Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Όταν η χούντα πίστευε ότι οι χίπις στα Μάταλα ετοιμάζουν το τρίτο φύλο

Δημοσιεύτηκε

στις

Χίπις στα Μάταλα. Μια εποχή για την οποία όλοι, σήμερα, διαβάζουν με ενδιαφέρον και προσπαθούν να καταλάβουν τον τρόπο λειτουργίας αυτής της ιδιαίτερης κοινότητας. Την εποχή όμως, εκείνη, η Αστυνομία, ο Τύπος της Κρήτης και η διοίκηση είχαν βγάλει τα δικά τους συμπεράσματα: Πίστευαν ότι προσπαθούσαν να φτιάξουν το τρίτο φύλο!


Το freedomgreece.blogspot.gr παρουσιάζει ολόκληρη την ιστορία των χίπις, το πώς τα Μάταλα έγιναν το… σπίτι τους, τους πολέμιούς τους και τη στάση της χουντικής αστυνομίας.

Ακολουθεί ολόκληρη η ανάρτηση του freedomgreece.blogspot.gr:

«Τα Μάταλα, στην αρχή, ήταν γνωστά μόνο σε πολύ λίγους «παράξενους» νεανίες του εξωτερικού, που –από διάφορους λόγους-απογοητευμένοι ή κυνηγημένοι, έφευγαν από τις πατρίδες τους, αναζητώντας την «περιπέτεια» και «το ουσιαστικό νόημα της ζωής», δηλαδή την Αλήθεια. Οι πρώτοι που πήγαν εκεί, και έμειναν στις σπηλιές, ήταν μπήτνικς, γύρω στα 1965. Μετά, το 1967, πηγαίνουν και χίπις.

matala1

Τους είχαν προσελκύσει οι σπηλιές, που είχαν λαξέψει στα βράχια της περιοχής, οι προϊστορικοί κάτοικοι του νησιού, στη διάρκεια της Νεολιθικής Εποχής. Οι σπηλιές των Ματάλων, κατά την Ρωμαϊκή Κατοχή, είχαν χρησιμοποιηθεί και σαν τάφοι, αλλά οι χίπις συντονισμένοι με το ανιμιστικό πνεύμα, δεν είδαν τάφους αλλά τα ιδανικά χίπικα σπίτια. Έμεναν εκεί (μικρές παρέες, ζευγάρια, ακόμη και οικογένειες) σαν πρωτόγονοι, χωρίς ανέσεις. Αν και (οι περισσότεροι από τους χίπις) είχαν σπουδαία παιδεία και αξιοζήλευτες γνώσεις, δεν ήθελαν να έχουν καμία επαφή με τον μίζερο, ανιαρό, καταναλωτικό τρόπο ζωής. Έμεναν, τον χειμώνα με παρδαλά, μπήτνικα ή freak ρούχα, μερικοί με προβιές, και το καλοκαίρι ημίγυμνοι (μερικοί μες στις σπηλιές και γυμνοί), επιδιώκοντας να γίνουν Πρωτόπλαστοι, «Children of God» να ενωθούν με την Μητέρα Φύση.

matala2

Οι πολέμιοι

Πρώτος που εξεγείρεται κατά των χίπιδων, είναι ο Μιχαήλ Ι. Βάμβουκας, ο οποίος αν και νέος, σκανδαλίζεται από τα μπικίνι των πανέμορφων κοριτσιών. Τι σκανδάλισε τον Βάμβουκα, ο οποίος αργότερα φθάνει σε υψηλότατα αξιώματα της Κρητικής Πολιτείας; Η ομορφιά. Δεν την άντεξε ο άνθρωπος και αρχίζει και στέλνει επιστολές στην κρητική εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ ζητώντας να απομακρυνθούν οι «χυδαίοι». Σε μία από τις επιστολές αναφέρει ότι έγινε πυρ και μανία όταν …. 

«…όταν είδα τα μικρά παιδιά του χωριού, να ερευνούν με τα αχόρταγα και ερευνητικά τους ματάκια τας νεαράς (με τα μπικίνι)…πόσα άραγε ερωτηματικά εγεννήθησαν εις την ψυχήν των αθώων αυτών υπάρξεων; Πόσοι ψυχικοί τραυματισμοί καθ ην στιγμήν βλέπουν ότι μεγάλοι κυκλοφορούν ασύστολα, ενώ εκείνα παρατηρούνται όταν εν τη παιδική των αφελεία σηκώσουν το φουστανάκι τους» (ΠΑΤΡΙΣ, 14 Αυγ 1965) 

matala3

Εν κατακλείδι, ο διαμαρτυρόμενος παιδαγωγός, προτείνει να απομακρυνθούν  από την Κρήτη οι ανεπιθύμητοι «αλητοτουρίστες». Δυστυχώς για τον Βάμβουκα, η εφημερίδα δεν συμμερίζεται τις απόψεις του (Μπράβο στην Εφημερίδα!) και έτσι ο Βάμβουκας προσπαθεί να ξεσηκώσει τους χωρικούς των Ματάλων. Όμως και οι χωρικοί δεν ξεσηκώνονται διότι δεν ενοχλούνται.
Αλλά ενώ ο Βάμβουκας δεν καταφέρνει να απομακρύνει τους χίπιδες από την Κρήτη, καταφέρνει με ένα περίεργο τρόπο να ενισχύσει το χίπικο κίνημα και να κάνει τα Μάταλα διάσημα σε όλο τον κόσμο. Διότι λέγεται ότι, ο Βάμβουκας εν τη απελπισία του καταφεύγει στον Δεσπότη της περιοχής. Με «κατάλληλες» περιγραφές τον πείθει ότι κινδυνεύει η Ορθοδοξία. Και ο Άγιος αυτός Άνθρωπος, ο Μητροπολίτης Τιμόθεος (που αργότερα έγινε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης) παρασυρμένος, βγάζει εγκύκλιο (Ιούνιο του 1968) με την οποία κηρύσσει ανένδοτο αγώνα κατά των χίπιδων. Η εγκύκλιος αυτή δημοσιεύεται και από εφημερίδες της Αθήνας. Τα νέα έχουν φθάσει και στο εξωτερικό, και ένα περιοδικό, παγκόσμιας κυκλοφορίας, το Life, στέλνει δημοσιογράφο για ρεπορτάζ στα Μάταλα, ώστε να διαπιστωθεί τι συμβαίνει.

matala4

Η Παρουσίαση στο περιοδικό Life

Τον Ιούλιο του 1968, το τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Life, κυκλοφορεί με εξώφυλλο που έδειχνε ένα νεαρό ζευγάρι σε μια από τις σπηλιές των Ματάλων. Μέσα υπάρχει ένα πολύ καλό ρεπορτάζ του Thomas Thompson που συνοδεύεται από εκπληκτικές φωτογραφίες του Denis Cameron. Όλος ο κόσμος διαβάζει για τα Μάταλα. Οι απανταχού χίπις, πληροφορούνται για τον επίγειο Παράδεισο, για τις προϊστορικές σπηλιές και την υπάρχουσα κοινότητα των συναδέλφων. 

matala5

Έτσι λοιπόν από τον Βάμβουκα ενεργοποιείται ο Δεσπότης. Από τον Δεσπότη, ενεργοποιούνται οι δημοσιογράφοι στην Αθήνα. Από αυτούς το περιοδικό Life και τελικά…τα Μάταλα γίνονται σε μία μέρα διάσημα. Τώρα, εκ περάτων της γης στρατιές χίπιδων καταφθάνουν, οι σπηλιές όλης της περιοχής γεμίζουν από παιδιά και το άσημο ψαροχώρι, μετατρέπεται σε πρωτεύουσα του παγκόσμιου χίπικου κινήματος.

matala6

Το πιο διάσημο σε όλο τον κόσμο γκράφιτι, που συντηρείται ακόμη και σήμερα στα Μάταλα. Είναι γραμμένο από τον Γιώργο, τον ψαρά, πιστό φίλο των χίπις: TODAY IS LIFE TOMORROW NEVER COMES. 

Η καταιγίδα πλησιάζει

matala7Το Καλοκαίρι του 1969, η κρητική εφημερίδα ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ που διευθύνεται από τον Αριστοτέλη Γραμματικάκη παίρνει θέση κατά των χίπιδων στα Μάταλα. Τους χαρακτηρίζει «βρωμερούς», «ανισόρροπους» και «ανώμαλους». Σε ανυπόγραφο κεντρικό άρθρο, στις 17 Ιουλίου, η εφημερίδα διατυπώνει την άποψη, πως «οι χίπιδες έχουν σκοπό να δημιουργήσουν το τρίτο φύλο». Ο ανώνυμος ρεπόρτερ, ισχυρίζεται ότι πήγε στα Μάταλα και συνάντησε τον ηγέτη της χίπικης παροικίας, και ότι ο ηγέτης του αποκάλυψε… «ο βασικότερός μας στόχος είναι να δημιουργήσουμε το τρίτο φύλο»

Σε άλλα άρθρα της ίδιας χρονιάς, η εφημερίδα επιτίθεται κατά των απανταχού χίπιδων, γράφει για τους «ανεγκέφαλους» που κυλιούνται σε λάσπες, θεωρεί το φεστιβάλ του Γούντστοκ «μεγάλο κατάντημα», και άλλα τέτοια γραφικά και ανυπόστατα που μπορούσαν να προκαλέσουν όμως –στους φιλόξενους κρητικούς που αγαπούσαν τους χίπιδες- την αίσθηση ενός κινδύνου. Είναι φανερό ότι η εφημερίδα θέλει να τρομοκρατήσει τους γονείς, υποβάλλοντάς τους την ιδέα, πως τα παιδιά τους κινδυνεύουν να γίνουν ομοφυλόφιλοι. 

 

Ύστερα από τέτοια δημοσιεύματα, ο Εισαγγελέας Ηρακλείου Μιχάλης Τσεβάς διατάζει έρευνα στις σπηλιές των Ματάλων. Ο Διοικητής Ασφάλειας Ηρακλείου, με αστυνομική δύναμη, αρχίζει να κάνει αιφνιδιαστικές επιχειρήσεις ημέρα και νύχτα. Ήθελαν να εξακριβώσουν αν μέσα στις περίφημες σπηλιές γίνονταν όργια και εάν προετοιμαζόταν εκεί, η «καταστροφή της Κρήτης», δηλαδή το επαπειλούμενο «τρίτο φύλο».

Τελικά, εργαστήρια κατασκευής τρίτου φύλου, οι αστυνομικοί δεν βρήκαν, βρήκαν όμως μερικούς που στα σακίδιά τους είχαν το χόρτο το λεγόμενο «γελαστό» ή «φευγάτο», και αυτούς τους συνέλαβαν και τους πέρασαν από δίκη.
Υπήρξαν δεκαεπτά συνολικά καταδίκες.

Το «Συνέδριο» των Χίπις

Τα πράγματα επιδεινώνονται περισσότερο τον Φεβρουάριο του 1970. Τότε συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο. Ένας κρητικός, ο Νίκος Αγγελής, δημοσιεύει στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ, ένα πολυσέλιδο ρεπορτάζ για τους χίπις στα Μάταλα, και ρίχνει την είδηση βόμβα…  «ένα μεγάλο Συνέδριο Χίπις από όλο τον κόσμο οργανώνεται στα Μάταλα. Οι χίπις θα συγκεντρωθούν εκεί την Άνοιξη, για να ξεκαθαρίσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα…» (ΕΠΙΚΑΙΡΑ,13 Φεβρ 1970) Ο ίδιος δημοσιεύει την ίδια είδηση στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ (14 Φεβρ 1970).

matala8

Η είδηση ήταν ψεύτικη. Συνέδριο δεν υπήρχε. Το ρεπορτάζ αυτό λειτούργησε προβοκατόρικα, έριξε λάδι στη φωτιά, και έκανε έξαλλο τον Δεσπότη στην Κρήτη, που αμέσως έγραψε πύρινα άρθρα στο εκκλησιαστικό περιοδικό ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ , από τα οποία, ενδεικτικό απόσπασμα αναφέρω…  «Αφήσαμε κι εφύτρωσε στον τόπο μας ένα κακό δέντρο. Ο Χιπισμός….Ζητούμε να σταματήσει το συνέδριο, να κλείσουν οι αρμόδιοι τις σπηλιές, να περιφράξουν τον τόπο, να τους διώξουν από εκεί…» (Μητροπολίτης Τιμόθεος. Εκκλησιαστικό περιοδικό ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ τευχ 83, Φεβρ 1970)

Ο Ξαγοραράκης

Ο πόλεμος είναι ακόμη κλεφτοπόλεμος. Επίσημη απόφαση για απομάκρυνση των χίπιδων από τις σπηλιές δεν υπάρχει. Όμως δεν σταματούν να χτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Στις αρχές του 1970, ένας κρητικός που ζούσε στα Μάταλα, ο Στέλιος Ξαγοραράκης, προσπαθεί να φέρει την ειρήνη. 

matala9

Φωτό: Ο Στέλιος Ξαγοραράκης, στο θρυλικό Mermaid Cafe

Ο Ξαγοραράκης έχει το Καφενείο (που λειτουργεί και σαν εστιατόριο) Mermaid Café στα Μάταλα. Φεύγει λοιπόν από εκεί και πάει στο Ηράκλειο και βρίσκει τον Γραμματικάκη τον εκδότη της εφημερίδας ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ. Του λέει ότι όσα γράφτηκαν περί «τρίτου φύλου» είναι ψέματα, ότι ούτε τρελοί, ούτε βρωμεροί είναι οι χίπιδες. Του αναφέρει περιπτώσεις παιδιών που ζουν στις σπηλιές και έχουν τελειώσει το Harvard. Όμως αυτά τα επιχειρήματα δεν αρκούν και ο Ξαγοραράκης το ξέρει. Το βασικό του επιχείρημα το αφήνει για το τέλος. «Κύριε Γραμματικάκη…» του λέει «…έχετε σκεφτεί τι πάμε να πάθουμε; Αυτά τα παιδιά ήδη γράφουν γράμματα στις πατρίδες τους για όσα αντιμετωπίζουν. Έχουν μια φωνή που μπορεί να σκοτώσει την Κρήτη. Αν οι εφημερίδες του εξωτερικού μας χαρακτηρίσουν βάρβαρους, ποιος τουρίστας θα έρθει ξανά στο νησί μας; Αξίζει λοιπόν στο όνομα της όποιας ηθικής να καταστρέψουμε τουριστικά την Κρήτη;» 

Ο Αριστοτέλης Γραμματικάκης, όπως ο ίδιος ομολογεί αργότερα με άρθρο στην εφημερίδα του, πείθεται. Αντιλαμβάνεται ότι με αυτή την συμπεριφορά κινδυνεύουν να μην ξαναπατήσει τουρίστας. Καταλαβαίνει το μεγάλο λάθος. Και ζητά από τον Γραμματικάκη να του αφήσει μια επιστολή με τις σκέψεις του. Το ζητά αυτό για να την δημοσιεύσει στην εφημερίδα και να την σχολιάσει ο ίδιος στα επόμενα φύλα. 

Στο φύλο 8 Μαρτίου 1970, υπάρχει πρωτοσέλιδο ενυπόγραφο άρθρο του ίδιου του εκδότη με το οποίο αναγνωρίζει το λάθος τακτικής της εφημερίδας, και κηρύσσει το ΠΑΥΣΑΤΕ ΠΥΡ. 

Ο Στέλιος Ξαγοραράκης θα έπρεπε να ανακηρυχθεί πρόσωπο-σύμβολο για την Τουριστική Οικονομία της Κρήτης γιατί προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Τουρισμό κάτι που πολύ αργότερα είδαν άλλοι.

Όμως ήταν αργά, γιατί ένας σκοτεινός μηχανισμός είχε ήδη ενεργοποιηθεί και σε λίγο η Μεγάλη Καταιγίδα θα ξεσπάσει…

Η Joni Mitchell στα Μάταλα 

matala10

Η άνοιξη του 1970, είναι το τελευταίο συγκλονιστικό χαμόγελο της Ουτοπίας, της ψυχεδελικής δηλαδή παροικίας των χίπιδων, στις σπηλιές των Ματάλων. Στο τέλος εκείνης της Άνοιξης, το Χαμόγελο θα γίνει Κραυγή, πρώτα στην Αμερική και μετά στην Ελλάδα. Αλλά πριν την κραυγή, πριν την μεγάλη φασιστική καταιγίδα, θα επικρατήσει μια γλυκιά νηνεμία. Στα Μάταλα θα ανθίσει ένας έρωτας που θα μείνει για πάντα στην ροκ ιστορία. Είναι ο έρωτας της Joni Mitcell και του Κάρεϋ, ενός χίπι που ζούσε εκεί. Αυτός ο έρωτας αποτελεί έναν από τους ομορφότερους μύθους του ροκ και γέννησε ένα πανέμορφο λουλουδένιο παιδί, το τραγούδι Carey… 

The wind is in from Africa
Last night I couldn’t sleep
Oh, you know it sure is hard to leave here Carey
But it’s really not my home
My fingernails are filthy, I got beach tar on my feet
And I miss my clean white linen and my fancy French cologne
Oh Carey get out your cane And I’ll put on some silver
Oh you’re a mean old Daddy, but I like you fine 

Come on down to the Mermaid Cafe and I will buy you a bottle of wine And we’ll laugh and toast to nothing and smash our empty glasses down
Let’s have a round for these freaks and these soldiers
A round for these friends of mine
Let’s have another round for the bright red devil
Who keeps me in this tourist town 

Ένα φιλμάκι του Julian Davies έχει γυριστεί με έμπνευση το τραγούδι αυτό και δίνει εκπληκτικές εικόνες από τα Μάταλα.

 

Η Στάση της Χούντας

Μέχρι και τον Απρίλιο του 1970, η χούντα δεν παίρνει θέση για το «πρόβλημα των Ματάλων». Οι απόψεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος διίστανται. Υπάρχουν εκείνοι που προτείνουν στον Παπαδόπουλο μία επιχείρηση σκούπα και υπάρχουν άλλοι που εισηγούνται να μην κινηθούν διότι θα ρεζιλευτούν διεθνώς και θα κατηγορηθούν για φασιστική νοοτροπία. Ο Παπαδόπουλος φαίνεται ότι είχε πειστεί πως μία στρατιωτική ή αστυνομική επιχείρηση, θα τον εξέθετε στο εξωτερικό και θα τον απογύμνωνε από τον «δημοκρατικό» μανδύα που υποκριτικά φορούσε. Έτσι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, εισαγγελείς και άλλοι ελάχιστοι, χουντικής νοοτροπίας που απευθύνουν εκκλήσεις από την Κρήτη, δεν εισακούονται και ο δικτάτορας δεν κινητοποιείται. Όμως στα τέλη του Απριλίου, η εντολή έρχεται άνωθεν, δηλαδή από την Αμερική και είναι ξεκάθαρη: ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΑ ΜΑΤΑΛΑ. Τότε βεβαίως και ο Παπαδόπουλος αναλαμβάνει δράση. Γιατί όμως, η Αμερική, δηλαδή ο Νίξον, έδωσε τέτοια εντολή; Η απάντηση βρίσκεται στον στίχο της Joni Mitcell…

Let’s have a round for these freaks and these soldiers
A round for these friends of mine

Ας πιούμε στην υγειά των φρικιών και των στρατιωτών Στην υγειά αυτών των δικών μου φίλων. Δηλαδή, εκτός από τα φρικιά, ως χίπιδες ζουν στα Μάταλα και …στρατιώτες. Ποιοι ήταν αυτοί; Όσοι είχαν κληρωθεί αλλά δεν θέλησαν να πάνε στον πόλεμο του Βιετνάμ. Οι «στρατιώτες» αυτοί, το έσκαγαν από την Αμερική, και έβρισκαν καταφύγιο στα Μάταλα. Ο λόγος λοιπόν που ο Νίξον ήθελε οπωσδήποτε να κλείσει τα Μάταλα, ήταν να τιμωρήσει αυτούς τους «στρατιώτες». Στα τέλη του Απριλίου, οι Αμερικανοί εισβάλλουν στην Καμπότζη. Οι διαμαρτυρίες που αμέσως εγείρονται στην Αμερική είναι πολλές και μάλιστα στις 4 Μαΐου του 1970, φθάνουμε στην σφαγή του Ohio όπου η Αστυνομία ανοίγει πυρ κατά των διαδηλωτών φοιτητών (του Πανεπιστημίου του Kent ) και τέσσερις φοιτητές δολοφονούνται. Τα γεγονότα απαθανατίζονται και καλλιτεχνικά στο τραγούδι του Neil Young…

TinsoldiersandNixoncoming,
We’refinallyonourown.ThissummerIhearthedrumming
FourdeadinOhio
(“Ohio” NeilYoung)

 

Η σφαγή στο Ohio, πυροδοτεί μια σειρά από εκδηλώσεις διαμαρτυρίας σε όλη την Αμερική και περισσότεροι νεαροί καίνε τα προσκλητήρια κατάταξης στο στρατό και αρκετοί ταξιδεύουν λιποτάκτες σε διάφορα μέρη, όπως στα Μάταλα. Τότε έξαλλος ο αμερικανός πρόεδρος αποφασίζει να κλείσει τις σπηλιές και να εκδιωχθούν οι χίπιδες των Ματάλων. Όμως ο Νίξον δεν ήθελε να φανεί, δεν ήθελε να γίνει επέμβαση στις σπηλιές με αμερικανικές δυνάμεις. Έτσι χρησιμοποιεί τον Παπαδόπουλο, ο οποίος αρπάζεται από ένα τηλεγράφημα του Μητροπολίτη Τιμόθεου που ζητά να μην γίνει Συνέδριο Χίπιδων και να κλείσουν οι σπηλιές, και ενεργοποιεί την χουντική αστυνομία. Είναι φανερό ότι το επαπειλούμενο «συνέδριο» ήταν μια είδηση χαλκευμένη που έπαιζε για δυο μήνες, μέχρι να δοθεί το σήμα και να χρησιμοποιηθεί σαν αφορμή για επέμβαση από την αστυνομία. Συνεπώς το σχέδιο είχε καταστρωθεί από καιρό και τώρα απέμενε μόνο η γρήγορη υλοποίησή του.

Η Επέμβαση της Αστυνομίας

Τον Μάιο του 1970 η τελική φάση του σχεδίου μπαίνει σε εφαρμογή. Οι χωροφύλακες της χούντας, εισβάλλουν στο ψαροχώρι, και συλλαμβάνουν τους περισσότερους χίπις. 

Το θρυλικό Mermaid Cafe, ουσιαστικά γκρεμίζεται. Αυτό είναι ένα άλλο Φράουλες και Αίμα που εκτυλίχθηκε εκείνο τον Μάιο του 1970, στα Μάταλα Κρήτης. Στα γεγονότα πρωτοστατεί η Joni Mitcell. Δεν έχω σκοπό τώρα, να περιγράψω με λεπτομέρεια όλα όσα συμβήκανε. Θα πω μόνο το πως τελικά, οι «χίπιδες ταραξίες» «πατάσσονται». Οι σπηλιές αδειάζουν . Γίνονται έλεγχοι διαβατηρίων και οι «αρχές» συνεργάζονται με την αμερικανική πρεσβεία. Όσοι χίπιδες διαπιστώνεται ότι είναι λιποτάκτες του Πολέμου στο Βιετνάμ, παραδίδονται στους Αμερικανούς για τα περαιτέρω. Ο Ξαγοραράκης συλλαμβάνεται. Αργότερα απογοητευμένος φεύγει για πάντα από την Κρήτη, και τώρα ζει στην Αμερική. Το Όνειρο έχει τελειώσει». 

 

Πηγή: Freedomgreece.blogspot.gr

ΙΣΤΟΡΙΑ

Βασίλης Λυμπέρης: Ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα το 1972

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γνωριμία και ο γάμος του με τη Βασιλική Μάρκου – Τα προβλήματα, ο χωρισμός και η απόφαση του Λυμπέρη να κάψει το σπίτι του – Οι τρεις συνεργοί του – Πώς έγινε το φρικιαστικό έγκλημα – Το σκηνικό της τραγωδίας, η σύλληψη του Λυμπέρη και των συνεργών του – Το δικαστήριο, η απόφαση και η εκτέλεση του Λυμπέρη


Τον τελευταίο καιρό είναι πολλά και διαδοχικά τα εγκλήματα που έχουν συγκλονίσει την κοινή γνώμη και έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Η φρικτή δολοφονία της άτυχης Ελένης στη Ρόδο πέρα από όλα τα άλλα, έχει προκαλέσει στα τηλεοπτικά παράθυρα, τα σάιτ και τα σόσιαλ μίντια μεγάλες συζητήσεις. Ανάμεσα σε όλα όσα γράφονται ή ακούγονται ,δεσπόζουσα θέση κατέχει η συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής στη χώρα μας για ειδεχθή εγκλήματα.

Τυπικά η θανατική ποινή καταργήθηκε το 1993 από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, ουσιαστικά όμως έπαψε να ισχύει από το 1972, οπότε και εκτελέστηκε ο τελευταίος θανατοποινίτης στην Ελλάδα, ο Βασίλειος Λυμπέρης. Για την υπόθεση αυτή έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Θα παραθέσουμε όμως και στο άρθρο μας αυτό, στοιχεία που δεν υπάρχουν αλλού, καθώς την υπόθεση Λυμπέρη περιγράφει ανάμεσα σε δεκάδες άλλες, ο “πατριάρχης του αστυνομικού ρεπορτάζ” στη χώρα μας Πάνος Σόμπολος στο βιβλίο του “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου”.

 

Ο μοιραίος γάμος

Στις αρχές Μαΐου 1967 ο Γιώργος Λυμπέρης, πατέρας του Βασίλη Λυμπέρη, νοσηλευόταν μετά από έμφραγμα που είχε υποστεί στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών. Στο ίδιο νοσοκομείο και στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν και ο Π. Μάρκου. Κατά τις επισκέψεις στον πατέρα της η Βασιλική Μάρκου, γνώρισε τον ηλεκτρολόγο Β.Λυμπέρη και τον ερωτεύτηκε. Στις 19 Αυγούστου 1967 οι δύο νέοι αρραβωνιάστηκαν. Ο Λυμπέρης ήταν τότε 22 ετών και η Βασιλική 19. Στις 17 Δεκεμβρίου 1967 έγινε ο γάμος τους. Οι δύο νέοι εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της Βασιλικής στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου ,στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Σύντομα όμως άρχισαν τα προβλήματα. Έντονοι διαπληκτισμοί, συνεχείς φιλονικίες και καβγάδες. Ο Λυμπέρης αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει από σύζυγό του να χωρίσουν πριν αποκτήσουν παιδιά, αυτή όμως δεν δεχόταν γιατί τον αγαπούσε πολύ και πίστευε ότι η κατάσταση σταδιακά θα βελτιωνόταν.

Στις 26 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε το πρώτο παιδί του ζευγαριού η Παναγιώτα, ένα πανέμορφο κοριτσάκι, ενώ αργότερα γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους ο Γιώργος.

Ενώ η Βασιλική ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους οι τσακωμοί στο οικογενειακό περιβάλλον εντάθηκαν, κυρίως ανάμεσα στον Λυμπέρη και την πεθερά του. Έτσι εκείνος αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να εγκατασταθεί σε σπίτι στην πλατεία Βάθη στην οδό Σωνιέρου 15, όπου πλέον ζούσε μόνος του. Συγγενείς και φίλοι της οικογένειας κατηγορούσαν τον Λυμπέρη ότι μεταχειριζόταν άσχημα τη Βασιλική, μεθούσε και σπαταλούσε πολλά χρήματα σε κέντρα διασκέδασης συχνά με συντροφιά γυναικών, ενώ είχε πουλήσει κι ένα προικώο οικόπεδο. Τα χρήματα που εισέπραξε από την πώληση τα ξόδεψε σε ασωτίες και διασκεδάσεις.

Κάποιοι έλεγαν ότι δεν πρόσεχε καθόλου την οικογένειά του και ότι έπαιρνε χρήματα από την πεθερά του τα οποία δεν τα επέστρεφε ποτέ. Η σύζυγός του, Βασιλική ωστόσο ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ο Λυμπέρης υποστήριζε ότι η Βασιλική δεν ήταν καλή νοικοκυρά, ότι δεν ταίριαζαν καθόλου και ότι δεν άξιζε να είναι γυναίκα του.

 

Το σατανικό σχέδιο

Τα Χριστούγεννα του 1971, στην οδό Σωνιέρου, ο Λυμπέρης γνωρίστηκε με τρεις νεαρούς που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Τον 20χρονο Αθανάσιο Σταμάτη, τον 25χρονο Θεόδωρο Καπρέτσο και τον 18χρονο Παύλο Αγγελόπουλο. Ένα βράδυ, εμφανώς πιωμένος, ο Λυμπέρης τους είπε ότι κάποιος φίλος του είχε κάψει το σπίτι και την οικογένειά του και δεν είχε συλληφθεί και ότι θα έκανε και αυτός το ίδιο. Ο Αγγελόπουλος του είπε ότι δεν έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο και να λύσει “ειρηνικά” τις διαφορές του με τη σύζυγο και την πεθερά του. Ο Λυμπέρης ήταν όμως αποφασισμένος. Είχε εγκαταλείψει τη δουλειά του (ήταν ηλεκτρολόγος) και τον απασχολούσε μόνο το πώς θα πραγματοποιήσει το εγκληματικό του σχέδιο. Λέγοντας στους υπόλοιπους ότι η πεθερά και η γυναίκα του είχαν μεγάλη περιουσία, έπεσε αρχικά τον Αγγελόπουλο, υποσχόμενος ότι θα του αγοράσει αυτοκίνητο και θα του δώσει χρήματα, αν τον βοηθήσει, ενώ το ίδιο έγινε στη συνέχεια με τον Καπρέτσο και τον Σταμάτη.

 

Το φρικτό έγκλημα

Ο Λυμπέρης έπεισε τον Αγγελόπουλο να βάλουν φωτιά στο σπίτι όπου έμενε η οικογένεια του ενώ θα έλειπαν όλοι απ’ αυτό.

Ένα βράδυ, ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο πήγαν στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου με ένα μπιτόνι βενζίνη. Τελικά δεν πραγματοποίησαν το σχέδιό τους είτε γιατί η βενζίνη ήταν λίγη είτε γιατί μέσα στο σπίτι βρίσκονταν και τα παιδιά.

Ωστόσο μερικές μέρες αργότερα έγινε τελικά το φρικτό έγκλημα. Στις 2.10 τη νύχτα της 5ης Ιανουαρίου 1972 ο Λυμπέρης, ο Αγγελόπουλος και ο Καπρέτσος μπήκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου και ξεκίνησαν αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν όσα είχαν σχεδιάσει. Ο Λυμπέρης, ο οποίος είχε απειλήσει τους άλλους δύο ότι θα τους σκοτώσει αν μιλήσουν στην αστυνομία, αγόρασε από ένα πρατήριο υγρών καυσίμων στη Λεωφόρο Κηφισίας μεγάλη ποσότητα βενζίνης.

Φτάνοντας στο σπίτι άφησαν τον Καπρέτσο σαν τσιλιαδόρο να τους “σφυρίξει” αν έβλεπε ή άκουγε κάτι ύποπτο. Ο Αγγελόπουλος με δύο μπιτόνια βενζίνης προχώρησε προς την είσοδο. Ακολούθησε ο Λυμπέρης που κρατούσε το τρίτο μπιτόνι. Άνοιξε την πόρτα και άφησε το κλειδί πάνω στην κλειδαριά. Ο Αγγελόπουλος ξαφνικά μετάνιωσε, ο Λυμπέρης όμως τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και έτσι συνέχισε τη δράση του. Με ένα μπιτόνι βενζίνη στα χέρια ο καθένας (το τρίτο το είχαν αφήσει στην είσοδο) μπήκαν στο σπίτι. Ο Αγγελόπουλος πήγε στο δωμάτιο που κοιμόταν η πεθερά του Λυμπέρη, ενώ δίπλα της σε μία κούνια κοιμόταν το αγοράκι. Ο Λυμπέρης πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γυναίκα του με την μικρή κόρη τους. Πρώτος ο Αγγελόπουλος άδειασε τη βενζίνη στο δωμάτιο της πεθεράς του Λυμπέρη. Άναψε ένα σπίρτο, το οποίο έσπασε. Στη συνέχεια, άναψε και δεύτερο. Το ίδιο έκανε και ο Λυμπέρης στο άλλο δωμάτιο.

Ακολούθησαν κόλαση φωτιάς, εκρήξεις και κραυγές απόγνωσης από τις δύο γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Παντού φλόγες και καπνοί. Η Βασιλική πετάχτηκε από το κρεβάτι της και προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και την Πυροσβεστική, όμως ο Λυμπέρης με μίσος και μανία την έπιασε από τα μαλλιά και την έριξε στις φλόγες, ενώ παράλληλα καθώς ήταν πεσμένη κάτω, την πατούσε στο στήθος με το πόδι για να μην γλιτώσει, λέγοντας της “τώρα θα τα πληρώσεις όλα…”.

Ο Αγγελόπουλος ακούγοντας τις κραυγές των γυναικών και των παιδιών, λύγισε. Πήρε το τρίτο μπιτόνι με τη βενζίνη και προσπάθησε να το αδειάσει πάνω στον Λυμπέρη για να τον κάψει. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι το έκανε αυτό επειδή ο Λυμπέρης τους είπε ψέματα πως τα παιδιά δεν ήταν στο σπίτι. Τελικά ο Λυμπέρης κρύφτηκε πίσω από μία πόρτα και γλίτωσε. Αμέσως μετά, Λυμπέρης, Αγγελόπουλος και Καπρέτσος επέστρεψαν στην Πλατεία Βάθη.

Ο Λυμπέρης που είπε στους άλλους δύο “ό,τι έγινε έγινε, μη μιλήσει κανείς”, είχε εγκαύματα στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα ρούχα των δύο δραστών είχαν καεί σε αρκετά σημεία. Αφού άλλαξαν, έδωσαν τα καμένα ρούχα στον Σταμάτη ο οποίος τα πέταξε σε ένα κάδο απορριμμάτων.

Η αποκάλυψη του εγκλήματος

Στις 5 το πρωί, ο Αντώνης Στρογγυλούδης, σύζυγος της αδελφής της Βασιλικής, Ευαγγελίας, περνώντας από το σπίτι της πεθεράς του με το αυτοκίνητό του για να πάει στη δουλειά, είδε να βγαίνουν από μέσα καπνοί. Έτρεξε και κατάφερε να μπει στο σπίτι. Πίσω από την πόρτα ήταν πεσμένη και βογκούσε η κουνιάδα του η Βασιλική. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν ο Γιωργάκης που σημειωτέον την επόμενη μέρα θα γιόρταζε τα γενέθλιά του. Η Παναγιώτα βρισκόταν στο δωμάτιο όπου κοιμόταν με τη γιαγιά της η οποία βρέθηκε στο μπάνιο. Σε λίγο έφτασε η αδελφή της Βασιλικής, Ευαγγελία που όπως είπε ένιωσε ανατριχίλα καθώς το θέαμα ήταν φρικτό. Η Βασιλική ήταν μισοπεθαμένη, με καθολικά εγκαύματα. Την μετέφεραν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Δεν άντεξε. Το βράδυ ξεψύχησε, πρόλαβε όμως στο νοσοκομείο να πει λίγα λόγια στη θεία της Αθήνα Μάρκου που ήταν μοναχή και έφερε το όνομα Φιλοθέη και στους γιατρούς. Τους αποκάλυψε ότι δράστης του στυγερού εγκλήματος ήταν ο σύζυγός της. Στο γιατρό Νίκο Σγούρδα είπε ότι γνώριζε και για την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της με κάποια Μαρία, 18 ετών τότε, και πρόσθεσε ότι ίσως ο Λυμπέρης έκανε το έγκλημα γιατί στις 18 Ιανουαρίου θα γινόταν η δίκη για τη διατροφή που έπρεπε να πληρώσει. Εντυπωσιακό είναι ότι η Βασιλική είπε στο γιατρό “Μην του κάνετε κακό, μην του κάνετε κακό…”. Δυστυχώς, λίγες ώρες αργότερα, υπέκυψε.

Ο προϊστάμενος τότε της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Σωκράτης Καψάσκης, είπε: “Πρόκειται για το ανατριχιαστικότερο έγκλημα που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Απαισιότερο έγκλημα δεν έχω ιδεί στα 30 χρόνια της σταδιοδρομίας μου ως ιατροδικαστού”.

Οι δύο γυναίκες είχαν εγκαύματα στο 95% του σώματός τους. Μάλιστα η Βασιλική είχε τυφλωθεί, ενώ τα δύο παιδάκια είχαν εγκαύματα στο 75% του σώματός τους. Την Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 1972, έγινε η κηδεία των τεσσάρων θυμάτων του Λυμπέρη και των συνεργών του.

Η αποκάλυψη των δολοφόνων

Ο Λυμπέρης είχε συμβουλεύσει τους συνεργούς του να πουν ότι μέχρι τα μεσάνυχτα έπαιζαν χαρτιά και έπειτα κοιμήθηκαν για να πάνε το πρωί στις δουλειές τους. Για τα εγκαύματά του ο ίδιος θα ισχυριζόταν ότι πήρε φωτιά το καμινέτο ενώ έφτιαχνε καφέ και κάηκε. Μάλιστα στον πατέρα του που του τηλεφώνησε να μάθει τι έγινε, έκανε τον ανήξερο. Βέβαιος ότι και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του ήταν νεκρά, ξεκίνησε και πήγε στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου. Πολύς κόσμος ήταν μαζεμένος. Όλοι πίστευαν ότι το σπίτι πήρε φωτιά από τη σόμπα ή κάποιο άλλο τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης φαινόταν θλιμμένος και συγκλονισμένος από το κακό που τον βρήκε. Εκείνη τη μέρα κυκλοφόρησαν έκτακτες εκδόσεις για το περιστατικό το οποίο απέδιδαν σε τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης όταν διάβασε τα όσα γράφονταν ήταν πλέον σίγουρος ότι έχει διαπράξει το τέλειο έγκλημα. Σύντομα όμως, η μοναχή Φιλοθέη τηλεφώνησε στον συνταγματάρχη της χωροφυλακής Μαυροειδή, τον ενημέρωσε για τις αποκαλύψεις της ανιψιάς της.

Ο Λυμπέρης οδηγήθηκε στο Τμήμα Χαλανδρίου και ανακρίθηκε. Αρχικά είπε όλα όσα είχε προετοιμάσει από πριν. Σύντομα κλήθηκαν για κατάθεση και οι Αγγελόπουλος-Καπρέτσος. Ο Λυμπέρης αν και δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τα εκτεταμένα εγκαύματα, εξακολουθούσε να παριστάνει τον αθώο. Όταν όμως έφτασε στο τμήμα η μοναχή Φιλοθέη που αποκάλυψε ό,τι της είχε πει η Βασιλική, ο Λυμπέρης που νόμιζε ότι η σύζυγός του ήταν νεκρή, λύγισε και ομολόγησε. Το ίδιο έκαναν μετά και οι δύο συνεργοί του. Την επόμενη ημέρα έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος. 1.500 άτομα είχαν συγκεντρωθεί, τα οποία έβριζαν και καταριόνταν τους φονιάδες, ενώ ζητούσαν να τους εκτελέσουν. Η υπόθεση για πολλές μέρες απασχόλησε την κοινή γνώμη, ενώ το γεγονός μεταδόθηκε και στο εξωτερικό από τα διεθνή πρακτορεία.

Η δίκη

Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 5 Μαΐου 1972, ημέρα Παρασκευή. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Κ. Ποταμιάνος και εισαγγελέας ο Γ. Δημητριάδης. Ο Λυμπέρης στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι αιτία για τα προβλήματα στον γάμο του ήταν η πεθερά του. Πίστευε ότι αν έκαιγε το σπίτι η γυναίκα του και τα παιδιά του θα ερχόταν να μείνουν μαζί του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι γνώριζε πως η Βασιλική και τα δύο μικρά βρίσκονταν εκείνο το βράδυ στο σπίτι και πως ζήτησε και μόνος του από τον ανακριτή να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου αν οι Αρχές πίστευαν ότι είχε σκοπό να κάψει τέσσερις ανθρώπους. Οι άλλοι τέσσερις κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν την τους και δήλωσαν μετανιωμένοι. Το μεσημέρι της Κυριακής 7 Μαΐου 1972, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του. Ο Λυμπέρης και ο Αγγελόπουλος καταδικάστηκαν 4 φορές σε θάνατο, ο Καπρέτσος σε ισόβια κάθειρξη και ο Σταμάτης σε φυλάκιση τριών ετών. Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα στο άκουσμα των ποινών. Ο Λυμπέρης μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου κρατήθηκε σε ειδικό χώρο και όχι σε κελί, από φόβο μήπως οι άλλοι κρατούμενοι τον κακοποιήσουν ή τον σκοτώσουν.

 

Η τελευταία εκτέλεση

Αργότερα, μεταφέρθηκε στις φυλακές Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η αίτησή του για απονομή χάριτος απορρίφθηκε και έτσι βρέθηκε απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Στις 5.50 το πρωί της Παρασκευής 25 Αυγούστου 1972, μεταφέρθηκε στην ορεινή θέση “Δύο Αοράκια” στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), κοινώνησε από δύο ιερείς, τους Κωνσταντίνο Ασπετάκη και Μανώλη Ανδριανάκη. Ο Εισαγγελέας Α. Νικολόπουλος τον ρώτησε αν είχε κάποια επιθυμία ή αν ήθελε να πει κάτι. Εκείνος όμως σκυμμένος όλη την ώρα απάντησε αρνητικά. Ο Λυμπέρης εκτελέστηκε από 12μελές απόσπασμα. Μόνο τα 6 από τα 12 όπλα περιείχαν πυρά για να μην γνωρίζει κάθε στρατιώτης αν από δική του σφαίρα σκοτώθηκε ο καταδικασμένος σε θάνατο. Ο Λυμπέρης τάφηκε στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου.

Ο Αγγελόπουλος δεν εκτελέστηκε καθώς δεν είχε συμπληρώσει τα 18 του χρόνια. Αργότερα έγινε αναστολή της εκτέλεσης και το 1975 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, του απονεμήθηκε χάρη και μετά από 20 χρόνια στη φυλακή αφέθηκε ελεύθερος.

 

Οι σατανάδες της νύχτας

Η υπόθεση Λυμπέρη μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1972 (πραγματικά εντυπωσιακά γρήγορα) έγινε η πρώτη προβολή της ταινίας “Σατανάδες της Νύχτας” που ήταν βασισμένη στα γεγονότα που αναφέραμε. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Μάριος Ρετσίλας και σεναριογράφος ο Βασίλης Μανουσάκης. Τον Βασίλη Λυμπέρη ενσάρκωσε ο έξοχος ηθοποιός Γιάννης Κατράνης. Πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Άρης Μιχόπουλος, Μάκης Γιαννόπουλος Χρήστος Καλαβρούζος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Κική Γρηγορίου, Μαρία Συνοδινού, Μάνος Βενιέρης και άλλοι. Η ταινία έκοψε 56.650 εισιτήρια (33η ανάμεσα σε 66 ταινίες της σεζόν 1972-73, με πρώτη τη “Μαρία της Σιωπής”, με 202. 403 εισιτήρια).

(Α. Ρουβάς – Χ. Σταθακόπουλος, “Ελληνικός Κινηματογράφος” και Στάθης Βαλούκος, “Φιλμογραφία Ελληνικού Κινηματογράφου”)

Αυτή ήταν και η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στη χώρα μας. Όσες φορές στη συνέχεια επιβλήθηκε η θανατική ποινή στη χώρα μας δεν εκτελέστηκε. Η οριστική κατάργηση της θανατικής ποινής έγινε από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1993.

Πηγή: Πάνος Σόμπολος, “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου, όπως τους έζησα”, εκδόσεις Πατάκη 2017.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΘΕΜΑ

Σαν σήμερα το Ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα

Δημοσιεύτηκε

στις

Το μεγαλύτερο έγκλημα εναντίον αμάχου πλυθυσμού από τους Ναζί στην Κατεχόμενη Ελλάδα, ήταν το Ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα της Πελοποννήσου, στις 13 Δεκεμβρίου του 1943


Το πρωί της Δευτέρας, 13 Δεκεμβρίου, οι άνδρες της 117 Μεραρχίας Καταδρομών υπό τον ταγματάρχη Χανς Εμπερσμπέργκερ, που εφάρμοζε τις διαταγές του διοικητή της Μεραρχίας, στρατηγού Καρλ φον Λε Σουίρ, μάζεψαν όλους τους κατοίκους των Καλαβρύτων στο Δημοτικό Σχολείο της πόλης. Εκεί έγινε διαλογή: Οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γέροι παρέμειναν κλειδωμένοι στο σχολείο, ενώ οι άντρες, από 16 μέχρι 60 ετών, οδηγήθηκαν σε ένα χωράφι δέκα λεπτά απόσταση από την κεντρική πλατεία, (στο χωράφι του δασκάλου Καπή), όπου του έζωσαν τριγύρω με πολυβόλα. Συγχρόνως, άλλες ομάδες Γερμανών άρχισαν την λεηλασία και την καταστροφή των Καλαβρύτων.

Το μεσημέρι, στις 2.34, όπως δείχνει ακόμα το ρολόι της εκκλησίας της πόλης που έχει παγώσει σ’ αυτή τη μαύρη ώρα, με μια φωτοβολίδα που έριξε από το κέντρο της πόλης ο ταγματάρχης Εμπερσμπέργκερ, δόθηκε το σύνθημα. Το παράγγελμα ήρθε από τον επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, τον υπολοχαγό Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ, κι οι τριανταπέντε Γερμανοί στρατιώτες που χειρίζονταν τα πολυβόλα άνοιξαν πυρ. Οι άντρες των Καλαβρύτων θερίστηκαν κυριολεκτικά από τα πυκνά διασταυρούμενα πυρά. Μετά, οι Γερμανοί στρατιώτες έδωσαν τη χαριστική βολή σ’ όποιον έβλεπαν να σαλεύει μέσα στον ματωμένο σωρό. Απολογισμός: περί τους επτακόσιους νεκρούς μέσα σε λίγα λεπτά. Σώθηκαν μόνο 13 Καλαβρυτινοί, που, καθώς καλύφθηκαν από τους νεκρούς συμπολίτες τους, οι Ναζί τους θεώρησαν νεκρούς.

Μετά, οι Γερμανοί Καταδρομείς πυρπόλησαν όλα τα σπίτια της πόλης και έσπευσαν να «περιποιηθούν» και τις γυναίκες, τα παιδιά και του γέροντες που ήταν ακόμα κλειδωμένοι στο σχολείο, βάζοντας φωτιά στο κρτίρο. Οι απώλειες θα ήταν –κι εκεί- τραγικές, αλλά οι περισσότερες σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, που τις άφησε να φύγουν. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε… Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές. Να μην πάει χαμένος και ο κόπος τους…

Κανείς δεν πλήρωσε γι’ αυτό το φρικαλέο έγκλημα. Κανείς δεν τιμωρήθηκε, ούτε δόθηκε η οποιαδήποτε ικανοποίηση, ή αποζημίωση, σε κανέναν. Το 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου, επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα και εξέφρασε τη βαθιά θλίψη του για την τραγωδία. Ωστόσο δεν ανέλαβε καμιά ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους, ενώ δεν είπε τίποτα για αποζημίωση…

Δεν έχει νόημα να πούμε τίποτα άλλο γι’ αυτή τη θηριωδία. Ας κλείσουμε με την κάλυψη του γεγονότος από τον Ριζοσπάστη, στο έκτακτο φύλλο του της 24ης Δεκέμβρη του 1943:

«Στα Καλάβρυτα ξετυλίχτηκε μια φρικαλέα πράξη απ’ την πιο φοβερή τραγωδία που έζησε η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη. Ορδές των Ούννων έκαναν επιδρομή και μπήκαν στα Καλάβρυτα που ο πληθυσμός είχε αδειάσει και αποσύρθηκε ολόκληρος στα βουνά. Οι άνανδροι Ούννοι, βαρβαρότεροι και απ’ τις άγριες φυλές της ζούγκλας, κάλεσαν τον πληθυσμό να ξαναγυρίσει στα Καλάβρυτα με την υπόσχεση ότι δεν είχε να πειραχτεί κανένας. Ο πληθυσμός ξαναγύρισε και τότε οι Ούννοι, οι προστάτες των Ράλληδων Ντερτιλήδων, ρίχτηκαν στην εξόντωση των αθώων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Εκλεισαν όλα τα γυναικόπαιδα σε ένα σχολείο και έβαλαν φωτιά. Τυλιγμένες απ’ τις φλόγες οι γυναίκες πάλεβαν να σπάσουν τις πόρτες, ενώ έριχναν τα παιδιά όξω απ’ τα παράθυρα για να σωθούν. Εσπασαν τις πόρτες και μισοκαμένος και ξετρελαμένος αυτός ο κόσμος ρίχτηκε στους δρόμους οπότε αντιμετώπισε άλλο φρικτό θέαμα. Οι Ούννοι είχαν συγκεντρώσει σε μια διπλανή πλαγιά τον άρρενα πληθυσμό από δεκάξι χρονών και πάνου και τον θέριζαν με πολυβόλα. Σκότωσαν πάνου από οχτακόσιους ανθρώπους και κάμποσες γυναίκες που με θρήνους και οδυρμούς έτρεξαν να περιμαζέψουν τα πτώματα που είταν βουτηγμένα σε βούρκο αίματος. Οι Ούννοι απόκλεισαν τα Καλάβρυτα και απαγόρεψαν και στον Ερυθρό Σταυρό να επικοινωνήσει και να στείλει οποιαδήποτε βοήθεια στα τραγικά θύματα.

Οι Ούννοι, αυτές οι ύαινες που γρυλίζουν για πολιτισμό και για θρησκεία, έκαναν επιδρομή και στο ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Λεηλάτησαν αυτό το εθνικό μνημείο και σκότωσαν όλους τους καλόγερους γκρεμίζοντάς τους στους βράχους…».

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Πως έφτιαχναν παλιά οι Κρητικοί τις καλύβες και η ζωή στην εξοχή

Δημοσιεύτηκε

στις

Ποσωπικά θεωρώ μεγάλη τύχη, και αξέχαστη εμπειρία, για όσους έτυχε να έχουν αναμνήσεις από βιώματα σε καλύβες τα καλοκαίρια!


Καλύβα, η εξοχική κατοικία!

Σε πολλά χωριά της Κρήτης, τα καλοκαίρια έφτιαχναν μια καλύβα κάθε οικογένεια στην εξοχή, αλλά οι ίδιοι δεν «ξώμεναν» μέσα στην καλύβα αλλά απ’ έξω, την είχαν όμως για διάφορες χρήσεις!

Μια καλύβα έφτιαχνε ο αγρότης, για να παραθερίσει , αυτός και η οικογένεια του, τουλάχιστο ένα μήνα αλλά και παραπάνω, στις ζεστές μέρες του Καλοκαιριού, όπου θα υπάρχει δροσιά.

Πού, πότε και γιατί?

Την καλύβα θα την έφτιαχνε κάθε ένας, στο μέρος όπου είχε τις θημωνιές του, και ήδη είχε περάσει η αλωνιστική μηχανή!

Στο έδαφος είχε πέσει πολύς σπόρος, και μαζί με τους άγριους σπόρους που έπεφταν από το κόσκινο, ίρες, αγγέλαμους, και άλλων ζιζανίων, θα ήταν τροφή για τα “ορνιθοκούραδα”, (κότες χήνες πάπιες κλπ).

Για τα πουλερικά, είχαν μια πρόχειρη φωλιά με κλαριά κάπου σε ένα διπλανό δένδρο, με το κασόνι μέσα με το απότοκο αυγό, και το γαστράκι με το νερό.

Το απότοκο το έβαζαν για να ξεγελάνε τις κότες, και να πηγαίνουν εκεί να κάνουν το αυγό τους!

Πολλές φορές αντί για αυγό, έβαζαν ένα πορσελάνινο αυγό, από το κεφάλι του μονωτήρα του ΟΤΕ!

Είχε κι αυτό το ίδιο αποτέλεσμα!

Οι κότες πλέον για ένα μήνα τουλάχιστον η και παραπάνω, δεν χρειαζόταν επιπλέον τροφή!

Το ίδιο όμως και τα άλλα ζώα, γαϊδούρια και κατσίκες.

Είχε πέσει πολύ άχυρο, σκύβαλα, από τη μηχανή, και τροφή και για αυτά υπήρχε αύθονη!

Ο αγρότης επίσης θα έκανε μια καλύβα δίπλα στο αμπέλι του.

Εκεί θα έμεναν όλοι τις ημέρες του τρυγητού, από το μάζεμα του σταφυλιού, περιμένοντας μέχρι ξεραθεί η σταφίδα τους, να τη παρεφυλάνε, να μην τη κλέψουν έως και το μάζεμά της!

Θα τα μάζευαν και θα πήγαιναν σπίτι, συνήθως με τις πρώτες βροχές του Φθινοπώρου!

 

Πως φτιάχνεται μια καλύβα

Διάλεγαν ένα μεγάλο δένδρο, συνήθως ελιά η πλάτανο που να έχει παχύ ίσκιο.

Κάτω εκεί, κοντά στον κορμό, στερέωναν τέσσερις μεγάλους πασσάλους τουλάχιστο 2 μέτρων με δίχαλο πάνω. Με άλλους τέσσερις, έδεναν την οροφή, με τη βοήθεια τελιού η σύρματος.

Πολλές φορές αντί πασσάλους από κλαριά ελιάς, που ήταν τα πιο συνήθη, έκοβαν ξερούς κορμούς του άνθους αθανάτου!

Μπορεί να μην είχαν τόσο μηχανική αντοχή, ήταν όμως ευθυτενείς και μακροί, που έφθαναν τα τέσσερα πέντε μέτρα!

Ένας άλλος πάσσαλος θα χώριζε το σημείο της εισόδου της πόρτας, και από κει και πέρα, σειρά είχαν τα καλάμια!

Αρκετά καλάμια θα δενόταν όρθια, μαζί με τα φύλλα, στα πλάγια ανά είκοσι εκατοστά περίπου, το ίδιο και στην οροφή.

Και αυτά δενόταν με τέλι η σπάγκο.

Τελευταία έμπαιναν τα δροσερά κλαριά με πλύσιο φύλλωμα.

Τα πιο συνήθη ήταν τα κλαριά από πλατάνια.

Όμως μπορούσαν να έβαζαν και κλαριά από σφάκα (πικροδάφνη), κυπαρίσσι, κλπ.

Αφού γέμιζε κλαριά παντού η καλύβα, ήταν πλέον έτοιμη για χρήση!

Εκεί μέσα θα ήταν η κουζίνα, τα κατσαρολικά, μερικά ποτήρια και πιάτα.

Τραπέζι δεν ήταν και απαραίτητο, γιατί έστρωναν το τραπεζομάντηλο χάμω, και καθιστοί όλοι στα σκαμνάκια!

Μέσα επίσης, θα ήταν το κρυγιοστάμνι, και σε μια γωνιά τα ρούχα στοιβιασμένα με πολλά σακιά, για τη στρωματσάδα το βράδυ!

Ο λύχνος, και η λάμπα πετρελαίου.

Σε μια βούργια ψηλά κρεμασμένη, θα είχε ντάγκους , παξημαδένιο ψωμί, και μπόλικες αλμυρές σταφιδολιές σε ένα πανί τιλιγμένες!

Κάπου σε ένα μεταλλικό δοχείο γαζοντενέκας, θα υπήρχαν σίγουρα μερικά λαδοτύρια .

Από την έξω μεριά, θα κρεμόταν η λεγόμενη «βρύση», ένα μεταλλικό ειδικό δοχείο νερού με βρυσάκι, για το πρωινό πλύσιμο!

‘Όταν άδειαζε το ξαναγέμιζαν.

Η παρασθιά για μαγείρεμα, ήταν διό πέτρες παραδίπλα, που θα μαγείρευε η νοικοκυρά.

Τα ξύλα θα τα μάζευαν τα παιδιά από τη γύρω περιοχή.

Επειδή όμως γρήγορα τελείωναν, τα παιδιά πήγαιναν όπου υπήρχαν αθάνατοι, και έφερναν ξερούς κορμούς και ξερά φύλλα!

Έχει διαπιστωθεί, πως το ξερό φύλλο αθανάτου, είναι ιδιαίτερα εύφλεκτο, με δυνατή φωτιά στο μαγείρεμα!

Νερό θα υπήρχε μόνο στις δύο μεταλλικές κανίστρες κάτω στον ίσκιο, αλλά κοντά θα υπήρχε σίγουρα, η ένα καβούσι πηγής, η κάποια βρύση για καθημερινή τροφοδοσία.

Θα είχαν προμηθευτεί τρόφιμα, όσπρια πατάτες κλπ, αλλά οι ταχτικές επισκέψεις στον κήπο, θα ενίσχυε το μενού με βραστά η γιαχνί χορταρικά, καθώς και τα κοτόπουλα στα κρεατικά με τα αυγά.

Οι κατσίκες θα έδιναν το γάλα, που θα άρμεγε κάθε βράδυ η μητέρα, και το πρωί όλοι θα έπιναν το γάλα τους, με κομμάτια ντάγκου μέσα

potistra

 

Ο παιδικός παράδεισος

Λιτά και απέριττα τα πράγματα της καλύβας, λιτή και η ζωή, αλλά πολλή αγαπητή από όλους, και κυρίως από τα παιδιά!

Τα παιδιά όταν έλειπαν οι γονείς για άλλες δουλειές, αναλάμβαναν να φυλάνε τα αυγά από κλεφταυγουλάδες, να ποτίζουν και να ταίζουν τις όρνιθες (κότες)!

Με λαχτάρα περίμεναν τον παγωτατζή να περάσει από κάπου κοντά με το τρίκυκλο και να πουλά σε ξιλάκι κρέμα και σοκολάτα. Μιά δραχμή η κρέμα, και μιάμισι η σοκολάτα!

Τότε άρχιζαν τα παρακάλια του πατέρα για ένα παγωτό!

Τις αποκριές τις Παναγίας, όλοι νήστευαν υποχρεωτικά, και ο παγωτατζής έφερνε τα σαρακοστιανά παγωτά με πεπόνι!

Αν αναλογιστεί κανείς πως δεν είχαν τα παιδιά μάθημα, ότι υπήρχαν πολλά παιδιά στις γύρω καλύβες, και οι περισσότερες οικογένειες ήταν πολύτεκνες, και τα παιδιά σμίγανε όλη μέρα στο παιγνίδι, δεν ήθελαν κάτι άλλο!

Όλη μέρα παιγνίδι, από όλα τα παιγνίδια που ήξεραν, από τριόδι, αμάδες, κρυφό, μέχρι κλοτσοσκούφι, ντελιμά, τόπι, και μπίζ μπώλ!

Οι νύχτες επίσης άλλη χάρη, κάτω από το φως του φεγγαριού, με δεκάδες ιστορίες, με παραμύθια και φανταστικές ιστορίες με τα άστρα και τους αστερισμούς, με ηχητικό χαλί τα τριζόνια!

Από καμιά καλύβα δεν εξέλειπε ένα ράδιο για ειδήσεις, για πρωινό ξύπνημα με τη Θεία Λένα, και πρωινά ευχάριστα τραγούδια!

Όλοι ήταν φιλόμουσοι, και όλοι άκουγαν και κρητικά, αλλά και λαϊκά!

Δεν έχαναν και το πρόγραμμα της Φωκίδας με τα επεισόδια του καραγκιόζη, που παρ’ όλο που τα επισόδια ήταν επαναλαμβανόμενα, άρεσαν και τα άκουγαν ξανά και ξανά!

Άλλες εκπομπές τότε ήταν, το «πικρή μικρή μου αγάπη», το θέατρο της Δευτέρας, που όλοι έπρεπε να κάνουν σιωπή!

Ειδικά στο αστυνομικό “Το σπίτι των ανέμων” με τον Βύρωνα Πάλλη, και την Αφροδίτη Γρηγοριάδου, δεν άκουγες αναπνιά!

Είχε και μιά φοβερή μουσική στην αρχή, που σε παρέπεμπε για το θρίλερ!

Μικροί μεγάλοι, δεν έχαναν επισόδιο!

Ήταν τόσο ζωντανές οι σκηνές, που πολλές φορές άφηναν και…εφιάλτες στα παιδιά!

Τα ηχητικά, οι σκληριές, κραυγές,τα αστραπόβροντα ήταν αληθινά, και οι περιγραφές επίσης, και όλα αυτά να τα ακούει η Γρηγοριάδου, και να μιλά για ένα “ΟΝ” χωρις πόδια, και να το βλέπει να σέρνεται σαν βατράχι απο το κρεβάτι της, και να λιποθιμά!

Τέτεια, παραμηθένια “όντα”, μας άφησαν αναμνήσεις στο ραδιόφωνο!

Δεν θυμάμαι πιο ξέγνοιαστα χρόνια, και τη λιτή ζωή

Όλες αυτές οι καλοκαιρινές μέρες της καλύβας, ήταν για να ξεκουράζεται η οικογένεια, να φορτίζει τις μπαταρίες όλων, γιατί το Φθινόπωρο με τα οργώματα και τα σπαρτά, τα παιδιά στο σκολιό, ο χειμώνας με τις ελιές θα ήταν αρκετά κουραστικά!

Πολλοί ίσως είναι αυτοί, που θα επιθυμούσαν να ξαναγύριζαν τα χρόνια εκείνα, έστω χωρίς τις σημερινές πολυτέλειες με την τηλεόραση, τα κινητά και τα αυτοκίνητα!

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Advertisement

Facebook

Advertisement

Δημοφιλη