Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Σαν σήμερα πέθανε στην Πόμπια ο Καπετάν Κόρακας

Δημοσιεύτηκε

στις

Τιμή και αιώνια ευγνωμοσύνη στους ήρωες αγωνιστές!

Σαν σήμερα την 7η Σεπτεμβρίου του έτους 1882 και ώρα 4 και 06΄απογευματινή στο χωριό καταγωγής του, την Πόμπια Ηρακλείου, άφησε την τελευταία του πνοή και πέρασε στην αιωνιότητα ο μεγάλος αγωνιστής κατά των Τούρκων για τη λευτεριά της πατρίδας ο Μιχαήλ Κόρακας.

Στον απλό τάφο του έξω από το ναό του Αγίου Γεωργίου στην Πόμπια και πάνω σε μαρμάρινη πλάκα αναγράφονται οι στίχοι:

” ΕΠΡΕΠΕ ΣΤΗΝ ΨΗΛΟΤΕΡΗ ΚΟΡΦΗ ΤΟΥ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ
ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΙ Ν’ ΑΦΗΣΟΥΝ ΑΝΟΙΚΤΗ
ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΘΥΡΙΔΑ,
ΤΗ ΝΥΚΤΑ ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ,ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΟΥ Ν’ ΑΦΗΝΕΙ,
ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΛΑΕΙ ΝΕΚΡΟΣ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ”.

( Η 5η φωτογραφία είναι από την έκδοση του συλλόγου γονέων 24ου και 31ου Δημοτικού Σχολείου Ηρακλείου το 1996, με εργασία των μαθητών του 31ου Δημ. Σχολείου για το Μιχαήλ Κόρακα):

Παρακάτω σχετικό δημοτικό τραγούδι για το Μιχαήλ Κόρακα:

Τ Ο Τ Ρ Α Γ Ο Υ Δ Ι Τ Ο Υ Κ Ο Ρ Α Κ Α

Τρεις άντρες είχε η Μεσαρά καλούς πολεμιστάδες
οι δυο καλοί ποθάνανε, τον άλλο φάγαν’ οι μπάλες.
Το Μαστραχά σκοτώσανε, ποθαίνει κι ο Ρωμάνος
κι επόμεινε ο Κόρακας, παλεύγει ντον ο χάρος.
Δεκαοχτώ χρονώ τανε κι εβγήκε στο ποδάρι
κι εσκότωσέ τον τον αγά κι ήτονε παλικάρι.
Αγάς φορεί στην κεφαλή σαρίκι με τη φούντα
κι ο Κόρακας τον σκότωσε με ξύλινη χουρχούδα.
Κι απίτις τον εσκότωσε κι ήβαλε τ’ άρματά του
και τα ‘βαλε στη μέση ντου ,να ‘ξερες τη χαρά ντου.
Κι απίτις τονε σκότωσε, πήρε την πάνω ρίζα
και βρήκε τσοι Ρωμάνηδες που ‘τανε στα Βορίζα.
Ύστερα βαρκαρίστηκε και πήγε στην Αθήνα
και χίλια γρόσια σύνταξη ήπαιρνε κάθε μήνα.
Και στην Αθήνα επήγαινε κι ήκαμε τρία έτη
και θέλησε να κατεβεί, στην Κρήτη για να έρθει.
Στο Κάστρο εκατέβηκε, βγαίνει στο Μεϊντάνι
κι οι χριστιανοί του λέγανε “Καλώς τον το Μιχάλη”.
Και βγαίνει απόξω στα χωριά και χαιρετά τσοι φίλους
κι οι Τούρκοι, ως το μάθανε, τρέμανε σαν τσοι σκύλους.
Γυρεύγει όλα τα χωριά εις την απάνω ρίζα
και στο Βροντήσι ‘ηφτασε, δεν πάει στα Βορίζα.
Το μεσημέρι εκάθονταν σ’ ένα χαράκι απάνω,
του φάνηκε πως είδ’ εκειά τον καπετάν Ρωμάνο.
Κι απίτις εκατέβηκε ποκάτω απ’ το χαράκι
του φάνηκε πως είδ’ εκειά τον καπετάν Αδαμάκη.
Και καερέτι ήκανε εκείνηνα την ώρα,
να πάει στ’ Αγιοφάραγγο, στην παλαιά ντου χώρα.
Στην Πόμπια εκατέβηκε, στο σπίτι του και πάει
και εκειδά εξεψύχησε τ’ όμορφο παλικάρι.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ

Δημοτικό τραγούδι από τη λαογραφική του εργασία ,που υπεβλήθη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το έτος 1970.Το κατέγραψα από τον αείμνηστο Αλέξη Φανουράκη,κάτοικο Γαλιάς,τότε,ετών 88.(Γνωστός στη Γαλιά ως ο Ντραντραφυλλαλέξης).

Μία άλλη παραλλαγή με τραγούδι για τον καπετάν Μιχάλη Κόρακα, την οποία συμπεριέλαβα στην ίδια λαογραφική μου συλλογή προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το έτος 1970.

Κ Α Π Ε Τ Α Ν Μ Ι Χ Α Λ Η Σ Κ Ο Ρ Α Κ Α Σ

Πουλιά μην καλαηδήσετε , δάφνες μου μαραθείτε
τον Κόρακα να κλάψετε , να τονε λυπηθείτε.
Δεκαοχτώ χρονώ τανε και βγήκε στο ποδάρι
έ ναν αγά εσκότωσε που ήτανε παλικάρι.
Ωσάν τον εποσκότωσε κι έζωσε τ’ άρματά του
ένας θεός εκάτεχε κι ήξερε τη χαρά του.
Σαν είχε ζώσει τ’ άρματα ,στη μέση τα κουμπούρια ,
αμοναχός μες την τουρκιά την έκανε τη γιούργια.
Μ ‘ αυτός επήγε στο Μοριά ,στ’ Ανάπλι ,στο Ξαμίλι
και μπάλα δεν το ήβρισκε , γιατί ‘ χε χαμαϊλι.
Μ ‘ αυτός επήγε στο Μοριά κι ήτανε γυμνασμένος
κι ό,τι πολέμους ήκανε έβγαινε κερδισμένος.
Με του Χριστού τη δύναμη ήβγαινε στην καβάλα ,
Τετάρτη και Παρασκευή ποτέ του δεν εχάλα.
Πάνω στα όρη εξώμενε στην πάχνη και στο χιόνι ,
καλύτερός του αρχηγός δεν εγεννήθη ακόμη .
Στην Πόμπια εγεννήθηκε κι έλαβε την αξία
και τουρκομάχος έγινε και θρήσκος στη θρησκεία .
΄Ηπιασε τσοι χανούμισσες και σφάζει τ’ αγαδάκια
και παίρνει χίλια πρόβατα κι ως εκατό βοϊδάκια.
Οι Τούρκοι σαν το μάθανε , βγήκανε στο μπεντένι ,
σαν το λογιάζει ο Κόρακας στη Χώρα μέσα μπαίνει .
Επήγαν κι είπαν του πασά δέκα μεγάλοι αγάδες ,
να τοσε δώσει τακτικό να πάρουν τσοι κεράδες .
Δε σας σε δίνω εγώ στρατό ωρέ παλιομπουρμάδες ,
γιατί ‘ ναι ‘ κειά ο Κόρακας με τσοι πολεμιστάδες .
Δε σας σε δίνω εγώ στρατό , μόνο να μου χαθείτε ,
γιατί ‘ ναι εκειά ο Κόρακας κι όλοι θα σκοτωθείτε .
Ύστερα ,σαν εγέρασε ,επήγε στην Αθήνα,
μια σύνταξη του βγάλανε, χίλια ‘ παιρνε το μήνα .
Μα όταν ξεβαρκάρισε εις του Χατζή τη σκάλα,
οι δάσκαλοι με τα παιδιά εγκώμιο του ψάλλα.
Μα όταν ξεβαρκάρισε στο Κάστρο το μεγάλο ,
κουράστηκε να χαιρετά τον ένα και τον άλλο .
Και παίρνει πάνω το τσαρσί εις του πασά την πόρτα
και τονε διαμοιράζουντε ,ποιος θα τον πάρει πρώτα .
Μα εκείνος εσηκώθηκε ,που ‘ ταν το φυσικό του
κι επήγε στη μητρόπολη , να κάμει το σταυρό του .
Εις τις οχτώ του Σεπτεμβριού , τη μέρα τη μεγάλη ,
επέθανε ο Κόρακας , ο καπετάν Μιχάλης .
Κι όταν τονε ποθάψανε ,παίζουν τρεις μπαταριές ,
όλοι στην Κρήτη εκλάψανε οι πολεμιστές
.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ.ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κυνηγώντας με τη σφεντόνα!

Δημοσιεύτηκε

στις

Τέλος 10ετίας του ’40 αρχές της 10ετίας του ’50 στο μικρό ορεινό χωριό Απίδια Σητείας


Σχεδόν όλα τα παιδιά του χωριού είμαστε οπλισμένα με σφεντόνες για το κυνήγι των πουλιών. Τότε ήταν πάρα πολλά στην περιοχή μας. Δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα και άλλα δηλητήρια, για να τα εξοντώνουν. Όμως ο δραγάτης* μάς κυνηγούσε και, αν μας έπιανε, έκανε «κατάσχεση» της σφεντόνας. Γι αυτό και, όταν τον βλέπαμε να πλησιάζει, γινόμαστε «καπνός». Είχαμε το δικό μας όπλο, για να αποφύγουμε την κατάσχεση της σφεντόνας από τον αγροφύλακα. Τη γρηγοράδα μας στο τρέξιμο! Αδύνατο να μας πιάσει ο δραγάτης! Αλλά, ακόμη κι αν πέφταμε στα χέρια του καθώς περνούσαμε δίπλα από την ενέδρα του και χάναμε έτσι τη σφεντόνα μας, πολύ γρήγορα φτιάχναμε άλλη. Χρειαζόμαστε ένα ξύλο διχαλωτό (διχάλι) δυο ειδικά λάστιχα και ένα πετσάκι από μαλακό δέρμα, όπου θα βάναμε τα «πολεμοφόδια», τις μικρές στρογγυλές πέτρες. Το διχάλι φτιάχναμε από κλαδιά αγριελιάς ή πριναριών. Διαλέγαμε το κατάλληλο, κατά τη γνώμη μας, το κόβαμε από το μητρικό φυτό, το καθαρίζαμε από τα φύλλα και τα μικρά κλωναράκια. Για να αποκτήσει το κατάλληλο, καμπυλωτό σχήμα δέναμε με σύρμα τις πάνω άκρες του και το αφήναμε κάποιες μέρες για να ξεραθεί και να σταθεροποιήσει το σχήμα αυτό. Όταν πια νομίζαμε ότι ήταν καλό, λύναμε το σύρμα και δέναμε στις άκρες του διχαλιού τα δυο λάστιχα. Τα βρίσκαμε στο εμπόριο, σε μαγαζιά.

Κάποιες φορές σε περίπτωση έλλειψης κόβαμε στενές λουρίδες από σαμπρέλες αυτοκινήτων, για να τα βάλομε σαν λάστιχα στη σφεντόνα μας. Πολύ πρόχειρη αυτή η κατασκευή και χωρίς πολλές επιτυχίες στη σκόπευση! Όμως πενία τέχνας κατεργάζεται! Το πετσάκι, ένα κομμάτι από μαλακό δέρμα, το βρίσκαμε στα τσαγκαράδικα του χωριού. Τέτοια μικρά κομμάτια είχαν αρκετά. Γεμίζαμε τις τσέπες μας με μικρές στρογγυλές πέτρες, πολεμοφόδια για το κυνήγι που θα ακολουθούσε. Τις ελεύθερες μας ώρες, κυρίως τις μεσημεριανές, μετά τη βόσκηση των ζώων και την επιστροφή μας στο σπίτι, ξαμολιόμαστε στις γύρω από το χωριό περιοχές, άλλοτε με παρέα τους φίλους αλλά τις πιο πολλές φορές μόνοι, όπου υπήρχαν δέντρα και η προσπάθεια και η αγωνία μας ήταν πόσα πετούμενα θα είχαμε πετύχει με την επιστροφή μας στο σπίτι. Το μεσημεριανό φαγητό δε μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Γνωρίζαμε ότι στην περιπλάνησή μας την ώρα του κυνηγιού θα συναντούσαμε δέντρα αλλά και αμπέλια με πολλούς εύχυμους και ώριμους καρπούς, για να κορέσουμε την πείνα μας!

Τα πιο συνηθισμένα πτερωτά θηράματά μας ήταν: λαδάκια (με φαιοπράσινο- λαδί χρώμα του πτερώματός τους), κεφαλάδες ( με κεφάλι αναλογικά μεγάλο για το σώμα του), γλωσσάδες (με τη μεγάλη στενόμακρη γλώσσα τους) και ασκορδαλοί (κορυδαλλοί). Σπάνια κίτρινους ή μελισσοφάδες και ακόμη πιο σπάνια κανένα τσαλαπετεινό ή αγριοπερίστερο. Τέτοιες επιτυχίες είχαν οι πιο δεινοί σκοπευτές. Ένας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης Χρυσοφάκης από την Ιεράπετρα, εγγονός του θείου μου του Χατζή (Ιωάννη Γιακουμάκη), ο οποίος περνούσε μεγάλο χρονικό διάστημα τα καλοκαίρια στο Έξω Απίδι, κοντά στον παππού και τη γιαγιά του. Ένας άλλος καλός σκοπευτής με τη σφεντόνα ήταν το Νικολάκι του Καβαλάρη. Ήταν αυτός που κάποιοι τον αποκαλούσαν «απόρακη», όμως έπαιρναν την πληρωμένη απάντηση, όπως αναφέρω σε άλλο σημείο του βιβλίου μου «Με της μνήμης τα φτερά ταξιδεύω στα παλιά».

Επιστρέφοντας από το κυνήγι καμαρώναμε για τις επιτυχίες μας! Συνοριζόμαστε με άλλα παιδιά του χωριού. Το κυνήγι ασχολούμαστε οι ίδιοι για την προετοιμασία του για το ψήσιμο. Μαδούσαμε τα φτερά, σκίζαμε και καθαρίζαμε από τα εντόσθια, κόβαμε τις άκρες των ποδιών από το γόνατο και κάτω. Τα πλύναμε, τα αλατίζαμε και ήταν πια έτοιμα για ψήσιμο. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, καθώς το σκέφτομαι είμαι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσα να το κάνω! Βέβαια άλλες οι σημερινές και άλλες οι τότε συνθήκες! Κάποιες φορές, αν υπήρχε αρκετή ποσότητα κυνηγιού, η μητέρα μάς τα τηγάνιζε ή τα έψηνε πιλάφι με ρύζι ή χόντρο. Τις πιο πολλές όμως φορές τα ψήναμε οφτά μέσα σε πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς! Οι οφτές πατάτες στην καρβουνιστιά της παραστιάς, με αλάτι και λεμόνι, μας άρεσαν ιδιαίτερα. Ακόμη περισσότερο, όταν εφαρμόζαμε μια δική μας πατέντα, τη δική μας εφεύρεση και συνταγή. Ανοίγαμε τις πατάτες, όπως σήμερα στα γεμιστά, και στο κενό κοίλωμα τοποθετούσαμε μικρά πουλιά, κυρίως λαδάκια, που είχαμε σκοτώσει με τις σφεντόνες μας. Επιμελώς μαδημένα, καθαρισμένα από τα εντόσθια και με κομμένο κεφάλι και τις άκρες από τα ποδαράκια, τα βάναμε μέσα στις πατάτες, κλείναμε το άνοιγμα με ένα καπάκι από πατάτα και τις σκεπάζαμε στην καρβουνιστιά. Έπειτα από πολλή ώρα- είχαμε τη σχετική υπομονή- το αποτέλεσμα μάς δικαίωνε. Λίπος από το «κυνήγι» έλιωνε και έκανε την πατάτα νοστιμότατη, σωστή λιχουδιά! Το ίδιο και περισσότερο νόστιμο ήταν το κρέας των πουλιών!

Είχαμε, ακόμη, μάθει από τους μεγαλύτερους μας, να στένομε πλάκες- παγίδες, στηρίζοντάς τις σε ξυλάκια, με ειδικό έντεχνο τρόπο και κάτω από αυτές σε λακκάκι βάναμε σπόρους σιταριού για δόλωμα. Πήγαιναν κυρίως οι ασκορδαλλοί να φάνε το σιτάρι, χτυπούσαν τα ξυλάκια, η πλάκα έπεφτε και τους παγίδευε κάτω από το βάρος της. Δεν έμενε παρά να περάσομε και να μαζέψομε τη «λεία» μας! « Πενία τέχνας κατεργάζεται», λέει το γνωστό γνωμικό!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τρύγος στη Σητεία

Δημοσιεύτηκε

στις

Αρχές Σεπτέμβρη! Ταξιδεύοντας με της μνήμης τα φτερά στα παλιά, έρχονται στα μάτια μου γνώριμες εικόνες από τις εργασίες στο μακρινό, ορεινό χωριό μου Απίδια Σητείας!


Αληθινός οργασμός στα κρασάμπελα! Τρυγητός, φόρτωμα των σταφυλιών στις κόφες και μεταφορά τους στο πατητήρι. Τη σημερινή εποχή σπάνια βλέπεις τέτοιες εικόνες. Το χωριό σχεδόν έχει ερημώσει, η καλλιέργεια των αμπελιών περιορίστηκε. Λίγοι οι νέοι κάτοικοι για να ασχοληθούν με γεωργικές εργασίες! Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα πολλών χωριών μας!
Οι παρακάτω στίχοι του ποιήματός μου”ΠΑΤΗΤΗΡΙ- ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ (σελ. 279-280 του βιβλίου μου ΜΕ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΑΞΙΔΕΥΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ) θα φέρουν τα μάτια μας εικόνες σχετικές:

ΠΑΤΗΤΗΡΙ – ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ
(στο χωριό Απίδια Σητείας πριν πολλά χρόνια)

Αρχές Σεπτέμβρη τρυγητός, στ’ αμπέλι «πανηγύρι»,
εικόνες όμορφες θωρείς, όπου το μάτι γύρει.
Οι πιο πολλοί οι χωριανοί βρίσκονται μες τ’ αμπέλια,
άντρες, γυναίκες, να τρυγούν ακόμη και κοπέλια.
Κόβουν σταφύλια ώριμα, λιάτικα, κοτσυφάλι,
κρασί να κάμουν διαλεκτό, που να μην το ‘χουν άλλοι.
Στο πατητήρι φέρνουν τα, τσι κόφες ξεφορτώνουν
και με σταφύλια διαλεκτά σε λίγο το γεμώνουν.
Την άλλη μέρα το πρωί το πάτημα αρχίζει
κι ο μούστος τρέχει αδιάκοπα και το βρασκί γεμίζει.
Με τα ποδάρια τους γυμνά, μα και καλοπλυμένα,
στα παντελόνια έχουνε μπατζάκια σηκωμένα.
Από το πήλινο βρασκί το μούστο μεταφέρουν
και μες τα κρασοβάρελα προσεκτικά φκεραίνουν.
Μεταπατούν αδιάκοπα, λιώνουνε τα σταφύλια,
τραγούδι, μερικές φορές, βγαίνει από τα χείλια.
Φαίνεται δεν κουράζονται και τη δουλειά ξετρέχουν,
γιατί στα κρασοβάρελα καλό κρασί θα έχουν.
Να πίνουν με τα φαγητά αλλά και στην παρέα,
βάσανα να ξεχάσουνε και να περνούν ωραία.
Στην άκρη του πατητηριού τα στράφυλα πετρώνουν,
σε ξύλινες παλιόπορτες πέτρες βαριές φορτώνουν.
Καλά για να συμπιεστούν, μούστος να μην ‘πομείνει,
θέλουνε περισσότερο κρασάκι να τους γίνει.
Μες σε πιθάρια πήλινα στράφυλα θα στερέψουν,
στο μήνα, που θα «ζυμωθούν», πρέπει να καζανέψουν.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗΣ
συνταξιούχος δάσκαλος

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Από που φτιάχνεται η κατσούνα των Κρητικών

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι μαγκούρες των Κρητικών με τις οποίες πήραν στο κυνήγι τα ΜΑΤ, φτιάχνονται από το σπάνιο δέντρο «αμπελιτσά» που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Τα κλαδιά του έχουν εξογκώματα που κάνουν το χτύπημα επώδυνο


Η Κρήτη αποτελεί έναν χλωριδικό και όχι μόνο παράδεισο. Ένα στα τέσσερα φυτικά είδη της Κρήτης είναι ενδημικά, δηλαδή υπάρχουν μόνο εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό συμβαίνει και με την Αμπελιτσά από την οποία κατασκευάζονται τα μπαστούνια των Κρητικών, οι κατσούνες.

Η αμπελιτσά είναι ένα είδος δέντρου που επιστημονικά ονομάζεται Zelkova abelicea ή Zelkova cretica. Από την ονομασία του καταλαβαίνουμε ότι εξαπλώνεται μόνο στην Κρήτη και απαντάται κυρίως σε μέτρια με μεγάλα υψόμετρα.

Είναι, αρχέγονο ενδημικό φυτό της Κρήτης, έχει εξελιχθεί πολύ λίγο ανά τις χιλιετίες και είναι συγγενικό είδος με τη φτελιά. Το φυτό αυτό προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες και τη δασική νομοθεσία και βρίσκεται στο ‘’Κόκκινο’’ βιβλίο με τα προστατευόμενα είδη που απειλούνται άμεσα με εξαφάνιση.

Φυτρώνει μέχρι και τα 1760 μέτρα υψόμετρο. Είναι μικρό δέντρο και αποτελεί νόστιμη βοσκή για τα ζώα, τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξή του. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι και 10 μέτρα σε ύψος”.

image

 

Ποια είναι η κατσούνα

Από το ξύλο αμπελιτσάς κατασκευάζονται παραδοσιακά οι μαγκούρες των βοσκών στην Κρήτη. O μεγάλος αριθμός κλαδιών κάνει την μαγκούρα να έχει πολλούς ρόζους (εξογκώματα).

Για αυτόό το χτύπημά με την κατσούνα πονάει περισσότερο.

Το Κρητικό Ραβδί αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του στρατιωτικού σώματος των Κρητικών. Ηλικιωμένοι και νέοι Βοσκοί Κρητικοί κρατούσαν συνεχώς μια Κατσούνα για να τους βοηθά στο περπάτημα και κυρίως να ανεβαίνουν στις ορεινές περιοχές, όπου έβοσκαν τα ζώα τους. Ήταν πολύτιμο εργαλείο για την μεταφορά του σακουλιού τους, που περιείχε το καθημερινό κολατσιό και νερό. Πολύτιμες χρήσεις της Κατσούνας ακόμη ήταν να καθαρίζουν οι βοσκοί με αυτήν τα μονοπάτια τους, αλλά και να εγκλωβίζουν με τη ράχη της τα ζώα τους που θέλουν να τους ξεφύγουν, ενώ σε εμπόλεμες εποχές αποτελούσε και όπλο εναντίον του εχθρού.

Ακόμα και σήμερα, η Κατσούνα χρησιμοποιείται από πολλούς βοσκούς και κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους, ενώ συμβολίζει ταυτόχρονα την Κρητική υπερηφάνεια και παράδοση.

image

«Αν θες η κατσούνα να είναι γερή, τα ξύλα θα τα κόψεις στη λίγωση του φεγγαριού»

Το μυστικό του τεχνίτη αποκάλυψε ο Κώστας Βαμβουκάκης από τον Κρουσώνα ο οποίος μίλησε στο MadeinCreta:

«Ο χρόνος έχει 12 λιγώσεις . Εγώ και στις 12 λιγώσεις, όλα τα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, κόβω τα ξύλα μου. Διότι αν το κόψεις στη γέμωση, σε δυο μήνες η βέργα μαμουνιά, ανθρακά και σπάει, όσο χοντρό και να’ναι το ξύλο».

Την ποιότητα της πρώτης ύλης την τόνισε ο κ. Κώστας με μια μαντινάδα:

«Όλα τα ξύλα του βουνού

δε μοιάζει το’να τ’ άλλο το

να κάνουν εικόνισμα

και κάρβουνο το άλλο».

«Ψάχνω στα δάση το ντρέτο ξύλο. Στο Μάραθος, τη Δαμάστα, το Γενί Γκαβέ, στα Αγρίδια, στα Απλαδιανά, στο Βόσακο μπαίνω μέσα για να ψάξω να βρω και όποιο μου αρέσει το κόβω».

Η δεύτερη δύσκολη δουλειά είναι το «γυρίδι»

Ο παραδοσιακός τεχνίτης περιγράφει ότι το ξύλο έχει την ιδιαιτερότητά του. Μπορεί να θεωρείται κατάλληλο αλλά να μην γυρίζει. Και το γυρί της κατσούνας είναι το δεύτερο δύσκολο στάδιο για τον τεχνίτη.

Μάλιστα ο ίδιος λέει, ότι έκανε τρία χρόνια για να πετύχει «το γυρί δακτυλίδι». Τώρα κατόπιν παραγγελίας φτιάχνει και τετράγωνο γυρί ή τρία διαδοχικά μόνο για διακοσμητικούς λόγους.

image

Με πληροφορίες από το γφ βοτανική (Γιάννης Φραγκάκης) και το MadeinCreta

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη