Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Περασμένες ιστορίες – “Πάνε και οι χοίροι στα σαλόνια”

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Η σύντομη αυτή ιστορία μας, καταμαρτυρεί τη μεγαλοκαρδία πολλών ανθρώπων της εποχής, τη συνύπαρξη τους ειρηνικά, ακόμα και όταν αυτή δοκιμάζεται σε δύσκολες συνθήκες!


Μια πόρτα ήτονε ο Λυκούργος με το Κανόνη, που ήτονε και χρόνια μυρωδικοί συντέκνοι.

Δουλεφταράδες, ηλιοψημένοι, κι οι δυό τους, αλλά προ πάντως συντέκνοι και γείτονες ήταν πάντα πολύ αγαπημένοι!

Δεν είχανε πειράξει ποτές ο γείς τον άλλο, «μηδέ στο μικρό του δαχτυλάκι»!.

Σα γείτονες, μοιραζότανε την ίδια αυλή, αφού ήτονε ταίρι –ταίρι τα σπίθια ντως, και τα τρέχανε καλά, δε ψυχραθήκανε κιαμιά φορά!

Αποδιαφώτιστα εσκονώτανε ο Δημήτρης ο Κανόνης να πάει να κάνει χωράφι, να βοσκήσει τα οζά του, και να κάμει ότι άλλο αγροτικές εργασίες είχενε.

Το ίδιο κι ο Λυκούργος, να πάει στο νεκροταφείο δίπλα που είχε τη μάντρα με τα πρόβατα, να σφάξει κια ‘να οζό, και να ανοίξει το κασαπχιό του στη μεσοχωριά.

Είχε ο Κανόνης το δικό του στάβλο με τα κατσικοπρόβατα, και Λυκούργος είχε κι εκείνος το δικό του στάβλο δίπλα στο σπίτι του , και είχε μέσα μια γουρούνα με τα γουρουνάκια.
Φαωνόντουσαν στη δουλειά και οι δυό, για να μεγαλώσουν τίμια τα κοπέλια ντως.

Ο Λυκούργος όμως που είχε τη γουρούνα, ετουλόγου τζη από νωρίς εκόρδιζε το σκινί, κι όπως το πετσοντάνιζε με λύσσα, μιας κοπανιάς το σπα και δίνει όξω!

Τραβά γραμμή ντουγρού, για το σπίτι του εκλεκτού γείτονα του του Κανόνη, και ήσερνε αξωπίσω τζη και τα γουρουνάκια!

Ήβρε η γουρούνα τη πόρτα ανοιχτή τση κουζίνα, του γείτονα του Κανόνη, και ορμά μέσα, κι…ότι πάρει ο χάρος!

Ερίξανε κάτω τσι καρέκλες, σκαμιά, ερίξανε το σοφρά, αναποδογυρίσανε τα τσικάλια, και όπως ήτονε ντελιασμένη τση πείνας, οτι τρώγεται το σαβούρωνε!

Επετσοσέρνανε τα μικιά γουρουνάκια τα τραπεζομάντηλα, τα πετσετάκια, τα κανεβάτσα, κι ότι πανιά βρίχνανε τα κάνανε παιγνίδια και τα ξελουριδιάζανε με μίσος!

Δε φτάνει ετονά, μονο γεμίσανε χεζουργιά το τόπο, και πηλά με τα πόδια ντως από το στάβλο.

Άμα ξεβαρεθήκανε τη κουζίνα, εσκεφτήκανε να πάνε και στα άλλα δωμάτια!

Ετσά είπανε να περάσουνε σιγά σιγά και στο σαλόνι!

Οφού και ρίξανε και ‘κειά χάμαι, καρέκλες, αρπάζανε τσι κουρτίνες τα γουρουνάκια και το ένα γουρούνι ήσερνε αοπαέ, το άλλο από κιε…

Με διό λόγια, τα κάμανε σα δε μπιτίζι ούλα Γης Μαδιάμ, η αλλοιώς, χουμά κουτάλια!

Μετά από κάμποση ώρα, τα γουρουνόπουλα ούλα, εβγήκανε όξω στο πλησταριό να ξεπλύνουνε τσι μούρες τως, και λαχτακούσανε και εκειά στα νερά!

Πρώτος βραδυασμένα εμφανίστηκε στο σπίτι ο Λυκούργος!

Είδε τη κατάσταση με τα γουρούνια του στο σπίτι του γείτονα και συντέκνου του, και χιαχίρντησε!

Ήπαθε τέθοια λαχτάρα για τη ζημιά που επροξενήσανε τα γουρούνια του στο σπίτι του συντέκνου του, που εγρήκα να του στρίψει ο νούς του!

Ήντα άλλο όμως είχε να κάμει ο έρμος, από το να πχιάσει μάνι μάνι μια παρασύρα, και να καταστέσει τσοι ζημιές, όπως όπως!

Έκανε ένα παράσερμα, και με ένα πανί πανίζει τα πολλά – πολλά.

Με λίγα λόγια, εσιγύρισε το σπίτι του συντέκνου του όσο μπορούσε πχιά καλά.

Μετά σκεφτότανε ήντα να κάνει στη συνέχεια, πως να του το πει, που ντρεπόταν το γειτονά του !

Σταίνει ένα τραπέζι όξω στην αυλή, βγάνει και διό καρέκλες, βάνει απάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι ρακή, δυο ποτήργια ένα πχιάτο σταφίδες, και επερίμενε το γείτονα του το Κανόνη, να ‘ρθει από το χωράφι!

Απ’ αλάργο γροικά τη η ζωντανή και χαραχτηριστική φωνή του Κανόνη, να λαλεί τα χτήματα, και από κοντά εγρηκούντανε και το κλίκ- κλίκ , ο μεταλλικός ήχος που κάνανε τα ζυγάλετρα με τα συντερικά και τσοι αλυσσίδες απάνω στο γάιδαρο!

Μπαίνει επιτέλους στην αυλή ο Κανόνης, και θωρεί το τραπεζάκι στρωμένο και το γειτονά του, τον καλησπερίζει, και απόρισε που τον είδε να να τον περιμένει, μάλιστα με ..ειδική περιποίηση!!

Ο Κανόνης, αφού ξεφόρτωσε τα χτήματα με τα σιντερικά, άφησε τσι άλλες δουλιές να τσι κάμουνε τα κοπέλια, και επήγε και ήκατσε κι αυτός στο τραπέζι παρέα με το Λυκούργο!

Γελαστός – γελαστός ήτονε ο Λυκούργος!

Ο Κανόνης τη ψιλιάστηκε, πως επαέ κάπχοια στραβή εγίνηκε!

Δίνει ο Λυκούργος το ένα ποτήρι ρακί στο Κανόνη, για να τον-ε καλοπχιάσει, σκουντρά με το δικό ντου, και του λέει:

– Έλα δα επαέ σύντεκνε να πχιούμε μνιά, μα ήντα θαρείς, πάνε και οι χοίροι στα σαλόνια!

Εκατάλαβετα σάικα ούλα ο Κανόνης, μα ήντα θαλα πει!

Απαντά του όμως ντελόγω, χωρίς να το πολυσκευτεί:

-Πάνε σύντεκνε και τα γουρούνια στα σαλόνια, κιαμέ δε πάνε!

Από τότε έμεινε η φράση αυτή, να ακούγετε μέχρι των ημερών μας, για να μας μαρτυρεί την ανθρωπχιά των ανθρώπω τση εποχής ετοτεσάς, τη δεκαετία του 50 – 60 -70!

Και τσι πότρες αφήνανε φόρα, και δεν εφοβούντανε τη κλεψά!

Όλοι κι αν όχι ούλοι, οι πχιά πολλοί παλαιινοί, είχανε μεγάλη καρδιά, και πάντοτες ελέγανε μετά από κάθε ζημιά:

”Ναι μπρέ μα ούλα σάζουνε, μόνο ο θάνατος δε σάζει” !

”Ένοιασέ σε μπρέ, μα επαέ θα ‘πομείνουνε ουλα” !

”Ένοιασε σε ζάβαλε, μα μόνο η αθρωπχιά του αθρώπου πομένει σε ‘ντονέ το κόσμο”!

Πολλές τέθοιες φράσεις, ελέγανε οι πχιά πολλοί εκείνα τα χρόνια, και δεν εκολούσανε στσοι κακομοιργές!

Μακάρι και οι καινούργοι να είχαν τη δύναμη και τη σήμερον ημέρα να πούνε και αυτοί τη φράση: «Πάνε και οι χοίροι στα σαλόνια», αλλά και να το εννοούνε κιόλας!

Επεξεργασία κειμένου Γεώργιος Χουστουλάκης

(Επεξεργασία από αφήγηση του Γιώργη Τσικνάκη από τη Γαλιά Δήμου Φαιστού)

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *