Η χριστιανική πίστη, η αφοσίωση η τήρηση της νηστείας, ήταν αφορμή κάποτε, και είχαν εξαφανιστεί οι χοχλοί απ’ τον τόπο μας, διότι ήταν νηστίσιμοι, και στην Κρήτη δεν ήταν εύκολο να βρεθούν πλέον, παρά μονάχα, σε μια επίσκεψη στη φύση την ώρα που ”σαλεύουν”


Ο Κρητικός, που είναι λάτρης του χοχλιού, τους μαζεύει σε διάφορες εποχές.

Το Γενάρη στα χόρτα κάτω από την ελιά, καθώς την μαζεύει, όμως είναι αδύνατοι τότε, και θα πρέπει να τους ταΐσει αλευράκι να τους παχύνει πρωτού τους μαγειρέψει.

Μαζεύει τα καλοκαίρια πάνω στα δένδρα, σε κουφάλες , σε τροχάλους, και είναι αυτοί είναι εξαιρετικής ποιότητας!

Είναι ήδη σακασμένοι και έτοιμοι να μαγειρευτούν!

Όμως, μεγάλη ανάγκη φαγητού, για τον φτωχό που νηστεύει όλη τη Σαρακοστή, κι αυτός και η οικογένειά του, να έχει νηστίσιμη, αλλά και ανέξοδη τροφή…

Τη λύση τι δίνουν οι χοχλοί του Μαρταπρίλη!

Από παράδοση πολλών γενεών, γνωρίζει ο κάθε αφέντης του σπιτιού, πως τέλη του Μάρτη, και αρχές Απρίλη, υπάρχουν οι νοτιάδες, και τα βράδια που έχει σιγαλιά, και πολύ δροσούλα, βγαίνουν πολλοί χοχλοί για να βοσκήσουν.

Ιδανικό λοιπόν περιβάλλον για τον χοχλιό, η ησυχία, η άπνοια, και το ζεστό περιβάλλον, γιατί απεχθάνεται το κρύο και τη πολύ ζέστη!

Μία τέτοια βραδιά λοιπόν, και μάλιστα με φεγγαράδα, διαλέγει ο πατέρας, να πάρει τη φαμελιά του η μόνο τα κοπέλια του, και να πάνε αργά τη νύχτα να μαζέψουν έξω στα χωράφια χοχλιούς, για να ‘χουν να τρώνε βραστούς στην αλμύρα, η μαγειρευτούς.

Παλιά λοιπόν, έπαιρναν το λύχνο για φωτιστικό, αργότερα μια λάμπα πετρελαίου,η το παλιό φαναράκι, και πιο μετά το λούξ πετρελαίου,η και φακούς.

Περίμεναν να πάει εννιά -δέκα η ώρα, να βγουν οι χοχλοί από τις φωλιές τους.

Ένας λοιπόν κράταγε τη λάμπα, άλλος το μεγάλο καλάθι και δρόμο για εξόρμηση στη φύση!

Μπορούσαν δε τα παιδιά, να κρατάει το κάθε ένα μικρό ψάθινο καλαθάκι, ή ντενεκάκι του τυριού συσιτίων, με ένα τέλι για χερούλι.

Η λάμπα κάθε τόσο άλλαζε χέρια.

Για ένα παιδί, αυτή η δίωρη η τρίωρη νυχτερινή εξόρμηση, ήταν μια πραγματική περιπέτεια, με εμειρίες, αλλά και πολλές λαχτάρες!

Κάθε χρονιά, παίρνανε διαφορετική κατεύθυνση, πότε νότια, πότε βόρεια, ανατολικά ή δυτικά.

Αν από μακρυά φαινόταν να κινείται ένα φως στην πλαγιά, σήμαινε πως ήταν εκεί άλλοι χοχλιδολόοι, και η οικογένεια άλλαζε πορεία, γιατί οι χοχλοί προς τα εκεί είχαν ήδη μαζευτεί.

Δρόμο δρόμο λοιπόν, φορώντας όλοι τα σακάκια τους, ακολουθούσαν αν κοντά στη λάμπα, να δούνε το χοχλιό να σαλεύει στην άκρη στα χόρτα, και τσούπ ένας ένας στο καλάθι!

Ο ένας από την μια μεριά του δρόμου στο δάμακα, κι ο άλλος από την άλλη να κοιτάζει προς στο γκρεμό.

Μετά, σειρά είχαν οι μακρόχτιστοι τροχάλοι.

Ο ένας πάλι κοιτάζει πάνω από τον τράφο, ο άλλος από κάτω, με μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθούσαν προσεχτικά τα χόρτα, τους ξερούς σανούς, τους σωρούς από ξερά σάπια βρεγμένα ξύλα, και εντόπιζαν παντού μήπως σαλεύει κανένας χοχλιός.

Μάζευαν χονδρούς, λιανούς, αλλά και μουρμούρες!

Οι μουρμούρες, ιδιαίτερα αγαπητές στα παιδιά, γιατί έμοιαζαν στη γεύση με συκωτάκια!

Ονομάστηκαν έτσι, για ένα συνεχή θόρυβο – μουρμουρητό κατά τη συνήθειά τους να εκκρίνουν σάλια για να καμουφλάζ!

Μετά πήγαιναν η παρέα και στις ελιές από κάτω, πάνω στους κορμούς, και πάνω σε θάμνους.

Πολλοί χοχλοί ήταν πάνω στις ασκοτιζάρες, πάνω στα φαρδιά φύλλα, αυτά που λένε αγριοκρόμια.

Όλα αυτά καλά, και τα παιδιά χαρά σαν συναντούσαν μπόλικους χοχλιούς!

Έλα όμως, που θα έπρεπε να περάσουν και από λαγκάδια σκοτεινά, από ρεματιές με τρεχούμενα νερά, που τα νερά σάν κυλούσαν έκαναν μεγάλο βουητό, παράλληλα εκεί δεν έβλεπες ούτε τη μύτη σου!

Ηχητικό χαλί, οι ήχοι από το τρεχούμενο κακάρισμα του νερού, που πέφτει απ το καβούσι, ήχοι από τις τροξαλίδες (τριζόνια), αφορδακούς (βατράχια), σκλόμπες (κουκουβάγες) και τόσα άλλα ζωντανά του Κυρίου!

Ακόμα και στο σόπατο σαν περπατούσες, θα μπορούσε να διασχίσει τον αέρα ξαφνικά μια ζάρα με φόρα από δίπλα σου κ σού ‘κοβε το αίμα η φασαρία που έκανε!

Μα και εκεί που είχες το νου σου στο χοχλιό, μια πυργολαμπίδα θα έκανε ένα οξύ ήχο, που την βλέπεις στην άκρη του ματιού σου αφήνοντας μια φωτεινή γραμμή!

Και αυτά όλα δεν είχαν τελειωμό!

Σαν ήσουν ξέγνοιος, πίσω από μεγάλα δένδρα, κάποιο μουλάρι θα έριχνε ένα δυνατό φρούμασμα καθαρίζοντας τα ρουθούνια του, και πάγωνε το αίμα σου στης νύχτας τη σιγαλιά, μέχρι να δεις πως τελικά, ήταν μουλάρι!

Πιο κάτω θα πάθαινες σύγκρυο από ένα ξαφνικό χλιμίντρισμα από κάποιο μπεγίρι κατατρομαγμένο από το φως της λάμπας και τη φασαρία της παρέας, που του χάλασε η ησυχία!

Μπορούσαν να σου πεταχτούν μπροστά σου πουλιά, όπως κοτσίφια απότομα μέσα από ένα το θάμνο, η καμιά πέρδικα κάτω απ την αθηνοκαλιά, με τόση φόρα, που η ψυχή σου πήγαινε στη κούλουρη!.

Έτσι σου πετάγονται κάθε τόσο όλο και από κάτι, λαγοί, ζουρίδες, κολογεννούσες (νυφίτσες), σαύρες, και όλα ,τα τρωκτικά του θεού!

Μέχρι να συνειδητοποιήσεις τι συμβαίνει, η καρδιά χτυπά 150 χτύπους στο λεφτό!.

Έτσι σου πετάγονται κάθε τόσο όλο και από, κάτι, λαγοί, ζουρίδες, κολογεννούσες (νυφίτσες), σαύρες, και όλα τα τρωκτικά

Και βάλε τώρα τη νύστα που επικρατεί όσο,περνά η ώρα, βάλε την υγρασία που πέφτει όλο και περισσότερη σάν ψιλή βροχή και διαπερνά τα κορμιά, βάλε την πετρελαίλα από τη λάμπα, που μυρίζουν ακόμα και τα ρούχα!

Μπορεί να συναντήσεις και σκαντζόχοιρο, μπορεί να πεταχτεί ξαφνικά με ένα πήδο στη μούρη σου κανένα βατράχι, και σκέφτεσαι, ευτυχώς που… τα φίδια είναι ακόμα σε χειμερία νάρκη!

Πολλές οι αγωνίες για ένα παιδί, όσο κι αν ο πατέρας του λέει, πως η νύχτα είναι ίδια με τη μέρα, και μόνο στο χρώμα το σκοτεινό διαφέρει!

Στο νυχτοπερπάτημα συναντούσαν και μυγδαλιές που είχαν χλωρά αμύγδαλα, αθάλια τραγανά,η πετραμύγδαλα και αυτά αρέσουν στα παιδιά, που τρώνε και βάζουν και στις τσέπες τους!

Επίσης, συναντούν πολλές φωλιές πουλιών, που πύρωναν τα αυγά τους, γιατί εύκολα τις μαρτυρούσε το απότομο πέταγμα της μάνας από τη φωλιά της.

Όμως, σαν έχει γεμίσει και το καλάθι, η χαρά όλων ήταν μεγάλη, και πηγαίνοντας επιτέλους σπίτι, ξεχνούσαν μονομιάς όλες τις νυχτερινές λαχτάρες!

Στο καλάθι θα ρίξει η μητέρα χονδροαλεσμένο κριθάρι, να ”σακάσουν” οι χοχλοί, να αποβάλουν δηλαδή τυχόν βλαβερές τροφές,.

Μετά , θα φτιάξει και παχύ αλατόνερο για το χείλος του καλαθιού, γιατί το αλάτι δεν αφήνει το χοχλιό να περπατήσει πάνω και να φύγει , έτσι γυρίζει πίσω και ξαναπέφτει στο καλάθι!

Τώρα πια η οικογένεια, μετά από μια βδομάδα που θα έχουν σακάσει οι χοχλοί, θα τον έχουν έτοιμους για βραστούς σκέτους στην αλμύρα τις μέρες που δεν τρώνε ούτε λάδι.

Επίσης θα έχει διαθέσιμους αρκετούς χοχλιούς για να τους κάνει με το χόνδρο ή με ρύζι, μπουμπουριστούς, κοσκινιστούς με πατάτες, με βλίτα, με αγριόχορτα, με λογιώ λογιώ ψησίματα…

 

Κείμενο : Γεώργιος Χουστουλάκης