Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Oι παλιοί νυχτερινοί ”χοχλιδολόοι” στη Μεσαρά

Δημοσιεύτηκε

στις

Η χριστιανική πίστη, η αφοσίωση η τήρηση της νηστείας, ήταν αφορμή κάποτε, και είχαν εξαφανιστεί οι χοχλοί απ’ τον τόπο μας, διότι ήταν νηστίσιμοι, και στην Κρήτη δεν ήταν εύκολο να βρεθούν πλέον, παρά μονάχα, σε μια επίσκεψη στη φύση την ώρα που ”σαλεύουν”


Ο Κρητικός, που είναι λάτρης του χοχλιού, τους μαζεύει σε διάφορες εποχές.

Το Γενάρη στα χόρτα κάτω από την ελιά, καθώς την μαζεύει, όμως είναι αδύνατοι τότε, και θα πρέπει να τους ταΐσει αλευράκι να τους παχύνει πρωτού τους μαγειρέψει.

Μαζεύει τα καλοκαίρια πάνω στα δένδρα, σε κουφάλες , σε τροχάλους, και είναι αυτοί είναι εξαιρετικής ποιότητας!

Είναι ήδη σακασμένοι και έτοιμοι να μαγειρευτούν!

Όμως, μεγάλη ανάγκη φαγητού, για τον φτωχό που νηστεύει όλη τη Σαρακοστή, κι αυτός και η οικογένειά του, να έχει νηστίσιμη, αλλά και ανέξοδη τροφή…

Τη λύση τι δίνουν οι χοχλοί του Μαρταπρίλη!

Από παράδοση πολλών γενεών, γνωρίζει ο κάθε αφέντης του σπιτιού, πως τέλη του Μάρτη, και αρχές Απρίλη, υπάρχουν οι νοτιάδες, και τα βράδια που έχει σιγαλιά, και πολύ δροσούλα, βγαίνουν πολλοί χοχλοί για να βοσκήσουν.

Ιδανικό λοιπόν περιβάλλον για τον χοχλιό, η ησυχία, η άπνοια, και το ζεστό περιβάλλον, γιατί απεχθάνεται το κρύο και τη πολύ ζέστη!

Μία τέτοια βραδιά λοιπόν, και μάλιστα με φεγγαράδα, διαλέγει ο πατέρας, να πάρει τη φαμελιά του η μόνο τα κοπέλια του, και να πάνε αργά τη νύχτα να μαζέψουν έξω στα χωράφια χοχλιούς, για να ‘χουν να τρώνε βραστούς στην αλμύρα, η μαγειρευτούς.

Παλιά λοιπόν, έπαιρναν το λύχνο για φωτιστικό, αργότερα μια λάμπα πετρελαίου,η το παλιό φαναράκι, και πιο μετά το λούξ πετρελαίου,η και φακούς.

Περίμεναν να πάει εννιά -δέκα η ώρα, να βγουν οι χοχλοί από τις φωλιές τους.

Ένας λοιπόν κράταγε τη λάμπα, άλλος το μεγάλο καλάθι και δρόμο για εξόρμηση στη φύση!

Μπορούσαν δε τα παιδιά, να κρατάει το κάθε ένα μικρό ψάθινο καλαθάκι, ή ντενεκάκι του τυριού συσιτίων, με ένα τέλι για χερούλι.

Η λάμπα κάθε τόσο άλλαζε χέρια.

Για ένα παιδί, αυτή η δίωρη η τρίωρη νυχτερινή εξόρμηση, ήταν μια πραγματική περιπέτεια, με εμειρίες, αλλά και πολλές λαχτάρες!

Κάθε χρονιά, παίρνανε διαφορετική κατεύθυνση, πότε νότια, πότε βόρεια, ανατολικά ή δυτικά.

Αν από μακρυά φαινόταν να κινείται ένα φως στην πλαγιά, σήμαινε πως ήταν εκεί άλλοι χοχλιδολόοι, και η οικογένεια άλλαζε πορεία, γιατί οι χοχλοί προς τα εκεί είχαν ήδη μαζευτεί.

Δρόμο δρόμο λοιπόν, φορώντας όλοι τα σακάκια τους, ακολουθούσαν αν κοντά στη λάμπα, να δούνε το χοχλιό να σαλεύει στην άκρη στα χόρτα, και τσούπ ένας ένας στο καλάθι!

Ο ένας από την μια μεριά του δρόμου στο δάμακα, κι ο άλλος από την άλλη να κοιτάζει προς στο γκρεμό.

Μετά, σειρά είχαν οι μακρόχτιστοι τροχάλοι.

Ο ένας πάλι κοιτάζει πάνω από τον τράφο, ο άλλος από κάτω, με μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθούσαν προσεχτικά τα χόρτα, τους ξερούς σανούς, τους σωρούς από ξερά σάπια βρεγμένα ξύλα, και εντόπιζαν παντού μήπως σαλεύει κανένας χοχλιός.

Μάζευαν χονδρούς, λιανούς, αλλά και μουρμούρες!

Οι μουρμούρες, ιδιαίτερα αγαπητές στα παιδιά, γιατί έμοιαζαν στη γεύση με συκωτάκια!

Ονομάστηκαν έτσι, για ένα συνεχή θόρυβο – μουρμουρητό κατά τη συνήθειά τους να εκκρίνουν σάλια για να καμουφλάζ!

Μετά πήγαιναν η παρέα και στις ελιές από κάτω, πάνω στους κορμούς, και πάνω σε θάμνους.

Πολλοί χοχλοί ήταν πάνω στις ασκοτιζάρες, πάνω στα φαρδιά φύλλα, αυτά που λένε αγριοκρόμια.

Όλα αυτά καλά, και τα παιδιά χαρά σαν συναντούσαν μπόλικους χοχλιούς!

Έλα όμως, που θα έπρεπε να περάσουν και από λαγκάδια σκοτεινά, από ρεματιές με τρεχούμενα νερά, που τα νερά σάν κυλούσαν έκαναν μεγάλο βουητό, παράλληλα εκεί δεν έβλεπες ούτε τη μύτη σου!

Ηχητικό χαλί, οι ήχοι από το τρεχούμενο κακάρισμα του νερού, που πέφτει απ το καβούσι, ήχοι από τις τροξαλίδες (τριζόνια), αφορδακούς (βατράχια), σκλόμπες (κουκουβάγες) και τόσα άλλα ζωντανά του Κυρίου!

Ακόμα και στο σόπατο σαν περπατούσες, θα μπορούσε να διασχίσει τον αέρα ξαφνικά μια ζάρα με φόρα από δίπλα σου κ σού ‘κοβε το αίμα η φασαρία που έκανε!

Μα και εκεί που είχες το νου σου στο χοχλιό, μια πυργολαμπίδα θα έκανε ένα οξύ ήχο, που την βλέπεις στην άκρη του ματιού σου αφήνοντας μια φωτεινή γραμμή!

Και αυτά όλα δεν είχαν τελειωμό!

Σαν ήσουν ξέγνοιος, πίσω από μεγάλα δένδρα, κάποιο μουλάρι θα έριχνε ένα δυνατό φρούμασμα καθαρίζοντας τα ρουθούνια του, και πάγωνε το αίμα σου στης νύχτας τη σιγαλιά, μέχρι να δεις πως τελικά, ήταν μουλάρι!

Πιο κάτω θα πάθαινες σύγκρυο από ένα ξαφνικό χλιμίντρισμα από κάποιο μπεγίρι κατατρομαγμένο από το φως της λάμπας και τη φασαρία της παρέας, που του χάλασε η ησυχία!

Μπορούσαν να σου πεταχτούν μπροστά σου πουλιά, όπως κοτσίφια απότομα μέσα από ένα το θάμνο, η καμιά πέρδικα κάτω απ την αθηνοκαλιά, με τόση φόρα, που η ψυχή σου πήγαινε στη κούλουρη!.

Έτσι σου πετάγονται κάθε τόσο όλο και από κάτι, λαγοί, ζουρίδες, κολογεννούσες (νυφίτσες), σαύρες, και όλα ,τα τρωκτικά του θεού!

Μέχρι να συνειδητοποιήσεις τι συμβαίνει, η καρδιά χτυπά 150 χτύπους στο λεφτό!.

Έτσι σου πετάγονται κάθε τόσο όλο και από, κάτι, λαγοί, ζουρίδες, κολογεννούσες (νυφίτσες), σαύρες, και όλα τα τρωκτικά

Και βάλε τώρα τη νύστα που επικρατεί όσο,περνά η ώρα, βάλε την υγρασία που πέφτει όλο και περισσότερη σάν ψιλή βροχή και διαπερνά τα κορμιά, βάλε την πετρελαίλα από τη λάμπα, που μυρίζουν ακόμα και τα ρούχα!

Μπορεί να συναντήσεις και σκαντζόχοιρο, μπορεί να πεταχτεί ξαφνικά με ένα πήδο στη μούρη σου κανένα βατράχι, και σκέφτεσαι, ευτυχώς που… τα φίδια είναι ακόμα σε χειμερία νάρκη!

Πολλές οι αγωνίες για ένα παιδί, όσο κι αν ο πατέρας του λέει, πως η νύχτα είναι ίδια με τη μέρα, και μόνο στο χρώμα το σκοτεινό διαφέρει!

Στο νυχτοπερπάτημα συναντούσαν και μυγδαλιές που είχαν χλωρά αμύγδαλα, αθάλια τραγανά,η πετραμύγδαλα και αυτά αρέσουν στα παιδιά, που τρώνε και βάζουν και στις τσέπες τους!

Επίσης, συναντούν πολλές φωλιές πουλιών, που πύρωναν τα αυγά τους, γιατί εύκολα τις μαρτυρούσε το απότομο πέταγμα της μάνας από τη φωλιά της.

Όμως, σαν έχει γεμίσει και το καλάθι, η χαρά όλων ήταν μεγάλη, και πηγαίνοντας επιτέλους σπίτι, ξεχνούσαν μονομιάς όλες τις νυχτερινές λαχτάρες!

Στο καλάθι θα ρίξει η μητέρα χονδροαλεσμένο κριθάρι, να ”σακάσουν” οι χοχλοί, να αποβάλουν δηλαδή τυχόν βλαβερές τροφές,.

Μετά , θα φτιάξει και παχύ αλατόνερο για το χείλος του καλαθιού, γιατί το αλάτι δεν αφήνει το χοχλιό να περπατήσει πάνω και να φύγει , έτσι γυρίζει πίσω και ξαναπέφτει στο καλάθι!

Τώρα πια η οικογένεια, μετά από μια βδομάδα που θα έχουν σακάσει οι χοχλοί, θα τον έχουν έτοιμους για βραστούς σκέτους στην αλμύρα τις μέρες που δεν τρώνε ούτε λάδι.

Επίσης θα έχει διαθέσιμους αρκετούς χοχλιούς για να τους κάνει με το χόνδρο ή με ρύζι, μπουμπουριστούς, κοσκινιστούς με πατάτες, με βλίτα, με αγριόχορτα, με λογιώ λογιώ ψησίματα…

Κείμενο : Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι μάγειροι στα χωριά της Μεσαράς τα ελιά χρόνια

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι παραδοσιακοί μάγειροι της Κρήτης, ήταν άνθρωποι με φυσικό ταλέντο, με αυξημένη αντίληψη, και με γνώσεις που είχαν μεταδοθεί σε αυτούς από περασμένες γενιές


Οι μάγειροι βοηθούσαν σε γάμους, αρραβώνες βαφτίσεις, εκκλησιαστικές γιορτές σε πανηγύρια, σε ζεύκι, και γενικά σε μεγάλα γλέντια, που οι δουλειά τους ήταν οι ετοιμασίες που σχετίζονται με το μαγείρεμα. Πολλοί στην Κρήτη πίστευαν ότι το μαγείρεμα κανονικά είναι «αντρική υπόθεση», και αυτό το στήριζαν στην αυξημένη αντίληψη, αλλά και αγάπη που είχαν οι άνδρες κάποιο στον τομέα αυτόν. Βέβαια στη μαγειρική στους γάμους πολλές φορές υπήρχαν και γυναίκες, εξ ίσου άξιες και ικανές, που η φήμη τους φτάνει και μέχρι των ημερών μας. Όλοι οι μάγειροι χωρίζονταν σε δύο βασικές κατηγορίες, οι μάγειροι «στο κελαρικό», και οι μάγειροι «στον ξυλοφουρνο». Κοντά στους μάγειρες στα γλέντια είχαμε και τους παραδοσιακούς σερβιτόρους που βοήθαγαν και εκείνοι γενικά στις δουλειές όπως και οι γυναίκες, αλλά κύρια δουλειά τους ήταν το σερβίρισμα.

Στο κελαρικο

Ο άνθρωπος που είχε ειδικά καθήκοντα αλλά και τις γνώσεις να ξεχωρίζει τα κρέατα ανά κατηγορία, λεγόταν «Κελάρης» και η δουλειά του να αναλαμβάνει το λεγόμενο «κελαρικο». Ο Κελάρης ήταν απαραίτητος, και κυρίως στους γάμους, αλλά και σε κάθε εκδήλωση που περιελάμβανε συνεστίαση, γιατί ήταν εκείνος που παρελάμβανε όλα τα κρεατικά από τα κανίσκια, και ξεχώριζε ποια είναι κατάλληλα για την περίσταση. Ξεχώριζε δηλαδή Ο Κελάρης, ποια προορίζονται για ψητά, ποια κάνουν για βραστά και ποια για οφτά ή ψητά.
Τα βραστά θα μπουν σε καζάνια στη παρασθιά, τα ψητά θα μπουν στα ταψιά με πατάτες και στο φούρνο, ενώ τα οφτά σε ταψιά με κλιματόβεργες. Κάθε καλεσμένος στο γάμο, στο κανίκι του μπορεί να είχε εκτός των άλλων και κρέας, συνήθως ένα γουλίδι, μισό αρνί ή ολόκληρο, ανάλογα την συγγένεια, και αμέσως το παρελάμβανε ο Κελάρης. Αρχικά τα κρέατα της ημέρας τα κρεμούσε προσωρινά στα τσιγκέλια, τα οποία βρισκόταν είτε σε κάποιο δένδρο με δροσερό ίσκιο, είτε σε κάποιο ελεύθερο δροσερό δωμάτιο, αποθήκη κλπ. Εκεί ο κελάρης τα ξεχώριζε σε κατηγορίες, όπως αναφέραμε παραπάνω. Επειδή ακριβώς ήθελε η δουλειά αυτή άνθρωπο με μεγάλη εμπειρία να τα κάνει όλα αυτά, για αυτό δεν αναλάμβανε κανείς άλλος, πέραν του κελάρη.
Στο χωριό μας τη Γαλιά είχαμε την τύχη να έχουμε ικανούς κελάρηδες , και ο καλύτερος στο είδος του ήταν σίγουρα ο γνωστός σε όλους Μανώλης Ζαχαριουδάκης η «Κελάρης» όπως τον αποκαλούσαν, επίσης και ο Μανώλης Μαραγκάκης ή « Μαραγκομανωλης».
Ο Μανώλης ο Κελάρης της Γαλιάς που απεβίωσε μάλιστα πρόσφατα, είχε βοηθήσει με τις υπηρεσίες του σε πολλούς γάμους στο χωριό μας. Οι βοήθεια των μαγείρων, και των κελάρηδων γινόταν εθελοντικά και χωρίς πληρωμή. Ο Κελάρης της Γαλιάς ο Μανώλης, είχε βοηθήσει σε πολλά οικογενειακά τραπέζια γάμων και βαφτίσεων, που είναι βέβαιο ότι σε όλους εμάς θα μείνουν αξέχαστα!
Υπάρχει και μια παροιμία του λαού της Κρήτης, και μάλιστα πολύ γνωστή, που λέει:
«Α που ‘καμε ηγούμενος, ήκαμε και κελάρης»!
Η παροιμία ασφαλώς θέλει να πει, πως για να φθάσει κάποιος ψηλά, όπως ένας Ηγούμενος, πέρασε πρώτα και από τα χαμηλά στάδια, όπως το να βοηθάει στο μαγείρεμα, να σερβίρει κλπ. Από χαμηλά ξεκινά συνήθως κάποιος για να μπορέσει να φθάσει ψηλά, εννοεί ο λαός μας.

Στο ξυλοφουρνο

Ο μάγειρας που θα ανελάμβανε τις δουλειές του ξυλόφουρνου, ήθελε και αυτός να έχει αρκετή πείρα! Έπρεπε ανάλογα τα φαγητά στα ταψιά, ανάλογα τα κρέατα, να είναι σε θέση να γνωρίζει το πόσο δυνατό θα κάνει το φούρνο, βάζοντας τα κατάλληλα ξύλα, αλλά και πόση ώρα θα έχει μέσα τα ταψιά, και κάθε πόση ώρα θα τα γυρίζει να ψηθούν και από κάτω. Ένας έμπειρος στο είδος του στη Γαλιά ψήστης δηλαδή, ήταν ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης, η «Ντουιντομανώλης».
Σπουδαίος μάγειρας ήταν και ο Καργάκης Ζαχαρίας από το Μονόχωρο ή Καργοζαχάρης . Δεν είναι εύκολο να μπορεί κάποιος να γνωρίζει τι κρέας ακριβώς είναι στο κανίσκι, αν προέρχεται από γέρικο ζώο και το κρέας του είναι σκληρό, ή από νεαρό χρονιάρικο ή βυζαστάρι , οπότε εξαρτάται και τι χρόνο χρειάζονται κάθε ένα από αυτά στο ψήσιμο.
Ακόμα δύσκολο είναι να είναι σε θέση να μπορεί ένας μάγειρας να βγάλει τις σωστές μερίδες, ανάλογα τους καλεσμένους να ξέρει τι ποσότητα φαγητού να ετοιμάσει.
Οι μάγειροι που ειδικεύονται στον ξυλόφουρνο, είχαν την ικανότητα να φτιάχνουν κρεατικά με πατάτες, αλλά και ψητά σωστά αλατοπιπερωμένα πάλι σε ταψιά, αλλά στον πάτο του ταψιού είχαν τοποθετήσει κλιματόβεργες. Πάνω εκεί ακουμπούσαν τα γουλίδια, και αφότου ψηνόταν, είχαν το χαρακτηριστικό άρωμα του ψητού κρέατος, που στη Κρήτη πάντα είχε την τιμητική του.

 

Από την άλλη, οι μάγειροι στα χωριά, αναλάμβαναν και τα καζάνια για τα βραστά, τα γαμοπίλαφα, και πιο παλιά «τα ροβίθια με τη κοιλιά γιαχνί», που χρόνια τώρα έχει εγκαταλειφθεί. Υπήρχαν και γυναίκες μαγείρισσες για τα βραστά, που έκαναν απίστευτες νοστιμιές, ακόμα και πατάτες που τις τηγάνιζαν σε μπόλικο λάδι αλλά στο καζάνι που τοποθετούσαν στην παρασθιά. Οι πατάτες ψηνόταν στο καυτό λάδι, φούσκωναν, έκαναν δέρμα απ ‘έξω, και είχαν φανταστική γεύση!
Οι μάγειροι στα χωριά ακριβώς λόγω πείρας, πάντα κατάφερναν και έβγαζαν ασπροπρόσωπους τους ανθρώπους που έκαναν το γλέντι, ποτέ δεν συνέβη η παραμικρή στραβή σε κανένα φαγοπότι.
Οι άνθρωποι αυτοί που βοηθούσαν στο κελαρικό, στο ψήσιμο και γενικά στα μαγειρέματα και σερβιρίσματα, είναι ευλογημένοι από το Θεό, ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους συνανθρώπους τους, και για αυτό και πάντα ήταν ιδιαίτερα συμπαθείς από όλους, διότι τους είχαν συνηθίσει σε ευχάριστα γεγονότα.
Σερβιτόροι στα χωριά υπήρχαν περισσότεροι από τους μάγειρες, καθ ότι δεν απαιτούσε η δουλειά αυτή ιδιαίτερες γνώσεις. Πολλοί ήταν εκείνοι που ήταν ταχτικοί στα σερβιρίσματα, και πήγαιναν σε όλους σχεδόν τους γάμους, πέραν εκείνων που βοηθούσαν έκτακτα.
Οι άνθρωποι βέβαια που καλούσαν μάγειρες κελάρηδες και σερβιτόρους, ποτέ δεν τους άφηναν έτσι χωρίς κάποια δώρα στο τέλος. Φεύγοντας τους έδιναν ότι είχαν, συνήθως περισσεύματα από το γάμο, μια μπουκάλα κρασί, κρέας, γαμοκούλουρα κλπ.
Όλα αυτά βέβαια σιγά – σιγά τείνουν να χαθούν, όπως και τα παραδοσιακά γλέντια, και όλα πλέον τα αναλαμβάνει το κέντρο ή η ταβέρνα.
Όμως για εκατοντάδες χρόνια στα χωριά υπήρχε αυτή η ομαδικότητα, και άνθρωποι βοηθούσαν αφιλοκερδώς, που με λίγα λόγια υπήρχε σωστή αλληλεξάρτηση, φιλαλληλία αλλά και αγάπη μεταξύ των συγχωριανών. Ο κόσμος από την καλή σχέση μεταξύ τους, είχε μονάχα να κερδίζει, γιατί πιο πολύ λειτουργούσε η αλληλοβοήθεια παρά η πληρωμή σε χρήμα.
Όσοι πάντως έτυχε να παρευρεθούν καλεσμένοι σε γάμους στα χωριά της Κρήτης, έχουν να το λένε για τις νοστιμιές, αλλά και τη ποικιλία των φαγητών, που μπροστά στη τεχνική των παλιών αυτών μαγείρων, δεν πιάνουν μια οι σημερινοί σεφ της εποχή μας!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Η ζωή στο χωριό – Η κλώσσα με τα κλωσσόπουλα

Δημοσιεύτηκε

στις

Όσοι μεγαλώσατε σε χωριό, σίγουρα θα θυμάστε την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα


Όταν μια κότα κάνει το χαρακτηριστικό ήχο κλου- κλου φουντώνοντας τα φτερά της, κάθεται  όλη μέρα στη φωλιά όπου γεννάει τ’ αυγά, σημαίνει οτι θέλει να κλώσσει.

Μάζεψα φρέσκα γονιμοποιημένα αυγά (δηλ.το κοτέτσι πρέπει να έχει κόκκορα) από τις υπόλοιπες κότες.

Σε μια κότα βάζουμε 12 το πολύ 14 αυγά για να μπορεί να τα σκεπάζει, εγώ της έβαλα 10 αυγά γιατί είναι νάνα.

Έβαλα ένα πλαστικό καφάσι με άχυρα μέσα στο κλουβί και της έβαλα μέσα τα αυγά.

Την πρώτη μέρα δεν τα ήθελε γιατί δεν της άρεσε το κλουβί και την έβγαλα έξω μαζί με το καφάσι και αμέσως έκατσε μέσα.

Το βράδυ την έπιασα στον ύπνο κα8 την έβαλα ξανά μέσα στο κλουβί. (Η απομόνωση είναι απαραίτητη για να μπορέσει η κλωσσού να επιβιώσει κα8 στην συναίνεσα και τα μικρά)

Λένε πως οι παλιές νοικοκυρές καθώς πήγαιναν να βάλουν τ’ αυγά στην κλώσσα, φορούσαν μαντήλι για να κάνουν τα μικρά λοφίο (σαν τσαλαπετεινός).

Αν πριν βάλουν τ’αυγά  φορούσαν κάλτσες  τα πουλάκια γινόταν «τσουραπάτα» δηλ. στα πόδια ήταν ντυμένα με  φτερά ως τα δάχτυλα.

Σημείωσα την ημερομηνία και λογικά μετά από 21 μέρες, τ’ αυγά σπάνε με τη βοήθεια της κλώσσας και τα μικρά ξεπροβάλλουν.

Για το λόγο ότι είναι Χειμώνας και κάνει κρύο είχαμε καθυστέρηση και το πρώτο πουλάκι το είδα σε 23 μέρες και σήμερα 24η μερά είχαν ξεπουλιάσει σύνολο πέντε.

Μέσα στο κλουβί τους έχει βάλει ειδικό φύραμα για πουλάκια και αμέσως πηγαίνουν και τρώνε.

Πείτε μου υπάρχει ομορφότερο θέαμα από αυτό;

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Φτιάχνοντας αναψυκτικά στα Ανώγεια το 1962

Δημοσιεύτηκε

στις

Η φωτογραφία είναι του 1962 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου, στην επιχείριση παραγωγής αναψυκτικών του Γρηγόρη Σαλούστρου


Τα πάντα γίνονταν χειροκίνητα και η κόρη του Παρή ήταν εξπέρ στο κλείσιμο των μπουκαλιών. Οι νεαροί τότε βοηθούσαμε περιστρέφοντας κυρίως την χειροκίνητη αντλία νερού, και πίναμε τα αναψυκτικά που αποτύγχαναν στο κλείσιμο τους. Την διανομή στα καφενεία την έκανε με το γάιδαρο ο Γιώργης Ανδριαδάκης ή Σαουνάτσος.

Στη φωτογραφία από αριστερά είναι η Ανδρονίκη Νικηφόρου Σαλούστρου, ο γράφων μαθητής Γυμνασίου με το πηλήκιο, η Παρή Σαλούστρου στην εμφιάλωση και η Όλγα Κοντόκαλου στα κιβώτια με τα αναψυκτικά.

Μανώλης Δακανάλης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη