Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Κώστας Μαρκάκης και το πρώτο κτηνιατρείο των Μοιρών

Δημοσιεύτηκε

στις

Ψάχνοντας τη λαογραφία του τόπου μας, πολλές φορές  ανάμεσα από διάφορες συζητήσεις, διασταυρώνουμε καταστάσεις και γεγονότα, που επιβεβαιώνουν μια υπόθεση, για το πως είχαν κάποτε τα γεγονότα στη Μεσαρά, ακόμα πριν 80 χρόνια!


Λίγοι γνωρίζουν σήμερα πως το πρώτο κτηνιατρείο στις Μοίρες, που ήταν μαζί  και πεταλωτήριο, το είχε ένας  Γαλιανός, ο  Κωστής Μαρκάκης του Ηρακλογιώργη, γνωστός σαν «Αλμπάτης»! Οι  πεταλωτές κάποτε, έκαναν και τη χρήση κτηνιάτρων.

Πληροφορίες για τον Κωστή,  μας έδωσε η κόρη του Κωστή, Βασιλεία  Μαρκάκη – Σταυρακάκη, o Mύρωνας  Μαραγκάκης (Μαραγκομύρος), αλλά και άλλοι παλιοί Γαλιανοί που γνώριζαν τον Κωστή, ή τον είχαν ακουστά.
Ο Κωστής γεννήθηκε στα Βορίζα το 1905, και καταγόταν από την μεγάλη οικογένεια των «Μαρκάκηδων», απ’ όπου καταγόταν και ο θρυλικός  Ξωπατέρας ή  Ξέπαπας, (Ιωάννης Μαρκάκης). Ο Κωστής κατέβηκε νέος στη Γαλιά μαζί με ένα ξάδερφό του τον Μιχάλη,  λόγω ανάμειξης  των Μαρκάκηδων, σε διάφορες  εμπλοκές  με τους Τούρκους , αποτέλεσμα αυτού βέβαια, οι Τούρκοι να τους φοβούνται! Ήταν η εποχή, που πολλοί Βοριζανοί  αναγκάστηκαν και κατέβηκαν κείνο τον καιρό στη Γαλιά.
Ο Κωστής σαν νέος ήταν όμορφος ψηλός γεροδεμένος  με αρρενωπό παράστημα,  και γενικά  ευπαρουσίαστος  .

Ο Κωστής παντρεύτηκε στη Γαλιά μια υπέροχη και σπουδαία  γυναίκα τη Δέσποινα, από τον Πόρο Ηρακλείου που είχε το πατρικό της σπίτι, και μαζί έκαναν  έξη παιδιά. Την Ανδριάνη, τον Γιώργο, τη Βασιλεία, τον Μανώλη, τη Νίκη και τη Βαγγελιώ! Όλα τα παιδιά είχαν καλή τύχη, σπούδασαν και σταδιοδρόμησαν στη ζωή τους, και φυσικά πρόκοψαν όλα!

 

Πως ο Κωστής εντάχτηκε στο στρατό, και έγινε μόνιμος

Ο Κωστής, με μαρτυρία της Βασιλείας Μαρκλακη,  τέλειωσε το Δημοτικό Γαλιάς, και στη συνέχεια πήγε και το  σχολαρχείο στην Πόμπια.  Αμέσως μετά και πολύ νέος, μόλις  17 χρόνων, τον πήρε να καταταγεί  στο στρατό ο  Γαλιανός Ταγ/ης Νικολούδης  Εμμανουήλ, όπου ο Κωστής έκανε τη θητεία του, αρχικά σαν απλός στρατιώτης.

Ο Νικολούδης τον είχε αρχικά σαν βοηθό του,  με σκοπό να αξιοποιήσει τις γνώσεις του στα άλογα. Έτσι του είχε αναθέσει να φροντίζει τα μουλάρια  του στρατού,  και φυσικά να τα πεταλώνει. Σιγά – σιγά  φρόντισε ο Νικολούδης, να μάθει  ο Κωστής να νοσηλεύει  και τα άρρωστα ζώα. Ο στρατός είχε πολλούς  κτηνιάτρους , αλλά σχολή στο πανεπιστήμιο δεν υπήρχε ακόμη.  Υπήρχε όμως στρατιωτική σχολή στη Θεσσαλονίκη για σχετικά σεμινάρια. Οι κτηνίατροι του στρατού, γιάτρευαν  κυρίως άλλοι με πραχτικά μέσα, και άλλοι από γνώσεις που αποχτούσαν στα σεμινάρια. Φάρμακα διέθετε ο ίδιος ο στρατός.  Ο Κωστής γιάτρεψε πολλά άρρωστα ζώα κατά τη διάρκεια όλης της θητεία του, και αυτό ήταν ίσως το σπουδαίο έργο για την αποστολή του!  Τα άλογα, κυρίως τα μουλάρια που διέθετε τότε ο στρατός, είχαν σπουδαία αξία, γιατί τα χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά εφοδίων και πολεμοφοδίων. Όταν ήταν να απολυθεί ο Κωστής από τη κανονική θητεία του, ο Νικολούδης  Εμμ. το 1930, φρόντισε για την μονιμοποίηση σου σαν έφεδρος υπαξιωματικός και έπειτα αξιωματικός.

 

Η μετάθεση του στο Διδυμότειχο το 1931

Το 1931 ο Κωστής,  πήγε με μετάθεση  στο Διδυμότειχο, και υπηρετούσε εκεί μέχρι το ’36. Από το Διδυμότειχο  τον έστελναν ταχτικά στη Θεσσαλονίκη, για να παρακολουθήσει εξάμηνα και τρίμηνα σεμινάρια, για να εκπαιδευτεί στην κτηνιατρική.  Αφού η ειδικότητα του, ήταν  αρχικά απλός φαντάρος, και έπρεπε  να πεταλώνει τα μουλάρα του στρατού, σαν αξιωματικός όμως,  έπρεπε να ανέβει ειδικότητα, και έτσι έπρεπε να μάθει να γιατρεύει μόνος του,  τα άρρωστα μουλάρια του στρατού.  Με τα σεμινάρια όμως που έκανε στη Θεσ/νίκη, έγινε έτσι και κτηνίατρος!
Στο Διδυμότειχο ήταν που πήρε κάποτε και έπαινο από τον διοικητή του, διότι ένα χειμώνα που  πλημύρισε ο Άρδας ποταμός, κοντά στα Βουλγαρικά σύνορα, σε ένα χωριό κινδύνευαν να πνιγούν όλοι οι κάτοικοι! Ο Κωστής  ήταν τότε υπεύθυνος μιας ομάδας  ημιονηγών,  τους οποίους και κατεύθυνε όλους, με σκοπό να βοηθήσουν τους πλημμυροπαθείς!

Με  πολύ μεγάλες προσπάθειες, κατάφεραν τελικά και έσωσαν όλους τους κατοίκους του χωριού αυτού, μεταφέροντάς τους με τα μουλάρια του στρατού, σε ασφαλές μέρος.

 

Το κίνημα του Βενιζέλου, και ο Παναγής Τσαλδάρης !

Στις αρχές του 1935 την Ελλάδα κυβερνούσαν η αντιβενιζελική παράταξη με επικεφαλής το Λαϊκό Κόμμα και με πρωθυπουργό τον μετριοπαθή κορίνθιο πολιτικό Παναγή Τσαλδάρη. Την 1η Μαρτίου, βενιζελικοί αξιωματικοί με την κάλυψη του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιχείρησαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση για να προστατέψουν το καθεστώς της Δημοκρατίας, όπως διατείνονταν. Το κίνημα κατεστάλη εύκολα από τον υπουργό Στρατιωτικών, Γεώργιο Κονδύλη, που επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία με το βαθμό του αντιστρατήγου και με αυξημένες αρμοδιότητες. Στη συνέχεια εξαπολύθηκε πογκρόμ διώξεων και αποτάξεων βενιζελικών αξιωματικών, ενώ τρεις εκτελέστηκαν. Ο δρόμος για την παλινόρθωση της βασιλείας ήταν πλέον ανοιχτός. Μεταξύ αυτών, αποτάχτηκε φυσικά  και ο Κωστής. Έτσι σαν απότακτος πλέον  το 1935, αναγκάστηκε να αφήσει το στρατό, όμως  είχε προλάβει πριν να δηλώσει μονιμότητα! 

 

Το 1935 κατέβηκε στο Ηράκλειο και ανοίγει πεταλωτήριο

Το  1935 ο Κωστής κατέβηκε στο Ηράκλειο που ήταν ο πατρικό σπίτι της γυναίκας  του, και προσπάθησε  για τα προς το ζην, να ανοίξει πεταλωτήριο δίπλα στην Χανιόπορτα, στην αρχή της οδού Καλοκαιρινού. Δεν ήταν όμως  ο κατάλληλο μέρος, και δεν είχε αρκετή  πελατεία.

Έτσι τον επόμενο χρόνο, άφησε το Ηράκλειο και κατέβηκε στις Μοίρες, στα τέλη του ’36, όπου και άνοιξε πεταλωτήριο δίπλα στα Δικαστήρια. Το πεταλωτήριο αυτό, λειτουργούσε και σαν Κτηνιατρείο, έστω και παράνομα, αλλά ωστόσο ήταν το πρώτο Κτηνιατρείο Μεσαράς! Ο Κωστής μπορεί να είχε μεν τις γνώσεις όσο ο καλύτερος κτηνίατρος, αλλά δεν είχε την έγγραφη άδεια λειτουργίας Κτηνιατρείου. Πήγαινε συχνά όμως στο Ηράκλειο για κάποιες συνταγές στον φαρμακοποιό Ματζαπετάκη, αφού πρώτα τις υπόγραφε ο Νομοκτηνίατρος  Ηρακλείου. Κάποια μέρα που ο Νομοκτηνίατρος είχε βρεθεί στο πεταλωτήριο του Κωστή στις Μοίρες, και είδε πως η πινακίδα έγραφε μονάχα «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ», και γνωρίζοντας την επαγγελματική του κατάρτιση πάνω στη δουλειά του στο να γιατρεύει άριστα τα άρρωστα ζώα, του είπε:
 – Κωστή Έλα στο Ηράκλειο να σου δώσω την άδεια  να είσαι και κτηνίατρος, μα εσένα οι γνώσεις σου είναι άριστες! Θα γράψεις απ’ έξω στη πινακίδα: «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΙΑΤΡΕΊΟ»!
Πήγε πράγματι στο Ηράκλειο ο Κωστής Μαρκάκης, όπου ο Νομοκτηνίατρος  του υπέγραψε την ειδική άδεια για να εξασκεί πλέον ελεύθερα το επάγγελμα του Κτηνιάτρου. και στη συνέχεια  ο Κωστής στις Μοίρες άλλαξε την επιγραφή στο μαγαζί του, και πρόσθεσε πλέον και τη λέξη «πεταλουργείο», οπότε έγραψε: «ΠΕΤΑΛΟΥΡΓΕΊΟ ΚΑΙ ΚΤΗΝΙΑΤΡΕΊΟ»!

 

Η συνεργασία του με τον Μανώλη Στιβαχτάκη

Ο Κωστής κατά καιρούς είχε διάφορους βοηθούς στο κτηνιατρείο του, και ένας από αυτούς, ήταν και ο Μανώ λης Στιβακτάκης από του Σίβα, που έμενε στις Μοίρες.  Κάποτε ο Κωστής Μαρκάκης έφερε κάποια  γαϊδούρια από τη Κύπρο, αλλά και άλογα ράτσας από άλλα μέρη της χώρας, και είχε τον Μανώλη σαν συνεργάτη, όπου  ασχολήθηκε με τους επιβήτορες, για να αποχτήσει η Μεσαρά  σπουδαίες  διασταυρώσεις, σε άλογα και γαϊδούρια, πού ήταν ψηλά όμορφα και  γοητευτικά! Από το στρατό  ο Μανώλης  Στιβαχτάκης είχε πάρει και την ειδικότητα του  κτηνονοσοκόμου, και ήξερε σε όλα τα ζώα να  κάνει στειρώσεις,  να ευνουχίζει, αλλά και να γιατρεύει σπασμένα πόδια. Γενικά ήταν πολύ καλός  αν και πρακτικός στη κτηνιατρική. Μετά το θάνατο του Κωστή, ο Μανώλης εξυπηρετούσε τη Μεσαρά σαν ο μοναδικός στη περιοχή για πολλά χρόνια, με το παρατσούκλι, «ο Μανώλης ο Κτηνίατρος».

Ο Κωστής Μρκάκης  αποφάσισε να Ανοίξει κτηνιατρείο στα Καπαριανά, για το λόγο που εξυπηρετούσε τους διερχόμενους Ζαριανούς, αλλά ήταν πιο κοντά και σε πολλά άλλα χωριά! Το χαμηλό πετρόχτιστο κτίσμα αυτό, σώζεται ακόμα και σήμερα στη περιοχή!

 

Στον πόλεμο του ‘40 και τη Γερμανική κατοχή

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το ‘ 40 και αποταγμένος από το στρατό ο Κωστής, εν τούτοις  δεν τον κάλεσαν στην επιστράτευση, διότι πιάστηκε σαν πολύτεκνος, έτσι δεν πήγε στο Μέτωπο. Το ίδιο και στην επιστράτευση όταν ήρθαν οι Γερμανοί.

Όταν όμως ήρθαν οι Γερμανοί στις Μοίρες, το πρώτο που έκαναν, ήταν να φροντίσουν να μάθουν ποιοι ήταν οι πεταλωτές και κτηνίατροι της περιοχής, και έτσι  κάλεσαν τον Κωστή στην υπηρεσία τους, αφού επίταξαν όλα τα μεγάλα ζώα της Μεσαράς! Όλα τα μουλάρια και άλογα, αλλά και αγελάδες  τα μαρκάρισαν, βάζοντας ένα μεταλλικό κρίκο στο αφτί  τους.

Τις αγελάδες  τις ήθελαν για να τη διατροφή τους, ενώ  τα μουλάρια για μεταφορά Γερμανών σε δύσβατα μέρη. Έτσι έβαζαν τον Κώστα να κάνει τη διαλογή, ποια ζώα ήταν ικανά και υγιή για αυτούς, και ποια ήταν τα άρρωστα. Ο Κωστής φυσικά, τα σκάρτα ζώα τα έβγαζε «υγιή» και τα παρέδιδε στους Γερμανούς, ενώ τα υγιή  τα έβγαζε «σκάρτα» και τα παρέδιδε στους ιδιοκτήτες τους!

Κάποια στιγμή όμως ,την εξαπάτηση αυτή την αντιλήφτηκαν οι Γερμανοί, και φυσικά τον κυνήγησαν! Τότε πήρε την οικογένεια του  το 1941 και εγκαταστάθηκαν στη Γαλιά, ενώ ο ίδιος επιδόθηκε σε «αντάρτικο πόλεως» αρχικά στις Μοίρες, και μετά στα περίχωρα. Στη Γαλιά που ζούσε εκείνη τη περίοδο με την οικογένεια του, είχε μεταφέρει εκεί  και  το πεταλωτήριο – κτηνιατρείο του.   Κάποια εποχή είχε και τρείς βοηθούς, γιατί η δουλειά του  πήγαινε πολύ καλά, μεταξύ αυτών, και τον μικρό αδερφό  Μιχάλη (Αλμπατομιχάλη), ο οποίος όταν έφυγε ο Κωστής από τη Γαλιά, εκείνος συνέχισε τη δουλειά του Αλμπάτη για πολλά ακόμη χρόνια.

Κατά τη βοήθεια στο αντάρτικο, ο Κωστής  μάζευε και συγκέντρωνε  ρουχισμό και τρόφιμα, μαζί με τον Αλεξανδράκη, τον παπά Αρμούτη ,  αλλά και τον Μικασιάτη Θεοδόση,  τον μετέπειτα «Θεοδόση τον ποδηλατά» όπως έγινε αργότερα ευρέως γνωστός. Ο Θεοδώσης ήταν ο πρώτος που είχε αργιλέ στις Μοίρες!  Όλοι τους, ότι εφόδια συγκέντρωναν, τα  πήγαιναν  με το μουλάρι στο Μαγαρικάρι σε μια σπηλιά, όπου από εκεί τα παρελάμβαναν οι αντάρτες της ομάδας του Πετρακογιώργη.

Με τον Πετρακογιώργη ήταν  σύντεκνοι, γιατί βάφτισε στον Κωστή τη μικρή του κόρη. Μάλιστα την βάφτισε Ευαγγελία, όπως  ήταν και το όνομα της γυναίκας του!

Και αυτήν όμως τη δραστηριότητά του την αντιλήφτηκαν οι Γερμανοί, και τον είχαν μαζί με τους άλλους δυο (Αλεγανδράκη – Παπά Αρμούτη), για να τους ντουφεκίσουν. Το έμαθε αυτό έγκαιρα ο Αλεξανδράκης, και αφού ειδοποίησε τον Κωστή, έφυγαν όλο για τα ριζά (ριζίτικα χωριά), και βοηθούσαν περεταίρω την ομάδα του Πετρακογιώργη, μαζί με τον Σκουτελογιώργη (Φαραγκουλιτάκη Γιώργη). Πήγαιναν από χωριό σε χωριό και μάζευαν τρόφιμα και ρουχισμό, μετέφεραν ελαφρύ οπλισμό, νάρκες κλπ, παράλληλα φυγάδευαν Άγγλους  από τα παράλια στα , Καλά Λιμάνια,  όπου διέφευγαν με υποβρύχιο για τη Μέση Ανατολή. Από τους Άγγλους μάλιστα, είχαν έγκυρες πληροφορίες, πως οι Γερμανοί, πολύ σύντομα θα εγκαταλείψουν το νησί γιατί θα χάσουν τον πόλεμο, όπως και αργότερα έγινε!  Ανακάλυψαν όμως οι Γερμανοί και τη σπηλιά που συγκέντρωναν τα τρόφιμα και ρουχισμό, και κυνήγησαν περεταίρω τον Κωστή, ακόμα   και στα διάφορα ριζίτικα χωριά.  Εντολές ο Κωστής, πάντα έπαιρνε από τον ίδιο τον Πετρακογιώργη. Ήξερε όμως  και κρυβόταν καλά, και έτσι ουδέποτε τον ανακάλυψαν οι Γερμανοί! Κατά το διαστήματα εκείνο, οι Γερμανοί έκαναν εφόδους ακόμα και στο σπίτι του Κωστή στη Γαλιά, για να τον συλλάβουν, και ρωτούσαν τη σύζυγο του,  «που είναι ο άνδρας σου»? Εκείνη απαντούσε: «Νίξ άνδρας»!

Τον Κωστή όμως τον αγαπούσαν όλοι  οι Πανωριζίτες, και του προσέφεραν προστασία, κυρίως στο Ζαρό, αλλά και  Λαλουμά, Σκούρβουλα,  και Καλοχωραφίτη.  Έτσι εξηγείται, γιατί  οι Γερμανοί δεν τον έπιασαν ποτέ!  Και μόνο ο γεγονός ότι τον έκρυβαν, αλλά και που δεν τον πρόδωσε ποτέ κανένας, για αυτό αξίζει ένα μπράβο αυτό σε όλους τους Μεσαρίτες, και δηλώνει και το πόσο τον αγαπούσαν!

 

Με κυβέρνηση Πλαστήρα

Η κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, ήταν μια κυβέρνηση η οποία σχηματίστηκε στις 3 Ιανουαρίου 1945 , σαν είχαν φύγει πλέον οι Γερμανοί, και έμεινε στην εξουσία έως τις 8 Απριλίου 1945. Όταν μπήκε στην κυβέρνηση, κάλεσε όλους τους αποταγμένους αξιωματικούς,  για την επανένταξη τους στο στράτευμα, και τους υποσχέθηκε, πως για τη χαμένη τους δεκαετία ‘35 – ’45, θα διπλασιάσει τα χρόνια τους, και θα πιάνονται σαν είκοσι συντάξιμα! 

Έτσι, μια και είχε προλάβει και είχε δηλώσει μονιμότητα λίγο πριν την απόταξή του, αποφάσισε να ξαναπάει στο στρατό για μόνιμος, και παρουσιάζεται  το ’45 στο Ατσιπόπουλο  Ρεθύμνου.  Στη συνέχεια πήρε κάποιες μεταθέσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, στο Ναύπλιο,  στη Σιάτιστα, και από εκεί κατέληξε στα Γιάννενα  το 1948, ένα χρόνο πριν τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Ήταν η  περίοδος που γινόταν συχνά εμπλοκές μεταξύ κυβερνητικού στρατού με των  αριστερών δυνάμεων.
Ο Διοικητής του όμως που είχε μένος με τους αριστερούς,  καταφέρνει και συλλαμβάνει  ομάδα νεαρών ανταρτόπουλων. Τότε διατάζει τον Κωστή να πάει  σαν επικεφαλής ομάδας για να τους εκτελέσουν.
Ο Κωστής, από υψηλό συναίσθημα ανθρωπιάς, έχοντας την  αίσθηση της αδικίας λόγω του νεαρού της ηλικίας των παιδιών,  συμβουλευτικά λέει του Διοικητή του:

-Κύριε Διοικητά, μα αυτά είναι παιδιά! Με τι καρδιά να πάμε να τα εκτελέσουμε!

– Αρνείσαι? Είσαι και εσύ κουμουνιστής και τους καλύπτεις! Είτε είσαι μάχιμος είτε όχι, την εντολή θα την εκτελέσεις!

-Μα δεν φέρνω αντίρρηση  κύριε Διοικητά! Ευχαρίστως να πάμε και τώρα αν θέλετε και να τους εκτελέσουμε! Απλώς σας είπα τη γνώμη μου!

Μη ξεχνάτε κε Διοικητά, πως μέχρι πρότινος με αυτά τα παιδιά, μαζί βοηθούσαμε τους αντάρτες που πολεμούσαν  τους Γερμανούς! Δεν είναι άδικο και μεγάλο κρίμα, τώρα να πάμε και να τα σκοτώσουμε?  Αυτά τα παιδιά, δεν μας πείραξαν, κρίμα δεν είναι κε Διοικητά?

-Άστο! Θα στείλω άλλον υπεύθυνο για αυτή τη δουλειά! Είπε ο Διοικητής.
Προφανώς ο σκληροπυρηνικός Διοικητής, που για ευνόητους λόγους δεν θα αναφέρουμε το όνομα του, είχε σκοπό να στείλει άλλον αξιωματικό για την εκτέλεση.

Δεν είχε προλάβει να εκτελεστεί η διαταγή του Διοικητή, και αριστεροί αντάρτες μεγάλης ομάδας, οργανώθηκαν και κατέβηκαν αιφνιδιαστικά  και επιτέθηκαν στο στρατόπεδο, με σκοπό να ελευθερώσουν τους νέους.

Έφθασαν ακόμα και  στα μετόπισθεν που βρισκόταν η ομάδα του Κωστή, και με αδυσώπητο και λυσσαλέο μίσος, τους επιτέθηκαν αιφνιδίως με όλμους! Στη συμπλοκή αυτή, σκοτώθηκαν όλοι στην ομάδα του Κωστή, και ο μόνος που σώθηκε ήταν αυτός!  Τραυματίστηκε όμως σοβαρά στο πόδι από θραύσματα όλμου.  Δεν γνωρίζουμε όμως αν οι αντάρτες τελικά κατάφεραν να ελευθερώσουν ή όχι  τα ανταρτόπουλα.

Από εκεί τραυματίας  ο Κωστής, μεταφέρθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο για το τραύμα του στο πόδι, και επίσης για ένα διάστημα νοσηλεύτηκε και σε νευρολογική κλινική αξιωματικών, λόγω μιας διανοητικής διαταραχής, που υπέστη από τις απανωτές οβίδες που έσκαγαν δίπλα του. Μέσα στην δίνη της μάχης, του άφησε κάποιο διανοητικό τραύμα, με αποτέλεσμα να έχει κάπου – κάπου προσωρινής μορφής αμνησία, αλλά σιγά – σιγά και με τον καιρό καλυτέρευε.  Αν και στο τέλος είχε γιατρευτεί η μνήμη του, εν τούτοις το πόδι δεν γιατρεύτηκε πλήρως, και  έτσι κούτσαινε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Ο τραυματισμός του τον βρήκε με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, και αναγκαστικά πήρε σύνταξη λόγω των τραυμάτων του, με βάση τους βαθμούς του στρατού.

Πέθανε  το 1980 στο πατρικό σπίτι της γυναίκας του Δέσποινας στον Πόρο Ηρακλείου, και τον έθαψαν στο νεκροταφείο στις  Πατέλες. Ακολούθησε η γυναίκα του το 2004, σε ηλικία 94 ετών.

Είχε πάρει  μέχρι το τέλος της ζωής του και τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού, σε ηλικία 75 χρόνων.

 

Η τοπική κοινωνία έκλαψε τον χαμό του Κωστή

Όταν πέθανε ο Κωστής, τον έκλαψε όλη η Μεσαρά, και περισσότερο το χωριό του, λέγοντας: «Χάθηκε το καμάρι της Γαλιάς»!

Το έλεγε αυτό ο κόσμος, γιατί ήταν  ιδιαίτερα χαρισματικός άνθρωπος, τυπικός ,  ευχάριστος, συμπαθής και αγαπητός από όλους. Ήταν σοβαρός  και προπάντων συνεπής, όχι μόνο προς τις υποχρεώσεις του στην οικογένεια του, αλλά και στην πατρίδα.  Στο καφενείο  του χωριού σαν πήγαινε με την άδεια του ευπρεπής και  πάντα γελαστός, φορώντας   τη στολή του, τον υποδεχόταν όλοι με χαρά!  Τον κερνούσαν, και στη συνέχεια και αυτός κερνούσε όλο το μαγαζί! Ήταν ευαίσθητος  και ιδιαίτερα συμπαθής. Δεν χάλαγε ποτέ χατίρι σε κανέναν, και είχε βαθειά συναίσθηση της υπευθυνότητας του, όπου κι αν προέκυπτε!

Πάντα  ο  Κωστής  Μαρκάκης  κατάφερνε και έφερνε θετικό αποτέλεσμα  σε όλους τους τομείς, καμιά φορά και με πολύ μεγάλο ρίσκο.

 

Σαν υστεροφημία…

Σαν επίλογο στην μνήμη του ανθρώπου αυτού, του Κωστή Μρκάκη, θα σταθούμε συνοπτικά σε  έξη  εφτά βασικά ανδραγαθήματα του, αν και αυτά είναι μικρό μέρος των όσων έχει διαπράξει σε όλη του τη ζωή:

1- Ότι φυσικά λόγω της ικανότητας του σαν κτηνίατρος,  έσωσε εκατοντάδες μουλάρια του στρατού, τα οποία έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη μεταφορά του  οπλισμού και εφοδίων.

2- Στη κατοχή, έσωσε επίσης πολλά ζώα από τους Γερμανούς, βγάζοντας  τα σκάρτα  για να τους  τα παραδώσει,  και τα γερά  να τα αφήσει στους ιδιοκτήτες τους!

3- Παράλληλα στη κατοχή, γύρναγε κρυφά σε όλα τα χωριά  της Μεσαράς, γιατρεύοντας  τα διάφορα άρρωστα ζώα των κατοίκων!

4- Βοήθησε τους  συμπατριώτες αντάρτες της ομάδας του Πετρακογιώργη με όποιο τρόπο μπορούσε, με το μεγάλο ρίσκο να πληγεί η οικογένεια του, παρόλο που ο ίδιος δεν ανέβηκε ποτέ στο βουνό, και να γίνει ο ίδιος αντάρτης!

5- Με δική του πρωτοβουλία, έφερε μεγαλόσωμα γαϊδούρια από την Κύπρο, θηλυκά και αρσενικά ράτσας, και συνετέλεσε έτσι με διασταυρώσεις με τα ντόπια, στο να αναβαθμίσει  το είδος στην περιοχή σε μεγάλο βαθμό. Το ίδιο έκανε και με τα άλογα που έφερε από άλλα μέρη, και τελειοποίησε και τη Μεσαρίτικη ράτσα αλόγων!

6- Να θυμίσουμε την ηρωική του ενέργεια, εκείνη που έσωσε ένα ολόκληρο χωριό σε πλημύρα στον Έβρο, χρησιμοποιώντας τα μουλάρια του στρατού,  μαζί με τους στρατιώτες.

7- Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε  και τη μεγαλοψυχία και γενναιότητα που έδειξε ο Κωστής,  όταν θέλησε να σώσει τα νεαρά ανταρτόπουλα , που και αυτό ήθελε παλικαριά και μεγαλοσύνη να το κάνει κάποιος, ανάλογη εκείνης  του χωριανού και φίλου του Ταγ/χη Πεζικού  Νικολούδη Εμμανουήλ, με τον οποίο  ήταν δεμένοι και  πολλοί αγαπημένοι.
Οι δύο τους ήταν «τα καμάρια της Γαλιας», αν   και οι δύο  τόσο άτυχοι!

Tον ανταρτοπόλεμο  βέβαια, ο Κωστής  τον θεωρούσε άδικο και καταραμένο!

Δεν ήθελε ποτέ  να μιλάει για αυτόν, γιατί τον θεωρούσε τη ντροπή του Ελληνικού έθνους!
 
Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης 

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Βοριζανοί του 19ου αιώνα !!

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στα Βορίζα στα τέλη του 1800


Η προβαλλόμενη φωτογραφία είχε σταλεί στις 5 – 11 – 1948 στην Γαλιά, στην Πελαγία Ζ. Σαββάκη, από τον εξάδελφο της Γεώργιο Μιχ. Χουστουλάκη, κάτοικο Αμερικής, δυο χρόνια πριν να πεθάνει, που πέθανε στην Αμερική το έτος 1950 και είναι ο επάνω αριστερά στη φωτογραφία, που την είχε βγάλει όταν ήταν 18 ετών και είχε γεννηθεί στα Βορίζα περί το έτος 1880, όπως αναφέρει η φωτογραφία.

Όπως συνεχίζει το κείμενο της φωτογραφίας, ο κάτω αριστερά είναι ο αδερφός του ο Φανούριος Χουστουλάκης, που στη Γαλιά τον αποκαλούσαμε Ζγουραφοφανούριο, που είχε γεννηθεί κι’ αυτός στα Βορίζα, μικρότερος σε ηλικίας από τον αδερφό του.

Ενώ όπως αναφέρει ακόμα η φωτογραφία στο πίσω της μέρος, ο απ’ αριστερά τρίτος και καθήμενος με το σαρίκι στο κεφάλι, είναι ο Πατέρας των δύο προαναφερομένων και είναι ο Μιχαήλ Χουστουλάκης ή Χουστουλομιχελής, που είχε γεννηθεί στα Βορίζα, περί το έτος 1850.

Για τους δύο από δεξιά, δεν αναφέρει ονόματα, καθ’ όσον είχε γράψει αυτός, τα ονόματα της οικογένειας του μόνο.

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αληθινές ιστορίες της Κρήτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Πιο παλιά οι άνθρωποι εκάνανε πολλά κοπέλια και δημιουργούσανε φατρίες-γενιές μεγάλες, δεμένες συγγενικά, που βρίσκονταν πολύ κοντά σε χαρές και λύπες


Μάλιστα το δέσιμο φαινότανε περισσότερο στο ζόρε απάνω.

Στη δουλειά ενοιώθανε τη χαρά και τη γλυκύτητα του ψωμιού που το γλυκομασούσανε με την ελιά από το ράσινο λιοσάκκουλο και οι τσιγαρίδες, τις μέρες που ακολουθούσαν τα Χριστούγεννα, ήταν στην εξοχή το κολατσό και πολλές φορές και το μεσημεριανό φαγητό.
Μαζί με αυτό το απλό φαγητό και με το συνδυασμό του καλού κρασιού, ήταν απόλαυση γευστική, που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αμβρόσια των Ολύμπιων Θεών χωρίς καμία υπερβολή.
Για την απλότητα και γνησιότητα αυτών των ανθρώπων της εποχής εκείνης, σας αναφέρω τις παρακάτω ιστορίες,όπως μου τις περιέγραψε ο Μ.Ι.Νικολούδης και που τις άκουσε και αυτός από τους παλαιότερους.
Μια από αυτές τις μεγάλες οικογένειες, ήταν και του γέρο Φανουρογιάννη.
Στην αφήγηση του μου ανέφερε πως, όπως του τον είχε περιγράψει ο Στεφανής του Αντρεογιώργη, ο γέρο Φανουρογιάννης ήταν ψηλός, εύσωμος, έξυπνος, εργατικός και με το δικό του Βοριζανό χιούμορ.
Εδημιούργησε ολόκληρη γενιά, τη γενιά των »Φανουρογιάννηδων». Δηλαδή τις γενιές του Φανουρονικολή, του Φανουροφανούριο, του Φανουροζαχάρη, της Φανουρομαρίας, που ο άντρας της ήταν ο Καραμανιτοθεοχάρης ή Κοζώνης και της Φανουρολαμπρινιάς.
Η κάθε μια από αυτές τις γενιές, ήταν και μια ολόκληρη ξεχωριστή γενιά, αφού ο καθένας έκανε οκτώ-δέκα κοπέλια και κάθε κοπέλι άλλα τόσα.

«Απόγονος του γέρο Φανουρογιάννη, τριππάπους στο σειρά, από τη μεριά της Μάνας του, είναι ο γράφων».

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ

<< Στα Βορίζια, παρ’ όλο που ήταν φτωχό χωριό, είχε ξεπέσει, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, ένα φτωχόπαιδο από το χωριό Αβδού Πεδιάδας, που το λέγανε Καγιαμπή.
Το κοπέλι αυτό το πήρε ο Φανουρογιάννης φαμεγιούρι(υπηρέτη).
Τους φαμέγιους τους ελέγανε και δούλους και ήτονε πραγματικά δούλοι, γιατί δουλεύανε για ένα κομμάτι ψωμί.
Μια μέρα, που εκαλουργίζανε στις Γαλιανές κορφές, Καλοκαιράκι βέβαια, και η ζέστη μεγάλη ήτανε, τους τέλειωσε το νερό από το φλασκί και λέει ο Φανουρογιάννης του Καγιαμπή:
– Άμε μρε Καγιαμπή στο Σφακοπήγαϊδο να γεμίσεις το φλασκί νερό γιατί διψώ.
Πρέπει νάτανε κάπως μακριά η καβούσα του Σφακοπήγαϊδου από τις Κορφές, γιαυτό και ο Καγιαμπής με όλη του τη βαρεσά λέει στ’ αφεντικό του:
– Δεν πάω ‘γω, μονό να το κατέχεις. Εγώ δε διψώ.
– Άμε μρε του λέει ο γέρος, γιατί εγώ κακομοίρη διψώ πολύ.
– Όϊ δε πάω του λέει ο Καγιαμπής.
Τότε ο Φανουρογιάννης καλοκάγαθος και πονηρός έπαιξε παιγνίδι στο Καγιαμπή.
– Έ φέρε τουλάχιστο, του λέει, δυο χαρούπια από τη βούργια να τα φάω που ξεδιψούνε!!!!
Φέρνει λοιπόν ο Καγιαμπής τη βούργια, πιάνει ο γέρος δύο χαρούπια και έκανε πως τά ‘τρωγε.
Ο Καγιαμπής νομίζοντας πράγματι ότι ξεδιψάζουνε τα χαρούπια, με τα λεγόμενα του γέρο, έφαε ένα σωρό χαρούπια (τις σοκολάτες της εποχής εκείνης), αδειάζοντας τη βούργια.
Μόνο οι ελιές έμείνανε στο σακούλι.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ελύσαξε από τη δίψα, οπότε λέει στο Φανουρογιάννη:
– Να πάω μπάρπα να γεμίσω το παγούρι νερό;;
– Όϊ να μη μπας, μα εγώ εξεδίψασα. Εσύ δεν ξεδίψασες;;
– Εγώ μπάρπα εσοδίψασα και θα πάω στην καβούσα!

– Ε άμε, του λέει ο γέρος πονηρά, μονό να ρθείς γλήγορα γιατί βραδιάζει!!!>>.

ΓΕΡΟ ΦΑΝΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΚΑΓΙΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΦΥΡΙΑ

<< Μια άλλη φορά, ήτανε Χειμώνας, μέρες Χριστουγέννω φαίνεται, και καθότανε η οικογένεια του Γέρο-Φανουρογιάννη στο τζάκι, όπου εκαίγανε πριναροκούτσουρα και εψήνανε στην αθράκα κουκιά.
Μια κοπανιάς λέει ο γέρο Φανουρογιάννης στο Καγιαμπή:
– Πόσο βάνεις στοίχημα Καγιαμπή να βγεις όξω στην αυλή και μέχρι να σφυρίξω τρεις φορές να έχεις μπει μέσα στο σπίτι::
Ο Χειμώνας βέβαια ήτανε δυνατός και το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο.
– Εγώ μπάρπα βάνω στοίχημα πως δεν μπαίνω μέσα.
– Ε, έβγα όξω να δούμε!!
Βγαίνει λοιπόν όξω ο Καγιαμπής ζεστός καθώς ήταν από τη φωτιά, κλείνουνε τη μπόρτα από μέσα, σφαλίζουνε και το πανωπόρτι και παίζει ντελόγο ο Φανουρογιάννης τη πρώτη σφυριά με τα δυο δαχτύλια τσι κάθε χέρας στο στόμα.
Μετά μισή ώρα, περίπου, παίζει τη δεύτερη σφυριά.
Δεν έπαιξε όμως τρίτη μονό περίμενε.
Ο Καγιαμπής, »ο μαύρος», ετουρτούριζε όξω και σε κάμποση ώρα φωνάζει, τρευλίζοντας, του Φανουρογιάννη:
– Π α ί ξ ε μπάρπα και την άλλη σφυριά!!!
– Άστηνε μρε Καγιαμπή και τη ……ταχινή θα τηνε παίξω!!
– Έμα να μπώ θέλω σκιάς μέσα, μονό να το κατέχεις!!

– Ναι μα θα χάσεις το στοίχημα. Δε σου τόπα!!!>>.

Ο ΦΑΝΟΥΡΟΝΙΚΟΛΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

<< Γυιος του Φανουρογιάννη ήταν ο Φανουρονικολής. Ήτανε δυνατός, αντρίκλα σαν τον πατέρα του και καλοκάγαθος όπως εκείνος. Μια φορά εβρέθηκε, επί Τουρκοκρατίας βέβαια, στη φυλακή, μαζί με το Νικολακάκη και άλλους Βοριζανούς. Είχανε φαίνεται ένα Τούρκο δεσμοφύλακα πολύ σκληρό και άγριο, που τους κακομεταχειριζότανε και εκάμανε συνενόηση να τόνε προσβάλουνε, να τόνε δέσουνε και μετά να αποδράσουνε όλοι μαζί. Ο Νικολακάκης που ήτανε ο πιο ζωηρός, για να μην πω ο πιο πονηρός, έβαλε την ιδέα στο Φανουρονικολή, τον πιο γεροδεμένο ντως, να του »κενωθεί» (επιτεθεί) πρώτος και στη συνέχεια θα τόνε πλακώνανε και οι γιαποδέλοιποι. Μέσα στη φυλακή όμως ήτανε συγκρατούμενος και ένα τουρκάκι-ντελικανιδάκι, το οποίο επήρε χαμπάρι τη συζήτηση των Γκραικώ και έκαμε πρέφα (έκαμε γνωστό) στο τούρκο δεσμοφύλακα, για να τόχει τάχατες »λάσκα». Ο δεσμοφύλακας, που καθώς είπαμε ήταν σκληρός και δυνατός άντρας, παίρνει τον αργιλέ ντου, ανοίγει τη πόρτα του κελιού και κάθεται με τόνα πόδα πάνω στον άλλο καπνίζοντας αμέριμνος τη πίπα του αργιλέ. Μετά βγάνει από τη τσέπη ντου ένα μπιτσάκο, τον ανοίγει και καρφώνει τη λεμπίδα στο μηρό ντου εξακολουθώντας να ρουφάει τον αργιλέ, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ίσαμε να τόνε δούνε οι φυλακισμένοι επαγώσανε και τόσε λέεει ο Φανουρονικολής: – Ιδέ μρε!!!! Γιά την κοινωνιά μου κακομοίρηδες!!!!! Νάχε ντου μοντάρω και δε θα λα φάω μπιτσακίδια!!! >>.

Δύσκολες, ομολογουμένως, εποχές, χαλεποί καιροί, φτώχεια μεγάλη, όμως παρ’ όλα αυτά οι χωριάτες και μάλιστα οι Βοριζανοί είχανε τις όμορφες στιγμές τους.
Τακτικά έπαιζαν »το θέατρό τους», για να διασκεδάσουνε κάτω από το φόβο και την απειλή του τούρκικου γιαταγανιού.

Αφήγηση : Μιχάλης Ι. Νικολούδης, γιατρός.
Επεξεργασία κειμένου: Φανούριο Ζαχαριουδάκης.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη