Connect with us

People

Ο Μαραγκομιχάλης: Άξιος συνεχιστής του Γαλιανού σκοπού

Δημοσιεύτηκε

στις

Μετά το θάνατο του Λευτέρη Μανασάκη ή Γαλιανού, τρείς λυράρηδες συνέχισαν το έργο του στο χωριό, με ότι διδαχές και επιρροές κουβάλαγε ο κάθε ένας τους


Ο Νικολής Ζαχαριουδάκης (Τσαχονικολής), ο Ανδρέας Νικολούδης, και ο Μιχάλης Μαραγκάκης, ήταν οι τρείς βασικοί πυλώνες που λειτούργησαν σαν συνεχιστές του Γαλιανού σκοπού, και γενικά της μουσικής του Λευτέρη για τις επόμενες γενιές.

Οι τρεις αυτοί συνεχιστές ήταν πρώτα ξαδέρφια, και με τους λαουτιέρηδες Αλέκο Φανουράκη, Στυλιανό Σταθοράκη, Πετρονικολή κλπ, έπαιζαν στα γλέντια του χωριού, αλλά και σε άλλα χωριά.

Είχαν άριστη σχέση μεταξύ τους, και μοίραζαν τους γάμους, χωρίς να έχουν καμία έχθρα, παράπονο ή καμία διχόνοια μεταξύ τους.

Η Γαλιά από την εποχή του Λευτέρη, ήταν από τα σπουδαιότερα μουσικά κέντρα κρητικής παράδοσης, και όχι μόνο, καθώς ήταν χωριό πλούσιο σε πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα.

Και οι τρείς αυτοί Γαλιανοί λυράρηδες, και συνεχιστές της Γαλιανής μουσικής σχολής, ήταν στενά συνδεδεμένοι και αγαπημένοι μεταξύ τους, αφού ήταν οι μανάδες τους ήταν αδέρφια, και σαν ξαδέρφια εκείνοι τιμούσαν πολύ το συγγένειο.

Με τον Ανδρέα δε, είχαν τόσο καλή σχέση, τόσο, που μια και ήταν γείτονες, είχαν την ίδια αυλή, χωρίς ποτέ να υποπέσουν σε αντιδικίες!

Ο Μιχάλης Μαραγκάκης, ξεκίνησε με πρώτο πασαδώρο το γείτονά του Δρουγκάκη Ιωάννη (Δρουγκογιάννη), αλλά τις περισσότερες φορές έπαιζε με τον Πετρονικολή.

Ο Μαραγκάκης Μιχάλης σαν κύριο επάγγελμα είχε την πέτρα, ήταν δηλαδή χτίστης, για να μπορέσει να επιβιώσει, και σαν δεύτερο επάγγελμα είχε τη λύρα.

Έπαιξε επαγγελματικά στη Γαλιά και αργότερα και στην Αθήνα, μαζί με το Μανώλη Μανασάκη, και άλλοτε με πασαδώρο τον Αποκωρονιοτάκη Ανδρέα από το Γεράνι (φώτο).

Και ο ίδιος συνέβαλε στη διάσωση και διατήρηση του Γαλιανού σκοπού, καθώς και οι δύο γιοί του, Μανώλης και Δημήτρης, όπως επίσης και τα εγγόνια τους, συνέχισαν τη κρητική μουσική παράδοση.

Ο Μαραγκομιχάλης γεννήθηκε το 1920, και ήταν γιός του Δράκου Μαραγκάκη, και της Πελαγίας, και πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 93 ετών.

Δυστυχώς θύμα και αυτός της μεγάλης γρίπης του ’18, που θέρισε πολύ κόσμο όπως και τις τέσσερις αδερφές του, και μετά γεννήθηκε εκείνος. Εκείνος δε τη γλύτωσε εν τέλει από την επιδημία γρίπης με μικρά συμπτώματα.

Πέθανε και η μητέρα του όταν εκείνος ήταν μόλις δέκα χρόνων, και έτσι αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι τους, και ο πατέρας τους ξαναπαντρεύτηκε.

Με τη δεύτερη γυναίκα του ο πατέρας του, απέχτησε αργότερα και άλλο αδερφό, τον Μαραγκάκη Μανώλη.

Μια μέρα που ήταν μικρός και γυρνούσε από μια κηδεία για να πάει στο σπίτι τους στα Δρακακιανά, στο δρόμο προς τη Κουτσουνάρα, του ήρθε και τραγουδούσε!

Τότε ήταν που και ο ίδιος ανακάλυψε πως είχε ταλέντο και κλήση στη μουσική.

Το μεράκι του αυτό έκτοτε το συνέχισε και το καλλιέργησε.

Γρήγορα ανακάλυψε πως είχε ένα σπάνιο χάρισμα να παίζει λύρα και συγχρόνως να τραγουδάει, χωρίς να σταματάει τη λύρα!

Αυτό είναι πράγματι σπάνιο χάρισμα, και ελάχιστοι καλλιτέχνες μπορούν να το διαθέτουν.

Στο δε τραγούδι ήταν καλλίφωνος, και έτσι ήταν ευχάριστος στη παρέα, χωρίς να πλήττει ο ακροατής.

Ακούσματα εκτός από το Λευτέρη το Γαλιανό, είχε και από τον πατέρα του το Μαραγκοδράκο, ο οποίος όχι μόνο έπαιζε επαγγελματική λύρα, αλλά ήταν και επαγγελματίας κατασκευαστής μουσικών οργάνων από γενιά σε γενιά, εξ ου και το επάγγελμα «μαραγκός», δούλευαν δηλαδή όλοι τους το ξύλο.

Ο δε Μαραγκοδράκος έπαιζε φοβερό μαλεβιζώτη, ένα τοπικό κρητικό χορό.

Τις λύρες εκείνα τα χρόνια οι λυράρηδες τις έφτιαχναν μόνοι τους.

Ο μικρός τότε Μιχάλης που ήταν στο σπίτι του πατέρα του, «εζαχάρωνε» ένα κορμό δένδρου που υπήρχε στο σπίτι του πατέρα του που ήταν στα Δρακακιανα, και ήθελε με αυτό να φτιάξει τη πρώτη του βιολόλυρα.

Δεν έβρισκε όμως σύμφωνο τον πατέρα του, γιατί και ο ίδιος ήταν επαγγελματίας κατασκευαστής, και αποσκοπούσε σε χρήματα με το ξύλο αυτό.

Όμως κατάφερε μαζί με τα άλλα δύο ξαδέρφια του τελικά να τον πείσουν να τους το δώσει.

Ο Τσαχονικολής δε, ήταν ο πιο πειστικός που ανάλαβε να τον πείσει:

-Έλα ρε μπάρμπα δώσε μας το, να σάσομε και ‘μείς τη δικιά μας λύρα, να μάθομε να παίζομε.

Αμέσως κιόλας μόλις έδωσε τη συγκατάθεσή του ο γέρος, αρπάζουν το σάρακα και έκοβαν ο κάθε ένας τους από ένα κομμάτι από το ξύλο, και στη συνεχεια έφτιαξαν μόνοι τους τη δικιά του λύρα!

Έτσι κατάφερε και ο νεαρός τότε Μιχάλγςη και έφτιαξε και εκείνος τη πρώτη του βιολόλυρα.

Ήταν όμορφα εκείνα τα χρόνια, και την ομορφιά την έκανε η απλότητα και η αγνή ψυχή του κόσμου.

Η γενιά πάντως εκείνη μετά το ’20 ήταν άνθρωποι αγνοί γλεντζέδες, καθαροί στη ψυχή, προ πάντων μερακλήδες και χωρατατζήδες. Το μεράκι τους σε συνδυασμό με το κέφι το μετέδιδαν φυσικά εύκολα και στο κόσμο.

Εκείνα τα χρόνια υπήρχε αγάπη, και εμπιστοσύνη.

Το γλέντι ήταν γνήσιο πραγματικό και το ζούσαν οι πάντες που παρευρίσκοντο.

Ο κόσμος χαιρόταν να τα έχει καλά με το γείτονά του και συγγενή του. Σαν έφταναν στο κεφάκι οι άνδρες δυό- δυό , τρείς – τρείς, γυρνούσαν αγκαλιασμένοι τις γειτονιές και κάνανε καντάδες.

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Φωτογραφίες – πληροφορίες: Δημήτρης Μαραγκάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

People

Ζεσικά Πρεαλπατό, η ζαχαροπλάστρια που αναιρεί το επιδόρπιο

Δημοσιεύτηκε

στις

Αυτή την εποχή στο μενού του τριάστερου εστιατορίου Plaza Athenee στο Παρίσι, όπου εργάζεται από το 2015, η Ζεσικά προτείνει: φράουλες με μπουμπούκια ελάτου ή μόνο με ραβέντι — το οποίο κατά περίπτωση έχει υποστεί ζύμωση, είναι ψημένο, φρυγανισμένο, ποσέ και ωμό σε μια πιο τραγανή άποψη.


Φρούτα εποχής με ξύδι, με ελάχιστη ζάχαρη, στο μπάρμπεκιου… επιδόρπια απόντα παντελώς από το Instagram: η Γαλλίδα Ζεσικά Πρεαλπατό δεν τόλμησε να δώσει στον ζαχαροπλάστη πατέρα της να δοκιμάσει τα επιδόρπιά της, τα οποία βραβεύτηκαν αυτή την εβδομάδα ως τα καλύτερα παγκοσμίως.

«Δεν θα καταλάβαινε τίποτε από αυτά που κάνω», ομολογεί η 32χρονη που ανακηρύχθηκε η «καλύτερη ζαχαροπλάστρια του κόσμου» από την κατάταξη World’s 50 Best Restaurants.

Αυτή την εποχή στο μενού του τριάστερου εστιατορίου Plaza Athenee στο Παρίσι, όπου εργάζεται από το 2015, η Ζεσικά προτείνει: φράουλες με μπουμπούκια ελάτου ή μόνο με ραβέντι – το οποίο κατά περίπτωση έχει υποστεί ζύμωση, είναι ψημένο, φρυγανισμένο, ποσέ και ωμό σε μια πιο τραγανή άποψη.

Η ίδια δεν ενδιαφέρεται να φωτογραφίζει τις δημιουργίες της που μοιάζουν ακατέργαστες αλλά αφήνουν μια εξαιρετικά λεπτή και γνήσια γεύση.

Τα επιδόρπιά της εντάσσονται στην αντίληψη της «φυσικότητας» (naturalite – γευστικές δημιουργίες με χρήση κυρίως φυσικών προϊόντων), την οποία υποστηρίζει ο διάσημος σεφ Αλέν Ντικάς, μέντορας της Ζεσικά Πρεαλπατό, η οποία προτείνει με τη σειρά της την «desseralite» (από τις λέξεις dessert, επιδόρπιο + naturalite, φυσικότητα). Αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου της, στο οποίο προτείνει τις συνταγές για 50 επιδόρπια που ετοίμασε στο Plaza Athenee.

Λεμόνι-φύκια, κεράσια-ελιές-βινεγκρέτ, βυνοποιημένο κριθάρι-παγωμένη μπύρα για γλασάρισμα-λυκίσκος, αγκινάρα Ιερουσαλήμ-βανίλια bourbon-τρούφα… «Εδώ, αναστατώνουμε τον κόσμο», λέει χαμογελώντας η ζαχαροπλάστρια που κατάγεται από το Μον-ντε-Μαρσάν της νοτιοδυτικής Γαλλίας.

Χωρίς κρέμα και μους

«Μου αρέσει πολύ να βάζω ξύδι, βινεγκρέτ, μου αρέσουν όλοι οι τρόποι παρασκευής, διάφορες προσεγγίσεις για να αναδείξω το προϊόν».

Ορισμένοι συνάδελφοί της την επικρίνουν για τα αρκετά σοφιστικέ, όπως τα χαρακτηρίζουν, για ένα πολυτελές ξενοδοχείο, επιδόρπιά της. Μερικές φορές πελάτες δηλώνουν «απογοητευμένοι», αφηγείται η Ζεσικά, μια από τις ελάχιστες σεφ ζαχαροπλαστικής σε εστιατόριο τριών αστέρων.

Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Αλέν Ντικάς την έκανε να κλάψει όταν αρνήθηκε να δοκιμάσει ένα από τα πρώτα της ντεζέρ με φρούτα. «Τώρα βλέπω γιατί: εργάστηκα όπως θα έκανε ένας ζαχαροπλάστης. Είχα βάλει πολλή μους, κρέμα, παγωτό και ένα ζαχαρωτό σε σχήμα κεραμιδιού. Για τον Ντικάς, αυτά δεν ήταν πολύ σπουδαία υλικά για ένα επιδόρπιο».

«Αφαίρεσα τα πάντα… και σήμερα δυσκολεύομαι πολύ να φτιάξω επιδόρπια με βάση τη σοκολάτα ή τον καφέ γιατί δεν είναι υλικά που μπορούμε να σερβίρουμε στο πιάτο» Τα επιδόρπιά της έχουν μια υποψία πικράδας και οξύτητας και χρησιμοποιεί τη ζάχαρη όπως το αλάτι, απλά και μόνο για νοστιμιά. «Καταλαβαίνω τους πελάτες όταν δεν τους αρέσουν».

Στην αρχή τα αρνητικά σχόλια την πλήγωναν, μετά συνήθισε. Η ίδια δηλώνει κατάπληκτη για τη βράβευσή της. «Ουδέποτε θα στοιχημάτιζα ότι η ζαχαροπλαστική αυτή θα έδρεπε δάφνες. Είναι τεράστια τιμή για μένα».

«Τα επιδόρπια αυτά δεν είναι κατ΄ανάγκην ωραία, φαίνονται πολύ απλά αλλά απαιτούν πάρα πολλή δουλειά για να γίνουν», εξηγεί.

Η ίδια θέλει έως και έναν μήνα για να επεξεργαστεί ένα νέο επιδόρπιο και το μενού αλλάζει πολύ γρήγορα, με την εναλλαγή των εποχών. Της αρέσει να συνδυάζει τη μαγειρική με τη ζαχαροπλαστική, να ψήνει ροδάκινα και βερίκοκα στο μπάρμπεκιου.

«Όταν ανεβάζω στο Instagram αυτό που ετοιμάζω, η φωτογραφία δεν εντυπωσιάζει… Οι κακόμοιροι οι 20.0000 ακόλουθοί μου!», λέει αστειευόμενη, ενώ παραδέχεται ότι παραδόξως για την ηλικία της, δεν της πολυαρέσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε έχει τον χρόνο να ανεβάζει «σωστά» τη φωτογραφία για να αναδείξει το έργο της.

Ασφαλώς και της αρέσει η κλασική ζαχαροπλαστική αλλά δεν θέλει πια να την παρασκευάζει: «ήρθα εδώ γιατί είχα βαρεθεί να φτιάχνω σοκολάτα-φυστίκι ή κεράσι-αμύγδαλο. Ένα Σεντ-Ονορέ είναι τόσο ωραίο, δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να το επαναπροσδιορίσω. Εδώ μας αρέσει να ταράζουμε τα νερά. Όταν λοιπόν ο πελάτης φθάνει στο επιδόρπιο, και αυτό είναι ένα Σεντ-Ονορέ, τότε δεν υπάρχει διαφορά».

Πάντως ούτε ο πατέρας της ούτε τα άλλα μέλη της γαλλο-ιταλικής της οικογένειας –μάγειρες και ζαχαροπλάστες– έχουν δοκιμάσει τις τελευταίες δημιουργίες της. «Όταν επιστρέφω στο πατρικό μου, οι γονείς μου δεν μου μιλούν για τη δουλειά μου. Πράγματι, δεν ξέρουν τι γίνεται και αυτό μου αρέσει πολύ. Μας αρέσει να τρώμε οικογενειακά, να μοιραζόμαστε πιάτα, τα οποία είναι πολύ απλά τις περισσότερες φορές. Αλλά σίγουρα δεν θα καταλάβαιναν τα δικά μου επιδόρπια».

(με πληροφορίες από Le Monde)

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

Το 2007 πέθανε ο Σωτήρης Μουστάκας

Δημοσιεύτηκε

στις

Κύπριος ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, με σπουδαία κωμική φλέβα και μεγάλες δυνατότητες στο δράμα


Ο Σωτήρης Μουστάκας γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 στο χωριό Κάτω Πλάτρες Λεμεσού και ήταν το τελευταίο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Έκανε μουσικές σπουδές (βιολί), αλλά το όνειρό του ήταν να γίνει ηθοποιός. Από το Δημοτικό κιόλας ήταν πρωταγωνιστής στα έργα που ανέβαζε με τους συμμαθητές του. Του άρεσε ο Σέξπιρ, αλλά και ο Τσάρλι Τσάπλιν, που τον είχε δει στο σινεμά.

Το άτυπο ντεμπούτο του στο θεατρικό σανίδι το έκανε στη Λεμεσό. Είχε πάει να δει τον θίασο του Νίκου Σταυρίδη και κάποια στιγμή βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει στα καμαρίνια. Εκεί ζήτησε τη βοήθεια του σπουδαίου κωμικού, όταν θα ερχόταν στην Αθήνα να σπουδάσει θέατρο. Στο διάλειμμα από σκηνής ο Σταυρίδης έλεγε ανέκδοτα στον κόσμο. «Κάποια στιγμή σταμάτησε κι άρχισε να φωνάζει το όνομά μου. Με κάλεσε στη σκηνή. Αυτό ήταν το ντεμπούτο μου» είχε πει.

Σε ηλικία 15 χρονών, συμμετείχε ενεργά στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959), ως αγγελιοφόρος διαταγών του αρχηγού της, Διγενή Γρίβα, προς τις διάφορες αντιστασιακές ομάδες. Μοίραζε φυλλάδια κι έγραφε συνθήματα στους τοίχους. Συνελήφθη από τους Άγγλους και φυλακίστηκε για εφτά μήνες. Με πλαστό διαβατήριο ταξίδεψε στην Αθήνα για να σπουδάσει ηθοποιός, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.

Όταν έφτασε στην Αθήνα, έπιασε δουλειά σ’ ένα εστιατόριο ως σερβιτόρος και παράλληλα έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Κόπηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Ξαναπροσπάθησε και πέρασε. Εκεί γνώρισε και την ηθοποιό Μαρία Μπονέλου, την οποία παντρεύτηκε το 1973 κι έκαναν μία κόρη, την Αλεξία. Την περίοδο που σπούδαζε στο Εθνικό, πέρασε στο πανεπιστήμιο και συγκεκριμένα στην ΑΣΟΕΕ.

Ως σπουδαστής εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι κρατώντας ένα μικρό ρόλο στο έργο «Χαραυγή» του Δημήτρη Μπόγρη (1961) κι ένα χρόνο αργότερα έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση με τον θίασο της Κάκιας Αναλυτή και του Κώστα Ρηγόπουλου στο έργο των Βαγγέλη Γκούφα και Βασίλη Ανδρεόπουλου «Μια πόρτα δραχμές πεντακόσιες». Με τον ίδιο θίασο συνεργάστηκε και τον επόμενο χρόνο, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με τους θιάσους Μάρως Κοντού – Γιώργου Πάντζα και Λάμπρου Κωνσταντάρα – Μάρως Κοντού.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 έπαιξε στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, ενώ σημαντική θεωρήθηκε η ερμηνεία του στον «Ασυλλόγιστο» του Μολιέρου σε σκηνοθεσία Μιχάλη Μπούχλη. Τη θεατρική σεζόν 1969-1970 συνεργάστηκε με τον θίασο Αλέξη Μινωτή – Κατίνας Παξινού στο θεατρικό του Σον Ο’ Κέιζι «Η Ήρα και το παγόνι».

Το 1976 συγκρότησε τον δικό του θίασο και ανέβασε τα έργα «Το κλουβί με τις τρελλές», «Βιολιστής στη στέγη», «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» και «Ο σιγανοπαπαδιάς».

Ηθοποιός με άνεση στον αυτοσχεδιασμό, διακρίθηκε ιδιαίτερα στην επιθεώρηση. Το 1994 τιμήθηκε με το βραβείο επιθεώρησης «Παναθήναια» για την ερμηνεία του στο νούμερο «Άμλετ» και δύο χρόνια η Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων τού απένειμε το βραβείο «Παπαδούκα» για το νούμερο «Οι δύο δουλειές» στην επιθεώρηση «Και Μί-μη χειρότερα».

Στον κινηματογράφο, η καριέρα του ξεκίνησε το 1964 με τον «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη, όπου υποδύθηκε τον τρελό του χωριού και ολοκληρώθηκε με τον ρόλο του Τιτσιάνο στην ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Ελ Γκρέκο» το 2007. Σταθμός θεωρήθηκε η ερμηνεία του στην ταινία «Ο Νομοταγής Πολίτης», σε σκηνοθεσία Ερρίκου Θαλασσινού και σενάριο Κώστα Μουρσελά. Τη δεκαετία του ’80 πρωταγωνίστησε σε δεκάδες βιντεοταινίες. Το 2002 βραβεύτηκε για το ρόλο τού 98χρονου χάκερ στην τηλεοπτική σειρά του Γιάννη Σμαραγδή «Τα χαϊδεμένα παιδιά», που μεταδόθηκε από την ΕΤ1.

Ο Σωτήρης Μουστάκας πέθανε στις 4 Ιουνίου 2007 σε νοσοκομείο της Αθήνας, σε ηλικία 66 ετών. Λίγες ώρες πριν από το μοιραίο είχε αισθανθεί αδιαθεσία, κατά τη διάρκεια πρόβας του «Πλούτου» του Αριστοφάνη, που θα παρουσίαζε με τους Θύμιο Καρακατσάνη, Γιώργο Κωνσταντίνου και Βάσια Τριφύλλη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έπασχε από καρκίνο.

Πηγή: sansimera.gr

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

People

Πέθανε σε ηλικία 56 ετών ο Κώστας Ευριπιώτης

Δημοσιεύτηκε

στις

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 56 ετών ο Κώστας Ευριπιώτης έπειτα από σκληρή και άνιση μάχη με τον καρκίνο


Ο αγαπημένος ηθοποιός γεννήθηκε στην Ηλιούπολη της Αθήνας το 1963. Ήταν ο μικρότερος από τα τέσσερα αδέλφια του και ο πατέρας του ήταν εργάτης.

Στην ηλικία των 17 ετών “έχασε” τον μεγαλύτερο αδελφό του, γεγονός που τον ώθησε στο να γίνει πιο εκφραστικός στη δουλειά του.

Έκανε τα πρώτα του θεατρικά βήματα μαζί με τον ηθοποιό Νάσο Κεδράκα, ο οποίος είχε ένα θεατρικό εργαστήρι στη γειτονιά του, και τον παρότρυνε να γραφτεί στη δραματική σχολή Θεοδοσιάδη. Έγινε επαγγελματίας ηθοποιός το 1981.

Έγινε γνωστός μέσα από την σειρά «Της Ελλάδος τα Παιδιά» ενώ είχε αρκετές συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις αλλά και ταινίες.

Η μάχη με τον καρκίνο

Ο «παλιός» (ρόλος στο αγαπημένο σήριαλ «Της Ελλάδος τα παιδιά») πολέμησε την επάρατη νόσο στον πρώτο όροφο του «Σπηλιοπούλειου» νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα.

Από τον θάλαμο του νοσοκομείου δεν έλειψαν ποτέ η αδελφή του ηθοποιού και η πρώην σύζυγός του Βάλια Κωστοπούλου με τα παιδιά τους.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη