Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Όλα όσα θέλουμε να μάθουμε για την μουγκρινάρα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τι ήταν για τους παλιούς η μουγκρινάρα;

Την μουγκρινάρα οι παλιοί την ήξεραν όλοι στα ορεινά χωριά της Κρήτης. Οι νέοι σήμερα ούτε που την έχουν ακουστά! Κάποτε όμως η μουγκρινάρα ήταν ιδιαίτερα γνωστή διότι ήταν χρήσιμη, σήμερα δεν μας χρειάζεται στον ίδιο βαθμό όπως παλιά, και για αυτό και ξεχάστηκε. Όμως θα πρέπει να την θυμηθούμε ξανά, και να γνωρίσουν και οι νεώτερες γενιές περί τίνος πρόκειται!
Κι όμως η μουγκρινάρα έχει γράψει την δική της ιστορία στο πέρασμα των αιώνων, κυρίως σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως στο Άγιο Όρος, στην Πελοπόννησο, στην Θεσσαλία και φυσικά και στην Κρήτη.
Η μουγκρινάρα ήταν ουσία ένα πήλινο ηχητικό όργανο, με κύρια και γενική χρήση τον εκφοβισμό λόγω του περίεργου ήχου της, το οποίο για να κατασκευαστεί χρειαζόταν απλά ένα ξεπατωμένο σταμνί, στην ανάγκη μια πήλινη κουρούπα ή μικρό πιθαράκι, φυσικά όλα αυτά έπρεπε να μην έχουν πάτο.
Επίσης χρειαζόταν μια προβιά ζώου και ένας σπάγκος. Όσο μεγαλύτερο ήταν το πήλινο αντικείμενο, τόσο μεγαλύτερος ήταν και ο ήχος που παρήγαγε!

Κατασκευή μιας μουγκρινάρας

Για να κατασκευάσουμε εμείς οι ίδιοι μια μουγκρινάρα, στην ουσία είναι κάτι απλό. Βρίσκουμε το βασικό στοιχείο της, που είναι όπως είπαμε ένα ξεπατωμένο σταμνί, και αν δεν έχουμε ξεπατωμένο τότε κόβουμε εμείς, με ένα πριόνι, ή σπάμε τον πάτο του, το οποίο σταμνί θα λειτουργήσει στην συνέχεια σαν ηχείο!
Παίρνουμε στην συνέχεια μια προβιά μικρού ζώου, συνήθως κουνελιού λαγού κλπ, και την επεξεργαζόμαστε κατάλληλα, δηλαδή την βάζουμε στο νερό να μαλακώσει, αν είναι αποξηραμένη, στην συνέχεια ψαλιδίζουμε όλες τις τρίχες, και κατόπιν την αλατίζουμε για να κρατάει ελαστικότητα, και να διατηρηθεί στον χρόνο χωρίς να φθαρεί ή να μυρίσει. Αφού έχουμε κάνει αυτή την επεξεργασία στην προβιά, την εφαρμόζουμε έτσι όπως είναι βρεγμένη και μαλακή στο στόμιο του σταμνιού, και την τεντώνουμε πολύ καλά, παράλληλα με ένα ειδικό πέτσινο κορδόνι την δένουμε στο λαιμό από τα πλάγια, ώστε να κρατιέται τεντωμένη. Αυτή η προβιά αν μείνει έτσι τεντωμένη μια δυο μέρες, ξηραίνεται και γίνεται σαν μεμβράνη, οπότε το όλο σύστημα μας μοιάζει κάπως με τύμπανο, φυσικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί έτσι και σαν κρουστό όργανο!
Κατόπιν αυτού παίρνουμε μιαοργιά (κλωστή του τσαγκάρη) που έραβαν παλιά τα παπούτσια, και την κόβουμε στο ένα μέτρο. Η οργιά αυτή σαν κλωστή είναι λεπτή Ι ιδιαίτερα ανθεκτική, και επειδή είναι ψιλή, μπορούμε να την βάλουμε διπλή ή τριπλή και την στρίβουμε, αλλά την περνάμε και με κερί. Έπειτα την περνάμε από μια τρύπα που θα κάνουμε στο κέντρο της μεμβράνης. Αν δεν έχουμε οργιά, τότε παίρνουμε ένα άλλο ανθεκτικό σπάγκο και τον κερώνουμε, δηλαδή τον περάσουμε μερικές φορές σε κερί, και αυτό το κέρωμα είναι βασικό, αν θέλουμε να έχουμε ένα σωστό αποτέλεσμα.
Αφού περάσαμε τον σπάγκο από την τρύπα, τότε κάνουμε ένα μεγάλο κόμπο στο τελείωμα για να κρατάει κόντρα, ή δένουμε σαν κόντρα ένα μικρό ξυλαράκι για να κρατιέται σταθερός στη θέση του με το τράβηγμα.
Ήδη η μουγκρινάρα μας είναι έτοιμη!

Πώς δημιουργείται ήχος σε μια μουγκρινάρα;

Αφού έχουμε κατασκευάσει την μουγκρινάρα μας, για να ακουστεί ο ήχος της, θα πρέπει πρώτα να τραβήξουμε με βρεγμένα χέρια τον σπάγκο ανάμεσα στις φούχτες των δυο χεριών μας στο εσωτερικό του σταμνιού, αλλά με τέτοιο τρόπο που να τρίζει με το σύρσιμο ο σπάγκος!
Ο τριγμός του σπάγκου θα μεταδοθεί στην μεμβράνη, και στην συνέχεια θα μεταδοθεί και στο σταμνί, όπου και θα πολλαπλασιαστεί ο ήχος από το ηχείο του σταμνιού, και θα ακούγετε πλέον από χιλιόμετρα μακριά!
Ο ήχος της δεν θα είναι μονάχα πολύ δυνατός, αλλά παράλληλα θα είναι και τρομακτικός και υπόκωφος, καθώς θα ακούγεται σαν άγρια βουή ή βρυχηθμός άγριου ζώου, και μάλιστα προκαλεί τρόμο!
Στην εξοχή όπου κατασκεύαζαν συνήθως τις μουγκρινάρες παλιά, πολύ καλύτερη δουλειά έκανε αντί σπάγκου, και ένα απλό βρούλο από τα ποτάμια, διότι ήταν εντελώς λείο, και έτριζε περισσότερο. Το βρούλο το στερέωναν κι αυτό με ένα ξυλάκι και σπάγκο στην μεμβράνη, και το τράβαγαν με τα δύο τους χέρια εκ περιτροπής, μόλις το ένα χέρι έφτανε έξω από το σταμνί, άρχιζε το άλλο από ψηλά στο εσωτερικό της μουγκρινάρας κοντά στην μεμβράνη.
Πρώτα βέβαια έβρεχαν όπως είπαμε τις παλάμες των χεριών τους με νερό, ή τις σάλιωναν, και μετά τραβούσαν το βρούλο ή τον σπάγκο ώστε να τον κάνουν να τρίζει. Ο τριγμός αυτός ήταν και ο ήχος της μουγκρινάρας.

Μουγκρινάρα και με …γκαζοντενεκέ!

Μια εναλλακτική και κάπως πρόχειρη λύση στην εξοχή, όταν δεν υπήρχε σταμνί για κατασκευή μουγκρινάρας, ήταν καλός ήταν και ο λεγόμενος «γκαζοντενεκές»,δηλαδή το 17κιλο δοχείο λαδιού ή αντίστοιχο του τυριού.
Στον γκαζοντενεκέ αφαιρούσαν με ένα παλιό παλιομάχαιρο, χτυπώντας τη λαμαρίνα του δοχείου με ένα σφυρί, ή χτυπώντας με τσεκούρι και τις δυο (επάνω και κάτω) όψεις. Εδώ από την μία πλευρά έμπαινε κανονικά προβιά ζώου, συνήθως από μικρό αρνί ή κατσίκι, και τα υπόλοιπα όπως κατεργασία της προβιάς, σπάγκοι κορδόνια δερμάτινα κλπ, γινόταν όπως και στην στάμνα.
Ο ήχος και εδώ ήταν εξίσου δυνατός και τρομακτικός, αν και κάπως μεταλλικός.

Οι χρησιμότητες της μουγκρινάρας

Οι χρήσεις μιας μουγκρινάρας ήταν διάφορες. Παλιά στα ορεινά της Κρήτης όπου οι αγρότες είχαν τα λιγοστά μποστάνια τους και οι αμπελουργοί τα αμπέλια τους, γενικά τη σοδειά τους, το πρόβλημα που είχαν τότε ήταν η καταστροφή αυτών και η αφάνιση τους από τα διάφορα τρωκτικά, όπως καλογεννούσες (νυφίτσες) ζουρίδες (κουνάβια ), αρκάλους ( ασβούς) ποντίκια σκαντζόχοιρους κλπ. Ακόμα και όρνεα και διάφορα πουλιά όπως κοράκια, καλιακούδες, περιστέρια σπουργίτες τρουλίτες (κορυδαλλοί) κλπ.
Μουγκρινάρες επίσης χρησιμοποιούσαν και στην υπόλοιπη Ελλάδα όπου υπήρχαν καλαμπόκια, σιτηρά καλλιέργειες τομάτας και άλλων κηπευτικών.
Τα αγριογούρουνα ή τσακάλια κατέστρεφαν κάθε χρόνο τις σοδιές τους.
Κάποιες φορές μπορεί σαν άλλη εναλλακτική λύση να έφτιαχναν ομοιώματα ανθρώπου με ρούχα που τα παραγέμιζαν με άχυρο, τα λεγόμενα «σκιάχτρα», αλλά δεν ήταν αποτελεσματικά, κυρίως ως αναφορά τα τρωκτικά! Όμως εδώ ήταν που μουγκρινάρα έδινε τη λύση, με να τρομάζει στο άκουσμα της όλα αυτά τα άγρια ζώα τρωκτικά και άγρια πουλιά.
Πολλές φορές οι αμπελουργοί στα χωριά της Κρήτης πλήρωναν κάποιον δραγάτη να φυλάει το αμπέλι τους, τον λεγόμενο «αμπελικό», που μετά έγινε και αγροφύλακας, αφού αργότερα η κοινότητα κάθε χωριού αναλάμβανε να πληρώνει τον αμπελικό για λογαριασμό όλου του χωριού, και σιγά – σιγά να φυλάει όχι μονάχα τα αμπέλια και μποστανικά, αλλά και όλα τα άλλα αγαθά των κατοίκων. Μετά οι αγροφύλακες έγιναν και κρατικοί υπάλληλοι.
Ο δραγάτης ή ο αμπελικός που βρισκόταν σε κάποια καλύβα να φυλάει το αμπέλι μέχρι να τρυγηθεί, κάπου – κάπου τράβαγε τον σπάγκο της μουγκρινάρας, και τρόμαζαν τα άγρια ζώα και δεν τολμούσαν να πλησιάσουν. Ο φύλακας κοιμόταν μεν τα βράδια στην καλύβα στο αμπέλι, αλλά την νύχτα ξύπναγε και έπαιζε κάπου κάπου την μουγκρινάρα, και ξανάπεφτε για ύπνο, και ούτω καθ εξής.
Ο σκοπός του αμπελικού, δεν ήταν μονάχα να τρομάξει με την μουγκρινάρα τα άγρια ζώα και να μην πλησιάσουν το αμπέλι ή το μποστάνι. Στην ουσία με την μουγκρινάρα, ήθελε να αποθαρρύνει και τυχόν πιθανούς επίδοξους κλέφτες, ώστε να μην πλησιάσουν ούτε εκείνοι για να κλέψουν σταφύλια ή μποστανικά! Και μόνο στο άκουσμά της μουγκρινάρας από μακριά, οι κλέφτες άλλαζαν δρόμο και δεν τολμούσαν και να πλησιάσουν το φυλασσόμενο μέρος, διότι καταλάβαιναν ότι φυλλάγεται! Έτσι η μουγκρινάρα στην φύλαξη είχε επιτελέσει τέλεια τον σκοπό της!
Όμως ανάμεσα στις χρησιμότητες της, η μουγκρινάρα δεν ήταν μονάχα η φύλαξη από τα διάφορα αρπακτικά και κάποιον επίδοξο κλέφτη, αλλά είχε και άλλες αποστολές!

Η μουγκρινάρα στην υπηρεσία … των αγίων!

Η τοπική ιστορία μας και η παράδοση, αναφέρει κατά καιρούς για αγίους, που τρόμαζαν τον εκάστοτε κατακτητή εχθρό της πατρίδα μας, όπως ο Άγιος Αντώνιος στην Φανερωμένη, που ονομάστηκε «Άγιος Αντώνιος ο Μουγκρινάρος», καθώς και ο Άγιος Φανούριος στα Βορίζα, όπου ονομάστηκε και αυτός «Άγιος Φανούριος ο Μουγκρινάρος».
Στην μεν Φανερωμένοι οι Γερμανοί (γνωρίζω καλά από την μητέρα μου που τα έζησε), ότι στην κατοχή οι Γερμανοί είχαν κάνε κατάληψη στο παλιό δημοτικό τους, και το χρησιμοποιούσαν για λογαριασμό τους, και υποχρέωσαν τα παιδιά να κάνουν μάθημα μέσα στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου.
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ όμως που βρισκόταν οι Γερμανοί μέσα στο παλιό σχολειό, ακούστηκαν δυνατές «μουγκριές» απέξω από το παλιό σκολειό! Άκουσαν οι Γερμανοί αυτούς τους τρομαχτικούς ήχους, που τους τρόμαξαν τόσο πολύ, που την επομένη κιόλας αλαφιασμένοι είχαν εξαφανιστεί από το δημοτικό, και το παραχώρησαν και πάλι στα παιδιά! Μάλιστα ήταν νεοσύστατο σχολείο, και η πρώτη χρονιά που θα λειτουργούσε! Κάποιος χωριανός τους ενημέρωσε, πως οι «μουγκριές» αυτές ήταν η ίδια φωνή του Αγίου Αντωνίου, που δεν ήθελε τα παιδιά να κάνουν μάθημα στην εκκλησία, αλλά στο σχολείο τους όπως πριν!
Καμιά φορά έκτοτε αφότου έφυγαν οι Γερμανοί, οι Φανερωμανοί τους ρωτούσαν:
-Μα γιατί φύγατε από το παλιό σκολειό? Εκείνοι απαντούσαν:
-Ο Μουγκρινάρος σας μας έδιωξε! Εννοώντας τον Άγιο Αντώνιο!
Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και στα Βορίζα στην εκκλησία του Αγίου Φανουρίου επί Τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι είχαν ξεκρεμάσει όλες τις εικόνες της εκκλησίας του Αγίου Φανουρίου και τις είχαν πετάξει στο πάτωμα σε ένα σωρό, με σκοπό να τις κάψουν, και πιθανόν και όλη την εκκλησία.
Εκείνη τη στιγμή που ετοιμαζόταν να βάλουν φωτιά στις εικόνες, ακούστηκαν έξω από την εκκλησία «μουγκριές», και η παράδοση λέει πως ήταν φωνή του Αγίου, που φοβέριζε τους Τούρκους να μην κάψουν τις εικόνες. Οι μεν Τούρκοι τράπηκαν εις φυγή, ενώ οι εικόνες γλύτωσαν!
Κάποιοι πιστοί χριστιανοί θέλουν τους ίδιους τους αγίους να κάνουν το θαύμα τους με τις «μουγκριές» αυτές, και κάποιοι άλλοι πιστεύουν ακράδαντα, πως με την βοήθεια της μουγκρινάρας, κάποιοι τρόμαζαν τον εκάστοτε εχθρό, και του έδιναν να καταλάβει πως ήταν θεϊκή δύναμη μέσω των αγίων που μούγκριζαν!
Η μουγκρινάρα λοιπόν υπήρξε το σύμβολο του τρόμου και στους διάφορους κατακτητές, οι οποίοι δεν γνώριζαν την ύπαρξή της, οπότε και δεν τολμούσαν να τα βάλουν με τους Αγίους, και προτιμούσαν για παν ενδεχόμενο να φύγουν, και να κρατάνε αποστάσεις καλού κακού από θεϊκές δυνάμεις !
Συνηθισμένη λέξη παλιά στην Κρήτη ήταν το «μούγκρος», σαν βρυχηθμός άγριου ζώου, η τη φράση: «έσυρε το μούγκρος», με την έννοια του δυνατού κλάματος.
Παροιμίες «απού ‘χασε το χοίρο του όλο μουγκριές εγρήκα» κλπ, με την έννοια πως η μουγκριά ήταν η κραυγή του χοίρου! Οι «μουγκριές» λεγόταν και «μουγκρές», και όλες αυτές τις γοερές ηχητικά κραυγές μπορούσε να τις βγάλει και μια μουγκρινάρα!

Τι ήταν η γουργούρα;

Παλιά από την προϊστορική εποχή, ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε διάφορα ηχητικά όργανα για να μεταδώσει το μήνυμα του σε απόσταση, ή ακόμα και να συνοδέψουν κάποια μουσική όπως τα τύμπανα, ταμ – ταμ κλπ.
Κάτι ανάλογο έκανε και με την μουγκρινάρα , αλλά και με την «γουργούρα»,αλλά εκείνη αντί να χρησιμοποιηθεί το επάνω μέρος του σταμνιού, χρησιμοποιούνταν από την μέση και κάτω, φτάνει να μην είναι ξεπατωμένο.
Αφού κοβόταν ίσια στην μέση ένα σταμνί, εφάρμοζαν και εδώ ένα δέρμα σε όλη την ανοιχτή επιφάνεια, και το έδεναν πάλι με δερμάτινο κορδόνι, για να κρατιέται καλά τεντωμένο. Ο κέρινος σπάγκος όμως της γουργούρας ήταν εξωτερικός, δηλαδή ο κόμπος για κόντρα ήταν μέσα από την τρύπα που είχε περάσει στο κέντρο. Και εδώ ο ήχος έβγαινε με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή δια της τριβής με το τράβηγμα με βρεγμένα χέρια, και το σταμνί ήταν το ηχείο. Η γουργούρα βέβαια αν είχε μακρύ τεντωμένο σπάγκο σε πολλά μέτρα απόσταση, και από την άλλη ο σπάγκος αν είναι ενωμένος κατάλληλα με μια μουγκρινάρα, μπορούσε το σύστημα να λειτουργήσει και σαν τηλέφωνο, και να μεταφέρει και ανθρώπινη φωνή! Το ίδιο θα μπορούσε να γινόταν τηλέφωνο, και με δυο μουγκρινάρες που ο σπάγκος είναι εξωτερικός, και μιλάνε δυο άτομα μέσα στο εσωτερικό των δυο σταμνιών.

Το κανονάκι, η σύγχρονη μουγκρινάρα!

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στον Θεσσαλικό κάμπο, στην Πελοπόννησο, και όπου υπήρχαν αγριογούρουνα τσακάλια ή αλεπούδες, που ήταν η μάστιγα των περιοχών αυτών, υπήρχε μια εξελιγμένη μορφή της μουγκρινάρας τα τελευταία χρόνια, το λεγόμενο «κανονάκι»!
Το κανονάκι στην ουσία ήταν μια φιάλη ασετιλίνης και μια ηχητική σειρήνα, όπου με κάποιο μηχανισμό χρονοδιακόπτη αυτόματα έβγαζε αέρα ανά τακτά διαστήματα, και το κανονάκι έβγαζε κρότο δυνατό που έμοιαζε κάπως του κανονιού! Πιο παλιά χρησιμοποιούσαν και φιάλη υγραερίου. Το κανονάκι μπορεί να ήταν μια λύση στα σύγχρονα χρόνια από τα αγριογούρουνα και τσακάλια, αλλά όχι πάντα αποτελεσματική.
Το κανονάκι πάντα ήταν παράνομο, διότι ο ήχος του ενοχλούσε κατοικημένες περιοχές, επειδή ηχούσε δυνατά και ανά συχνά κοντινά διαστήματα, όπου ακουγόταν ήχος σαν μια κανονιά!
Κανονάκια τέτοια έχουν ακουστεί με βάσει κάποιες μαρτυρίες, και στην Κρήτη, ακόμα και στην πεδιάδα της Μεσαράς, και από ότι λένε κάποιες μαρτυρίες, κανονάκια ακούγονται ακόμα και στις ημέρες μας !

Η μουγκρινάρα στα νεότερα χρόνια

Και ενώ πριν την κατοχή η μουγκρινάρα έπαιζε σπουδαίο ρόλο, από την άλλη η νεότερες γενιές δεν την γνώριζαν στην Μεσαρά, ούτε καν είχαν ακούσει για αυτήν, ώσπου στα τέλη της δεκαετίας του ’70 κάποιο 15χρονο παπαδοπαίδι και εξάδελφος μου ο Γιάννης, έβοσκε τα ζώα τους μαζί με τον παππού μας Εμμ Χουστουλάκη στην Κορφή (τοποθεσία βόρεια του χωριού). Ο παππούς δίδασκε στον Γιάννη την χρησιμότητα της μουγκρινάρας τα παλιά χρόνια, και έτσι το βράδυ ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος ο Γιάννης μίλησε με τον πατέρα του για αυτήν, που ήταν ο εφημέριος του χωριού. Σύντομα έφτιαξε στον Γιάννη ο πατέρας του την πρώτη μουγκρινάρα!
Ο Γιάννης ανέβαινε στην ταράτσα τους και έπαιζε με την μουγκρινάρα, που την είδε σαν παιγνίδι! Έτσι όλα τα γειτονόπουλα εντυπωσιασμένα και εμείς που ανακαλύψαμε αυτό το περίεργο όργανο μιμηθήκαμε τον Γιάννη, και φτιάγαμε από μια μουγκρινάρα, όπου την είχαμε κάνει μόδα! Όμως αν δεν ήταν ο παππούς, ίσως να μην την είχαμε μάθει ποτέ για αυτήν! Κάθε παιδί λοιπόν στην γειτονιά μας είχε πια την δική του μουγκρινάρα! Φτιάξαμε έτσι μια ομάδα από πέντε έξη 15χρονα παιδιά στη γειτονιά της Κάτω Γαλιάς, που το κάθε ένα είχε φτιάξει την δική του μουγκρινάρα από ένα ξεπατωμένο σταμνί, που πάντα θα υπήρχε εύκολα σε κάθε σπίτι!
Ποτέ δεν καταστρέφαμε καινούριο σταμνί για να φτιάξουμε μουγκρινάρα, ούτε θα το θυσίαζαν οι γονείς μας, αφού κόστιζε πάνω από 5 δραχμές, και δεν τις είχαν για πέταμα! Ξεπατωμένα σταμνιά βρίσκαμε όσα θέλαμε τότε, επειδή σπούσαν εύκολα, και οι μανάδες μας τα κάνανε φωλιές για να κάνουν οι κότες το αυγό στον κούμο (κοτέτσι), ή για να θέσουν την γλωσσού! Ακόμα και τους λαιμούς από τα σταμνιά, τους έχτιζαν ψηλά στον τοίχο, για να κάνουν φωλιές τα σπουργίτια, ή τα περιστέρια.
Εδώ ο σκοπός της μουγκρινάρας ήταν καθαρά διασκεδαστικός, αφού ο δυνατός ήχος της ήταν περίεργος όσο και ενοχλητικός, και σαν παιδιά λατρεύαμε την αναταραχή που προκαλούσαμε ομαδικά στην γειτονιά με την νέα εντυπωσιακή ανακάλυψη! Σαν να λέμε σήμερα πως γινόταν μεγάλος σαματάς τζερτζελές και καλαμπούρι, μόνο που εμείς με την μουγκρινάρα, μάλλον αποβλέπαμε στο να διώξουμε τους κατοίκους όλους από το χωριό!

Η μουγκρινάρα και στο …Καραϊσκάκη!

Ο δε νεαρός τότε Γιάννης, όταν τον επόμενο χρόνο ανέβηκε στην Αθήνα, πήρε μαζί του και την μουγκρινάρα του! Καθώς ήταν φίλαθλος φανατικός του Ολυμπιακού, πήγε σε κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα στο γήπεδο του Κραϊσκάκη, αλλά αντί το κλασικό κορνέτο, εκείνος έφερε μαζί του και έπαιζε την μουγκρινάρα! Ήταν η πρώτη και η τελευταία μουγκρινάρα που ακούστηκε ποτέ μέσα σε …γήπεδο!
Δυστυχώς δεν καθιερώθηκε πανελλαδικά η μουγκρινάρα στα γήπεδα, αν και θα ήταν το τέλειο ηχητικό εργαλείο εκτόνωσης, διότι αμέσως του κατασχέθηκε από την ίδια την αστυνομία του γηπέδου!

Η μουγκρινάρα ήταν και μουσικό όργανο;

Πολλοί κατατάσσουν την μουγκρινάρα στα πρωτόγονα μουσικά όργανα, μια και ανήκει στα κρουστά λόγω της μεμβράνης που έχει, όπως και το τύμπανο. Όμως από ότι γνωρίζουμε από τους παλιούς, η μουγκρινάρα επιτελούσε τον κύριο σκοπό της, μονάχα στο να τρομάζει, και δεν χρησιμοποιήθηκε σαν μουσικό όργανο.
Εξάλλου η μουγκρινάρα δεν μπορούσε να βγάζει μελωδικούς ήχους τραβώντας απλά τον σπάγκο της, ούτε ακούγεται το χτύπημα στην μεμβράνη όπως το τύμπανο, ο ήχος είναι μηδαμινός. Ωστόσο θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί, πως σαν κρουστό όργανο, θα μπορούσε να κρατάει κάποιο χαμηλής έντασης ρυθμό, και να συνοδέψει κάποιο άλλο όργανο, όπως λύρα βιολί ή κλαρίνο, χτυπώντας την σαν τύμπανο. Αυτό όμως θα μπορούσε να το κάνει ευκολότερα και δυνατότερα με δυο κουτάλια μεταξύ τους, η χτυπώντας τα επάνω σε κατσαρόλα, ή χτυπώντας μεταξύ τους μεταλλικά πιάτα κλπ. Ένα σωρό πρόχειρα αντικείμενα υπήρχαν για να κάνουν τα κρουστά. Γιατί λοιπόν να το κάνουν αυτό με την μουγκρινάρα, αφού ο ήχος χτυπώντας την μεμβράνη ίσα που ακούγεται;
Η μουγκρινάρα όμως, όπως και η «ξαδέρφη» της η γουργούρα, μπορούσαν στους αρχαίους χρόνους να μεταδώσουν ηχητικά μηνύματα σε μεγάλες αποστάσεις μέσω της τριβής του σπάγκου.
Όπως και να έχει όμως, η μουγκρινάρα δεν θα έπρεπε να λείπει από κανένα λαογραφικό μουσείο, όπως και τα υπόλοιπα αντικείμενα του αγρότη, αλέτρι βολόσυρο, διάφορες παγίδες για άγρια αρπακτικά κλπ, διότι στα χρόνια που πέρασαν, του στάθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο!
ΥΓ: Σήμερα βέβαια σπανίζει ακόμα και η εύρεση κάποιου σταμνιού, για κατασκευή μουγκρινάρας, μια και σταμνάδες δεν υπάρχουν πλέον πανελλαδικά, πλην ελαχίστων περιπτώσεων.
Όμως εμείς ευχαριστούμε ιδιαίτερα τον φίλο μας Στέλιο Ξηρουδάκη, ο οποίος μας προμήθευσε ένα παλιό σταμνί, όπου είχε διαθέσιμο σε δική του έκθεση στο χωριό Μαγαρικάρι, σε ένα από τα δύο λαογραφικά μουσεία που έχει ο ίδιος διαθέτει, και μάλιστα με εξαιρετική προσωπική του εργασία και μεράκι. Η μουγκρινάρα και πάλι θα καταλήξει στο ίδιο μουσείο του Μαγαρικαρίου, για αν τη βλέπουν οι επερχόμενες γενιές.

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης
.

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τρύγος στη Σητεία

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρχές Σεπτέμβρη! Ταξιδεύοντας με της μνήμης τα φτερά στα παλιά, έρχονται στα μάτια μου γνώριμες εικόνες από τις εργασίες στο μακρινό, ορεινό χωριό μου Απίδια Σητείας!


Αληθινός οργασμός στα κρασάμπελα! Τρυγητός, φόρτωμα των σταφυλιών στις κόφες και μεταφορά τους στο πατητήρι. Τη σημερινή εποχή σπάνια βλέπεις τέτοιες εικόνες. Το χωριό σχεδόν έχει ερημώσει, η καλλιέργεια των αμπελιών περιορίστηκε. Λίγοι οι νέοι κάτοικοι για να ασχοληθούν με γεωργικές εργασίες! Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα πολλών χωριών μας!
Οι παρακάτω στίχοι του ποιήματός μου”ΠΑΤΗΤΗΡΙ- ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ (σελ. 279-280 του βιβλίου μου ΜΕ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ) θα φέρουν τα μάτια μας εικόνες σχετικές:

ΠΑΤΗΤΗΡΙ – ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ
(στο χωριό Απίδια Σητείας πριν πολλά χρόνια)

Αρχές Σεπτέμβρη τρυγητός, στ’ αμπέλι «πανηγύρι»,
εικόνες όμορφες θωρείς, όπου το μάτι γύρει.
Οι πιο πολλοί οι χωριανοί βρίσκονται μες τ’ αμπέλια,
άντρες, γυναίκες, να τρυγούν ακόμη και κοπέλια.
Κόβουν σταφύλια ώριμα, λιάτικα, κοτσυφάλι,
κρασί να κάμουν διαλεκτό, που να μην το ‘χουν άλλοι.
Στο πατητήρι φέρνουν τα, τσι κόφες ξεφορτώνουν
και με σταφύλια διαλεκτά σε λίγο το γεμώνουν.
Την άλλη μέρα το πρωί το πάτημα αρχίζει
κι ο μούστος τρέχει αδιάκοπα και το βρασκί γεμίζει.
Με τα ποδάρια τους γυμνά, μα και καλοπλυμένα,
στα παντελόνια έχουνε μπατζάκια σηκωμένα.
Από το πήλινο βρασκί το μούστο μεταφέρουν
και μες τα κρασοβάρελα προσεκτικά φκεραίνουν.
Μεταπατούν αδιάκοπα, λιώνουνε τα σταφύλια,
τραγούδι, μερικές φορές, βγαίνει από τα χείλια.
Φαίνεται δεν κουράζονται και τη δουλειά ξετρέχουν,
γιατί στα κρασοβάρελα καλό κρασί θα έχουν.
Να πίνουν με τα φαγητά αλλά και στην παρέα,
βάσανα να ξεχάσουνε και να περνούν ωραία.
Στην άκρη του πατητηριού τα στράφυλα πετρώνουν,
σε ξύλινες παλιόπορτες πέτρες βαριές φορτώνουν.
Καλά για να συμπιεστούν, μούστος να μην ‘πομείνει,
θέλουνε περισσότερο κρασάκι να τους γίνει.
Μες σε πιθάρια πήλινα στράφυλα θα στερέψουν,
στο μήνα, που θα «ζυμωθούν», πρέπει να καζανέψουν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Από που φτιάχνεται η κατσούνα των Κρητικών

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι μαγκούρες των Κρητικών με τις οποίες πήραν στο κυνήγι τα ΜΑΤ, φτιάχνονται από το σπάνιο δέντρο «αμπελιτσά» που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Τα κλαδιά του έχουν εξογκώματα που κάνουν το χτύπημα επώδυνο


Η Κρήτη αποτελεί έναν χλωριδικό και όχι μόνο παράδεισο. Ένα στα τέσσερα φυτικά είδη της Κρήτης είναι ενδημικά, δηλαδή υπάρχουν μόνο εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό συμβαίνει και με την Αμπελιτσά από την οποία κατασκευάζονται τα μπαστούνια των Κρητικών, οι κατσούνες.

Η αμπελιτσά είναι ένα είδος δέντρου που επιστημονικά ονομάζεται Zelkova abelicea ή Zelkova cretica. Από την ονομασία του καταλαβαίνουμε ότι εξαπλώνεται μόνο στην Κρήτη και απαντάται κυρίως σε μέτρια με μεγάλα υψόμετρα.

Είναι, αρχέγονο ενδημικό φυτό της Κρήτης, έχει εξελιχθεί πολύ λίγο ανά τις χιλιετίες και είναι συγγενικό είδος με τη φτελιά. Το φυτό αυτό προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες και τη δασική νομοθεσία και βρίσκεται στο ‘’Κόκκινο’’ βιβλίο με τα προστατευόμενα είδη που απειλούνται άμεσα με εξαφάνιση.

Φυτρώνει μέχρι και τα 1760 μέτρα υψόμετρο. Είναι μικρό δέντρο και αποτελεί νόστιμη βοσκή για τα ζώα, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξή του. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι και 10 μέτρα σε ύψος”.

image

 

Ποια είναι η κατσούνα

Από το ξύλο αμπελιτσάς κατασκευάζονται παραδοσιακά οι μαγκούρες των βοσκών στην Κρήτη. O μεγάλος αριθμός κλαδιών κάνει την μαγκούρα να έχει πολλούς ρόζους (εξογκώματα).

Για αυτόό το χτύπημά με την κατσούνα πονάει περισσότερο.

Το Κρητικό Ραβδί αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του στρατιωτικού σώματος των Κρητικών. Ηλικιωμένοι και νέοι Βοσκοί Κρητικοί κρατούσαν συνεχώς μια Κατσούνα για να τους βοηθά στο περπάτημα και κυρίως να ανεβαίνουν στις ορεινές περιοχές, όπου έβοσκαν τα ζώα τους. Ήταν πολύτιμο εργαλείο για την μεταφορά του σακουλιού τους, που περιείχε το καθημερινό κολατσιό και νερό. Πολύτιμες χρήσεις της Κατσούνας ακόμη ήταν να καθαρίζουν οι βοσκοί με αυτήν τα μονοπάτια τους, αλλά και να εγκλωβίζουν με τη ράχη της τα ζώα τους που θέλουν να τους ξεφύγουν, ενώ σε εμπόλεμες εποχές αποτελούσε και όπλο εναντίον του εχθρού.

Ακόμα και σήμερα, η Κατσούνα χρησιμοποιείται από πολλούς βοσκούς και κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ συμβολίζει ταυτόχρονα την Κρητική υπερηφάνεια και παράδοση.

image

«Αν θες η κατσούνα να είναι γερή, τα ξύλα θα τα κόψεις στη λίγωση του φεγγαριού»

Το μυστικό του τεχνίτη αποκάλυψε ο Κώστας Βαμβουκάκης από τον Κρουσώνα ο οποίος μίλησε στο MadeinCreta:

«Ο χρόνος έχει 12 λιγώσεις . Εγώ και στις 12 λιγώσεις, όλα τα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, κόβω τα ξύλα μου. Διότι αν το κόψεις στη γέμωση, σε δυο μήνες η βέργα μαμουνιά, ανθρακά και σπάει, όσο χοντρό και να’ναι το ξύλο».

Την ποιότητα της πρώτης ύλης την τόνισε ο κ. Κώστας με μια μαντινάδα:

«Όλα τα ξύλα του βουνού

δε μοιάζει το’να τ’ άλλο το

να κάνουν εικόνισμα

και κάρβουνο το άλλο».

«Ψάχνω στα δάση το ντρέτο ξύλο. Στο Μάραθος, τη Δαμάστα, το Γενί Γκαβέ, στα Αγρίδια, στα Απλαδιανά, στο Βόσακο μπαίνω μέσα για να ψάξω να βρω και όποιο μου αρέσει το κόβω».

Η δεύτερη δύσκολη δουλειά είναι το «γυρίδι»

Ο παραδοσιακός τεχνίτης περιγράφει ότι το ξύλο έχει την ιδιαιτερότητά του. Μπορεί να θεωρείται κατάλληλο αλλά να μην γυρίζει. Και το γυρί της κατσούνας είναι το δεύτερο δύσκολο στάδιο για τον τεχνίτη.

Μάλιστα ο ίδιος λέει, ότι έκανε τρία χρόνια για να πετύχει «το γυρί δακτυλίδι». Τώρα κατόπιν παραγγελίας φτιάχνει και τετράγωνο γυρί ή τρία διαδοχικά μόνο για διακοσμητικούς λόγους.

image

Με πληροφορίες από το γφ βοτανική (Γιάννης Φραγκάκης) και το MadeinCreta

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη