Connect with us

Life

Τα λαψανίδια βρούβες και σινιάβρι

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα λέγανε γενικά «χόρτα», και τα πιο σπουδαία μετά το ροδίκιο ήταν οι βρούβες και τα λαψανίδια

Κείμενο Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Τα λαψανίδια ή λαψανιδάσταχα ή σταχάκια, και το ροδίκιο, ήταν κάποτε τα βραστά χορταρικά της φτωχολογιάς, που μαζί με τα κουκιά, έχουν βοηθήσει να μεγαλώσουν γενιές και γενιές στα μαύρα δύσκολα χρόνια.

Τα δυο άγρια χόρτα, οι βρούβες και τα λαψανίδια, μαζί με το σινιάβρι (σινάπι), που είναι ήμερο και καλλιεργήσιμο φυτό, κατατάσσονται στα πυρά χορταρικά, αυτά δηλαδή που καίνε ελαφρώς. Από παλιά είναι γνωστές κάποιες βλάβες, που προξενούσε η πυρότητα τους αυτή, σε ορισμένες παθήσεις, στους ηλικιωμένους κυρίως. Έτσι έκαναν πολλούς να προσέχουν όχι τόσο στο να τα αποφεύγουν, αλλά στον τρόπο του μαγειρέματος τους.

Οι ζημιές που προκαλούσαν, ήταν κυρίως στην επίδραση του ουρικού οξέως, στο νευρικό σύστημα, στα αρθριτικά και πόνους στις αρθρώσεις. Αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι παλιοί ηλικιωμένοι, οπότε φρόντιζαν και αφαιρούσαν τουλάχιστον το μπροστινό «κομπάκι», δηλαδή το άνθος του φυτού, όπου υπάρχει συσσωρευμένη η περισσότερη πυρά ουσία τους. Για αυτό πολλοί λαοί αφαιρούσα απαραίτητα το άνθος πριν το βράσιμο.

Στη Μεσαρά σπάνια αφαιρούσαν οι νοικοκυρές τα άνθη αυτά που ήταν μια συστοιχία από κλειστά μικρά μπουμπουκάκια, τα λεγόμενα «κομπάκια», επειδή πίστευαν ότι κατά το βράσιμο τα περισσότερα από αυτά φεύγουν, πέφτουν δηλαδή και πάνε στον πάτο του τσικαλιού, οπότε πετιούνται μαζί με το νερό.

Λανθασμένη όμως αυτή η ταχτική, τη στιγμή που οι γιατροί συνιστούν να αφαιρούνται πάντα τα άνθη, και στις βρούβες, και στα λαψανίδια αλλά και στο σινιάβρι, όταν υπάρχουν φυσικά. Αντίθετα δεν υπάρχει πρόβλημα στα τσιμούλια, στις χοιρομουρίδες, στους σταφυλίνακες και τα άλλα «τσιμπητά» λαχανικά.

Είδη λαψανιδιών και είδη βρούβας

Για όσους έχουν εμπειρία στα λαψανίδια, θα διαπιστώσουν πως κάποια έχουν κάτι σαν υποτυπώδη μικρά «τριχαλάκια», και άλλα είναι ο κορμός και τα φύλλα τους εντελώς λεία, και είναι τα λεγόμενα κατά την Μεσαριτικη ορολογία, «μαγληνά». Πολλοί προτιμούν να μαζεύουν αυτά ακριβώς τα μαγληνά, επειδή τους φαίνονται πιο νόστιμα. Αντίστοιχα τα μαγληνά φυτά στις βρούβες, είναι οι λεγόμενες «γλυκόβρουβες», οι οποίες όχι μόνο δεν καίνε, αντίθετα είναι γλυκές, και άρεσαν ιδιαίτερα στα παιδιά. Τις βρούβες τις συναντάμε με διάφορα ονόματα, όπως μαυρόβρουβες, πετρόβρουβες, σκυλόβρουβες, λαψανόβρουβες, αγριόβρουβες, ραπανόβρουβες, υπάρχουν τα απορόχια, που είναι συγγενή της βρούβας

Λαψανίδια βρούβες και σινιάβρι, στα τρία στάδια της ανάπτυξης τους

Και τα τρία αυτά φυτά, όταν είναι πρωτοφανίστικα, τον Σεπτέμβρη δηλαδή με Οκτώβρη, ξεκινάνε σαν φυτά εδάφους, με τρία τέσσερα φύλλα. Οι παλιοί από τη λαχτάρα τους, λόγω έλλειψης χορταρικών το καλοκαίρι, έκοβαν με το μαχαιράκι τα φυτά αυτά, αφαιρούσαν τα ξερά φύλα και τα έβραζαν για να τα φάνε λαδωμένα, ή τα έβαζαν στα πιταράκια, ή ακόμα τα έκαναν τηγανητά, σφουγγάτο με αυγά, έβαζαν και λουρίδες του χοίρου. Πιο σπάνια έβαζαν και σύγλινα ή λουκάνικο.

Στην επόμενη φάση στα τέλη του Νοέμβρη με Δεκέμβρη, τα ίδια φυτά μεγαλώνουν πια, φτάνοντας τα είκοσι με τριάντα εκατοστά, με ένα κύριο βλαστό να ξεπετάγεται, και άλλα παρακλάδια παράπλευρα μικρότερα.

Εδώ πάλι κόβεται ο βλαστός στην κορφή οκτώ με δέκα εκατοστά, που είναι και πιο τρυφερός.

Έχουμε κοντά τη σακούλα μας που τα βάζουμε, είτε καθαρισμένα επιτόπου, είτε ακαθάριστα. Συνήθως στο καθάρισμα αφαιρούνται τέσσερα με πέντε φύλλα από το κάθε βλαστάρι που κόψαμε.
Και αυτά επίσης γίνονται όπως τα πρωτοφανίστικα, αλλά είναι πιο νόστιμα από εκείνα.

Μετά όμως που ανοίγει ο καιρός την άνοιξη, τα φυτά αυτά είναι σχεδόν μισό μέτρο με 60 εκατοστά, και είναι πια έτοιμα να ανθίσουν. Τα βλαστάρια τους πλέον είναι πιο λεπτά και πιο μεστωμένα. Τότε τα λέμε και σταχάκια ή ασταχάκια. Πάλι αυτά ψήνονται με τους ίδιους τρόπους με πριν, αλλά ετούτα επειδή είναι πιο μεστωμένα, είναι ακόμα πιο νόστιμα από τα προηγούμενα στάδια.

Τελικά με λεμόνι ή χωρίς λεμόνι;

Ίσως το θέμα απαιτεί συζήτηση, αν τα λαψανίδια οι βρούβες και το σινιάβρι θέλουν λεμόνι στο πιάτο ή όχι, διότι ο κάθε ένας θεωρεί σωστό ή λάθος, αυτό που συνήθισε από το σπίτι του.
Κάποιες κρητικές ομάδες σήμερα στις ιστοσελίδες τους, διαλαλούν περίτρανα και με πάθος, πως οι βρούβες, τα λαψανιδια και το σινιάβρι, βραστά τρώγονται με λεμόνι, μάλιστα άφθονο! Και βεβαίως τρώγονται, και δεν είπε κανείς το αντίθετο!
Εγώ όμως που ότι γράφω, είναι προϊόν έρευνας, αλλά και εμπειρίας ετών, τα χορταρικά αυτά δεν θέλουν λεμόνι. Πέραν του «περί ορέξεως ουδείς λόγος», οι Μεσαρίτες , οι περισσότεροι τουλάχιστον, πιστεύουν στο ίδιο πράγμα. Πιστεύουν δηλαδή, πως «το λεμόνι στα πυρά χόρτα, τα κάνει ακόμα πιο πυρά»! Αντίθετα παραδέχονται πως το λεμόνι πάει πολύ στα τσιμούλια ή παραπούλια και στις χοιρομουρίδες.

Απλά όταν κάποιος σκευτεί να βάλει λεμόνι στα λαψανίδια, πρέπει να έχει κατά νου δυο πράγματα. Ή που με λεμόνι θα κυριαρχεί η γεύση του λεμονιού, και θα χαντακωθεί η νοσυιμιά του χόρτου, ή που δεν θα βάλει καθόλου λεμόνι, και θα απολαύσει την καθαρή τους νοστιμιά!
Οι περισσότεροι πάντως Μεσαρίτες, όταν έβραζαν τα χόρτα, έβαζαν και πατάτες κομμένες όπως οι τηγανητές, έβραζαν και μερικά αυγά για να πιούν το κρασί τους, και φυσικά συνόδευαν τα χόρτα και με κανένα κρεμμύδι. Κάποιοι μάλιστα, ξεχώριζαν τις βρασμένες πατάτες σε άλλο πιάτο, και τις έκαναν με αλάτι λάδι και ξύδι σαν συνοδευτικό, για να έχουν περισσότερη ποικιλία γεύσεων.

Τι ήταν τα «κακοθάνατα» σταχάκια;


Κάποτε τα παλιά χρόνια στη Μεσαρά, μια κατηγορία ανθρώπων, ήθελε τις βρούβες ή τα λαψανίδια, να τα φάνε «κακοθάνατα»! Το ίδιο και το σινιάβρι.

Η σύζυγος που είχε βρει τα σταχάκια της, λαψανίδια ή βρούβες, ρωτά τον άνδρα της μόλις μπει στο σπίτι:
-Πώς θές άντρα μου να σου ψήσω τα χόρτα;
-Θέλω γυναίκα να μου τα κάνεις κακοθάνατα, να τα ευχαριστηθώ!

Τι είναι όμως τα κακοθάνατα, και γιατί τα λέγανε έτσι;

Τα κακοθάνατα λοιπόν είναι τα πυρά χόρτα, που μπαίνουν απευθείας στο τηγάνι, και τηγανίζονται στο λάδι, χωρίς να βράσουν πρώτα σε νερό. Μετά σαν τηγανιστούν, γίνονται συνήθως με αυγά σφουγγάτο.
Ενώ είναι πολύ πιο νόστιμα από ότι να έχουν βράσει πρώτα, εν τούτοις λέγονταν «κακοθάνατα», διότι είχαν σοβαρές παρενέργειες κυρίως στο νευρικό σύστημα του ανθρώπου, σε σημείο να κινδυνεύει ακόμα και η ζωή σε κάποιος ηλικιωμένους, που δεν έκανε να φάνε πυρά χόρτα.
Οι άσχημες παρενέργειες λόγω το ότι ήταν πολύ πυρά, για να μην έχουν «κακό θάνατο», έκανε πολλούς να αποφεύγουν τα «κακοθάνατα»,και τα έτρωγαν μονάχα οι νεώτεροι που δεν τους πείραζαν. Έτσι πρώτα οι πιο πολλοί τα έβραζαν σε μπόλικο νερό να φύγει η πυράδα τους, και μετά τα τηγάνιζαν!
Τα τσιμούλια όμως απευθείας στο τηγάνι, δεν θεωρούνταν κακοθάνατα, ούτε και οι χοιρομουρίδες.

Ποια βλαστάρια προτιμιόταν από τους παλιούς;

Οι παλιοί προτιμούσαν τα μεστωμένα λεπτά σταχάκια της Άνοιξης, είτε ήταν βρούβες είτε λαψανίδια, από τα εύρωστα και χονδρά νερουλά βλαστάρια. Προτιμούσαν σαφώς τις βρούβες από τα λαψανίδια, κι από αυτές τις γλυκόβρουβες, αλλά όχι σκέτες, επειδή σκέτες πολλούς τους πείραζαν στο παχύ έντερο. Από τα λαψανίδια πάλι προτιμούσαν τα μαγληνά, και γενικά πίστευαν πως θα ήταν νοστιμότερα τα τσιμπητά βλαστάρια, αν δεν είχαν καθόλου φύλλα. Πολλοί μερακλήδες αφαιρούσαν όλα τα φύλλα, ακόμα και τα κομπάκια του άνθους, διότι θεωρούσαν πως τραβάνε πολύ λάδι στο πιάτο, και αυτό τους καίει στον λαιμό. Εκτός του ότι τα λαψανιδοβρουβάσταχα χωρίς φύλλα και κομπάκια, δεν τραβάνε πολύ λάδι, κυριαρχεί η γεύση τους, κι αν είναι μάλιστα και μεστωμένα, τότε έχουμε ένα άριστο αποτέλεσμα!
Οι άνθρωποι στα χωριά γνώριζαν από χόρτα. Στις πόλεις όμως που δεν τα γνωρίζουν όλοι, στις λαϊκές στους πάγκους πουλάνε και σήμερα συχνά σινιάβρι, φυτό κατ εξοχήν καλλιεργήσιμο, ενώ η πινακίδα δίπλα λέει «άγρια βρούβα»! Δεν έχει όμως και πολύ σχέση στη γεύση η πραγματική άγρια βρούβα με το σινιάβρι! Άλλο φυτό το ένα, κι άλλο το άλλο!

Τι πρέπει να γνωρίζουν όσοι πάνε για χόρτα

Εκτός που δεν πρέπει τα χόρτα να μαζεύονται από σκουπιδότοπους, από κατοικημένες περιοχές κοντά σε νοσοκομεία ή νεκροταφεία κλπ, πρέπει να εφαρμόζονται και κάποιο κανόνες.
1- Σεβόμαστε πάντα το περιβάλλον όπου πάμε, δεν πατάμε τα χόρτα, και κόβουμε τα βλαστάρια πριν ανθίσουν, για να ξεπεταχτούν νέα, για να τα βρουν και οι επόμενοι που θα έρθουν.
2- Έχουμε μαζί μας μία σακούλα, και ένα- ένα βλαστάρι που κόβουμε, το καθαρίζουμε επιτόπου και αφού τα κάνουμε ματσάκια, τα ρίχνουμε όμορφα στην τσάντα ή σακούλα μας. Αν θέλουμε όμως τα κάνουμε μάτσα μεγάλα και τα ρίχνουμε ακαθάριστα αλλά στρωτά στη σακούλα, και τα βγάζουμε πάλι στο σπίτι, και όπως είναι σε μάτσα, είναι πιο εύκολο να τα καθαρίζουμε, παρά αν ήταν άτακτα ριγμένα μέσα

3- Όταν φθάσουμε στο σπίτι μας, αδειάζουμε σε ένα τραπέζι τα χόρτα, καθαρισμένα ή ακαθάριστα, και τα τινάζουμε λίγα λίγα πολύ καλά. Τυχαίνει κάποια να έχουν επάνω μικρά ζωύφια όπως σαλιγκαράκια, αραχνάκια, κάμπιες η αυγά κάμπιας κλπ. Με το τίναγμα όμως αυτά πέφτουν στο τραπέζι, μαζί με τυχόν ξερά κλαδιά ή ξερά φύλλα κλπ. Ένα ένα το πιάνουμε, αφαιρώντας τα περισσότερα φύλλα πλην ένα δυο μικρά και τρυφερά στην κορυφή.

4- Καθαρισμένα πλέον,τα πλένουμε τρία τέσσερα νερά πολύ καλά, για να φύγουν οι σκόνες και ότι άλλο μπορεί να έχει πέσει επάνω τους. Όταν τα πλύνουμε καλά, τα βάζουμε σε μα τρυπητή λεκάνη να στραγγίσουν.

5-Βάζουε στην κατσαρόλα νερό να βράζει, υπολογίζοντας να τα χώνει και κάτι παραπάνω, και σκεπάζουμε την κατσαρόλα μέχρι να βράσει καλά το νερό.

6- Αν θέλουμε μαζί με τα χόρτα βάζουμε και πατάτες κομμένες σαν τηγανητές, ακόμα και αυγά. Τα μεν αυγά σε θερμοκρασία δωματίου τα ρίχνουμε μαζί με το νερό, να αρχίσει το βράσιμο τους ταυτόχρονα, ενώ τις πατάτες τις ρίχνουμε όταν έχει ήδη αρχίσει να κοχλάζει το νερό, πέντε λεπτά πριν τα χόρτα.

7- Τα χόρτα μας θα πρέπει πάντα να τα βάζουμε στη κατσαρόλα σε νερό που βράζει, και χωρίς πλέον το καπάκι, αν θέλουμε να διατηρηθούν πράσινα. Θα τα ρίξουμε πέντε με δέκα λεπτά αργότερα από τις πατάτες, υπολογίζοντας να βγούνε μαζί.

8- Περίπου σε άλλα δέκα με δεκαπέντε λεπτά θα είναι έτοιμα και τα χόρτα οι πατάτες και τα αυγά, Δεν βγάζουμε τα χόρτα, αν πρώτα δεν τα έχουμε δοκιμάσει με το χέρι ή το στόμα αν είναι ψημένα. Θα είναι άσχημο να είναι είτε άψητα είτε παραβρασμένα.

9- Βγάζουμε τα χόρτα και τις πατάτες και τα βάζουμε σε ένα τρυπητή λεκάνη να στραγγίξουν, τα δε αυγά σε χωριστό πιάτο.

10-Σερβίρουμε τα στραγγισμένα χόρτα ζεστά στα πιάτα, με αλάτι λάδι και μισό κρεμμύδι με τα φλούδια στο πλάι, αλλά κομμένο σε φέτες.

11- Αν θέλουμε μια γνήσια κρητική ιδέα, βάζουμε τις πατάτες σε χωριστό πιάτο, τις αλατίζουμε και τους βάζουμε λάδι και ξύδι. Τα αυγά είναι για να πιεί κάποιος το κρασί του, μια και με τα λάχανα δεν πολυπάει!

Λέξεις που σχετίζονται με τα λαψανιδοβρουβάσταχα

Λαψανιδοβρόχι. Είναι η περιοχή που υπάρχουν πολλές λαψανιδοβρουβγές.
Λαψανιδοχρονιά ή βρουβοχρονιά. Είναι η χρονιά που τυχαίνει να έχουν βγει πολλά τέτοια χόρτα. Τις χρονιές αυτές, πολύς κόσμος συνηθίζει να κόβει πολλά τσιμπητά, τα βάζει στα σακούλια, και τα διατηρεί στην κατάψυξη έως το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι βράζει νερό, και τα ρίχνει απευθείας μέσα, μια εποχή που πλέον δεν βρίσκονται τέτοια.

Και ενώ σε ένα χωράφι που έχει βρούβες, μπορεί να βγάλει και του χρόνου, εν τούτοις σε χωράφι που έχει φέτος βρούβες, δεν βγαίνουν και του χρόνου, αλλά συνήθως του παραχρόνου!

Οι βρούβες βεβαία που τις βλέπουμε συχνά στις άκρες του δρόμων, προτιμούν τα νεοσκαμένα χώματα που, αυτά δηλαδή που έχει περάσει το γκρέιντερ, ή σε χωράφια που έχει γίνει βαθειά άροση.

Βρουβολόϊσες λαψανιδολόϊσες. Είναι οι κατ επάγγελμα συλλέκτριες βλασταριών του φυτού προς πώληση. Οι ίδιες μαζεύουν και πουλάνε φύλλα του αμπελιού. Είναι γενικά οι Βρουβολόοι, όσοι πάνε για βρούβες.
Όμως τα λάχανα αυτού του είδους επειδή έδιναν μια απίστευτη αίσθηση κορεσμού, όσο κανένα άλλο φαγητό, οι άνδρες της υπαίθρου στην Κρήτη τα λάτρευαν! Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούγαμε φράσεις του τύπου: «Δε νοιώθω πως χορταίνω, α δε φάω λάχανα»! Όμως σαν σύμβολο φτώχειας, πολλές φορές ακούγαμε και τη φράση: «Αυτοί στο σπίτι ντως τρώνε τα λάχανα αλάδωτα», που αυτό σηματοδοτεί και τη απόλυτη φτώχεια!

Φυσικά έχουμε και διάφορες φράσεις! Με τη φράση «πήγε για βρούβες» κατά το λεξικό της αργκό, εννοείται πως κάτι δεν πάει καλά και χάλασε και δεν λειτουργεί!

-Ε τι βλέπω πήρατε άλλη τηλεόραση; Τι απέγινε η παλιά;
-Ε πήραμε άλλη, η παλιά πήγε για βρούβες!
Όταν λέμε επίσης πως κάποιον «τον στείλαμε για βρούβες», σημαίνει ότι του δώσαμε τον καιρό του, κατά την Κρητική αργκό. Δηλαδή τον απολύσαμε σαν άσχετο, ή «αυτός πάει για βρούβες»σημαίνει πως κυκλοφορεί άσκοπα εδώ κι εκεί, αφού και για να μαζέψει κάποιος βρούβες, δεν χρειάζεται ιδιαίτερο μυαλό και κόπος! Μιλάμε έτσι για ανθρώπους χωρίς προσωπικότητα και στόχους.

Πολλές όμως είναι και οι μαντινάδες που έχει λαός μας για τις βρούβες και τα απορόχια.
«Ψωμί κι ελιές με ανάθρεψαν, βρούβες και απορόχια, μα εδά απού χω τα αγαθά, εγνώρισα τη φτώχεια». ( Ποιητικές συλλογές: Γιώργος Ν. Παλαμιανάκης).
«Ασκορδουκλάκους και χοχλιούς, βρούβες θα πα μαζώνω, δε με τρομάζει τίποτα, κι ούτε που ιδρώνω»!
«Η τύχη μου την έπεψε μια μέρα πρι νυχτώσει, αποξω από το χτήμα μου, βρούβες για να μαζώξει
Κι εκειά που εχορτολόϊζε, πιάνει ψιλή βροχούλα, πετά τα χόρτα ιδια ‘κειά, μαζί με τη σακούλα»! ( Νίκος Τσίγκος).

Ωστόσο παρόλα αυτά, οι βρούβες το σινάπι και τα λαψανίδια είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για τον οργανισμό του ανθρώπου. Προλαμβάνουν τον καρκίνο του εντέρου, αφού λειτουργούν όπως ο σχοινοκαθαρτήρας του όπλου. Επίσης θεωρούνται αποτοξινωτικά φυτά στον οργανισμό μετά από μακρόχρονη κρεατοφαγία. Έχουν τονωτική δράση και κάνουν καλό στην καρδιά και το κυκλοφορικό, φυσικά όταν τρώγονται σωστά και με μέτρο.

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *