, που πολλοί Βοριζανοί  αναγκάστηκαν και κατέβηκαν κείνο τον καιρό στη Γαλιά.
Ο Κωστής σαν νέος ήταν όμορφος ψηλός γεροδεμένος  με αρρενωπό παράστημα,  και γενικά  ευπαρουσίαστος  .

Ο Κωστής παντρεύτηκε στη Γαλιά μια υπέροχη και σπουδαία  γυναίκα τη Δέσποινα, από τον Πόρο Ηρακλείου που είχε το πατρικό της σπίτι, και μαζί έκαναν  έξη παιδιά. Την Ανδριάνη, τον Γιώργο, τη Βασιλεία, τον Μανώλη, τη Νίκη και τη Βαγγελιώ! Όλα τα παιδιά είχαν καλή τύχη, σπούδασαν και σταδιοδρόμησαν στη ζωή τους, και φυσικά πρόκοψαν όλα!

 

Πως ο Κωστής εντάχτηκε στο στρατό, και έγινε μόνιμος

Ο Κωστής, με μαρτυρία της Βασιλείας Μαρκλακη,  τέλειωσε το Δημοτικό Γαλιάς, και στη συνέχεια πήγε και το  σχολαρχείο στην Πόμπια.  Αμέσως μετά και πολύ νέος, μόλις  17 χρόνων, τον πήρε να καταταγεί  στο στρατό ο  Γαλιανός Ταγ/ης Νικολούδης  Εμμανουήλ, όπου ο Κωστής έκανε τη θητεία του, αρχικά σαν απλός στρατιώτης.

Ο Νικολούδης τον είχε αρχικά σαν βοηθό του,  με σκοπό να αξιοποιήσει τις γνώσεις του στα άλογα. Έτσι του είχε αναθέσει να φροντίζει τα μουλάρια  του στρατού,  και φυσικά να τα πεταλώνει. Σιγά – σιγά  φρόντισε ο Νικολούδης, να μάθει  ο Κωστής να νοσηλεύει  και τα άρρωστα ζώα. Ο στρατός είχε πολλούς  κτηνιάτρους , αλλά σχολή στο πανεπιστήμιο δεν υπήρχε ακόμη.  Υπήρχε όμως στρατιωτική σχολή στη Θεσσαλονίκη για σχετικά σεμινάρια. Οι κτηνίατροι του στρατού, γιάτρευαν  κυρίως άλλοι με πραχτικά μέσα, και άλλοι από γνώσεις που αποχτούσαν στα σεμινάρια. Φάρμακα διέθετε ο ίδιος ο στρατός.  Ο Κωστής γιάτρεψε πολλά άρρωστα ζώα κατά τη διάρκεια όλης της θητεία του, και αυτό ήταν ίσως το σπουδαίο έργο για την αποστολή του!  Τα άλογα, κυρίως τα μουλάρια που διέθετε τότε ο στρατός, είχαν σπουδαία αξία, γιατί τα χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά εφοδίων και πολεμοφοδίων. Όταν ήταν να απολυθεί ο Κωστής από τη κανονική θητεία του, ο Νικολούδης  Εμμ. το 1930, φρόντισε για την μονιμοποίηση σου σαν έφεδρος υπαξιωματικός και έπειτα αξιωματικός.

 

Η μετάθεση του στο Διδυμότειχο το 1931

Το 1931 ο Κωστής,  πήγε με μετάθεση  στο Διδυμότειχο, και υπηρετούσε εκεί μέχρι το ’36. Από το Διδυμότειχο  τον έστελναν ταχτικά στη Θεσσαλονίκη, για να παρακολουθήσει εξάμηνα και τρίμηνα σεμινάρια, για να εκπαιδευτεί στην κτηνιατρική.  Αφού η ειδικότητα του, ήταν  αρχικά απλός φαντάρος, και έπρεπε  να πεταλώνει τα μουλάρα του στρατού, σαν αξιωματικός όμως,  έπρεπε να ανέβει ειδικότητα, και έτσι έπρεπε να μάθει να γιατρεύει μόνος του,  τα άρρωστα μουλάρια του στρατού.  Με τα σεμινάρια όμως που έκανε στη Θεσ/νίκη, έγινε έτσι και κτηνίατρος!
Στο Διδυμότειχο ήταν που πήρε κάποτε και έπαινο από τον διοικητή του, διότι ένα χειμώνα που  πλημύρισε ο Άρδας ποταμός, κοντά στα Βουλγαρικά σύνορα, σε ένα χωριό κινδύνευαν να πνιγούν όλοι οι κάτοικοι! Ο Κωστής  ήταν τότε υπεύθυνος μιας ομάδας  ημιονηγών,  τους οποίους και κατεύθυνε όλους, με σκοπό να βοηθήσουν τους πλημμυροπαθείς!

Με  πολύ μεγάλες προσπάθειες, κατάφεραν τελικά και έσωσαν όλους τους κατοίκους του χωριού αυτού, μεταφέροντάς τους με τα μουλάρια του στρατού, σε ασφαλές μέρος.

 

Το κίνημα του Βενιζέλου, και ο Παναγής Τσαλδάρης !

Στις αρχές του 1935 την Ελλάδα κυβερνούσαν η αντιβενιζελική παράταξη με επικεφαλής το Λαϊκό Κόμμα και με πρωθυπουργό τον μετριοπαθή κορίνθιο πολιτικό Παναγή Τσαλδάρη. Την 1η Μαρτίου, βενιζελικοί αξιωματικοί με την κάλυψη του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιχείρησαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση για να προστατέψουν το καθεστώς της Δημοκρατίας, όπως διατείνονταν. Το κίνημα κατεστάλη εύκολα από τον υπουργό Στρατιωτικών, Γεώργιο Κονδύλη, που επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία με το βαθμό του αντιστρατήγου και με αυξημένες αρμοδιότητες. Στη συνέχεια εξαπολύθηκε πογκρόμ διώξεων και αποτάξεων βενιζελικών αξιωματικών, ενώ τρεις εκτελέστηκαν. Ο δρόμος για την παλινόρθωση της βασιλείας ήταν πλέον ανοιχτός. Μεταξύ αυτών, αποτάχτηκε φυσικά  και ο Κωστής. Έτσι σαν απότακτος πλέον  το 1935, αναγκάστηκε να αφήσει το στρατό, όμως  είχε προλάβει πριν να δηλώσει μονιμότητα! 

 

Το 1935 κατέβηκε στο Ηράκλειο και ανοίγει πεταλωτήριο

Το  1935 ο Κωστής κατέβηκε στο Ηράκλειο που ήταν ο πατρικό σπίτι της γυναίκας  του, και προσπάθησε  για τα προς το ζην, να ανοίξει πεταλωτήριο δίπλα στην Χανιόπορτα, στην αρχή της οδού Καλοκαιρινού. Δεν ήταν όμως  ο κατάλληλο μέρος, και δεν είχε αρκετή  πελατεία.

Έτσι τον επόμενο χρόνο, άφησε το Ηράκλειο και κατέβηκε στις Μοίρες, στα τέλη του ’36, όπου και άνοιξε πεταλωτήριο δίπλα στα Δικαστήρια. Το πεταλωτήριο αυτό, λειτουργούσε και σαν Κτηνιατρείο, έστω και παράνομα, αλλά ωστόσο ήταν το πρώτο Κτηνιατρείο Μεσαράς! Ο Κωστής μπορεί να είχε μεν τις γνώσεις όσο ο καλύτερος κτηνίατρος, αλλά δεν είχε την έγγραφη άδεια λειτουργίας Κτηνιατρείου. Πήγαινε συχνά όμως στο Ηράκλειο για κάποιες συνταγές στον φαρμακοποιό Ματζαπετάκη, αφού πρώτα τις υπόγραφε ο Νομοκτηνίατρος  Ηρακλείου. Κάποια μέρα που ο Νομοκτηνίατρος είχε βρεθεί στο πεταλωτήριο του Κωστή στις Μοίρες, και είδε πως η πινακίδα έγραφε μονάχα «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ», και γνωρίζοντας την επαγγελματική του κατάρτιση πάνω στη δουλειά του στο να γιατρεύει άριστα τα άρρωστα ζώα, του είπε:
 – Κωστή Έλα στο Ηράκλειο να σου δώσω την άδεια  να είσαι και κτηνίατρος, μα εσένα οι γνώσεις σου είναι άριστες! Θα γράψεις απ’ έξω στη πινακίδα: «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΙΑΤΡΕΊΟ»!
Πήγε πράγματι στο Ηράκλειο ο Κωστής Μαρκάκης, όπου ο Νομοκτηνίατρος  του υπέγραψε την ειδική άδεια για να εξασκεί πλέον ελεύθερα το επάγγελμα του Κτηνιάτρου. και στη συνέχεια  ο Κωστής στις Μοίρες άλλαξε την επιγραφή στο μαγαζί του, και πρόσθεσε πλέον και τη λέξη «πεταλουργείο», οπότε έγραψε: «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΙΑΤΡΕΊΟ»!

 

Η συνεργασία του με τον Μανώλη Στιβαχτάκη

Ο Κωστής κατά καιρούς είχε διάφορους βοηθούς στο κτηνιατρείο του, και ένας από αυτούς, ήταν και ο Μανώ λης Στιβακτάκης από του Σίβα, που έμενε στις Μοίρες.  Κάποτε ο Κωστής Μαρκάκης έφερε κάποια  γαϊδούρια από τη Κύπρο, αλλά και άλογα ράτσας από άλλα μέρη της χώρας, και είχε τον Μανώλη σαν συνεργάτη, όπου  ασχολήθηκε με τους επιβήτορες, για να αποχτήσει η Μεσαρά  σπουδαίες  διασταυρώσεις, σε άλογα και γαϊδούρια, πού ήταν ψηλά όμορφα και  γοητευτικά! Από το στρατό  ο Μανώλης  Στιβαχτάκης είχε πάρει και την ειδικότητα του  κτηνονοσοκόμου, και ήξερε σε όλα τα ζώα να  κάνει στειρώσεις,  να ευνουχίζει, αλλά και να γιατρεύει σπασμένα πόδια. Γενικά ήταν πολύ καλός  αν και πρακτικός στη κτηνιατρική. Μετά το θάνατο του Κωστή, ο Μανώλης εξυπηρετούσε τη Μεσαρά σαν ο μοναδικός στη περιοχή για πολλά χρόνια, με το παρατσούκλι, «ο Μανώλης ο Κτηνίατρος».

Ο Κωστής Μρκάκης  αποφάσισε να Ανοίξει κτηνιατρείο στα Καπαριανά, για το λόγο που εξυπηρετούσε τους διερχόμενους Ζαριανούς, αλλά ήταν πιο κοντά και σε πολλά άλλα χωριά! Το χαμηλό πετρόχτιστο κτίσμα αυτό, σώζεται ακόμα και σήμερα στη περιοχή!

 

Στον πόλεμο του ‘40 και τη Γερμανική κατοχή

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το ‘ 40 και αποταγμένος από το στρατό ο Κωστής, εν τούτοις  δεν τον κάλεσαν στην επιστράτευση, διότι πιάστηκε σαν πολύτεκνος, έτσι δεν πήγε στο Μέτωπο. Το ίδιο και στην επιστράτευση όταν ήρθαν οι Γερμανοί.

Όταν όμως ήρθαν οι Γερμανοί στις Μοίρες, το πρώτο που έκαναν, ήταν να φροντίσουν να μάθουν ποιοι ήταν οι πεταλωτές και κτηνίατροι της περιοχής, και έτσι  κάλεσαν τον Κωστή στην υπηρεσία τους, αφού επίταξαν όλα τα μεγάλα ζώα της Μεσαράς! Όλα τα μουλάρια και άλογα, αλλά και αγελάδες  τα μαρκάρισαν, βάζοντας ένα μεταλλικό κρίκο στο αφτί  τους.

Τις αγελάδες  τις ήθελαν για να τη διατροφή τους, ενώ  τα μουλάρια για μεταφορά Γερμανών σε δύσβατα μέρη. Έτσι έβαζαν τον Κώστα να κάνει τη διαλογή, ποια ζώα ήταν ικανά και υγιή για αυτούς, και ποια ήταν τα άρρωστα. Ο Κωστής φυσικά, τα σκάρτα ζώα τα έβγαζε «υγιή» και τα παρέδιδε στους Γερμανούς, ενώ τα υγιή  τα έβγαζε «σκάρτα» και τα παρέδιδε στους ιδιοκτήτες τους!

Κάποια στιγμή όμως ,την εξαπάτηση αυτή την αντιλήφτηκαν οι Γερμανοί, και φυσικά τον κυνήγησαν! Τότε πήρε την οικογένεια του  το 1941 και εγκαταστάθηκαν στη Γαλιά, ενώ ο ίδιος επιδόθηκε σε «αντάρτικο πόλεως» αρχικά στις Μοίρες, και μετά στα περίχωρα. Στη Γαλιά που ζούσε εκείνη τη περίοδο με την οικογένεια του, είχε μεταφέρει εκεί  και  το πεταλωτήριο – κτηνιατρείο του.   Κάποια εποχή είχε και τρείς βοηθούς, γιατί η δουλειά του  πήγαινε πολύ καλά, μεταξύ αυτών, και τον μικρό αδερφό  Μιχάλη (Αλμπατομιχάλη), ο οποίος όταν έφυγε ο Κωστής από τη Γαλιά, εκείνος συνέχισε τη δουλειά του Αλμπάτη για πολλά ακόμη χρόνια.

Κατά τη βοήθεια στο αντάρτικο, ο Κωστής  μάζευε και συγκέντρωνε  ρουχισμό και τρόφιμα, μαζί με τον Αλεξανδράκη, τον παπά Αρμούτη ,  αλλά και τον Μικασιάτη Θεοδόση,  τον μετέπειτα «Θεοδόση τον ποδηλατά» όπως έγινε αργότερα ευρέως γνωστός. Ο Θεοδώσης ήταν ο πρώτος που είχε αργιλέ στις Μοίρες!  Όλοι τους, ότι εφόδια συγκέντρωναν, τα  πήγαιναν  με το μουλάρι στο Μαγαρικάρι σε μια σπηλιά, όπου από εκεί τα παρελάμβαναν οι αντάρτες της ομάδας του Πετρακογιώργη.

Με τον Πετρακογιώργη ήταν  σύντεκνοι, γιατί βάφτισε στον Κωστή τη μικρή του κόρη. Μάλιστα την βάφτισε Ευαγγελία, όπως  ήταν και το όνομα της γυναίκας του!

Και αυτήν όμως τη δραστηριότητά του την αντιλήφτηκαν οι Γερμανοί, και τον είχαν μαζί με τους άλλους δυο (Αλεγανδράκη – Παπά Αρμούτη), για να τους ντουφεκίσουν. Το έμαθε αυτό έγκαιρα ο Αλεξανδράκης, και αφού ειδοποίησε τον Κωστή, έφυγαν όλο για τα ριζά (ριζίτικα χωριά), και βοηθούσαν περεταίρω την ομάδα του Πετρακογιώργη, μαζί με τον Σκουτελογιώργη (Φαραγκουλιτάκη Γιώργη). Πήγαιναν από χωριό σε χωριό και μάζευαν τρόφιμα και ρουχισμό, μετέφεραν ελαφρύ οπλισμό, νάρκες κλπ, παράλληλα φυγάδευαν Άγγλους  από τα παράλια στα , Καλά Λιμάνια,  όπου διέφευγαν με υποβρύχιο για τη Μέση Ανατολή. Από τους Άγγλους μάλιστα, είχαν έγκυρες πληροφορίες, πως οι Γερμανοί, πολύ σύντομα θα εγκαταλείψουν το νησί γιατί θα χάσουν τον πόλεμο, όπως και αργότερα έγινε!  Ανακάλυψαν όμως οι Γερμανοί και τη σπηλιά που συγκέντρωναν τα τρόφιμα και ρουχισμό, και κυνήγησαν περεταίρω τον Κωστή, ακόμα   και στα διάφορα ριζίτικα χωριά.  Εντολές ο Κωστής, πάντα έπαιρνε από τον ίδιο τον Πετρακογιώργη. Ήξερε όμως  και κρυβόταν καλά, και έτσι ουδέποτε τον ανακάλυψαν οι Γερμανοί! Κατά το διαστήματα εκείνο, οι Γερμανοί έκαναν εφόδους ακόμα και στο σπίτι του Κωστή στη Γαλιά, για να τον συλλάβουν, και ρωτούσαν τη σύζυγο του,  «που είναι ο άνδρας σου»? Εκείνη απαντούσε: «Νίξ άνδρας»!

Τον Κωστή όμως τον αγαπούσαν όλοι  οι Πανωριζίτες, και του προσέφεραν προστασία, κυρίως στο Ζαρό, αλλά και  Λαλουμά, Σκούρβουλα,  και Καλοχωραφίτη.  Έτσι εξηγείται, γιατί  οι Γερμανοί δεν τον έπιασαν ποτέ!  Και μόνο ο γεγονός ότι τον έκρυβαν, αλλά και που δεν τον πρόδωσε ποτέ κανένας, για αυτό αξίζει ένα μπράβο αυτό σε όλους τους Μεσαρίτες, και δηλώνει και το πόσο τον αγαπούσαν!

 

Με κυβέρνηση Πλαστήρα

Η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, ήταν μια κυβέρνηση η οποία σχηματίστηκε στις 3 Ιανουαρίου 1945 , σαν είχαν φύγει πλέον οι Γερμανοί, και έμεινε στην εξουσία έως τις 8 Απριλίου 1945. Όταν μπήκε στην κυβέρνηση, κάλεσε όλους τους αποταγμένους αξιωματικούς,  για την επανένταξη τους στο στράτευμα, και τους υποσχέθηκε, πως για τη χαμένη τους δεκαετία ‘35 – ’45, θα διπλασιάσει τα χρόνια τους, και θα πιάνονται σαν είκοσι συντάξιμα! 

Έτσι, μια και είχε προλάβει και είχε δηλώσει μονιμότητα λίγο πριν την απόταξή του, αποφάσισε να ξαναπάει στο στρατό για μόνιμος, και παρουσιάζεται  το ’45 στο Ατσιπόπουλο  Ρεθύμνου.  Στη συνέχεια πήρε κάποιες μεταθέσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, στο Ναύπλιο,  στη Σιάτιστα, και από εκεί κατέληξε στα Γιάννενα  το 1948, ένα χρόνο πριν τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Ήταν η  περίοδος που γινόταν συχνά εμπλοκές μεταξύ κυβερνητικού στρατού με των  αριστερών δυνάμεων.
Ο Διοικητής του όμως που είχε μένος με τους αριστερούς,  καταφέρνει και συλλαμβάνει  ομάδα νεαρών ανταρτόπουλων. Τότε διατάζει τον Κωστή να πάει  σαν επικεφαλής ομάδας για να τους εκτελέσουν.
Ο Κωστής, από υψηλό συναίσθημα ανθρωπιάς, έχοντας την  αίσθηση της αδικίας λόγω του νεαρού της ηλικίας των παιδιών,  συμβουλευτικά λέει του Διοικητή του:

-Κύριε Διοικητά, μα αυτά είναι παιδιά! Με τι καρδιά να πάμε να τα εκτελέσουμε!

– Αρνείσαι? Είσαι και εσύ κουμουνιστής και τους καλύπτεις! Είτε είσαι μάχιμος είτε όχι, την εντολή θα την εκτελέσεις!

-Μα δεν φέρνω αντίρρηση  κύριε Διοικητά! Ευχαρίστως να πάμε και τώρα αν θέλετε και να τους εκτελέσουμε! Απλώς σας είπα τη γνώμη μου!

Μη ξεχνάτε κε Διοικητά, πως μέχρι πρότινος με αυτά τα παιδιά, μαζί βοηθούσαμε τους αντάρτες που πολεμούσαν  τους Γερμανούς! Δεν είναι άδικο και μεγάλο κρίμα, τώρα να πάμε και να τα σκοτώσουμε?  Αυτά τα παιδιά, δεν μας πείραξαν, κρίμα δεν είναι κε Διοικητά?

-Άστο! Θα στείλω άλλον υπεύθυνο για αυτή τη δουλειά! Είπε ο Διοικητής.
Προφανώς ο σκληροπυρηνικός Διοικητής, που για ευνόητους λόγους δεν θα αναφέρουμε το όνομα του, είχε σκοπό να στείλει άλλον αξιωματικό για την εκτέλεση.

Δεν είχε προλάβει να εκτελεστεί η διαταγή του Διοικητή, και αριστεροί αντάρτες μεγάλης ομάδας, οργανώθηκαν και κατέβηκαν αιφνιδιαστικά  και επιτέθηκαν στο στρατόπεδο, με σκοπό να ελευθερώσουν τους νέους.

Έφθασαν ακόμα και  στα μετόπισθεν που βρισκόταν η ομάδα του Κωστή, και με αδυσώπητο και λυσσαλέο μίσος, τους επιτέθηκαν αιφνιδίως με όλμους! Στη συμπλοκή αυτή, σκοτώθηκαν όλοι στην ομάδα του Κωστή, και ο μόνος που σώθηκε ήταν αυτός!  Τραυματίστηκε όμως σοβαρά στο πόδι από θραύσματα όλμου.  Δεν γνωρίζουμε όμως αν οι αντάρτες τελικά κατάφεραν να ελευθερώσουν ή όχι  τα ανταρτόπουλα.

Από εκεί τραυματίας  ο Κωστής, μεταφέρθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο για το τραύμα του στο πόδι, και επίσης για ένα διάστημα νοσηλεύτηκε και σε νευρολογική κλινική αξιωματικών, λόγω μιας διανοητικής διαταραχής, που υπέστη από τις απανωτές οβίδες που έσκαγαν δίπλα του. Μέσα στην δίνη της μάχης, του άφησε κάποιο διανοητικό τραύμα, με αποτέλεσμα να έχει κάπου – κάπου προσωρινής μορφής αμνησία, αλλά σιγά – σιγά και με τον καιρό καλυτέρευε.  Αν και στο τέλος είχε γιατρευτεί η μνήμη του, εν τούτοις το πόδι δεν γιατρεύτηκε πλήρως, και  έτσι κούτσαινε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Ο τραυματισμός του τον βρήκε με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, και αναγκαστικά πήρε σύνταξη λόγω των τραυμάτων του, με βάση τους βαθμούς του στρατού.

Πέθανε  το 1980 στο πατρικό σπίτι της γυναίκας του Δέσποινας στον Πόρο Ηρακλείου, και τον έθαψαν στο νεκροταφείο στις  Πατέλες. Ακολούθησε η γυναίκα του το 2004, σε ηλικία 94 ετών.

Είχε πάρει  μέχρι το τέλος της ζωής του και τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού, σε ηλικία 75 χρόνων.

 

Η τοπική κοινωνία έκλαψε τον χαμό του Κωστή

Όταν πέθανε ο Κωστής, τον έκλαψε όλη η Μεσαρά, και περισσότερο το χωριό του, λέγοντας: «Χάθηκε το καμάρι της Γαλιάς»!

Το έλεγε αυτό ο κόσμος, γιατί ήταν  ιδιαίτερα χαρισματικός άνθρωπος, τυπικός ,  ευχάριστος, συμπαθής και αγαπητός από όλους. Ήταν σοβαρός  και προπάντων συνεπής, όχι μόνο προς τις υποχρεώσεις του στην οικογένεια του, αλλά και στην πατρίδα.  Στο καφενείο  του χωριού σαν πήγαινε με την άδεια του ευπρεπής και  πάντα γελαστός, φορώντας   τη στολή του, τον υποδεχόταν όλοι με χαρά!  Τον κερνούσαν, και στη συνέχεια και αυτός κερνούσε όλο το μαγαζί! Ήταν ευαίσθητος  και ιδιαίτερα συμπαθής. Δεν χάλαγε ποτέ χατίρι σε κανέναν, και είχε βαθειά συναίσθηση της υπευθυνότητας του, όπου κι αν προέκυπτε!

Πάντα  ο  Κωστής  Μαρκάκης  κατάφερνε και έφερνε θετικό αποτέλεσμα  σε όλους τους τομείς, καμιά φορά και με πολύ μεγάλο ρίσκο.

 

Σαν υστεροφημία…

Σαν επίλογο στην μνήμη του ανθρώπου αυτού, του Κωστή Μρκάκη, θα σταθούμε συνοπτικά σε  έξη  εφτά βασικά ανδραγαθήματα του, αν και αυτά είναι μικρό μέρος των όσων έχει διαπράξει σε όλη του τη ζωή:

1- Ότι φυσικά λόγω της ικανότητας του σαν κτηνίατρος,  έσωσε εκατοντάδες μουλάρια του στρατού, τα οποία έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη μεταφορά του  οπλισμού και εφοδίων.

2- Στη κατοχή, έσωσε επίσης πολλά ζώα από τους Γερμανούς, βγάζοντας  τα σκάρτα  για να τους  τα παραδώσει,  και τα γερά  να τα αφήσει στους ιδιοκτήτες τους!

3- Παράλληλα στη κατοχή, γύρναγε κρυφά σε όλα τα χωριά  της Μεσαράς, γιατρεύοντας  τα διάφορα άρρωστα ζώα των κατοίκων!

4- Βοήθησε τους  συμπατριώτες αντάρτες της ομάδας του Πετρακογιώργη με όποιο τρόπο μπορούσε, με το μεγάλο ρίσκο να πληγεί η οικογένεια του, παρόλο που ο ίδιος δεν ανέβηκε ποτέ στο βουνό, και να γίνει ο ίδιος αντάρτης!

5- Με δική του πρωτοβουλία, έφερε μεγαλόσωμα γαϊδούρια από την Κύπρο, θηλυκά και αρσενικά ράτσας, και συνετέλεσε έτσι με διασταυρώσεις με τα ντόπια, στο να αναβαθμίσει  το είδος στην περιοχή σε μεγάλο βαθμό. Το ίδιο έκανε και με τα άλογα που έφερε από άλλα μέρη, και τελειοποίησε και τη Μεσαρίτικη ράτσα αλόγων!

6- Να θυμίσουμε την ηρωική του ενέργεια, εκείνη που έσωσε ένα ολόκληρο χωριό σε πλημύρα στον Έβρο, χρησιμοποιώντας τα μουλάρια του στρατού,  μαζί με τους στρατιώτες.

7- Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε  και τη μεγαλοψυχία και γενναιότητα που έδειξε ο Κωστής,  όταν θέλησε να σώσει τα νεαρά ανταρτόπουλα , που και αυτό ήθελε παλικαριά και μεγαλοσύνη να το κάνει κάποιος, ανάλογη εκείνης  του χωριανού και φίλου του Ταγ/χη Πεζικού  Νικολούδη Εμμανουήλ, με τον οποίο  ήταν δεμένοι και  πολλοί αγαπημένοι.
Οι δύο τους ήταν «τα καμάρια της Γαλιας», αν   και οι δύο  τόσο άτυχοι!

Tον ανταρτοπόλεμο  βέβαια, ο Κωστής  τον θεωρούσε άδικο και καταραμένο!

Δεν ήθελε ποτέ  να μιλάει για αυτόν, γιατί τον θεωρούσε τη ντροπή του Ελληνικού έθνους!
 
Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης 

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τα χελιδόνια και γερανοί στη Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Έφτασε και η φετινή άνοιξη και όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, τα πλέον συμπαθή αποδημητικά πουλιά έκαναν την εμφάνιση τους στη Κρήτη. Τα χελιδόνια εννοώ


Όλοι εμείς τα υποδεχτήκαμε με με μεγάλη χαρά, καθ’ όσον τα έχουμε συνδέσει με τον ερχομό της άνοιξης.

Αλήθεια, μας έλειπαν αρκετούς μήνες.

Το μισό φθινόπωρο και ολόκληρο το χειμώνα.

Τι να έκαναν όμως και αυτά, αφού είναι από τα αποδημητικά πουλιά που δεν μπορούν να ζήσουν μες το κρύο, τα χιόνια και τη παγωνιά του χειμώνα.

Εξάλλου ούτε τροφή θα έβρισκαν, καθ’ όσον το χειμώνα τα κουνούπια σπανίζουν, που αποτελούν τη βασική τροφή τους.

Είχαν φύγει από πέρυσι το φθινόπωρο για να μας επισκεφτούν πάλι τώρα την άνοιξη.

Είχαν πάει, κάτω, βαθιά στην Αφρική, μες την έρημο, όπου οι θερμοκρασίες είναι αρκετά μεγάλες, κατάλληλες για να ζήσουν.

Δεν μας ξέχασαν όμως ποτέ, μα ποτέ

Πριν από λίγες ημέρες, ”τα μεγάλα επιβατηγά αεροπλάνα”, οι γερανοί εννοώ, πέρασαν από το μέρος που βρισκόταν.

Αυτά πιο μπροστά, όλα μαζί, είχαν μαζευτεί, όπως είχαν συνεννοηθεί από τη προηγούμενη χρονιά.

Στη συνέχεια, όλοι μαζί, γερανοί και χελιδόνια, ξεκίνησαν για το μακρινό τους ταξίδι.

Δρόμο δρόμο, αφού είχαν να διανύσουν χιλιάδες χιλιόμετρα, όσα χελιδόνια κουραζόταν, αλλά και τα μικρά, ως και τα γέρικα, κάθιζαν στις μεγάλες φτερούγες των γερανών έως ότου φθάσουν στο τόπο μας.

Η κούραση ήταν όμως αβάσταχτη.

Ευτυχώς όμως, καταμεσής του πελάγους, χελιδόνια και γερανοί κάθισαν στα κατάρτια ενός εμπορικού καραβιού που έπλεε στη περιοχή.

Μεγάλη απόλαυση που μετακινούντο με το καράβι που τυχαία, λίγο νωρίτερα είχαν συναντήσει.

Μεγάλη όμως και η χαρά του καπετάνιο και του πληρώματος, που αυτή τη φορά δεν ταξίδευαν μόνοι τους, στο πολυήμερο κουραστικό ταξίδι.

Ταξίδευαν παρέα με χιλιάδες ψυχές, που αγωνιωδώς περίμεναν την ώρα και τη στιγμή που θα έφθαναν στο προορισμό τους.

Δρόμο δρόμο τα χελιδόνια, ενώ καθόταν στα κατάρτια του καραβιού, προσπαθούσαν να ξεγελάσουν τη πείνα τους με τα λιγοστά κουνούπια που τυχαία θα έμπαιναν στα ανοιχτά στόματα τους.

Τα χελιδόνια πηγαινοερχόταν στο καράβι σαν να γνώριζαν τους ναύτες από παλιά, δείχνοντας τους εξαιρετική μεγάλη εμπιστοσύνη.

Αλλά και οι ναύτες έδειχναν τη συμπάθεια των.

Μόλις το καράβι έφθασε κοντά στη Κρήτη, όλα τα χελιδόνια άρχισαν να στροβιλίζουν γύρο από το καράβι, σαν να ήθελαν να αποχαιρετήσουν και ευχαριστήσουν το καπετάνιο και τους ναύτες για τη φιλοξενία τους.

Μετά όλα μαζί, με οδηγούς και βοηθούς τους γερανούς σκόρπισαν στα διάφορα μέρη της Κρήτης μας.

Βρήκαν πάλι τα παλιά τους λημέρια, ενώ ο κόσμος τα υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά.

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, άρχισαν να κτίζουν υπομονετικά τη φωλιά τους, κάτω από τα μπαλκόνια των σύγχρονων σπιτιών ή και τα μεσοδόκια των παλιών.

Τη κτίζουν με μεγάλη μαεστρία, χρησιμοποιώντας μικρούς βόλους λάσπης.

Εκεί μέσα θα γεννήσει η μάνα χελιδόνα τα αυγά της, θα τα επωάσει και λίγο αργότερα θα έρθουν στη ζωή τα νέα χελιδονάκια.

Με αυτό το τρόπο επιτυγχάνουν τη διαιώνιση του είδους.

Ενώ οι γερανοί μετά το πέρας του σκοπού των, πετούν πολύ ψηλά, ο ένας δίπλα στον άλλο, φτιάχνοντας μια οριζόντια γραμμή και επιστρέφουν στα μέρη τους.

Θα τους ξαναδούμε πάλι το φθινόπωρο, να πάρουν ξανά τα χελιδόνια, να τα συνοδεύσουν στα Νότια της Αφρικής.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν ήμουνα παιδί το στοίχο που λέγαμε όταν βλέπαμε τους γερανούς να πετάνε πολύ ψηλά, φεύγοντας.

”Αγερανοί αγερανοί, πλέξετε μου ‘να σκοινί
να το πάω στσι καμάρες, να μου δώσουνε καφκάλες”.

Επίσης οι γερανοί έγιναν μαντινάδα, με την οποία καλωσόριζαν τους καινούριους συμπεθέρους:

”Το χρόνο οι αγερανοί κάνουνε ‘να σεφέρι
χίλια καλώς ορίσατε, καινουργιοσυμπεθέροι.

Υπάρχει δε και οι φράση, για κάποιο που κρύβει τα χρόνια του:

”Εδά περάσανε οι αγερανοί από τη κούνια σου”

Κάναμε όμως και ”διαολιές”, σαν μικρά παιδιά που ήμασταν.

Την ώρα που βλέπαμε τους γερανούς που πετούσαν τόσο όμορφα στον ουρανό, φτιάχνοντας αυτό το πανέμορφο ”σχοινί”, εάν καρφώναμε ένα μαχαίρι κάτω στη γη, αυτομάτως αυτοί χάλαγαν το σχοινί και εγίνοντο ένα σμήνος.

Ξεκαρφώναμε αμέσως το μαχαίρι από τη γη και πάλι οι γερανοί σχημάτιζαν το οριζόντιο σχοινί που είχαν δημιουργήσει προηγουμένως.

Μυστήριες και ανεξήγητες δυνάμεις αυτές!!

Ποτέ δεν μπόρεσα να τις καταλάβω, μα ποτέ.

Γι τα χελιδόνια επίσης λέγαμε πάρα πολλά όπως και αινίγματα.

”Από πάνω σαν τηγάνι
κι από κάτω σαν βαμπάκι
κι από πίσω σαν ψαλίδι. Τι είναι;;
(το χελιδόνι)”

καθώς και το

”Πετά σχίζει τον αέρα,
στη γη λίγο περπατεί,
έχει σπαθωτές φτερούγες
και ουρά ψαλιδωτή. Τι είναι;;
(το χελιδόνι)”

Τα χελιδόνια θα καθίσουν όλο το καλοκαίρι στο τόπο μας, θα μας απαλλάξουν από ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό κουνουπιών και θα μας κρατήσουν συντροφιά, καθ΄όσον τη φωλιά τους θα τη κτίσουν κάτω από κάποιο μπαλκόνι του σπιτιού μας.

Επίσης θα μας βοηθούν να γνωρίζουμε τις καιρικές συνθήκες, που απ’ ότι ξέρουμε, όταν πετούν τα χελιδόνια χαμηλά, προμηνύουν κακοκαιρία, ενώ όταν πετούν ψηλά, προμηνύουν καλό καιρό.

Τέλη του φθινοπώρου πάλι, θα συγκεντρωθούν όλα μαζί πάνω στα τηλεγραφόξυλα και κάποια νύχτα που τα αρπαχτικά πτηνά θα κοιμούνται, θα περάσουν οι γερανοί και θα τα συνοδεύσουν πάλι για το μακρινό τους ταξίδι, την Αφρική.

Αλλά θα τα συνοδεύσουν οπωσδήποτε και οι δικές μας ευκές, ευχόμενοι, καλοστραθιά, αλλά και συγχρόνως, καλή επιστροφή!!

Σύνταξη κειμένου: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ελευθέριος Βενιζέλος – Σπάνιο φωτογραφικό υλικό από την κηδεία του

Δημοσιεύτηκε

στις

Παρίσι, Τετάρτη 18 Μαρτίου 1936, ώρα 10.30 το πρωί. Η καρδιά του Ελευθερίου Βενιζέλου σταματά να κτυπά. Και μαζί «λυγίζει» η καρδιά της Ελλάδας


Όλα ξεκίνησαν από μία γρίπη, που δεν την πρόσεξε όπως έπρεπε, η οποία εξελίχτηκε σε πνευμονία με αρκετές -στη συνέχεια- παρενέργειες και τραγική κατάληξη την εγκεφαλική συμφόρηση.

Η είδηση του θανάτου του μεταδίδεται αμέσως στην Ελλάδα, με έκτακτες εκδόσεις των αθηναϊκών φύλλων. Η συγκίνηση φυσικά ήταν μεγάλη για τον άνθρωπο που επί σχεδόν πενήντα χρόνια πρωταγωνίστησε στην επαναστατική και πολιτική ζωή της Κρήτης και στη συνέχεια της Ελλάδας.Ο θάνατος τον βρήκε στο κρεβάτι του, στο λιτό διαμέρισμα της οδού Μποζόν. Στο τραπεζάκι δίπλα του τα τελευταία του αναγνώσματα: Αισχύλος, Ιστορία της Ευρώπης και οι πιο πρόσφατες ελληνικές εφημερίδες που δεν είχε προλάβει να ανοίξει. Στο προσκέφαλό του η σύζυγός του, Έλενα Βενιζέλου, οι δύο γιοι του και ο προσωπικός του γιατρός, Σκουλάς, που είχε κληθεί εσπευσμένα από την Αθήνα για να διαπιστώσει και αυτός πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόλις μαθεύτηκε ο θάνατός του, επικράτησε θρήνος και σπαραγμός σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη.

Η εποχή του θανάτου του Βενιζέλου είναι κρίσιμη για τη χώρα. Διχασμός και πάλι. Μια ακόμη κρίση. Και η δικτατορία Μεταξά προ των πυλών. Για τον κόσμο των φιλελευθέρων η απώλεια ήταν τεράστια, καθώς «έφευγε» ο ιδρυτής και φυσικός ηγέτης της παράταξης. Οι εχθροί του – όχι όλοι- τον σεβάστηκαν την ώρα που βρισκόταν νεκρός πλέον μπροστά τους. Ορισμένες από τις εφημερίδες του αντίπαλου Λαϊκού Κόμματος δημοσίευσαν κείμενα που ταίριαζαν στην περίσταση. Ορισμένες άλλες σχεδόν αποσιώπησαν το γεγονός.

Οι δικοί του άνθρωποι, εκτός από τον πόνο τους, είχαν να αποφασίσουν και για το μέρος πού θα γινόταν η κηδεία του. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε εκφράσει την επιθυμία να ταφεί στην Κρήτη, και πράγματι η πρώτη απόφαση που πάρθηκε από τη γυναίκα του και τους δύο γιους του ήταν να μεταφερθεί η σορός του με τρένο μέχρι το Μπρίντεζι και από εκεί με καράβι ως τα Χανιά όπου και θα γινόταν η κηδεία του.

«Στο Ακρωτήρι καθ’ αργά ανάβει μια λαμπάδα
για τον Εθνάρχη που ‘κανε μεγάλη την Ελλάδα»

Η κυβέρνηση, διά στόματος Ι. Μεταξά, που την εποχή εκείνη ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός στρατιωτικών, αποφάσισε να αποδοθούν στον νεκρό τιμές πρωθυπουργού εν ενεργεία και επίσης να σταλούν στο Μπρίντεζι δύο αντιτορπιλικά να συνοδεύσουν τη σορό.

Μόλις μαθεύτηκε στην Αθήνα πως απόφαση την οικογένειας ήταν να γίνει η κηδεία στην Κρήτη, ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Γενική απαίτηση ήταν να μεταφερθεί πρώτα η σορός στην πρωτεύουσα για λαϊκό προσκύνημα και ύστερα να κηδευθεί στην Κρήτη. Η οικογένεια δέχτηκε και συμφωνήθηκε από τον Μεταξά να γίνει μια στάση δύο ημερών στην Αθήνα ώστε να αποδοθούν στον Βενιζέλο οι πρέπουσες νεκρικές τιμές.

Όμως παράλληλα με τον θρήνο των βενιζελικών, ξεσηκώθηκαν και οι φιλοβασιλικοί, οι οποίοι δεν δέχονταν να μεταφερθεί στην Ελλάδα ο Βενιζέλος με τιμές πρωθυπουργού την ώρα που οι βασιλείς Κωνσταντίνος, Σοφία και Όλγα παρέμεναν θαμμένοι στο εξωτερικό. Δυο μέρες αργότερα διοργανώθηκε μνημόσυνο στη μνήμη των νεκρών βασιλέων και μετά τη λήξη του ο αντιβενιζελικός όχλος ξεχύθηκε στην Ομόνοια με συνθήματα όπως «Έξω ο τρισκατάρατος», «Πετάξτε το πτώμα στη θάλασσα» και άλλα παρόμοια, ενώ στη συνέχεια οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το Σύνταγμα με άγριες διαθέσεις για να διαλυθούν μόνο μετά από επέμβαση της αστυνομίας.

Οπλοφόροι Κρητικοί, που είχανε έρθει στην Αθήνα, για να σχηματίσουν, κατά την κηδεία του Βενιζέλου, τιμητική φρουρά. Ως γνωστόν όμως, η κηδεία, τελικώς, δεν έγινε στην πρωτεύουσα…

Με πρόφαση τον κίνδυνο δημιουργίας νέων επεισοδίων η κυβέρνηση ζήτησε από την Έλενα Βενιζέλου να μη γίνει η προγραμματισμένη στάση στην Αθήνα και έτσι αποφασίστηκε να μεταφερθεί η σορός κατευθείαν στην Κρήτη.

Το τρένο με τη σορό του Βενιζέλου έφτασε στο Μπρίντεζι στις 24 Μαρτίου. Εκεί βρίσκονταν ήδη τα αντιτορπιλικά «Κουντουριώτης» και «Ψαρά» που είχε στείλει η ελληνική κυβέρνηση. Το φέρετρο και οι συγγενείς ανέβηκαν στο «Κουντουριώτης» και στη συνέχεια τα δύο πλοία, με μεσίστιες σημαίες, ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής.

Την ίδια ώρα στην Αθήνα, όσοι μπορούσαν έφευγαν για τα Χανιά, ενώ πολλοί περισσότεροι περίμεναν μάταια στην προκυμαία του Πειραιά μήπως βρουν κάποιο πλοίο που θα τους μετέφερε στην Κρήτη. Μαθεύτηκε όμως πως τα δύο πλοία που συνόδευαν τη σορό του Βενιζέλου θα περνούσαν από τον Ισθμό κι έτσι πλήθος κόσμου κατέκλυσε τις δυο πλευρές της διώρυγας με λουλούδια, στεφάνια και κεράκια. Όλοι περίμεναν υπομονετικά με τις ώρες.

Ήταν 10 το πρωί όταν τα δύο πολεμικά πλοία έφτασαν επιτέλους στη διώρυγα. Προχωρούσαν αργά αργά ρυμουλκούμενα από ειδικό πλοίο. Ο κόσμος κατάλαβε σε ποιο σημείο του «Κουντουριώτη» βρισκόταν το φέρετρο από τον τεράστιο σωρό των λουλουδιών που το κάλυπτε κι οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν ιδιαίτερα συγκινητικές.

Όλοι άρχισαν να ρίχνουν τα στεφάνια στη θάλασσα και να ανάβουν τα κεράκια, κλαίγοντας με λυγμούς οι οποίοι σταμάτησαν μόνο όταν τα δύο πλοία είχαν απομακρυνθεί από τη διώρυγα.

Το επόμενο πρωί τα δύο αντιτορπιλικά έφτασαν στην Κρήτη. Η πόλη των Χανίων, βυθισμένη στα μαύρα, ήταν έτοιμη να υποδεχτεί για τελευταία φορά τον Βενιζέλο. Γύρω στις 10 το πρωί η λευκή βενζινάκατος με το φέρετρο ξεκίνησε από τα πλάγια του «Κουντουριώτη» την ώρα που από το φρούριο ακούγονταν πένθιμοι κανονιοβολισμοί. Όταν η βενζινάκατος έφτασε στην προκυμαία όλοι γονάτισαν.

Στη συνέχεια η νεκρική πομπή με επικεφαλής βρακοφόρους Κρητικούς, συμπολεμιστές του Βενιζέλου, κατευθύνθηκε προς την Μητρόπολη Χανίων, όπου και τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά η πομπή ξεκίνησε πάλι, αυτή τη φορά για τη Χαλέπα, όπου η σορός εναποτέθηκε στο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Μαγδαληνής, κοντά στο σπίτι του Βενιζέλου. Ήταν γύρω στη μία το μεσημέρι όταν ξεκίνησε το λαϊκό προσκύνημα, το οποίο κράτησε μέχρι το επόμενο πρωί.

Στις 11 την άλλη μέρα το λείψανο μεταφέρθηκε στο Ακρωτήρι όπου ήταν η επιθυμία του Βενιζέλου να ταφεί. Στο ίδιο σημείο το 1898, ως πολέμαρχος της Κρήτης, αντιμετώπιζε τα κανόνια των ξένων στόλων, έγραφε την ιστορική διαμαρτυρία του για τον βομβαρδισμό της Κρήτης και σήκωνε λίγο αργότερα, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, την ελληνική σημαία. Όσοι από εκείνους τους οπλαρχηγούς ήταν ακόμη εν ζωή βρίσκονταν τώρα μαζί του συνοδεύοντας το λείψανό του μέχρι την τελευταία του κατοικία. Φυσικά η πομπή ήταν τεράστια. Το πλήθος του κόσμου αμέτρητο. Ακριβώς στη μία το μεσημέρι το φέρετρο εισήλθε για πάντα στην κρητική γη, ενώ ο κόσμος έριχνε από πάνω μύρα, δάφνες και λουλούδια.

Η πλάκα που στήθηκε έγραφε: ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ 1864-1936

Κλείνουμε με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο οποίος -μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη- ήταν στην κηδεία του Βενιζέλου:

Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να διηγηθώ ένα περιστατικό που έζησα πριν από σαράντα χρόνια έξω από το λιμάνι των Χανίων, τη μέρα που γινότανε η κηδεία του Βενιζέλου.

Ο Μεταξάς δεν είχε αντίρρηση να τιμηθεί ο Βενιζέλος. Είχε όμως απαγορεύσει τη στάθμευση της σορού στην Αθήνα από το φόβο μήπως δώσει αφορμή σε λαϊκές αντικυβερνητικές εκδηλώσεις. Τότε μερικοί πήγαν στον Ισθμό να δουν να περνάει το αντιτορπιλικό που έφερνε το φέρετρό του από την Ιταλία. Οι περισσότεροι αποφάσισαν να πάνε στα Χανιά, για να παραστούν στην κηδεία του, που θα ξεκινούσε από εκεί για να φτάσει στον τόπο της ταφής, στο Ακρωτήρι. Δύσκολα όμως βρισκότανε θέση, έστω και στο κατάστρωμα, αν και όλα τα διαθέσιμα καράβια έκαναν έκτακτα δρομολόγια, για να φτάσει ο κόσμος τη στιγμή που θα αποβιβαζόταν το φέρετρο στην κρητική γη. Τότε, μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη, καταφύγαμε στον κοινό μας φίλο, τον «Καπετάνιο» όπως τον ονομάζαμε, τον Δημήτρη Αντωνίου, που ήταν δεύτερος πλοίαρχος στο επιβατικό «Ακρόπολις». Χάρις σ’ αυτόν ξεκινήσαμε παραμονή βράδυ. Λίγο μετά την ανατολή αράξαμε σε μικρή απόσταση από τα τρία πολεμικά. Ανεβήκαμε στη γέφυρα του πλοιάρχου και από εκεί αντικρίσαμε στην πρύμνη του μεγαλύτερου το φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία και τους τέσσερις αξιωματικούς που στέκονταν τιμητική φρουρά γύρω του. Το λιμάνι, όλη η πολιτεία ήταν σκεπασμένη με μαύρα σεντόνια. Μονάχα πέρα ο Ψηλορείτης διατηρούσε ατάραχος τα χιόνια της κορυφής του.

Ένας κόμπος λύθηκε στο λαιμό μου και άρχισα να κλαίω. Ο Γιώργος πλάι μου έκλαιγε και αυτός και η απόγνωση ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Έκλαιγε το Γένος, την ώρα εκείνη, όπως το κλαίει σε όλη του την ποίηση. Μια στιγμή με τράβηξε από το μανίκι. «Σε κλαίει ο λαός… Θυμάσαι;» -Λόγια ενός άλλου ποιητή για έναν άλλο ήρωα. –«Θυμάμαι». Και τι δε θυμόμουνα! Τόσων χρόνων τραγικές συγκρούσεις, δόξες και καταστροφές. Τον Βενιζέλο, εύθυμο και χαριεντιζόμενο, στο πατρικό μου. Τον Βενιζέλο στο Παρίσι. Τον Βενιζέλο μετά την απόπειρα. –Πλάι μας έκλαιγε, σιωπηλά και αυτή, μια τιμημένη δέσποινα της εποχής, η κυρία Έλλη Αδοσίδη, γυναίκα του Γενικού Διοικητού της Μακεδονίας επί Κυβερνήσεως Βενιζέλου.

Όταν βγήκε το φέρετρο στην προκυμαία και επρόκειτο να το σηκώσουν στους ώμους των Έλληνες αξιωματικοί, όρμησαν οι γέροι συμπολεμιστές του οπλαρχηγοί και το άρπαξαν κυριολεκτικά από τα χέρια της τιμητικής φρουράς και κρατώντας το σαν τρόπαιο το σήκωσαν απάνω από την ανθρωποθάλασσα βαδίζοντας προς το Ακρωτήρι. Μακρύς ο δρόμος. Ανθόσπαρτος, λιβανισμένος από την πόλη ως το Ακρωτήρι. Αυτό που σημαίνει «Πάνδημος κηδεία» τότε το ένιωσα. Κλαίγαν όλοι. Όλοι κλαίγαν τον νεκρό και ο καθένας ένα κομμάτι μαζί της ζωής του. Ο καθένας ένα όνειρο, ένα όραμα της Ελλάδας.

Ο Σεφέρης όλο και μου μιλούσε για τη μικρασιατική καταστροφή, το σημαδιακό για τη ζωή του γεγονός, από το οποίο ποτέ του δεν απομακρύνθηκε. Ήμαστε της γενιάς της αναστημένης με τη Μεγάλη Ιδέα, μα που ήταν μοίρα της και χρέος της να την θρηνήσει και να τη θάψει.

Στο Παρίσι η ταρίχευση δεν είχε γίνει σωστά και το πρόσωπο του νεκρού ήταν μελανιασμένο και κάπως παραμορφωμένο.

Δεν θυμάμαι πιο τίποτα από την επιστροφή μας. Μόνο τούτο: πως ήμαστε σαν αδειασμένοι. Χρειάστηκε καιρός για να ξαναχτίσουμε τον μέσα μας κόσμο.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ

από το βιβλίο «Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΣΗΜΕΡΑ»
ΤΕΤΡΑΔΙΑ «ΕΥΘΥΝΗΣ»

Ποιος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Ο μεγαλύτερος πολιτικός της νεώτερης Ελλάδας, που συνέδεσε το όνομά του με το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Δέσποσε στην πολιτική ζωή της χώρας από το 1910 έως το 1936. Η πολιτική του δράση προκάλεσε εντονότατα πάθη για πολλά χρόνια και αποτυπώνονται στις έννοιες «Βενιζελισμός» και «Αντιβενιζελισμός». Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνολικά επί δώδεκα χρόνια και πέντε μήνες.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου (11 Αυγούστου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1864 στις Μουρνιές Χανίων και ήταν το πέμπτο παιδί του εμπόρου Κυριάκου Βενιζέλου και της Στυλιανής Πλουμιδάκη. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη το 1866, επειδή είχε αναμιχθεί στην επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Έτσι, ο μικρός Ελευθέριος αναγκάστηκε να μάθει τα πρώτα του γράμματα στη Σύρο, όπου κατέφυγε η οικογένειά του. Τις γυμνασιακές του σπουδές τελείωσε στην Αθήνα και στα Χανιά, όπου επέστρεψε μετά την επανάσταση. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει έμπορο, αλλά το νεαρό παιδί ήθελε να διευρύνει τους ορίζοντές του και προτίμησε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1886 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα Νομικής με βαθμό άριστα και αμέσως επέστρεψε στα Χανιά, όπου άρχισε να δικηγορεί και να αναμιγνύεται στην τοπική πολιτική.

Στη Βουλή της Κρήτης, όπου τον έστελνε τακτικά από το 1887 ως αντιπρόσωπό του ο λαός των Χανίων, διακρίθηκε για τη ρητορική του ευγλωττία και τις πολιτικές του ιδέες. Ανήκε στην παράταξη των Φιλελευθέρων, το «κόμμα των Ξυπόλητων», όπως ήταν γνωστό στην Κρήτη, επειδή το υποστήριζαν οι λαϊκές τάξεις του νησιού. Από τότε ο Βενιζέλος δεν έλειψε από καμία επαναστατική ενέργεια κατά των Τούρκων. Όταν το 1898, οι τέσσερις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία) κήρυξαν την αυτονομία της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκηπα Γεώργιο της Ελλάδας, ο Βενιζέλος διορίστηκε Σύμβουλος (Υπουργός) Δικαιοσύνης της Κρητικής Πολιτείας. Αργότερα, όμως, ήλθε σε σύγκρουση με τον Γεώργιο. Το 1901 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να κηρύξει την επανάσταση του Θερίσου (10 Μαρτίου 1905), με σκοπό την απομάκρυνση του πρίγκηπα από την Κρήτη και την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1891 νυμφεύθηκε στα Χανιά τη Μαρία Κατελούζου (1870 – 1894). Η παρουσία στο γάμο του των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων φανέρωνε το κύρος και τις σχέσεις που είχε αναπτύξει ο εικοσιεπτάχρονος δικηγόρος. Μετά το γάμο, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο επιβλητικό σπίτι της Χαλέπας και απόκτησε δύο παιδιά, τον εφοπλιστή Κυριάκο Βενιζέλο (1892-1942) και τον στρατιωτικό και πολιτικό Σοφοκλή Βενιζέλο (1894-1964), που έφτασε μέχρι την πρωθυπουργία της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.

Η γέννηση, όμως, του Σοφοκλή το 1894 έμελλε να είναι μοιραία για την εικοσιτετράχρονη Μαρία, η οποία πέθανε αναπάντεχα από επιλόχεια μόλυνση. Ο πρόωρος θάνατός της συγκλόνισε τον Βενιζέλο, που βρέθηκε ξαφνικά με δύο βρέφη, χωρίς την αγαπημένη του γυναίκα. Απαρηγόρητος από το τραγικό γεγονός, χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να ξεπεράσει την απώλεια της συντρόφου του. Έκτοτε και για όλη του τη ζωή, διατήρησε τη χαρακτηριστική γενειάδα, σε ένδειξη πένθους.

Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα, συνεπεία του στρατιωτικού κινήματος στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), τον φέρνει στην Αθήνα με πρόσκληση του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ο κρητικός πολιτικός έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από τον αθηναϊκό λαό και στις βουλευτικές εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, ως αρχηγός του νεοϊδρυθέντος Κόμματος των Φιλελευθέρων, επικράτησε με ευκολία, αφού η παλαιά πολιτική τάξη δήλωσε αποχή από την εκλογική διαδικασία. Αμέσως, ο Βενιζέλος έθεσε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, που όμοιό του δεν είχε δει η χώρα στα ογδόντα χρόνια του ελεύθερου βίου της. Η εκσυγχρονιστική πολιτική βούληση του αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1911.

Με την αναδιοργάνωση του στρατού που έκανε με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύναψη της Βαλκανικής Συμμαχίας κέρδισε τους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-1913 κατά των Τούρκων (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος) και των Βουλγάρων (Β’ Βαλκανικός Πόλεμος). Νωρίτερα, ο λαός επικροτώντας τις επιλογές του, του έχει χαρίσει μία ακόμα εκλογική νίκη στις 11 Μαρτίου 1912.

Το αναδημιουργικό του έργο ήλθε να διακόψει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος διαφώνησε με το βασιλιά Κωνσταντίνο για το εάν έπρεπε να αναμιχθεί η χώρα μας αμέσως στον πόλεμο ή να παραμείνει ουδέτερη. Ο αγγλόφιλος Βενιζέλος υποστήριζε την άμεσα εμπλοκή της χώρας μας στον πόλεμο, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμούσε την ουδετερότητα. Είναι η εποχή του βαθύτατου «Εθνικού Διχασμού», που θα επισωρεύσει στην Ελλάδα τραύματα και πληγές, που θα αργήσουν πολύ να επουλωθούν.

Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία δύο φορές μέσα στο 1915 και αφού είχε κερδίσει πανηγυρικά της εκλογές της 31ης Μαΐου. Η διαμάχη των δύο ανδρών κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 1916 με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την ανάληψη εκ νέου της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που οδήγησε στην έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου», ο Βενιζέλος επιτυγχάνει ένα ακόμη διπλωματικό θρίαμβο με την υπογραφή στο Παρίσι της Συνθήκης των Σεβρών (27 Ιουλίου 1920), με την οποία δημιουργείται η μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Την ώρα, όμως, που ετοιμαζόταν να επιστρέψει θριαμβευτής στην Ελλάδα, έγινε απόπειρα δολοφονίας του στο Παρίσι από φανατικούς του αντιπάλους, η οποία απέτυχε (30 Ιουλίου).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Βενιζέλος ηττήθηκε και απογοητευμένος αναχώρησε από την Ελλάδα, ανακοινώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική. Κλήθηκε, όμως, να συνεισφέρει με τη διπλωματική του εμπειρία και το αναμφισβήτητο διεθνές κύρος που διέθετε, στη διαμόρφωση της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), στην οποία σύρθηκε η ηττημένη Ελλάδα στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1921 νυμφεύθηκε στο Λονδίνο, για δεύτερη φορά, την Έλενα Σκυλίτση (1874-1959), κόρη πλούσιας οικογένειας της Αγγλίας με καταγωγή από τη Χίο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 1928, μετά από μία μεγάλη περίοδο πολιτικής αστάθειας και κέρδισε τις εκλογές της 19ης Αυγούστου. Κυβέρνησε έως το 1932 σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία («Κραχ» του 1929). Θα επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς (Ίδρυση Αγροτικής Τράπεζας, Συμβουλίου της Επικρατείας και Εθνικού Θεάτρου, ανέγερση 3.000 σχολικών αιθουσών), αλλά θα χρεωθεί τη χρεωκοπία της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1932. Στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας συνήψε σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Σερβία κι έθεσε τις βάσεις της ελληνοτουρκικής φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ (30 Οκτωβρίου 1930).

Τον Ιανουάριο του 1933 σχηματίζει την τελευταία του κυβέρνηση. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου οι Φιλελεύθεροι ηττώνται και την επομένη ακολουθεί το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα Πλαστήρα. Στις 6 Ιουνίου έγινε νέα απόπειρα δολοφονίας του από πολιτικούς του αντιπάλους, η οποία και πάλι απέτυχε. Μετά το νέο αποτυχημένο κίνημα των οπαδών του κατά της κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος την 1η Μαρτίου 1935, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να μην επιστρέψει ποτέ.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1936 από εγκεφαλική συμφόρηση. Η σορός του μεταφέρθηκε κατ’ ευθείαν στην Κρήτη, υπό τον φόβο επεισοδίων στην Αθήνα, και ενταφιάστηκε στη γνώριμη γη του Ακρωτηρίου Χανίων, που συνδέθηκε άρρηκτα με την αγωνιστική του παρουσία για την πραγματοποίηση των οραμάτων του.

Πηγή: agonaskritis

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

H παραδοσιακή κουρούπα ξινομυζήθρας της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Θα κάνουμε σήμερα μια αναφορά, για τη ξινομυζήθρα της Κρήτης, βάσει τις μνήμες από τα χρόνια του ’60, αλλά και από σύγχρονες μαρτυρίες


Τον Αύγουστο, βοσκοί και αγρότες που είχανε πρόβατα, τα πήγαιναν στον κριγιό (κριάρι) για να τα βατέψει…καί αργότερα σε πέντε μήνες να τους γεννήσουν.

Εξ άλλου το λέει και ένα παλιό συμβουλευτικό τετράστιχο:

”Το ούτσι ούτσι τέσσερα
η καρκατούρα πέντε,
και το σκυλί με το γατί
σαρανταπέντε μέρες!”

Το ”ούτσι ούτσι” (γουρούνι), έχει τέσσερις μήνες χρόνος εγκυμοσύνης

Καρκατούρες (κατσίκες) λοιπόν καθώς και τα πρόβατα, έχουν 5 μήνες εγκυμοσύνης.

Κατά τις αρχές του Γενάρη, ερχόταν τα πρώτα αρνάκια!

Ο βοσκός δεν έπαιρνε αρχικά τότε το γάλα από τα πρόβατα, γιατί το άφηνε να το πίνουν τα νεογέννητα.

Από τις αποκριές και μετά, που είχε μεγαλώσει και το χορτάρι, η παραγωγή γάλακτος ήταν αρκετά μεγάλη, και τα αρνάκια ήδη σιγά σιγά, πριν να αρχίσουν να τρώνε και το πρώτο χορτάρι, πλέον σακάζονται (απογαλακτίζονται), η προορίζονται για σφαγή, η πάνε για το χασάπη το Πασχα.

Ο παραγωγός γάλακτος, έκανε τα τυριά του κάθε μέρα, έκανε μυζήθρες για να τρώει η οικογένεια.

Έφτιαχνε τα αθοτύρια του, αλλά πολλές φορές περίσσευε και μυζήθρα.

Οι μερακλήδες όμως της εποχής, τη μυζήθρα που περίσσευε, την αλάτιζαν, και την έβαζαν σε ένα πάνινο ειδικό σακούλι για να στραγγίζει, και το κρέμαγαν κάπου σε δροσερό μέρος.
Κάθε μέρα πρόσθεταν το περίσσευμα της μυζήθρας τους, και όταν γέμιζε το σακούλι και στράγγιζε καλά για μερικές μέρες, το κατέβαζαν.

Μέσα σε μια πήλινη κουρούπα, έβαζαν τη μυζήθρα που είχαν στο σακούλι και τη πίεζαν καλά, για να μην αφήνει κενά.

Φυσικά φρόντιζαν να είναι σωστά αλατισμένη.

Άμα γέμιζε η κουρούπα, έπαιρναν αμπελόφυλλα, τα λάδωναν και σκέπαζαν την κουρούπα, που πλέον ήταν γεμάτη μυζήθρα.

Από εδώ τώρα, αρχίζει η περίεργη διαδικασία, που και εγώ ο ίδιος τη θυμάμαι ακόμα από τον πατέρα μου, που την έφτιαχνε την δεκαετία του΄’60..

Ο πατέρας, είχε στην χωμάτινη αυλή κοντά στον τοίχο του σπιτιού, και δυο κρεβατίνες (κλιματαριές).

Στην πρώτη κρεβατίνα, λίγο πιο πέρα από μισό μέτρο, δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, έσκαβε ένα λάκκο.

Στο πάτο του λάκκου, έβαζε μια πέτρα πλακωτή.

Η πέτρα αυτή φυσικά, ήταν καθαρή, αφού είχε πλυθεί καλά.

Πάνω στην πέτρα αυτή, τοποθετούσε ανάποδα την κουρούπα, γεμάτη με τη μυζήθρα.

Τα αμπελόφυλλα στον πάτο, ήταν εκείνα που ερχόταν σε επαφή με την πέτρα.

Σκέπαζε τότε με χώμα όλη την κουρούπα, μέχρι πάνω, να χωθεί τελείως.

Αυτή τη δουλειά, την έκαναν στα χωριά, περίπου το Μάρτη.

Όταν έπιαναν οι ζέστες, φρόντιζαν να καταβρέχουν το χώμα, όπου από κάτω είναι η κουρούπα.

Έκαναν ενίοτε και ένα μικρό λακκουδάκι στο χώμα, πάνω από τη κουρούπα, για να συγκρατεί το δροσερό νερό που έριχναν.

Εκεί λοιπόν η μυζήθρα, στράγγιζε αργά σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα που ήταν θαμμένη.

Απ’ ότι λένε οι παλιοί, το διάστημα που θα μείνει στο χώμα η κουρούπα με τη μυζήθρα, είναι από 3 έως 6 μήνες, για να ωριμάσει καλά.

Επειδή έπεφτε και η Σαρακοστή της Παναγίας, συνήθως την άνοιγαν την ημέρα της Παναγίας.

Η μυζήθρα που θα έμπαινε πλέον στο τραπέζι της οικογένειας, είναι στραγγισμένη, σιτεμένη καλά, και γίνεται πια εύκολα τρίμματα ανάμεσα στα δάχτυλα, , αφού έχουν φύγει όλα τα υγρά από μέσα.

Αυτή τη μυζήθρα την έλεγαν και ξινομυζήθρα, αφού κατά την ωρίμανση, πλέον έπαιρνε μια γλυκόξινη γεύση.

Φυσικά η μυζήθρα της κουρούπας, ήταν πεντανόστιμη!

Ιδανική για κολατσιό, για πιταράκια, για σαρικόπιτες, μυζηθρόπιτες κλπ.

Η γιαγιά της μητέρας μου, που είχε το σπίτι της σε ένα μικρό χωριό το Μονόχωρο. έκανε και εκείνη κάθε χρόνο μυζήθρα κουρούπας.

Το πέτρινο κουζινοδωμάτιο της γιαγιάς της μητέρας, είχε χώμα κάτω, απλά πασάλειβαν το πάτωμα με αυτό το κλασσικό μείγμα, που έφτιαχναν με λάσπη αναμεμειγμένη με βουτσά αγελάδας και άχυρο.

Οι τοίχοι ήταν πασαλειμμένοι (σοβαντισμένοι) με μαλαγμένο καλά ειδικό χώμα.

Σε μια γωνιά λοιπόν της κουζίνας η γιαγιά της, έβαζε τη κουρούπα στον κάντουνα (γωνιά), απέναντι και λίγο μακριά από τη παραστιά (τζάκι), για να μην θερμαίνεται.

Τη κουρούπα της, κι εκείνη, την τοποθετούσε επάνω σε μια πέτρινη πλάκα ανάποδα, με όλα τα σχετικά που προαναφέραμε, αμπελόφυλλα κλπ.

Έφτιαχνε μετά λάσπη και λάσπωνε τη κουρούπα από γύρω γύρω καλά καλά, να μη φαίνεται καθόλου.

Στο τέλος έβαζε λάσπη και από πάνω, όπου και έκανε όμως ένα λακκουδάκι.

Έτσι έμενε η κουρούπα για τρεις μήνες, χωμένη στη λάσπη, που κάποτε ξεραινόταν.

Όμως για να κρατάει και εκείνη δροσερή την κουρούπα, ταχτικά έριχνε κρύο νερό στο λακκουδάκι, να τη κρατάει δροσερή!

Το παν πάντως, είναι, να μην μπουν ξένα σώματα, η μύκητες στην μυζήθρα και χαλάσει.

Για αυτό, θέλει προσοχή στη τοποθέτηση, και να μην μπαίνει μέσα το νερό που ρίχνουμε, γιατί διαφορετικά θα έχουμε απώλεια τη χαλασμένη μυζήθρα που θα πετάξουμε.

Αυτή ήταν λοιπόν μια παραδοσιακή μέθοδος των παλιών μερακλήδων του είδους, που στην πορεία χάθηκε, μετά τη βιομηχανία φέτας, που κατέκλυσε την αγορά.

Η μυζήθρα όμως εκείνη, δεν ήταν φέτα σαν του εμπορίου, ήταν απλά μια νόστιμη γλυκόξινη μυζήθρα.

Κείμενο – φωτογραφία: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη