Πανομοιότυποι ανεμόμυλοι σε Αφρική και Ινδία


Υποβάλλεται σήμερα από τον δήμαρχο Οροπεδίου Λασιθίου Γιάννη Στεφανάκη, στην αρμόδια Διεύθυνση Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, το δελτίο της δεύτερης φάσης για την ένταξη των ανεμόμυλων της περιοχής, στον Εθνικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.

Σύμφωνα με τη δημοτική αρχή από την πολύμηνη συστηματική έρευνα και τεκμηρίωση που πραγματοποιήθηκε προέκυψαν σημαντικά στοιχεία για την ιστορία των ανεμόμυλων.

Προσδιορίστηκε ο αριθμός τους, η σημερινή κατάσταση και λειτουργία τους, καταγράφηκαν ιστορικές μαρτυρίες, η βιβλιογραφία, οι σύνθετες τεχνικές κατασκευής από τους παλαιούς τεχνίτες (μάστορες) ενώ δημιουργήθηκε σχετικό ντοκιμαντέρ-ντοκουμέντο όπου πλέον δασώνονται οι σχετικές μαρτυρίες των κατοίκων του Λασιθίου με τίτλο «Γήινος Άνεμος».

Αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά ότι κατά την περίοδο της μεγάλης ξηρασίας στην Αφρική και Ινδία στις αρχές του 1970 ο ΟΗΕ (Unisef) απέστειλε ειδικούς μηχανικούς στην Κρήτη οι οποίοι αντέγραψαν τον Λασιθιώτικο ανεμόμυλο, μεταφέροντας την τεχνογνωσία άντλησης νερού και κατασκεύασαν πανομοιότυπους Κρητικούς ανεμόμυλους στην Αιθιοπία την Ινδία και την Αμερική. 

Ο Δήμαρχος Οροπεδίου Λασιθίου Γιάννης Στεφανάκης εκφράζοντας την αισιοδοξία του για την πορεία υλοποίησης του στόχου που είναι η ένταξη των ανεμόμυλων στο καλεντάρι της παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO αναφέρει: “Ο Λασιθιώτικος ανεμόμυλος όπως τον εμπνεύστηκε ο εφευρέτης του ο Εμμανουήλ Παπαδάκης αλλά και οι υπόλοιποι τεχνίτες που τον εξέλιξαν, Μαυροφόρος, και Μαρκοστεφανής αποτέλεσε καινοτομία για την εποχή του. Με τη νέα ανακάλυψη που προήλθε από την έρευνα μας στα πλαίσια υποβολής για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας, αποδεικνύεται ότι ο Λασιθιώτικος ανεμόμυλος έσωσε την δεκαετία του 1970 στην κυριολεξία ζωές στην Αιθιοπία, την Ινδία και αλλού στον κόσμο εκατό χρόνια μετά την εφεύρεση του.. Είμαστε για ακόμα μια φορά υπερήφανοι ως Λασιθιώτες ως Κρητικοί, ως Έλληνες. Η μηχανική τεχνολογία μας, έσωσε ζωές και υιοθετήθηκε ως βέλτιστη από τον ΟΗΕ εκατό χρόνια μετά”.