Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Το φονικό του Τούρκου αγά από τις Κούρτες

Δημοσιεύτηκε

στις

Για πρώτη φορά, όπως μας το διηγήθηκαν, στο «Δια-sos-τε»


Η ιστορία αυτή είναι αληθινή και φαίνεται να συνέβη τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη. Τότε που οι Τούρκοι ζούσαν ακόμα στο νησί και εκμεταλλεύονταν τους κατοίκους του αναθέτοντας τους διάφορες αγγαρείες. Πρωταγωνιστές του επεισοδίου που θα περιγράψουμε ήταν ο Τούρκος Αγάς που ζούσε στις Κούρτες και ένας κάτοικος των Φιτσιανών , απόγονοι του οποίου ήταν οι Μαραγκάκηδες του Μορονίου και άλλοι κάτοικοι.

Την μεταφέρουμε όπως μας την αφηγήθηκε ο Μαλλιαράκης Γιώργης από το Μορόνι του οποίου η μητριά του παππού του πατέρα του ήταν η κόρη του πρωταγωνιστή που σκότωσε τον Τούρκο Αγά. Στον ίδιο την αφηγήθηκε ο πατέρας του ο Μαλλιαρόκωστας πολλές φορές, έτσι όπως την άκουσε κι αυτός από τον πατέρα του.
Επί Τουρκοκρατίας λοιπόν όπως όλοι γνωρίζουμε , στον ακατοίκητο σήμερα οικισμό Κούρτες που βρίσκεται 3 χιλιόμετρα Νοτίως του Ζαρού , στο πάνω χωριό κατοικούσαν κυρίως Τούρκοι που διαφέντευαν την περιοχή .

Οι Κούρτες την εποχή εκείνη όπως θυμούνται οι παλιότεροι άκμαζαν και εκτός των άλλων λειτουργούσε Αστυνομικό τμήμα , ακόμα και δικαστήριο. Εκεί ζούσε ένας σκληρός αγάς ο οποίος όπως θα δούμε και παρακάτω δεν συμπεριφερόταν με τον καλύτερο τρόπο στους κατοίκους των γύρω χωριών τους οποίους τους έβλεπε σαν μονάδες παραγωγής που μπορούσε να τους χρησιμοποιεί κατά βούληση αναθέτοντας τους αγγαρείες χωρίς μάλιστα κανένα αντάλλαγμα.

Και σαν να μην έφτανε αυτό , αλλά και στο τέλος της αγγαρείας συνήθιζε να τους ξυλοκοπεί κιόλας για να τους σπάσει το ηθικό όπως πίστευε . Ο αγάς όταν ήθελε εργάτες συνήθιζε να βγαίνει στις Πάνω Κούρτες και με ένα μεγάλο χωνί να φωνάζει τους κατοίκους , κυρίως τους νέους από τα γύρω χωριά, για να πάνε στην αγγαρεία. Από τις πιο συνηθισμένες αγγαρείες ήταν το σπάθισμα του λιναριού.

Καλούσε νέους και τους έβαζε να σπαθίζουν όλη ημέρα το λινάρι, πρώτη ύλη για τα λινά ρούχα και στο τέλος αντί για ανταμοιβή όπως προαναφέραμε, τους ξυλοκοπούσε κιόλας. Κάποιος νέος όμως από το χωριό Φιτσιανά που δεν άντεχε πλέον τον εξευτελισμό αποφάσισε να τον σκοτώσει.

Έφτιαξε λοιπόν μιά πολύ δυνατή γουδόβεργα από αργουλίδι ( ξύλο από αγριελιά) και όταν μαζεύτηκαν το βράδυ μετά τη δουλειά στο σπίτι του βρήκε την ευκαιρία και του έδωσε ένα πολύ δυνατό κτύπημα στο κεφάλι με αποτέλεσμα ο Τούρκος Αγάς να ζαλιστεί και να πέσει κάτω. Εκεί αφού τον αποσκότωσε γύρισε στο χωριό και ενημέρωσε τις 5-6 οικογένειες που έμεναν εκεί για το τι είχε συμβεί.

Όλοι βέβαια τα μάζεψαν και έφυγαν γρήγορα καθώς ήξεραν πλέον τι τους περίμενε, εκτός τον γέρο πατέρα του φονιά που αποφάσισε να μείνει στο αλώνι όπου τον βρήκαν οι Τούρκοι αργότερα και τον κατάσφαξαν. Ο φονιάς φαίνεται να έφυγε για την Ιταλοκρατούμενη Κάρπαθο όπου ένοιωθε περισσότερο ασφαλής και οι σημερινοί Σκαρπαθιωτάκηδες που ξαναγύρισαν λέγεται ότι είναι οι απόγονοι του.

Ένας αδελφός του παρέμεινε στο Ηράκλειο όπου για να επιβιώσει έκανε το μαραγκό από τον οποίο πήραν και το όνομα οι Μαραγκάκηδες που ζούνε σήμερα στην περιοχή.