Connect with us

Life

Τα ξεχασμένα Πασχαλινά Έθιμα της Κρήτης – Γ’

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Η μεγάλη φωτιά του Ιούδα στη Γαλιά

Ένα κεφαλοχώρι των 2000 περίπου κατοίκων που ήταν κάποτε η Γαλιά Δήμου φαιστού, και με τα 200 περίπου παιδιά στο δημοτικό, δεν μπορούσε παρά να ήταν όλοι τους δραστήριοι ζωηροί και εκκεντρικοί λόγω της Βοριζανής καταγωγής τους, αλλά και υπερήφανοι λόγω της παλικαροσύνης αρκετών ηρώων των οικογενειών τους, που τίμησαν τον τόπο πεσόντες ή τραυματισθέντες σε διάφορους πολέμους.

Ακόμα πιο πιστοί ήταν στην τήρηση των παραδόσεων και εθίμων, που είχαν διασωθεί χάρις στο άβατο των Βοριζίων, που ήταν η γενέτειρα τους, που σαν Γαλιανοί πλέον τα συνέχισαν για πολλά χρόνια, μάλιστα σε πολύ έντονο βαθμό.

Σαν ζωηρός λοιπόν λαός, τους άρεσαν επίσης και οι πρωτοποριακές ιδέες, το πείσμα για διακρίσεις σε πολλούς τομείς, η πρόοδος και η ευημερία, και δεν είναι τυχαίο που και σήμερα έχουμε Γαλιανό παραολυμπιονίκη τον Μανώλη Στεφανουδάκη!

Σαν χαρούμενος λαός τους άρεσε και η καλοπέραση τα γλέντια, οι παρέες, οι καντάδες, καθώς υπήρχε σχολή κρητικής παραδοσιακής μουσικής που ίδρυσε ο Λευτέρης Μανασάκης, ακόμα και χορού που δίδαξαν διάφοροι σπουδαίοι Γαλιανοί χορευτές! Είχαν αναπτύξει πρωτοβουλίες και σε πρωτοποριακά κοινωφελή έργα, και αυτά επειδή η Γαλιά τότε, ήταν ένα ιδιαίτερα μονιασμένο χωριό, και οι κάτοικοι του είχαν καταφέρει πολλά και σε κοινοτικό επίπεδο.

Σήμερα θα ασχολιθουμε με κάποια ξεχασμένα θρισκευτικά έθιμα του χωριού μας, που κι αν αυτά γινόταν και σε άλλα χωριά, δεν γινόταν με τον ίδιο τρόπο.

Αφού λοιπόν ήταν μπροστά σε πολλά πράγματα, ποιος θα τους εμπόδιζε να έχουν και την μεγαλύτερη φωτιά του Ιούδα το βράδυ της Ανάστασης;

Δεν είμαι σίγουρος ότι ήθελαν τον ανταγωνισμό με τα απέναντι πανοραμικά χωριά των Αστερουσίων ορέων, πάντως η ανάγκη για μια τεράστια φωτιά, ήταν απαραίτητη εκείνα τα χρόνια, δηλαδή προ τριακονταετίας και ακόμα πιο πίσω!

Το βράδυ μετά το Χριστός Ανέστη, ήθελαν να εντυπωσιάσουν με τη φωτιά περισσότερο, παρά να δώσουν ένα μήνυμα στους προδότες σαν τον Ιούδα, πως την προδοσία δεν τη σηκώνουν, και όποιος προδίδει γενικά, έτσι θα πρέπει έτσι να τιμωρείται!

Η φλόγα του Ιούδα έπρεπε να είναι μεγάλη, και να περνά τα 30 μέτρα! Ήθελαν η φωτεινότητα της να βγορίζει τη νύχτα από τα πέντε ή έξη χωριά που ήταν σαν χάνδρες απέναντι και σε ευθεία γραμμή, στους πρόποδες των Αστερουσίων ορέων! Πέρι, Αληθινή Πόμπια, Πετροκεφάλι, Κουσές, Σίβα, Καμηλάρι, χωριά που είχαν να λένε για τον Ιούδα της Γαλιάς!

Το έθιμο με το «κλέψιμο» των ξύλων!

Όσο και να φαίνεται παράξενο, εδώ τα ξύλα δεν χαρίζονται από τα σπίτια, εδώ «κλέβονται» κανονικά και με το νόμο! Και αυτό γιατί εδώ τα ξύλα και το κλέψιμο τους ήταν ταυτόσημο με την παράδοση και δεν χωρούσε συζήτηση! Κάθε χρόνο βρισκόταν και μια δεκαριά νεαρά άτομα που έκαναν αυτή τη δουλειά, και μια δυο μέρες πριν την Ανάσταση, πήγαιναν κρυφά στις αυλές των σπιτιών και έκλεβαν μερικά από τα τα ξύλα τους! Τώρα βέβαια καλού κακού, απέφευγαν να πηγαίνουν σε σπίτια που ήταν μέσα ο ιδιοκτήτης. Αν ήθελε να φυλάει κάποιος τα ξύλα του το Μ. Σάββατο γιατί τα είχε λίγα, έπρεπε να περιμένει εκεί μέχρι την 12η ώρα, γιατί μετά όλοι θα πήγαιναν στην Ανάσταση!

Το έθιμο αυτό της κλοπής δεν εθεωρείτο παράνομο, διότι αν ήθελαν οι χωριανοί να καμαρώσουν και να θαυμάσουν πράγματι την μεγαλύτερη φωθιά της περιοχής, έπρεπε και να … πληρώσουν το αντίτημο που τους αναλογούσε! Δεν έπρεπε λοιπόν να αρνηθούν ξύλα από την αυλή τους, γιατί κάθε γενιά που έκλεβε ξύλα, παντρευόταν, έκανε παιδιά, μετά τα δικά τους παιδιά έκαναν τα ίδια και πάει λέγοντας, οπότε όλοι λοιπόν έκαναν τα ίδια! Εξάλλου τι αξία είχαν μερικά ξύλα; Οι Γαλιανοί σαν εργατικοί και νοικοκύρηδες που ήταν, πάντα φρόντιζαν να έχουν μπόλικα ξύλα στις αυλές τους. Σαν ημιορεινό χωριό υπήρχαν άφθονα πουρνάρια και θυμάρια στην περιοχή, και όπου και να πήγαιναν οι άνθρωποι του εύρισκαν, οπότε γυρνώντας αργά φόρτωναν και τον γάιδαρο τους με δυο δεμάθια ξύλα, μόνο και μόνο για να μη γυρίσει άδειος! Τα ξύλα τα είχαν στοιβάξει σε δεμαθιές, κυρίως από θυμάρια για ξεκέντισμα του φούρνου, σε κλαδερά για την θέρμανσή του, όπως δηλαδή ελένια, χαρουπιδένια, σκυνένια κατσοπρινένια κλπ. Ακόμα είχαν και κάποια ασπαλαθένια ξύλα ανάμεσα στα χαρουπιδένα ή κατσοπρινένια δεμάτια, παρόλο που ήταν αγκαθωτά, και κάνανε λέει καλή φωθιά! Δεν ήταν τυχαίο που τα Χριστούγενα με τα ασπαλάθια τσουδούσανε (τσουρουφλίζανε) το χοίρο!

Στοιβός λοιπόν ήταν οι δεμαθιές στα σπίτια, αλλά και τα χονδρά κουτσούρια, οι χονδρές ρίζες, που κι αυτά δεν τους εξέλειπαν, γιατί τα χρειαζόταν για το τζάκι! Κάθε σπιτικό μπορούσε να είχε και τριάντα δεμαθιές, οπότε δεν θα τους πείραζε αν τους πάρουν και δυο τρία δεμάθια οι τσούμαροι νεαροί του χωριού, για τον μεγάλο Ιούδα! Ούτε λόγος λοιπόν για το αντίθετο! Ελάχιστοι ήταν αυτοί που θα μπορούσαν να κάνουν παρατήρηση στα παιδιά τη στιγμή που έκλεβαν τα ξύλα τους! Το πιο πιθανόν ήταν να τους πουν να πάρουν αν θέλουν και επιπλέον ξύλα, και κυρίως αυτά τα υποδεέστερα, όπως ήταν οι κλιματόβεργες, οι μουρνένοι βλαστοί κλπ, που ήταν ξύλα όχι ιδιαίτερων αξιώσεων! Μα δεν τους πήγαινε να παρεμποδίσουν να πάρουν τα παιδιά ξύλα, τη στιγμή που κάποτε και εκείνοι στα νιάτα τους τα ίδια κάνανε!

Τα ξύλα όλα κατέληγαν έξω από την εκκλησία, που τα είχαν τοποθετηθεί σε ένα τεράστιο σωρό, με πάνω από τριάντα δεμαθιές, αλλά και πολλά άλλα κλαριά λιόκλαδα και φυσικά πολλά χονδρά κούτσουρα, που περίμεναν την ώρα του ανάματος!

Ο αχυράνθρωπος Ιούδας!

Επάνω εκεί στη μέση του σωρού με τα ξύλα, στερέωναν επίσης ένα μακρύ και χονδρό κούτσουρο, όπου επάνω του έδεναν με σχοινί ένα ομοίωμα του Ιούδα, φτιαγμένο από παλιό παντελόνι και πουκάμισο, γεμισμένα και τα δυό με άχυρο! Επίσης δίπλωναν και μια παλιοπετσέτα και έκαναν το κεφάλι, και επάνω του έβαζαν μια τραγιάσκα, ή ένα παλιό καπέλο ή σκουφάκι.

Ερχόταν λοιπόν η στιγμή, που ο παπάς αναφωνούσε το Χριστός Ανέστη, και ο ίδιος πάλι ο παπάς με ένα κερί άναβε και τα ξύλα στον μεγάλο σωρό, για να καεί ο Ιούδας! Η ζεστή θέα της γιγάντιας φωτιάς, πλέον ήταν γεγονός, αλλά και μια ηδονή στο μάτι του θεατή, όχι μονάχα των κατοίκων που έμεναν στο χωριό, αλλά γενικά όλων των απανταχού επαναπατριζομένων Γαλιανών, που είχαν έρθει από την υπόλοιπη χώρα ή το εξωτερικό, για να κάνουν πάσχα με τους δικούς τους. Πρόσφεραν έτσι ένα φανταχτερό θέαμα σε όλους αυτούς τους μουσαφίρηδες ή τους καλεσμένους τους, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τους ευχαριστήσουν!

Τα περισσότερα σπιτικά είχαν ξενητεμένους, αλλά σήμερα είχαν μεγάλες χαρές που έβλεπαν επιτέλους τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, και υπήρχε γενικά μια ιδιαίτερα ευχάριστη και γιορτινή ατμόσφαιρα! Δεν ήταν πάντως λίγες οι φορές, που οι φωτιές του Ιούδα που άναβαν, έκαιγαν και αυτά τα καλώδια της ΔΕΗ, και έπρεπε να την καλέσουν να επανασυνδέσει! Αυτό βέβαια επισφράγιζε κατά κάποιο τρόπο και την τεράστια επιτυχία της φωτιάς, όμως ήταν κατά τι επικίνδυνο! Για αυτό ακριβώς το λόγο, για ένα διάστημα δεν άναβαν τον Ιούδα στην εκκλησία απέξω, αλλά στην πρώτη πλατεία του χωριού που είναι το παλιό Δημοτικό, λίγο πιο πέρα από το Ηρώο του τα/χη Νικολούδη Εμμ.

Το έθιμο με τις τεράστιες φωτιές έχει πλέον εξαλείψει εδώ και καιρό στο χωριό μας, διότι με το κτίσμα της αιθούσης μνημοσύνων, και το χτίσιμο του χώρου με το άγαλμα του Λευτέρη του Γαλιανού, έχει περιοριστεί κατά πολύ ο χώρος, και δεν γίνεται να ανάψει πλέον φωτιά εκεί, παρά μόνο μια πολύ μικρή.

Ο μικρός «Ιούδας» της νοικοκυράς!

Κάθε σπιτικό στη Γαλιά, εκτός τα κλασσικά Πασχαλινά έθιμα που είχαν και τα άλλα χωριά της περιοχής, η Γαλιά, είχε το παραδοσιακό έθιμο, το απόγευμα του Μεγάλου Σαββάτου, κάθε νοικοκυρά μόλις βράδιαζε, έπρεπε να κάψει τον Ιούδα του σπιτιού! Τη δουλειά αυτή την έκαναν κυρίως γυναίκες, και σε κάθε σπίτι έκαιγε και από ένας μικρός Ιούδας!

Η γυναίκα νοικοκυρά, με παρόντα και τα παιδιά της για να βλέπουν κι αυτά το έθιμο, πήγαινε στις δεμαθιές της, και έφερνε ένα θύμο ή ένα αχινοπόδι ή μια αστιβίδα, όπου το πήγαινε στην αυλή και τον άναβε. «Θύμο» στη Γαλιά λέμε τους θάμνους κυρίως του θυμαριού και της θρούμπας. Δεν πείραζε αν ο θύμος αυτός ήταν μεγάλος ή ένα μικρό θυμαράκι, εξάλου ένας απλός συμβολισμός ήταν, της τιμωρίας του κακού Ιούδα για τη προδοδία του .

Εκεί λοιπόν στην μέση της αυλής θα το άναβε, είτε απευθείας στο χώμα, ή αν δεν ήθελε να λερώσει έβαζε το θυμαράκι επάνω σε ένα παλαμάκι, (φτιάρι), το άναβε και μετά πετούσε τις στάχτες, αλλά όχι οπουδήποτε, κυρίως σε άκρη του τοίχου, μέρος πάντως που να μην μπορεί να δρασκελίσει κάποιος τον άθο, γιατί αυτό θα ήταν πολύ μεγάλη γρουσουζιά!

Το «Άρατε Πύλας» του Γαλινού παπά

Ως γνωστόν, το τυπικό της εκκλησίας ήθελε μετά που θα πει ο παπάς το Χρίστος Ανέστη, να ανάψει τα ξύλα, και αφού έχει μοιραστεί και το Άγιο Φώς, να μένει μέσα ο ψάλτης ή ο νεωκόρος μέσα στον ναό, και να γίνει ένας διάλογος αυτού με τον παπά που είναι απέξω με κλειστή την πόρτα. Ο διάλογος τους θα αναπαρίστανε την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στην εις Άδου κάθοδο, που πήγε εκεί για να αναστήσει τους νεκρούς .

Ο Γαλιανός παπάς κρατώντας το Ευαγγέλιο και την λαμπάδα της Ανάστασης, πήγαινε προς την κεντρική πόρτα της εκκλησίας, αναφωνώντας το «Άρατε πύλας», που κατά τον 23ο ψαλλμό του Δαυίδ συμβολίζει την επίσκεψη του Χριστού στον Άδη. Όμως κατόπιν συννενόησης με τον νεωκόρο, εκείνος δεν του ανοίγει, και ο παπάς κλωτσά την πόρτα και μπαίνει μέσα!

Κατά τον Δαυίδ, ο Χριστός σαν έφτασε στις Πύλες του Άδη αναφωνεί:

-«Αρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εσελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης ….».

Ο Άδης δεν του Ανοίγει γιατί δεν τον πιστεύει, και τον ρωτάει ποιος είναι.

  • «Τις εστίν ούτος ο βασιλευς της δόξης»; Και ο Χριστός του απάντησε:
  • «Κύριος κραταιός και δυνατός. Κύριος δυνατός εν πολέμω. Κύριος των Δυνάμεων…κλπ»!

Αλλά και πάλι ο Άδης δεν τον πίστεψε και πάλι δεν του άνοιξε! Τότε ο Χριστός δίνει μία «κλωτσιά», κι ανοίγουν διάπλατα οι πύλες της Κολάσεως!

Οι’ισιοι διάλογοι γινόταν παλιά στη Γαλιά, αλλά σε θεατρική αναπαράσταση, και γινόταν με έναν ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο, που ο κόσμος δεν έφευγε αμέσως να πάει να φάει το αυγολέμονο του, αν δεν έβλεπε πρώτα και την αναπαράσταση αυτή!
Παρόμοια θεατρική αναπαράσταση, γινόταν και γίνονται και σήμερα κυρίως στα περισσότερα νησιά της Ελλάδος.

Ο παπάς δηλαδή του χωριού μας με τον ψάλτη ή τον νεωκόρο από μέσα, επαναλάμβαναν τρείς φορές τον ίδιο διάλογο με ύφος αλλά και με βροντερή φωνή, ώσπου ο παπάς μας, αφού δεν του άνοιγε από μέσα, πλησίαζε την πόρτα της εκκλησίας, της έδινε μια δυνατή «κλωτσιά», και άνοιγαν διάπλατα τα δυο φύλλα της! Εισερχόταν μέσα θριαμβευτικά, «Βασιλικώς και αυταρχικώς» όπως λέει το Ευαγγέλειο!

Ο δε νεωκόρος έπρεπε να εξαφανισθεί αμέσως ανάμεσα στο πλήθος να μην τον δει ο παπάς, γιατί αυτό «δεν θα ήτανε καλό σημάδι»!

Το έθιμο αυτό, και με αυτή την αναπαράσταση, το πρόλαβα και εγώ ο ίδιος με τον θείο μου τον παπά Γιώργη στα παιδικά μου χρόνια, και θυμάμαι το πόσο με εντυπωσίαζαν όλες αυτές οι σκηνές!

Σε πολλά μέρη η αναπαράσταση αυτή γίνεται στον Επιτάφιο, λίγο μετά την πρώτη Ανάσταση. Γίνεται πάλι ο διάλογος, δεν ανοίγει την πύλη ο νεωκόρος, οπότε ο παπάς παίρνει την εικόνα του Χριστού από τον Επιτάφιο και πλησιάζει την πόρτα και την ανοίγει ο ίδιος χωρίς να την κλωτσήσει, (εννοείται με την δύναμη της εικόνας του Χριστού).

Σήμερα στις περισσότερες εκκλησίες δεν γίνεται αναπαράσταση αυτού του γεγονότος, και κυρίως δεν κλωτσάνε την πόρτα, και οι ιερείς δεν βάζουν ψάλτη ή νεωκόρο μέσα για να κρατάει κλειστή την Πύλη. Απλά οι ιερείς κρατάνε το Ευαγγέλιο, σταυρώνουν την πόρτα αναφωνώντας το «Άρατε Πύλας», και εκείνη ανοίγει από το χέρι τους.

Μετά το Χριστός Ανέστη και όλα τα υπόλοιπα, οι πιο φανατικοί πιστοί θα μείνουν για τη συνέχεια της θείας λειτουργίας, οι δε υπόλοιποι θα πάρουν όλοι το Άγιο Φως για να το πάνε σπίτι τους, και να κάνουν ένα ακόμη σταυρό στο περβάζι της πόρτας. Έπειτα θα καθίσουν όλοι στο οικογενειακό τραπέζι, όπου η νοικοκυρά θα σερβίρει το κλασικό παραδοσιακό αυγολέμονο, που κι αυτό κατά παράδοση ήταν πάντα η μαγειρίτσα της Κρήτης. Γινόταν κι αυτή από συκωταριά, φλέμονα (πνευμόνια), αλλά καμιά φορά πρόσθεταν και γαρδουμπάκια, κομμάτια από την κοιλιά και τους λεγόμενους «κοντομανώληδες» (ποδαράκια) του αρνιού!

Μετά έπεφταν σιγά – σιγά όλοι για ύπνο διότι το πρωί θα έπρεπε να σηκωθούν πρωί για την εκκλησία!

Τα λεμόνια της Μ. Πέμπτης

Και πάλι όλοι οι παλιοί Γαλιανοί θυμούνται πως όσοι είχαν περιβόλια με ξινόδεντρα, έφερναν στην εκκλησία μερικά, κατά προτίμηση κίτρα, σκαραμάντζα ή κιτρολέμονα ή ακόμα και απλά λεμόνια. Όλοι θυμούνται τη φέτα αυτή λεμονιού που μοίραζαν στην εκκλησία την Μ. Πέμπτη, όταν ο παπάς διάβαζε το 9ο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, που αφορούσε τους Ρωμαίους στρατιώτες που πρόσφεραν στο Χριστό «όξος» αντί για νερό ανακατεμένο με χολή, όταν Εκείνος είπε «διψώ».

«Σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε, τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεύμα».

Καθάριζαν λοιπόν το ξυνολέμονο ενώ ο παπάς διάβαζε τα παραπάνω, το έκοβαν σε μικρά κομματάκια, έβαζαν λίγο αλάτι ή και σκέτο χωρίς αλάτι, και έπαιρνε ο κόσμος από ένα κομμάτι. Πολλές κοπελιές που θέλανε κι εκείνες, με το θάρρος βέβαια, γιατί ήθελαν και εκείνες να δοκιμάσουν το λεμόνι. Πλησίαζαν όλοι και όλες λέγοντας «δός μου κι εμένα», «δός μου κι εμένα», γιατί όλοι ένοιωθαν το έθιμο αυτό σαν πράξη συμπαράστασης στον Εσταυρωμένο.

Όμως δεν έτρωγαν λεμόνι μονάχα στην εκκλησία το βράδυ με το 9ο ευαγγέλιο. Όλη τη ημέρα της Μ. Πέμπτη αλλά κυρίως το απόγευμα ή όταν γυρνούσαν στο σπίτι από την εκκλησία, έκοβαν λεμόνια σε μικρά κομματάκια, τα έβαζαν σε ένα πιάτο με αλάτι και ξύδι, τα ανακάτευαν και τα έτρωγαν με το πιρούνι. Άρεσε αυτό στους Γαλιανούς, και έτρωγαναν ανά ταχτά διαστήματα πορτοκάλι με ξύδι στο πιάτο σε κομματάκια, ασχέτως εθίμου.

Και ένα Γαλιανό έθιμο για τις παρανυχίδες!

Για πολλά χρόνια υπήρχε ένα έθιμο στη Γαλιά, δεν γνωρίζουμε φυσικά την προέλευσή του, που είχε να κάνει με τις παρανυχίδες των νυχιών. Οι παρανυχίδες ήταν ενοχλητικές στις δουλειές, κυρίως στο θέρος των σιτηρών, στα σανά ή τα χασίλια, αλλά και στο ξεπάτωμα των ρεβιθιών του λιναριού κλπ. Με τις χειροναχτικές εργασίες αυτές, χειροτέρευαν οι παρανυχίδες, και καμιά φορα μάτωναν!

Το θέμα της εξαφάνησής τους εθεωρείτο απλό. Τη στιγμή που ο παπάς αναφωνούσε το Χριστός Ανέστη, έπρεπε οι γυναίκες, γιατί κυρίως αυτές αφορούσε, να σκύψουν ή να κουκουβίσουν, και να πιάσουν από χάμω μια φούχτα χώμα, και να το τρίψουν ανάμεσα στα δάχτυλά και των δυο χεριών! Αν δεν υπήρχε χώμα, απλά έτριβαν τα δάχτυλα τους στο πάτωμα δεξιά αριστερά ή κυκλικά! Αν το έκαναν αυτό, βάσει του εθίμου, τότε δεν θα έβγαζαν παρανυχίδες για όλο το χρόνο! Δεν έχαναν λοιπόν ευκαιρία οι γυναίκες της εποχής με το Χριστός Ανέστη, να σκύψουν και να τρίψουν μερικές φορές κάτω τα δάχτυλά τους!

Το έθιμο καταργήθηκε περίπου το ’35 και έκτοτε δεν επαναλαμβάνεται, όμως και σήμερα κάνουν περίπου το ίδιο πράγμα κάθε Κυριακή στην εκκλησία, που όμως μοιάζει με βαθιές μετάνοιες. Γυναίκες μάλιστα πιο μεγάλης ηλικίας, αφού κάνουν το σταυρό τους, σκύβουν και ακουμπάνε με την ανάποδη του δεξιού τους χεριού, ή τα δάχτυλα στο πάτωμα, κάνοντας το αυτό μερικές φορές.

Την ημέρα του Πάσχα κανείς στο χωριό δεν έπρεπε να μείνει χωρίς να φάει αρνί!

Το πρωί όλοι ήταν στην εκκλησία, και μικροί μεγάλοι χτυπούσαν την καμπάνα, αλλά οι μεγάλοι ήταν αυτοί που την χτυπούσαν «διπλοκαμπανιά», που οι μικροί δεν μπορούσαν! «Ήταν καλό», λέγανε τότε, «να παίξει κάποιος την καμπάνα, για να μεστώσουν τα σπαρμένα τους»! Μάλιστα όσο πιο πολλές φορές χτυπούσαν την καμπάνα, τόσο πιο καλά θα μέστωναν τα σπαρτά τους! Έξω από την εκκλησία υπήρχαν πάγκοι με ζαχαρωτά που έφτιαχναν Γαλιανοί βιοτέχνες ζαχαροπλάστες, όπως ο παππούς μου Εμμ Χουστουλάκης. Υπήρχαν πάγκοι με καραμέλες, καραμέλες με μαντινάδες που τις διάβαζαν στις κοπελιές, παστέλια, κανελάδες αναψυκτικά, παγωτά κασάτα, όλα φυσικά ντόπια κατασκευάσματα του χωριού!

Όλοι οι Γαλιανοί είχαν αρνιά ή κατσίκια, και έτσι φρόντιζαν να έχουν κρατήσει ένα μικρό για το Πάσχα, και το έσφαζαν είτε τη Μ. Παρασκευή ή το Μ. Σάββατο! Το έκαναν κυρίως ψητό στο φούρνο ή στο μονόσουβλο στα κάρβουνα. Μετά την εκκλησία σμίγανε στα σπίτια σε παρέες τα σόγια, διότι ο κόσμος τότε τιμούσε πολύ το συγγένιο! Τιμούσε τα συμπεθεριά, τους συντέκνους, αλλά ιδιαίτερα τιμούσε τους φίλους. Οι γείτονες επίσης ήταν καλεσμένοι, διότι ένας γείτονας κι αυτός θεωρείτο καλός φίλος, και μάλιστα ανώτερος κι από συγγενή, διότι στην ανάγκη αυτός είναι που θα τρέξει πρώτος!

Μπορεί να ξέχναγαν κάποιον να τον καλέσουν στο τραπέζι τους, όμως ένα πράμα δεν άφηναν να συμβεί με τίποτα οι παλιοί Γαλιανοί. Δεν άφηναν σε καμία περίπτωση φτωχιά οικογένεια χωρίς κρέας το Πάσχα! ‘Έπρεπε τη μέρα αυτή να μεριμνήσουν οι έχοντες, ώστε να ικανοποιήσουν κάθε φτωχό του χωριού, να φάει κι εκείνος αρνάκι, και να ευφρανθεί η καρδία του! Ένα γουλίδι λοιπόν άψητο κρέας τυλιγμένο στη πετσέτα θα το πέψουν με κάποιο παιδί τους στη φτωχή γριούλα ή το γέρο που ζούσε μόνος του χωρίς καν σύνταξη! Ακόμα και με μια ολόκληρη κατσαρόλα αυγολέμονο ή βραστό κρέας, θα το έστελναν στη φτωχή πολυμελή οικογένεια, που πολλές φορές έπαιρνε τέτοια δώρα από πολλά σπίτια! Και δεν έστελναν μονάχα κρέας, όλες οι Γαλιανές ζύμωναν και έκαναν τα πασχαλινά τσουρεκάκια τους στο φούρνο της γειτονιάς. Αν δεν έκαναν τσουρεκάκια έκαναν λυχναράκια ή ακόμα και απλά πιταράκια στο τηγάνι. Κάθε μια γέμιζε ένα ταψί μόλις τα έβγαζε από το φούρνο ψημένα, και τα πήγαινε στο σπίτι να τα φυλάξει μέσα στον μπουφέ της. Έστελναν όμως κι από αυτά ένα πιάτο στη φτωχολογιά, μαζί με ένα φρέσκο ζυμωτό ψωμί.

Σήμερα δυστυχώς όλα σχεδόν τα όμορφα αυτά έθιμα ξεφτίσανε, και οι όμορφες χριστιανικές συνήθειες, λόγω που ο κόσμος περνά δύσκολες καταστάσεις. Κάπως έτσι είχαν ξεφτίσει και στην κατοχή πολλά έθιμα μας, και φταίγανε τα δεινά που υπέστη ο λαός μας τότε. Η θλίψη για τον χαμό δικών τους ανθρώπων, και γενικά λόγω δύσκολων καταστάσεων, δεν είχε πλέον ο κόσμος όρεξη για έθιμα.

Τώρα δε και με τον κωρονοϊό, τα πράγματα δυστυχώς δεν πάνε καλά, και δεν γίνεται οι άνθρωποι να ακολουθήσουν την παράδοση τους στον βαθμό που πρέπει. Απλά περιμένουν να λήξη η καραντίνα, για να επαναδραστηριοποιηθούν και πάλι στα θρησκευτικά έθιμά τους, θέλουμε να ελπίζουμε όμως με περισσότερο κέφι.

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης.

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *