Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Τι ήταν το κοινό τοιχοπάτημα – Νόμοι και συμφωνίες

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα παλαιότερα χρόνια, τα σπίτια ήταν συνήθως πετρτόχτιστα, και μάλιστα σε πολλά δεν ήταν πενήντα εκατοστά μόνο, αλλά εξήντα ακόμα και εβδομήντα


Ένας λόγος που ήταν πιο φαρδείς οι τοίχοι, ήταν γιατί καμιά φορά αναγκαστικά κάποιοι τοίχοι σαν μεσοτοιχίες, ήταν κοινοί ανάμεσα σε δυο ή τρεις ιδιοκτήτες.
Πριν τη κατοχή, αλλά και μέχρι και το 1965 περίπου, ακουγόταν συχνά η λέξη «τοιχοπάτημα» στα χωριά και στις πόλεις της Κρήτης, μάλιστα είχαμε και κάποιους καυγάδες σχετικούς για το θέμα αυτό, από παραβάτες του περί δικαίου «νόμου».

Για την σύνταξη βέβαια του άρθρου, ρωτήθηκαν πολιτικοί μηχανικοί, αλλά και αρκετοί από τους παλιούς , που ήταν γνώστες της τότε κατάστασης, ώστε να διασταυρωθούν τα στοιχεία για να είναι το άρθρο περισσότερο ορθό.
Σήμερα δεν ακούμε πλέον για αυτά τα πράγματα, και ο λόγος που τα γράφουμε είναι μονάχα για την λαογραφία.

Τι εννοούμε όμως με τη λέξη «τοιχοπάτημα»;
Θα πάρουμε το θέμα από την αρχή. Κάποιος χτίζει ένα σπίτι για να στεγάσει μέσα εκεί την οικογένεια του. Στη συνέχεια έρχεται ένας γείτονάς του πού έχει δίπλα ή πίσω από το δικό του κάποιο οικόπεδο, και θέλει να το χτίσει κι αυτός.

Ρωτάει λοιπόν τον γείτονά του που ήδη έχει χτίσει, αν θέλει να του επιτρέψει να «πατήσει» κι αυτός στον δικό του τοίχο. Δηλαδή να του επιτρέψει να ακουμπήσει την στέγη ή οροφή του σπιτιού του, είτε ήταν με μεσοδόκια – δοκάρια και λεπίδα, είτε είναι με μπετόν. Ο πρώτος λοιπόν θα επιτρέψει ή όχι στον δεύτερο να «πατήσει», αλλά για να του επιτρέψει, θα το κάνει αυτό μόνον μετά από κάποια ειδική συμφωνία μεταξύ τους.

Οι πιο συνήθεις συμφωνίες εκείνα τα χρόνια που είχαμε για τα κοινά τοιχοπατήματα στα πετρόχτιστα σπίτια, ήταν οι εξής:

1) Βάζει ο ένας το θεμέλιο και ο άλλος βάζει τις πέτρες.
Είναι εύλογο και δίκαιο λοιπόν, αφού ο ένας έχει βάλει το θεμέλιο, επί της ουσίας οικόπεδο, να βάλει ο άλλος τις πέτρες, έτσι να χτιστεί έτσι ο κοινός τοίχος όπου θα πατήσουν και οι δύο, και θα έχουν και οι δύο συμφέρον. Όμως στο τέλος οι τοίχος πλέον θα είναι κοινός, δηλαδή θα ανήκει κατά το ήμισυ στον κάθε ένα.

2) Έχει ο ένας ήδη τον τοίχο, χτίζει κι ο άλλος άλλον τοίχο δίπλα, ώστε να ακουμπάνε.
Δηλαδή ενώ έχει ήδη χτίσει ο πρώτος τον τοίχο του, για να επιτρέψει όμως στον άλλο να πατήσει επάνω, του προτείνει να χτίσει ακόμα άλλον ένα τοίχο δίπλα στην προέκταση του χτισμένου από την μια μεριά, ή και από την άλλη, για να τους έχουν στη συνέχεια τους τοίχους όλους από κοινού.

3) Να πληρώσει κάποιος για να πατήσει σε τοίχο άλλου.
Να έχει ο ένας ήδη τον τοίχο του, αλλά για να επιτρέψει στον άλλον να πατήσει, θα πρέπει να τον πληρώσει με χρήματα, ή να τον εξαγοράσει με κάποιο άλλο είδος, ώστε να τον αποζημιώσει. Μπορεί για παράδειγμα να του δώσει ένα πιθάρι λάδι, και με αυτό τον τρόπο παραχωρεί κατά το ήμισυ και πάλι τον τοίχο του.

4) Δωρεάν παραχώρηση τοιχοπατήματος
Μπορεί ακόμα να παραχωρήσει κάποιος σε άλλον ακόμα και δωρεάν τον τοίχο του για να πατήσει. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα είκοσι ετών και πλέον, θεωρείται πως πάλι ο τοίχος είναι κοινός.

5)Ποτέ δεν πατάει κάποιος χωρίς άδεια
Δεν μπορεί κανένας να πατήσει επάνω στον τοίχο κάποιου χωρίς την άδεια του.
Μπορεί σήμερα όλα αυτά να ακούγονται περίεργα, όμως κάποτε το κοινό τοιχοπάτημα ήταν πολύ συχνό φαινόμενο σε όλα τα χωριά και τις πόλεις της Κρήτης. Μπορούμε να πούμε, πως μονάχα στο χωριό μας τη Γαλιά, είχαμε τουλάχιστον τριάντα κοινά τοιχοπατήματα, και τα περισσότερα βέβαια ήταν μεταξύ συγγενών.

Κοινά τοιχοπατήματα κι από άλλους τοίχους

Δεν ήταν απαραίτητο να είχαν μονάχα δυο άτομα ένα τοίχο κοινό, μπορούσε ένα σπίτι να έχει κοινό τοίχο και από τις άλλες δυο, ακόμα και από τις τρεις πλευρές του, φυσικά με διαφορετικούς ιδιοκτήτες! Γνωρίζω περίπτωση που ένα δωμάτιο, στην ουσία ήταν ένα ονταδάκι, είχε κοινό τοίχο από βορά με κάποιον ιδιοκτήτη, από ανατολάς κοινό τοίχο με άλλον, αλλά και στο ισόγειο άλλον ιδιοκτήτη με κοινό το ταβάνι του ενός που ήταν πάτωμα του άλλου!

Αυτά βέβαια γινόταν λόγω υπερβολικής φτώχειας, (τα οικόπεδα ήταν μικρά και μετρούσε ακόμα και ο πόντος) και η λαχτάρα μεγάλη να φτιαχτεί όπως – όπως κάποιος χώρος έστω ένα δυο δωματίων, μια σκεπή δηλαδή «να βάλουν το κεφάλι τους μέσα»,ήταν άκρως απαραίτητο. Η φτώχεια λοιπόν και η ανέχεια ήταν η αιτία να μοιράζονται τοίχους οι παλιοί, και οι πιο πολλοί βέβαια τα βρίσκανε μεταξύ τους και ποτέ δεν είχαν συνήθως προβλήματα. Υπήρχε αρκετή εμπιστοσύνη μεταξύ τους, ώστε να μην συμβεί ποτέ το παραμικρό, αφού έκαστος γνώριζε πολύ καλά τα δικαιώματα του, αλλά και τα δικαιώματα του άλλου.

Από τη στιγμή που είχαν οι δυο γείτονες έναν κοινό τοίχο, ήταν υποχρεωμένοι και οι δύο να υπακούν σε κάποιους κανόνες. Για παράδειγμα: Δεν μπορούσε ο ένας από τους δύο να κάνει εργασίες επισκευής , γκρεμίζοντας τον κοινό τοίχο ή μέρος της οροφής του σπιτιού του άλλου.

Τους υπόλοιπους τοίχους μπορούσε κάποιος να τους γκρεμίσει εκτός του κοινού. Για να κάνει επισκευές στην ταράτσα του, θα πρέπει να στήσει δικές του κολόνες για να στηρίξει τη νέα οροφή, χωρίς να πειράξει τον άλλον.
Νόμους συγκεκριμένους που να αφορούσαν τα κοινά τοιχοιπατήματα δεν είχαμε στα χαρτιά, όμως είχαμε αρκετούς άγραφους νόμους και κανόνες που αφορούσαν το θέμα των τοιχοπατημάτων .

Κάποιοι βασικοί κανόνες που όλοι τηρούσαν:

Α) Νόμος ήταν η κοινή συμφωνία των δυο μερών, και αυτή θα ίσχυε πάντα. Για να έχει όμως περισσότερη ισχύ, φρόντιζαν την ώρα της συμφωνίας τους, να υπάρχουν και τρίτοι σαν αυτόπτες μάρτυρες.
Ο λόγος που γινόταν αυτό, ήταν πως οι περισσότεροι δεν ήξεραν γράμματα, και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να διαβάσουν τα συμβόλαια. Μπορεί λοιπόν να μην έκαναν συχνά συμβόλαια, αλλά δεν τους ενδιέφερε και ιδιαίτερα. Με κάποιον μάρτυρα παρόντα, δεν μπορούσε ουδείς να αθετήσει τη συμφωνία τους, διότι μετά θα είχε να κάνει με τη γενική κατακραυγή όλου του χωριού, αφού καταπατούσε άγραφο αλλά ιερό νόμο των κατοίκων.

Β) Αν υπήρχε κοινό τοιχοπάτημα μεταξύ δυο ιδιοκτητών, και στη συνέχεια της προέκτασης του τοίχου αυτού ήθελαν να χτίσουν τα παιδιά τους, και σε αυτή την περίπτωση ίσχυε το κοινό τοιχοπάτημα, και ακόμα κι αν δεν επρόκειτο να «πατήσει» κάποιο παιδί, δικαιούνταν το μισό τοίχο.

Γ) Όταν κάποιος έχει διώροφη ή μονώροφη κατοικία, και έχει κοινό τοίχο με άλλον δίπλα, είτε κι αυτός έχει ισόγειο είτε διώροφο, όποιος από τους δυο ήθελε να γκρεμίσει είτε τον επάνω όροφο είτε και τον κάτω, σε αυτήν την περίπτωση υποχρεούνταν να αφήνουν ανοιχτές όλες τις θυρίδες που πατούσαν τα μεσοδόκια – δοκάρια στον κοινό μεσότοιχο, για να μαρτυρούν σαν απόδειξη μελλοντικά, πως ο τοίχος αυτός ήταν κάποτε κοινός. Επί της ουσίας ο γείτονας αλλά και οι απόγονοι, και εκείνοι θα διεκδικούν το μισό τοίχο.
Έτσι βλέπουμε τοίχους ακόμα και σήμερα να έχουν μια σειρά θυρίδες επάνω κοντά στην οροφή, και άλλη μια σειρά στη μέση, που ήταν η σκεπή του ισογείου, αφού ήταν οι «φωλιές» που πατούσαν τα μεσοδόκια.

Δ) Από την στιγμή που είναι άλλοι οι ιδιοκτήτες στην προέκταση του κοινού τοίχου μεταξύ των δυο αρχικά συμφωνηθέντων μερών, οι άλλοι ιδιοκτήτες δεν εμπλέκονταν στην αρχική συμφωνία των δυο πρώτων με το κοινό τοιχοπάτημα. Στην προέκταση του κοινού τοίχου είτε υπάρχει τοίχος είτε όχι, αλλά σε διαφορετικά όμως οικόπεδα με διαφορετικούς ιδιοκτήτες, εδώ δεν ισχύει το κοινό τοιχοπάτημα. Στην περίπτωση αυτή για να έχουν κοινό τοιχοπάτημα, θα πρέπει να κάνουν δική τους συμφωνία εκ νέου, και δεν μπορεί ο ένας από τους δυο να καταχραστεί οικόπεδο κατά μήκος του κοινού τοίχου, όσο το μισό τοιχοπάτημα.

Το τοιχοπάτημα και τα «αδερφομοίρια»

Πολλές φορές προεκτάσεις μεσοτοιχιών βαφτήκανε με αίμα, ή ακόμα υπήρξαν και σκοτωμοί, για μια σπιθαμή τοίχο ή γης, με την αιτιολογία ότι διεκδικούσαν μισό τοιχοπάτημα, γιατί ήταν λέει «αδερφομοίρια»!
Τι έλεγε όμως ο νόμος για τα «αδερφομοίρια», και πως τον ερμήνευαν οι ίδιοι;

Στην ουσία ο νόμος αυτός, έλεγε ότι τα παιδιά των δυο συμφωνηθέντων μερών, αν έχτιζαν στο ίδιο οικόπεδα του πατέρα τους, είχαν κι αυτά κοινό τοιχοπάτημα εκ των πραγμάτων. Όμως κάποιοι παράφραζαν αυτό το νόμο για να διεκδικήσουν ελάχιστη γη, και ακόμα και στην περίπτωση που το διπλανό οικόπεδο δεν το έχει κάποιο από τα παιδιά του πατέρα με το τοιχοπάτημα αλλά κάποιο από τα αδέρφια, έπρεπε λένε να παραχωρήσει το μισό τοίχο στο διπλανό του που δεν έχει καμία συγγένεια, και ούτε καμία σχέση με όλους τους άλλους απέναντι στο δικό τους οικόπεδο!
Φυσικά αυτή η διεκδίκηση λένε οι παλιοί δεν ισχύει, και είναι όλες οι απαιτήσεις είναι εκ του πονηρού!

Συνέβησαν πολλοί καυγάδες κατά καιρούς για αυτή τη λάθος ταχτική κάποιων, και αλίμονο αν κάποιος δεν υπέκυπτε στις αχόρταγες ορέξεις τους! Οποιοσδήποτε τρίτος από τους γείτονες που έχουν οικόπεδα στην προέκταση του κοινού τοίχου δύο μερών που έκαναν τη δική τους συμφωνία, είναι εντελώς λάθος να αποσκοπεί τοιχοπάτημα από τον διπλανό του, για προσωπικό του και μόνο όφελος.

Να μην ξεχνάμε βέβαια πως για τις παρανομίες αυτές, ευθύνεται πολλές φορές και ο «νόμος της ισχύος», όπως λέμε, «το δίκαιο μου η ισχύς μου», που αυθαίρετα εφαρμόζουν και σήμερα κάποιες οικογένειες . Αυτό συνηθίζεται κυρίως σε οικογένειες με πολλούς γιούς, που διαισθανόμενοι τη σωματική δύναμή τους, την κάνουν εξουσία όπου θέλουν και όπως θέλουν, οπότε θεωρούν εαυτούς ικανούς να φοβίσουν κάποιον, ή να φθάσουν ακόμα και στο έγκλημα για ελάχιστα τετραγωνικά γης. Εδώ βέβαια η λύση βρίσκεται στα δικαστήρια με μάρτυρες, που να αποδεικνύουν ποιοι είχαν από κοινού ένα τοίχο και γιατί οι διαφορετικοί ιδιοκτήτες δεν πρέπει να διεκδικούν τοιχοπάτημα χωρίς να έχει υπάρξει εκ νέου δική τους συμφωνία. Σε κάποιες πάλι παλιές παρόμοιες περιπτώσεις αιματοχυσίας, έπρεπε να επέμβουν οι ειδικοί συμβιβαστές του χωριού, για να βρουν τρόπους να τους τα συμβιβάσουν.

Πώς οριοθετούσαν οι απόγονοι το κοινό τοιχοπάτημα
Πολλές φορές αναγκάζονταν οι απόγονοι στην ταράτσα επάνω, που πλέον γίνεται από μπετόν, να βάλουν χαρτόνια κατά μήκος στη μέση του τοίχου όταν ρίχνουν την ταράτσα τους, για να φαίνεται σαν σύνορο. Σε άλλες περιπτώσεις καρφώνουν σίδερα οικοδομής πάλι στη μέση του τοίχου για τον ίδιο λόγο.

Πάντως σε σύγχρονες περιπτώσεις διαφορών μεταξύ των απογόνων των δυο εμπλεκομένων μερών, αν ο τοίχος τους ήταν κοινός εξ αρχής ή αν πάτησε ο δεύτερος κάθετα επάνω, αυτό ένας ειδικός το αποδεικνύει εύκολα, διότι στο σύστημα χτισίματος φαίνεται και εξωτερικά αν οι πέτρες του κάθετου τοίχου είναι διασταυρωμένες με τον κοινό αρχικό τοίχο, ή ο νέος τοίχος είναι εντελώς ανεξάρτητος, κι απλώς ακουμπάει.

Σήμερα σπάνια μιλάμε για τοιχοπατήματα

Σήμερα βέβαια δεν ακούμε πια για τέτοιες συμφωνίες για κοινά τοιχοπατήματα, ή κοινοές μεσοτοιχίες, όμως οι νέοι εκτός που δεν κάνουν σχεδόν ποτέ κοινούς τοίχους, από την άλλη δεν εμπιστεύονται και την προφορική συμφωνία. Προτιμούν τα συμβόλαια, γενικά την έγγραφη συμφωνία έναντι της προφορικής. Περιπτώσεις όμως παράνομης διεκδίκησης δικαιώματος γης, μέσα από κοινό τοιχοπάτημα τρίτων, έχουμε ακόμα και σήμερα, και αν και παλιές νοοτροπίες δεν είναι εύκολο να εξαλείψουν τελείως από συγκεκριμένους ανθρώπους. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις, που όταν πέθαναν οι πρώτοι ιδιοκτήτες, οι νεώτεροι προσπαθούσαν να διεκδικήσουν τον μισό τοίχο, ακόμα και σε περίπτωση που δεν δικαιούντο, έστω και μέσα από ομηρικούς καυγάδες! Κάνουν δηλαδή πράξη την αρχαία παροιμία, «δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται»! Όταν δηλαδή πεθάνουν οι βασικοί μάρτυρες, πέφτουν επάνω σαν τα κοράκια οι καινούργιοι, να φάνε από δω κι από εκεί, διότι τους νεότερους ιδιοκτήτες απογόνους δεν τους υπολογίζουν.

Παρόμοιο βέβαια είναι και το θέμα της κοινής «εμπασάς», δηλαδή στο δικαίωμα εισόδου σε ένα χωράφι, όταν για τον δρόμο της «εμπασάς» αυτής είχαν συνεισφέρουν όλοι όσοι είχαν γη σε αυτή την περιοχή. Η εμπασά κερδίζονταν παραχωρώντας από ένα μέτρο γης ο κάθε ένας τους,ώστε να γίνουν δυο μέτρα και να δημιουργηθεί δρόμος. Εμπασά μπορεί να είχε ένα χωράφι κάποτε, αλλά όταν μοιράστηκε σε τρία τέσσερα κομμάτια στους απογόνους, οι πρώτοι προς τον δρόμο έφραζαν τα χωράφια τους, και καταργούσαν δυστυχώς το δικαίωμα της εμπασάς στα άλλα αδέρφια ή κληρονόμους που ήταν στο βάθος. Και εδώ δυστυχώς έχουμε ακόμα και σήμερα καυγάδες, γιατί κάποιος πέρασε από ιδιωτικό δρόμο, έστω αν είχε ή δεν είχε παραχωρηθεί κάποτε γη από πρόγονό του στο παρελθόν.

Αυτά συμβαίνουν πάντα, γιατί στις κοινωνίες μας πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι μικρόψυχοι και οπισθοδρομικοί, αετονύχηδες και προπάντων συμφεροντολόγοι.

Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι, που δεν θα έβαζαν ποτέ τη λογική, την ηθική και το συναίσθημα πάνω από όλα, αλλά μονάχα το συμφέρον.

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *