Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το λάδι, η ελιά και η λαογραφία του τόπου μας

Δημοσιεύτηκε

στις

Όπως και αν πιάσουμε το θέμα της ελιάς, ότι και να πούμε και για το λάδι, θα είναι λίγα, αφού έχει στη πλάτη του ολόκληρη ιστορία!


Ο Έλληνας και ειδικά ο Κρητικός, είναι στενά δεμένος με την ελιά και το λάδι, τώρα και 3000 χρόνια, αφού οι τροφές επιβίωσης του, ήταν πάντα τα βασικά προϊόντα: σιτάρι κρασί και λάδι!

Ωστόσο κι άλλες φορές έχουμε αναφερθεί στις ελιές της Μεσαράς, και τη πορεία τους στο χρόνο. Είπαμε για τα κοκολόγια, για την εξέλιξη της ελιάς στη Μεσαρά, για τις χονδρολιές που χάνονται, αλλά εδώ θα περιοριστούμε περισσότερο στα λαογραφικά κυρίως θέματα που αφορούν γενικά το θέμα «ελιά και λάδι», αφού κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο χρόνο.

Το λάδι από την αρχαιότητα

Οι παλαιστές κατά την αρχαιότητα, πριν μπουν στην αρένα, άλειφαν τα σώματα τους με λάδι.
Το ρόπαλο του Ηρακλή ήταν από αγριελιά, και το φύτεψε στην Ολυμπία, όπου φύτρωσε, έβγαλε φύλλα και κλαδιά, και με αυτά στεφάνωναν τους ολυμπιονίκες!
Οι σπονδές προς τους θεούς, γινόταν με προσφορές κρασιού και λάδι, για να τους ευχαριστήσουν ή να τους εξευμενίσουν. Οι Μινωίτες πάντως παρήγαγαν μεγάλες ποσότητες λαδιού και μάλιστα έκαναν και εξαγωγή και σε χώρες της Αφρικής. Μινωικές ελιές υπήρχαν για πολλά χρόνια, και υπάρχουν ακόμα στη Κρήτη.
Το ελαιόλαδο κατά τον Ιπποκράτη, είχε ιαματικές ιδιότητες, επούλωνε τις πληγές, θεράπευε την ναυτία, την αϋπνία, τη χολέρα και πολλές δερματικές παθήσεις. Έκανε επίσης υγιή μαλλιά, και απάλυνε το δέρμα.
Η ελιά από πολύ παλιά, υπήρξε προκάτοχος του χριστουγεννιάτικου δένδρου.
Μην ξεχνάμε το λάδι στο βάπτισμα που είναι δύναμη πηγής φωτός, και συμβολίζει τη νέα ζωή.

Οι 20 μνημειακές ελιές της Κρήτης

Υπάρχουν πολλές γέρικες αιωνόβιες ελιές ακόμα στη Κρήτη , και θα αναφέρουμε μονάχα τις είκοσι.
Η «ελιά του Αζοριά» στο χωριό Καβούσι. Η «Μεγάλη Ελιά Αερινού» σε 700 μέτρα υψόμετρο στα Φαλεσιανά. Η «Υψωμένη Ελιά» στο Βατόλακου. Η «μνημειακή ελιά Καμηλαρίου»(Μάνα Ελιά). Το «Μνημειακό άλσος ελιάς Αμαρίου». Η «Μνημειακή ελιά Σαμωνά» στον οικισμό Κυλίντρα. Η «Ελιά Άνω Βουβών». Η «Μνημειακή Ελιά Γρε Ελέ» ή Γριά Ελιά, που βρίσκεται στο Κάτω Τρίποδο Μυλοποτάμου . Η «Μνημειακή Ελιά Αγίου Γεωργίου» στη Κάντανο. Η «Μνημειακή Ελιά Παλιών Ρουμάτων» στα Χανιά.
Η «Μνημειακή ελιά Πανασού» στο Ηράκλειο. Η «Μνημειακή Ελιά Μαθαίνας» στη Λάστρο Σητείας. Η «Μνημειακή Ελιά Γράμπελας» στο Ανισαράκι Καντιάνου.
Η «Μνημειακή Ελιά Γόρτυνας». Η «Μνημειακή Ελιά Γέννας». Η «Μνημειακή Ελιά Φουρκολιά». Η «Μνημειακή Ελιά Παλιάμα» Η «Μνημειακή Ελιά Καμάρα Δελιανών».
Υπάρχουν ακόμα δύο αιωνόβιες ελιές με την ονομασία «Γριά Ελιά, που βρίσκονται , η μια βορειοανατολικά της Γαλιάς, και η άλλη βόρεια των Βοριζίων.

Το λάδι η ελιά, και τα διάφορα έθιμα

«Μετά Βαίων και κλάδων», υποδέχτηκαν οι Ισραηλίτες και κυρίως τα παιδιά τον Χριστό, κατά την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα, και χάριν αυτής της ανάμνησης, επεκράτησε και το έθιμο με του στολισμού των εκκλησιών με Βάγια. Την Κυριακή των Βαίων, μια βδομάδα πριν το Πάσχα δηλαδή, ο παπάς έκοβε φύλλα μακριά χουρμαδιάς, κλαριά δάφνης και δενδρολίβανου, όμως και από άλλα δένδρα, ιτιάς, μυρτιάς και φυσικά ελιάς! Όλα αυτά λέγονται «Βάγια», και με αυτά στόλιζαν τις πόρτες και στα παράθυρα της εκκλησίας, ανάλογα τι δένδρο από αυτά υπάρχει σε κάθε τόπο. Σε κάθε παράθυρο και σε κάθε πόρτα, τοποθετούσε δύο φύλλα χουρμαδιάς δεξιά αριστερά. Μάλιστα κάποιοι παπάδες όπως ο παπά Γιάννης από τη Γαλιά, έκοβε τα φύλλα χουρμαδιάς ένα μήνα με είκοσι μέρες πριν, και τα πέτρωνε (παράχωνε) στη κοπριά, όπου τους έριχνε νερό. Μετά όταν τα ξεσκέπαζε την ημέρα των Βαίων, αυτά ήταν κατάλευκα, και πολύ εντυπωσιακά! Από αυτά τα μακριά φύλλα, έκοβε τις λευκές πλέον λόγχες, και έδενε τους σταυρούς, περίπου εκατό με διακόσιους, και τους μοίραζε ένα σε κάθε πιστό στην εκκλησία, μαζί με ένα κλαράκι ελιάς που έκοβε από ένα ανθισμένο κλάδο που του πήγαινε κάποιος στην εκκλησία.
Οι πιστοί παραλαμβάνοντας το σταυρό με το κλαράκι ελιάς, και έριχναν χρήματα στον δίσκο του παπά, γιατί ως γνωστόν, δεν πληρωνόταν ο κλήρος εκείνα τα χρόνια.
Μια βδομάδα πριν των Βαίων, της Σταυροπροσκύνησης, μοιράζουν και τις «ροδαριές» στην εκκλησία, που ήταν ένα μικρό ματσάκι λουλούδια. Κάποιοι μάλιστα έναν βασιλικό τον έκαναν τάξιμο των Βαίων στην εκκλησία, να τους πάνε καλά τα πράγματα. Έτσι εκείνη την ημέρα των Βαίων πήγαιναν τον βασιλικό μαζί με τη γλάστρα! Εκεί ο παπάς με ένα ψαλίδι έκοβε τα κλαριά του βασιλικού και τα έβαζε σε ένα πανέρι, μαζί με άλλα λουλούδια, όπου έφτιαχναν τις ροδαριές που μοίραζε στο τέλος πάλι ο παπάς στην εκκλησία, με τον κόσμο να άφηνε πάλι τον οβολό του. Καταργήθηκε η χρηματική ενίσχυση των πιστών, όταν οι παπάδες έγιναν πλέον μισθωτοί.


Τις ροδαριές αυτές τις φύλασσαν στο εικονοστάσι του σπιτιού για όλο το χρόνο, μαζί με το κλωναράκι ελιάς και τον σταυρό των Βαίων.
Πίστευαν τότε, πως αν ένα παιδί αρρωστήσει, έπαιρναν ένα κομματάκι από το ξερό πλέον κλαράκι ελιάς, η ακόμα και άλλο κλαρί της ροδαριάς, και το έβαζαν στο θυμιατό, και με αυτό το θυμίαμα θύμιαζαν το παιδί, λέγοντας μια προσευχή, ώστε το παιδί να γιατρευτεί.
Πίστευαν δηλαδή πως η ροδαριά και το κλαράκι ελιάς, έχουν θαυματουργές ιδιότητες.
Στη Κρήτη η χρίση του λαδιού της ελιάς σαν φάρμακο, υπήρχε μέχρι και τα τελευταία χρόνια. Όταν κάποια πληγή πήγαινε να κακοφορμίσει, είτε κάποιο τραύμα στο γόνατο από πέσιμο, αλλά και σε έγκαυμα κλπ, σαν φάρμακο κοπάνιζαν μια πράσινη ελιά και άλειφαν το πάσχον σημείο με το λάδι της, και πραγματικά έφερνε καλό αποτέλεσμα! Αν και σήμερα πλέον η επιστήμη έχει αποδείξει πως το λάδι της ελιάς περιέχει ειδική αντιβίωση, ώστε να γιατρεύει η ίδια η ελιά τις πληγές της από τα σπασμένα κλαριά.
Όταν πονούσε επίσης το αυτί κάποιου, κυρίως παιδιού, έβαζαν σε ένα σπίρτο λίγο βαμβάκι, το βουτούσαν στο λάδι του καντηλιού ή του λίχνου, και έβαζαν μια δυο σταγόνες στο πάσχον αφτί.
Ακόμα και οι ίδιοι οι γονείς μας, μας μάθαιναν πως άμα μας δάγκωνε σφίγγα ή μέλισσα, να τρέχουμε γρήγορα να βάζουμε λάδι, ώστε να μη πρηστεί το σημείο!
Όταν τελείωνε η ελαιοκομική περίοδος του μαζέματος της ελιάς , τότε ο αγροφύλακας του χωριού, ανακοίνωνε τη λήξη λέγοντας: «Από αύριο θα είναι ελεύθερα τα κοκολόγια»! Αυτό σήμαινε πως όποιος ήθελε μπορούσε να πάρει ένα καλάθι και να μαζέψει ξένες ελιές από όπου ήθελε! Ένα πανάρχαιο έθιμο που δυστυχώς σταμάτησε, όμως ήταν ιδανικό για την ενίσχυση του πολύ φτωχού, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα! Στα κοκολόγια πήγαιναν κυρίως παιδιά ή και ηλικιωμένες γριούλες που δεν είχαν καν πόρους, και πουλούσαν τις ελιές με το κιλό στον μπακάλη, για να εξοικονομήσουν κάποια απαραίτητα. Τα δε παιδιά, για να πάρουν ζαχαρωτά, αλλά συνήθως για να ενισχύσουν οικονομικά τους γονείς τους.

Δεισιδαιμονίες προλήψεις και παρατηρήματα για την ελιά

Ούτε η ελιά ξέφυγε από τις δεισιδαιμονίες των διαφόρων εποχών, που αφορούσαν βέβαια τις παλιές βενετσιάνικες ελιές! Κάποτε όταν έπιαναν δυνατά μελτέμια και φυσούσε δυνατός άνεμος, κατέστρεφε πολλές ελιές, γιατί έσπαγαν όλοι οι κλάδοι τους! Πίστευαν τότε, πως αν τοποθετήσουν μια πέτρα δυνατή στον κορμό της ελιάς, «θα είναι η ελιά γερή σαν πέτρα», και δεν θα τη πιάνει ο αέρας να τη σπάσει! Αργότερα βέβαια με την εξέλιξη, κατάλαβαν πως αυτό ήταν λάθος, και πως απλά έλειπε το κάλιο από την ελιά!
Έτσι καταργήθηκε το έθιμο, και απλά έβαζαν από ένα σακί χωνεμένη κοπριά στο κάθε δένδρο! Μετά άρχισαν να βάζουν στύλους σαν υποστυλώματα κόντρα, κάτω από τους κλάδους, τα λεγόμενα «μποντέλια, όταν περίμεναν μεγάλη παραγωγή. Αύγουστο και Σεπτέμβριο πριν αρχίσουν οι μεγάλοι αέρηδες, έκοβαν στύλους περίπου δυο μέτρα από πουρνάρια πλατάνους λεύκες ή ακόμα κα από σπασμένους κλάδους των ελιών, και στην άκρη άφηναν ένα δίχαλο μια πιθαμή.
Φόρτωναν τους στύλους αυτούς στα ζώα τους, και πήγαιναν όπου είχαν «καλή βεντέμα», για να «μποτελιάρουν» τους κλάδους που ήταν φορτωμένοι ελιές, μην αργότερα με το βάρος σπάσουν. Στην περίπτωση πράγματι που δεν έμπαιναν υποστυλώματα, οι κλάδοι κινδύνευαν από το βάρος του ελαιοκάρπου να σπάσουν με το πρώτο κιόλας φύσημα! Καμιά φορά λέγανε, «οι ελιές αγγίζουνε χάμε από το φορτωμό ντως», και εννοούσαν πως θα έχουν πολύ καλή σοδειά! Έτσι προληπτικά, ανασήκωναν έναν – έναν το κλάδο, και τοποθετούσαν από κάτω το στύλο. Υπήρχε ελιά, που είχε τρείς και τέσσερεις και πέντε στύλους γύρω – γύρω σαν υποστυλώματα!
Άλλο ελληνικό έθιμο με το λάδι, είναι εκείνο που έκαναν κάποτε οι ναυτικοί ας σε μεγάλες φουρτούνες. Έπαιρναν λίγο λάδι από το καντήλι του Άη Νικόλα, και το έριχναν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, γιατί πίστευαν πως έτσι θα γαληνέψει.
Του Προφήτη Ηλία πάλι, ο οποίος είναι στενά συνδεδεμένος με την ελιά στη Κρήτη, πίστευαν πως από εκείνη την ημέρα αρχίζει να μπαίνει το λάδι στην ελιά, με τη σχετική φράση!
«Από του Άι Λιά, μπαίνει στο λάδι η ελιά»!
Όμως του Προφήτη Ηλία επίσης, παρατηρούσαν και το φεγγάρι! Αν ήταν « γέμωση του φεγγαριού», οι ελιές θα ήταν λαδερές, αν ήταν «λίγωση», θα είχαν λίγο το λάδι!
Οι παλιοί είχαν πολλά άλλα «παρατηρήματα», όπως το να γνωρίζουν τον αυριανό καιρό από τα σύννεφα στα βουνά, από τη συμπεριφορά ζώων και φυτών κλπ. Έμπειροι παρατηρητές γνώριζαν καλά τα «μερομήνια» , με τα οποία μελετούν τις μέρες του Ιούλη αν βρέχει και τις υγρασίες του Αυγούστου, για να ξέρουμε αν θα έχουμε βροχές τον Δεκέμβρη ή χιόνια τον Γενάρη. Ακόμα παρατηρώντας τα άστρα, γνώριζαν « ήντα καιρό θα ξετελέψει η χρονιά», και προβλέψουν με επιτυχία τη φετινή σοδειά, αν είναι πλούσια σε λάδι ή όχι!!

Φράσεις και παροιμίες για το λάδι και την ελιά

Ολόκληρο βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί σχετικά με αυτά, γιατί η μισή ζωή του αγρότη είναι δεμένη με την ελιά και το λάδι, είτε σε χαρές είτε σε λύπες, και φυσικά οι σχετικές φράσεις και οι παροιμίες αμέτρητες!
Στη Μεσαρά που πρωτοστατεί στη λαογραφία, λέγανε κάποτε:
«Καλιά ‘ναι μια λαδέ, παρά μια ελιδέ».
Η φράση αυτή, θέλει να πει, πως «καλιά ‘ναι οι ελιές λαδερές έστω και αν είναι λίγες, παρά να είναι πολλές και να μην είναι λαδερές»! Είναι γνωστό πως οι λαδερές ελιές πήγαιναν πολύ καλά όταν είναι 3:1 αλλά δεν είναι καθόλου λαδερές, όταν πλησιάζουν τα 7:1, ή 10:1! Λένε πως οι ελιές αυτές «δε χύνουν λάδι», δηλαδή δε κατεβάζουν λάδι!!
Συνήθως εξαρτάται αυτό από τον τόπο και την περιοχή που βρίσκεται το κάθε λιόφυτο, τη φροντίδα που δέχεται, και αν ποτίζεται ή όχι. Το πολύ νερό πάντως δεν προσθέτει απαραίτητα και λάδι στην ελιά αντίθετα ευνοεί ην εμφάνιση μυκήτων. Υπήρχαν στη Κρήτη και ποικιλίες ελιές που δεν ήταν λαδερές, και έβγαζαν λίγο λάδι, όπως οι τσουνάτες, οι γαϊδουρολιές που ήταν μεγάλες σαν αυγά πέρδικας, οι μηλολιές και οι καλαματιανές. Όλες αυτές έβγαζαν πολύ κατσίγαρο και ελάχιστο λάδι!
Λέγανε κάποτε τη φράση: «Τρείς το λάδι, τρείς το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο»! Συνήθως τη φράση αυτή την έλεγαν στους λογαριασμούς τους στο τέλος της δουλειάς. Τους έλεγαν και «εβραϊκούς λογαριασμούς»! Ήθελαν να πουν πάντως, πως δεν έβγαιναν στο τέλος κερδισμένοι, αφού δεν έπαιρναν αυτά που περίμεναν ή τους αναλογούσαν, αλλά έβγαιναν χαμένοι!
Έλεγαν: «Οι δυο πέτρες βγάζουνε το λάδι», γιατί πίστευαν στην αγάπη και συνεργασία του ζευγαριού, όπου «οι δύο πέτρες» συμβολίζουν τον σύζυγο και τη σύζυγοι.
«Ελιές απ΄τον πατέρα σου, αμπέλι από τα χέρια σου» έλεγαν γιατί οι ελιές έπρεπε να είναι μεγάλες, να βγάζουν πολύ λάδι, ενώ το αμπέλι έπρεπε να είναι νέο για να βγάλει καλό κρασί!
Άλλες φράσεις: «Έφαγε η φακή το λάδι, και κατάπιε το και πάει! Είναι παροιμιώδες το πολύ λάδι που πίνει η φακή και κυρίως η φάβα! Όσο κι αν βάλεις το πίνει, για να το σκέφτεται βέβαια πολύ αυτός που το στερείται!
«Αυτός δεν τρώγεται μηδέ με το λάδι μηδέ με το ξύδι»! Το λέμε για τον αχώνευτο και ασυμπάθηστο άνθρωπο.
«Αυτός είναι σα το νερό στο λάδι»! Λέμε και εννοούμε καθαρός και κρυστάλλινος, δηλαδή αθώος! Ή «’Ηβγαλες’ την-ε λάδι», δηλαδή πήγες πολύ καλά!
«Του βγήκε το λάδι», Λέμε για αυτόν που κοπίασε πολύ για να καταφέρει κάτι.
«Μη ρίχνεις λάδι στη φωτιά», λέμε σε όποιον βάζει φιτιλιές σε καβγάδες.
«Άθρωπος δίχως υπομονή, λυχνάρι δίχως λάδι». «Παλιό κρασί φρέσκο λάδι». «Α δε σφίξεις την ελιά δε βγάζει λάδι. «Πρώτα θεμέλια του σπιτιού, κρασί ψωμί και λάδι».
«Νοέμβρη όργωμα κι ελιές, δεν απομένουν οι δουλειές»!
«Ο Θεός να φυλά τα λιόδενδρα, απ΄το νερό τα’ Αυγούστου»! Το πολύ νερό τον Αύγουστο μπορεί ακόμα και να ξεράνει ολότελα τις ελιές!


«Όποιος έχει στάρι κρασί και λάδι στο πιθάρι, έχει του κόσμου τα καλά, και του Θεού τη χάρη». «Από τα νεφρά σου παιδί, κι απ’ την ελιά σου λάδι» .
Οι παραπάνω είναι ακόμα κάποιες παροιμίες του λαού μας.
«Λίγο είναι το λάδι στο καντήλι του», λέμε όταν είναι κάποιος βαριά άρρωστος, και το λάδι συμβολίζει τη διάρκεια ζωής.
Το λάδι είναι συνυφασμένο με χαρές και λύπες, στη βάφτιση λέμε: « ‘Απού ‘βαλε το λάδι να βάλει και το κλίμα» . Είναι μια παλιά ευχή της βάφτισης, που λέει πως όποιος βάφτισε το παιδί, να του βάλει αργότερα και στεφάνι!
Βάζουμε λάδι για το άναμμα του καντηλιού για προσευχή και θύμηση.
Είναι επίσης οι πολλές «ρίζες ελιές» συνδεδεμένες με τα πλούτη των ανθρώπων, που ο σκοπός είναι να πετύχουν μια «καλή λαδιά»! Τις πολλές πάντως «ρίζες ελιές» του μέλλοντα πεθερού, οι προξενητάδες τις τόνιζαν στον υποψήφιο γαμπρό! Έλεγαν του γαμπρού, πως ο πεθερός «στέκει καλά», και για να τον εξυψώσουν λέγανε του γαμπρού, ή του υποψήφιου συμπεθέρου διάφορα!
Έτσι έλεγαν στον μέλλοντα γαμπρό, να τον κάνει πεθερό, «απού βάνει το λάδι στη στέρνα»!
Καθ’ ότι δηλαδή βγάζει τόσο πολύ λάδι, τόνους ολόκληρους, που δε χωρά σε πιθάρια! Αντίθετα πάλι, όταν θέλανε κάποιοι κακοπροαίρετοι να κατασυκοφαντήσουν και να υποτιμήσουν τον μέλλοντα συμπέθερο, ακόμα και πολλές ελιές να είχε, για να αποτρέψουν να προχωρήσει το προξενιό, έλεγαν:
«Μμμ σιγά το λαδά! Ούλες – ούλες τσι ελιές του, μπορείς να τσι βάλεις στην αμπασκάλη σου και να φύγεις»!
Αν ο γιός ή η κόρη τεμπελιάζουν σαν παιδιά, θα τους πει ο πατέρας: «Ανε το λαλείς ετσά, θωρώ σε μια μέρα με το λαδικό»! Εννοούν πως αν συνεχίσουν αυτή τη ταχτική, θα καταντήσουν διακονιάρηδες και ζητιάνοι να γυρίζουν στα χωριά να ζητιανεύουν λάδι!
Έλεγαν για τους πολύ φτωχούς, πως απ’ τη πείνα, «τρώνε τα κουκιά αλάδωτα»!
Ή έλεγαν, «δεν τρώνε λαδωμένο ψωμί στο σπίτι ντως»! Ήθελαν οικονομική στήριξη οι φτωχοί για να «λαδώσει το άντερό τους», όπως έλεγαν!
«Φάε λάδι κι έλα βράδυ» έλεγαν οι παλιοί, για να τονίσουν πως με την έλλειψη λαδιού, η δύναμη εγκαταλείπει το σώμα!
«Από την Έμπαρο κρασί κι από τη Βιάννο λάδι, κι από το Μυλοπόταμο ελιές και παξιμάδι», για να διαφημίσουν βασικά προϊόντα των περιοχών της Κρήτης!
«λαδοπίθαρο», τη «λαδοκουρούπα», όπου έβαζαν και διατηρούσαν το λάδι.
«Λαδοπετσέτες» για το τραπέζι της κουζίνας για να κρεμάνε τα παιδιά στο λαιμό τους να μην κάνουν τα ρούχα τους «λαδί λαδί»!
Τα «λαδόπανα» για να «παστρεύουν το τραπέζι» στο τέλος του φαγητού. Οι λαδοπετσέτες ήταν υφαντές, ενώ τα λαδόπανα ήταν πανιά κομμένα από άχρηστα ρούχα.
Επίσης είχαμε τα «λαδοτύρια», που ήταν τυριά διατηρημένα στο λάδι, τα «λαδοκούλουρα», που μέσα στη ζύμη έβαζαν λάδι αντί για βούτυρο, κλπ

Mαντινάδες και τραγούδια για ελιά και λάδι

«Θωρείς τα τα μουρέλα μου τα πολυφορτωμένα,
Ούλα τα δίδω μάθια μου, για να σε πάρω εσένα.

Είναι δεντρά πολλά στη γης, σαν την ελιά δεν είναι,
Βρέχει, χιονίζει, λιάζεται μα πάντα δροσερή ‘ναι.

Για βάλε λάδι στην πληγή, να δεις πως θα γλυκάνει
Μα ο γιατρός εις το σεβντά, ίντα μπορεί να κάμει.

Απής ποκάμουν οι γ’ ελιές και φύγουν οι μαζώχτρες,
Αστροπελέκια και φωθιές, εις των πλουσιώ τσι πόρτες»!

Πολλά και τα λαϊκά ή κρητικά τραγούδια που μιλάνε για την ελιά και το λάδυ, όπως το γνωστό κρητικό τραγούδι του Μουντάκη :

«Εφταξε ο καιρός καλέ που πέφτουν οι ελιές
και τα λιόφυτα θα πιάσουν πάλι οι κοπελιές.
Μυλωνάδες και μαζώχτρες θα τα λέμε πότες – πότες,
κι αφορμή θα ‘ναι οι ελιές, να ‘χουμε χρυσές δουλειές/
Φύσηξε βοριά καλέ και ρίξε μια ψιλή βροχή
και για μας τους μυλωνάδες ήρθε τώρα η εποχή.
Να θωρούμε τις μαζώχτρες να τα λέμε πότες πότες
κι αφορμή θα ‘ναι οι ελιές να ‘χουμε χρυσές δουλειές.
Ολες οι γειτονοπούλες τα καλάθια θα βαστούν
και στη φάμπρικα θα μπαίνουν κάθε τόσο να ρωτούν
και θα μας παρακαλούνε για τσ’ ελιές τους να ρωτούνε
κι αναλόγως κάθε μια θα πληρώνει αλεστικά.
Πάρε το καλάθι κι έλα όμορφη μου κοπελιά
κι εγώ θα βαστώ τη σκάλα ν’ ανεβαίνεις στην ελιά.
Σα γεμίσεις το καλάθι θα πιαστούμε στα φιλιά
και θα βγάλουμε το λάδι από κάτω στην ελιά»!

Παιδικά τραγούδια

Η ΕΛΙΑ

Όπου κι αν λάχω κατοικία,
δεν μ’ απολείπουν οι καρποί.
μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη
κι είμαι γεμάτη προκοπή!

Εδώ στον ίσκιο μου από κάτω
ήρθε ο Χριστός ν’ αναπαυτεί!
Κι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του,
λίγο προτού να σταυρωθεί.

«Τραγούδια της Πατρίδος μου» Κωστής Παλαμάς

Η ελιά
Ευλογημένο να’ ναι ελιά το χώμα που σε τρέφει,
κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ’ τα νέφη
κι ευλογημένος τρεις φορές αυτός που σ’ έχει στείλει
για το λυχνάρι του φτωχού, για το άγιου το καντήλι.
Κωστής Παλαμάς
Η ελιά η τιμημένη
Εδώ στον ίσκιο μου από κάτου
ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
κι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του
λίγο προτού να σταυρωθεί.
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
έχει στη ρίζα μου χαθεί.
Είμ’ η ελιά η τιμημένη.
.
***
Ιωάννης Πολέμης
Πατρίδα τα λιοτρίβια σου
Πατρίδα τα λιοτρίβια σου
δουλεύουν νύχτα μέρα.
Με του λαδιού τη μυρωδιά
γεμίζουν τον αέρα.
Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου
ακούραστες γριούλες.
Με τον καρπό τους τρέφουνε
παιδάκια και μανούλες.
Κι είν’ οι ελιές Πατρίδα μου
δέντρα ευλογημένα,
που στέκονται στον άνεμο
με τα κλαδιά απλωμένα.

Μύθοι για την ελιά

Υπάρχουν άπειροι μύθοι και ιστορίες, αλλά εδώ βέβαια θα αναφέρουμε απλά ένα αρχαίο μύθο του Αισώπου «Κάλαμος και ελαία», που η ελιά δεν είχε κανένα υποστύλωμα!
Ένα δέντρο, λέει ο μύθος, μάλωνε με ένα καλάμι, για το ποιός έχει μεγαλύτερη δύναμη, αντοχή και ασφάλεια! Το δέντρο κατέκρινε το καλάμι, οτι είναι αδύνατο, και σκύβει σε όλους τους ανέμους, ενώ το ίδιο το δέντρο στέκεται πάντα όρθιο.
Το καλάμι δεν απάντησε τίποτε. Αργότερα ήρθε μια σφοδρή θύελλα, και το καλάμι γέρνοντας πλάγια στον άνεμο, με ευκολία γλύτωσε!
Η ελιά όμως από τη δύναμη του ανέμου έπεσε κάτω, σε σημείο που ξεριζώθηκε τελείως!

Ελιές συμισακές, τριτάρικες τετρατάρικες, αλλά και πενταρολόϊκες

Κάποτε οι πολύ πλούσιοι ή άκλεροι, που είχαν πολλές ελιές, δεν προλάβαιναν να τις μαζέψουν. Έτσι τις δίδανε σε πολύτεκνες οικογένειες κυρίως φτωχές να τις μαζέψουν, κατόπιν κάποιας συμφωνίας. Μπορεί αν οι ελιές ήταν λίγες να τις έδιναν «συμισακές», δηλαδή να μοιραστούν στο τέλος το λάδι στη μέση. Άλλες πάλι φορές μετά τα άλεση, έπαιρνε τρία μέρη λαδιού το αφεντικό και ένα η φτωχή φαμελιά! Αυτή η συνδιαλλαγή λεγόταν «τριτάρικες»! Αν όμως ήταν πολύ λαδερές και φορτωμένες οι ελιές, και στον φτωχό βιοπαλαιστή υπήρχε μεγάλη ανέχεια στην οικογένεια του, τότε στην απόγνωσή του, μπορούσε να τις πάρει «τετρατάρικες» ή ακόμα και «πενταρολόϊκες»! Έτσι έπαιρνε τέσσερα ή πέντε μέρη λαδιού το αφεντικό και ένα η οικογένεια του φτωχού. Στην πράξη και ως συνήθως, το αφεντικό είχε ένα πατητήρι στο σπίτι του, και εκεί μέσα άδειαζαν κάθ’ αργά τις ελιές που μάζευαν ημερησίως. Άμα γέμιζε το πατητήρι, τις σακιάζανε και τις πηγαίνανε για άλεσμα στη φάμπρικα, όπου φυσικά κανονίζανε τα συμφωνηθέντα σε λάδι κάθε φορά, συνήθως σε οκάδες, το τι θα πάρει ο κάθε ένας τους.
Καμιά φορά όμως τα κανονίζανε και σε σακιά. Αν έβγαιναν ας πούμε όλα – όλα εκατό σακιά, και ήταν «πενταρολόικες», θα έπαιρνε 80 σακιά το αφεντικό και 20 σακιά οι μαζωχτάδες.

Η ελιά και η μακροζωία του παλιού κρητικού

Οι παλιοί κρητικοί ζούσαν πολλά χρόνια, και στα 80 και 90 τους έκαναν ακόμα δουλειές! Περνούσαν πολλοί τα εκατό, και κάποιοι έφθαναν και τα 120! Το γεγονός πως ήταν 70 χρόνων εντυπωσίαζε τους ξένους, που το σώμα τους ήταν ακόμα δυναμικό και είχε συστατικά 50χρονου, και δεν άργησε αυτό να κινήσει την περιέργεια στους επιστήμονες τότε! Για το λόγο αυτό επισκέφθηκαν πολλά χωριά της Κρήτης, αναζητώντας υπερήλικες για να τους ρωτήσουν και να βρουν την αιτία!
Πήγαιναν σε κάθε χωριό που μάθαινα πως είχε υπερήλικα πάνω από τα εκατό, και τον ρωτούσαν διάφορα πράγματα. Ρωτούσαν τι έτρωγε, πως ζούσε γενικά ο κάθε ένας τους, για να βγάλουν συμπέρασμα στο « γιατί διατηρούνται τόσο καλά παρά την ηλικία τους»!
Κάποιοι έλεγαν πως έτρωγαν άλλοι λάχανα (χόρτα), και άλλοι πολλά όσπρια ακόμα και κυνήγια ! Τελικά το συμπέρασμα βγήκε πως έφταιγε μεν η κρητική διατροφή, αλλά κυρίως έφταιγε το λάδι! Ο κρητικός σπάνια χρησιμοποιεί λίπη όπως σε άλλα μέρη του κόσμου, αλλά καθημερινά και πολύ συχνά χρησιμοποιεί το αγνό παρθένο λάδι! Το λάδι πείστηκαν πως τελικά έδινε την μακροζωία στον παλιό κρητικό, σε συνδυασμό με τη μεσογειακή διατροφή του, γιατί χει επικρατήσει μέχρι τώρα να θεωρείται μεσογειακή διατροφή η κριτική διατροφή.
Πάντως τα περασμένα χρόνια η διατροφή του κρητικού ήταν λιτή, και βασιζόταν στα όσπρια χόρτα και το ψωμί, και ότι προέρχεται από το σιτάρι κριθάρι ή βρώμη. Μια φορά τον μήνα έτρωγαν κρέας, μπορεί και κάθε δυο ή και τρεις μήνες τα πιο φτωχά στρώματα, όμως η φύσει τους αντάμειβε με το να τους δίνει χρόνια!

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ενθυμήματα από τον παλιό Κλήδωνα στην Κρήτη

Δημοσιεύτηκε

στις

Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη (Mέρος α’)


O Κλήδονας ήταν ένα πανάρχαιο έθιμο, με πολλές παραλλαγές, όχι μονάχα στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, και αναφέρεται σαν λέξη στα περισσότερα αρχαία βιβλία, ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη, όπου σαν λέξη σημαίνει μαντικό σημάδι.

Το έθιμο ξεκίναγε την παραμονή του Αϊ Γιαννιού του Λαμπατάρη ή Ριγανά, Φανιστή ή Ριζικάρη στις 23 Ιουνίου, και τελείωνε την επομένη το βράδυ. Παραλλαγές του Κλήδονα υπάρχουν πολλές σε όλη την Ελλάδα, και γενικά διαφέρουν κυρίως στις λεπτομέρειες του εθίμου ακόμα και ανά τόπους στην Κρήτη.
Στο κείμενο μας θα αναφερθούμε στο πώς γινόταν στη Μεσαρά ο Κλήδονας τον περασμένο αιώνα, παίρνοντας πληροφορίες μας από παλιούς Μοιριανούς, Φανερωμιανούς και Γαλιανούς, όπως τα έζησαν οι ίδιοι, μια και εμείς οι περισσότεροι δεν τα ζήσαμε.

Τι ήταν όμως ο Κλήδονας?

Ο Κλήδονας σαν έθιμο, θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν υπόθεση κυρίως των γυναικών, και μάλιστα των ανύπαντρων κοριτσιών, που διακαώς επιδίωκαν να βρουν τρόπους να μαντέψουν κάποια στοιχεία από τον μέλλοντα σύζυγό τους! Ο μοναδικός και κύριος σκοπός της γυναίκας τότε ήταν ο γάμος, δηλαδή να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω χρονικά, και κυρίως στον Μεσαίωνα, ο Κλήδονας είχε πολλά τελετουργικά και πολλά εθιμοτυπικά. Αντίθετα με τα χρόνια, τα έθιμα του Κλήδονα λιγόστευαν, και απλοποιήθηκαν, οπότε μετά την κατοχή έμεναν κάποια βασικά του εθίμου.
Το έθιμο του Κλήδονα ήταν ένα από εκείνα, που αποσκοπούσαν στην μαντική του μέλλοντος, και αυτήν επεδίωκαν τα κορίτσια. Ήταν έθιμο ομαδικό, και εξελίσσονταν με κάποιες διαφορές ανά χρονιά σε χρονιά. Συνήθως δεν γινόταν πάντα το ίδιο, και πολλές φορές είχαμε διαφοροποιήσεις στη πραγματοποίηση του εθίμου αυτού, στην προσπάθεια τους να το καλυτερεύσουν, ακόμα και στο ίδιο χωριό. Άλλοτε γινόταν ομαδικά από όλο το χωριό, και άλλοτε ανεξάρτητα ανά γειτονιά, αν το χωριό ή η πόλη είχαν πολλούς κατοίκους.
Όπως και να γινόταν η συνάθροιση, το έθιμο αποσκοπούσε σε δυο πράγματα, την πρόβλεψη κάποιων στοιχείων από τον μέλλοντα γαμπρό, όνομα, επάγγελμα κλπ, αλλά και στη διασκέδαση και ψυχαγωγία όλων των παρευρισκομένων! Αυτό γιατί ο Κλήδονας ήταν ένα από τα λίγα έθιμα που πρόσφερε χαρά και διασκέδαση, αλλά και από τις ελάχιστες ευκαιρίες που έδινε στους ανύπαντρους νέους και τις νέες του χωριού την δυνατότητα να βρεθούν πολύ κοντά μεταξύ τους!
Στην διάρκεια διεξαγωγής του εθίμου, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε τέσσερα βασικά σημεία του, τα οποία και θα εξηγήσουμε ένα – ένα χωριστά. Δηλαδή α) την ώρα που πήγαιναν οι κοπελιές να φέρουν το «αμίλητο νερό» το πρωί στις 23 Ιουνίου, β) στις φωτιές του Άη Γιάννη το βράδυ της ίδιας μέρας, γ) το άνοιγμα του Κληδώνου στις 24 ανήμερα του Αϊ Γιαννιού την επ’ αύριο το μεσημέρι, και δ)το άδειασμα του αμίλητου νερού στο πηγάδι το βράδυ.

Ο Κλήδονας στην Γαλιά

Η Γαλιά ως γνωστόν (έχουμε ξαναπεί), ήταν χωριό που κράτησε μέχρι τελευταία τα παλιά έθιμα της Κρήτης, και αυτό διότι οι κάτοικοι είχαν έρθει και μετοίκισαν εκεί από τα Βορίζα, μια ελεύθερη περιοχή από τους διάφορους κατά καιρούς κατακτητές. Στα Βορίζα σαν ορεινό χωριό, τα παλιά έθιμα διασώθηκαν για πολλά χρόνια! Από την άλλη οι Γαλιανοί είχαν όρεξη να κρατήσουν και εκείνοι τα έθιμα τους, όπου και βάσταξαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60. Πέτυχαν λοιπόν έτσι να μην ξεχαστούν ή να αλλοιωθούν τα διάφορα έθιμα του τόπου, που ένα από αυτά είναι και ο Κλήδονας.

Φέρνοντας από την πηγή το αμίλητο νερό

Για τον Κλήδονα της Γαλιάς, ο 94χρονος σήμερα ο κος Μύρωνας Μαραγκάκης, μια ζωντανή σήμερα μαρτυρία, μας λέει τα εξής:

Τη παραμονή του Αϊ Γιαννιού το πρωί, είτε ο Κλήδονας γινόταν σε κάθε γειτονιά, είτε σε ένα μέρος όλοι μαζί, εκεί μαζευόταν μερικές ανύπαντρες κοπέλες, για να ετοιμάσουν όλα τα σχετικά που χρειαζόταν για να γίνει ο Κλήδονας.
Να έχουν δηλαδή έτοιμο το σταμνί, να έχουν βρει το κοριτσάκι που να βάζει μέσα στο σταμνί το χέρι του και να τραβάει τα φρούτα. Το κοριτσάκι μάλιστα αυτό αν είναι δυνατόν να το λένε και Μαρία (το όνομα της Παναγίας), και να ζούνε και οι δύο γονείς του, και να είναι πρωτοστέφανοι. Όμως αντί στάμνα, για πιο πρακτικούς λόγους, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και μια πήλινη κουρούπα με ανοιχτό μεγάλο στόμιο, αν τον Κλήδονα τον έκαναν μεγάλοι, διότι εκεί άνετα χωρούσε να βάλουν το χέρι τους μέσα! Αυτό γιατί στο κανονικό σταμνί δεν χωρούσε το χέρι των μεγάλων, παρά μονάχα των μικρών παιδιών! Επίσης έπρεπε να έχουν έτοιμα και άλλα πράγματα για το «κλείδωμα» της στάμνας, όπως ένα κόκκινο πανί για να το σκεπάσουν τη νύχτα, μια αλυσιδίτσα και ένα μικρό λουκετάκι, ένα μικρό κλειδάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί! Για τον λόγο αυτό, στη Μεσαρά ήταν «κλείδωνας» αντί «κλήδονας», επειδή θεωρούσαν ότι την νύχτα «κλείδωνε»! επίσης ένα μεγάλο κόκκινο πανί, για να σκεπάσουν και το πηγάδι
Το πρωί οι κοπέλες που οργάνωναν τον Κλήδονα, έπαιρναν το σταμνί, ένα μεσαίου ή κυρίως μεγέθους, και πήγαιναν σε μια κοντινή πηγή, όπου έβαζαν νερό, μέχρι τη μέση, ώστε να μπορούν να το σηκώνουν. Το αμίλητο νερό έπρεπε να το φέρνουν παρθένες (ανύπαντρες) κοπέλες , αλλά χωρίς όμως να βγάζουν μιλιά στο δρόμο!
Το νερό που θα έφερναν οι κοπελιές λεγόταν και «αμίλητο νερό», γιατί σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να μιλήσουν, ούτε καν να γελάσουν στο δρόμο επιστρέφοντας, αν θέλανε να πιάσουν τα μάγια του! Αν συνέβαινε αυτό, έπρεπε να αδειάσουν επιτόπου το σταμνί, και να γυρίσου πάλι πίσω και να τα γεμίσουν ξανά»!
Στο χωριό μας τη Γαλιά, νερό έφερναν από την πηγή της Κουτσουνάρας, ή από τη Γαλιανή Βρύση στη Μεσοχωριά, ή από κρήνη στα Καπελωνιανά. Έλα όμως που το καλούσε το έθιμο, και όταν τα κορίτσια είχαν φέρει ήδη το αμίλητο νερό, οι νεαροί παραφύλαγαν κάπου, και προσπαθούσαν με χίλια δυο αστεία πειράγματα και χωρατά, να τα κάνουν να γελάσουν, αλλά κυρίως να μιλήσουν, και έτσι εκείνα, αν μιλούσαν, μπορούσε μέχρι και τρείς φορές να αδειάσουν το σταμνί επιτόπου και να γυρίσουν πίσω, και να φέρουν άλλο «αμίλητο» νερό!
-«Πχιά μεγάλο είναι το σταμνί παρά σένα! Ή έλεγαν για παράδειγμα:
Αγλάκα – αγλάκα το Μαργιώ ήβρεξε το φουστάνι
και που την ε πειράζουμνε, αυτή μιλιά δε βγάνει!
-Μη γελάσεις κακομοίτσα Μαργιώ και σε πάρω στο λαιμό μου, γιατί εγώ είμαι καλό κοπέλι, και δε θέλω να ξαναγλακάς μπρός πίσω και πονέσει ο ώμος σου!
-Χά χα χαχα! (γελά το Μαργιώ και γυρίζει πίσω)
Όταν πήγαιναν στο σπίτι που οργάνωναν τον Κλήδωνα, το αμίλητο νερό, συνεχίζει ο κος Μαραγκάκης, εκεί σιγά – σιγά οι ανύπαντρες κοπέλες, άρχιζαν να μαζεύονται. Ρίχνανε μέσα η κάθε μια ένα φρούτο μήλο ή αχλάδι ή αντικείμενο, το οποίο «εκάτεχε η κάθε μια ποιο ήταν το δικό τζη», επειδή είτε είχε κάποιο μοναδικό αντικείμενο στο είδος, είτε θα έγραφε ή χάραζε τα αρχικά γράμματα του ονόματος της, για να το γνωρίζει. Ακόμα μπορούσαν να ρίξουν και από άλλα φρούτα, βερίκοκο, μπουρνέλα, απίδι, μούσμουλο, μια ρόγα από σταφύλι, ή ξηρούς καρπούς όπως κάστανο φιστίκι, ή όσπριο κουκί φασόλι, αλλά ακόμα και άλλα αντικείμενα όπως κουμπιά, πενηνταράκια, δεκάρες, ψεύτικα δαχτυλιδάκια κλπ. Όλα αυτά λεγόταν «ριζικάρια», διότι θα φανέρωναν το μέλλον δηλαδή το ριζικό της κάθε μιας κοπέλας.
Όταν έριχναν τα ανύπαντρα κορίτσια τα ριζικάρια τους, οι ιέρειες της διοργάνωσης έπαιρναν τη στάμνα και γύριζαν το χωριό, και όσες άλλες κοπέλες που συναντούσαν έριχναν κάτι και αυτές στο σταμνί.
Αφού έμπαιναν περίπου 15, 20 έως 30 ριζικάρια στο σταμνί, τότε το βράδυ το σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανάκι που το τύλιγαν γύρω – γύρω από πάνω στο λαιμό, και με ένα αλυσιδάκι το έδεναν.
Στη συνέχεια επάνω στο πανί τοποθετούσαν ένα μικρό λουκετάκι, ή ένα μεγάλο κλειδί, για να παραμείνει όλο το βράδυ «κλειδωμένος» ο Κλήδονας. Στη συνέχεια η παρθένα κοπελιά, το ανέβαζε τη νύχτα στην ταράτσα , ή σε ένα ξέφωτο μέρος για «να το δούν τα άστρα»! Μόνο έτσι θα έπαιρνε το νερό τις «μαγικές του ιδιότητες», και να μπορεί την επ’ αύριο που θα «άνοιγαν τον Κλήδονα», να έχει τις προφητικές και μαντικές ιδιότητες, ώστε να είναι σε θέση να «μιλήσει» ο Κλήδονας, και να εντοπίσουν οι κοπέλες κάποια στοιχεία του μέλλοντα γαμπρού, όνομα επάγγελμα κλπ!
«Κλειδώνουμε τον κλήδονα μ’ ένα μικρό κλειδάκι
κι απόης τον αφήνουμε έξω στο φεγγαράκι
Κλειδώσετε τον κλήδονα με δόξα και με χάρη,
Κι απού ’χει μήλο κόκκινο ταχυτέρου (αύριο) να το πάρει. Ή:
Κλειδώνουμε τον κλήδονα με τ’ Άη -Γιαννιού τη χάρη
κι όποια ‘χει καλοριζικό να δώσει να το πάρει».

Το πρωί του Αι Γιαννιού, και άνοιγμα του Κληδόνου

Συνεχίζοντας ο κος. Μαραγκάκης αναφέρει:
Το πρωί της ημέρας του Αγίου, πήγαιναν όλα τα κορίτσια, στην εκκλησία όπου έκαναν κάποιες ευχές στον Άη-Γιάννη, που στην πραγματικότητα ήταν οι ερωτικές τους επιθυμίες.
Στη συνέχεια πηγαίνουν στο καθιερωμένο σπίτι της συνάθροισης τους, όπου η (παρθένα) κοπέλα, που καλό ήταν να είναι και αυτή Μαρία, ανέβαινε στη ταράτσα του σπιτιού της, και κατέβαζε το σταμνί. Όλες προσπαθούσαν να ετοιμαστούν πλέον, για να το μεταφέρει η Μαρία σιγά – σιγά το σταμνί, με συνοδεία τη παρέα της στο σημείο της τελετής.
Στη Γαλιά αυτό το σταμνί ήταν ειδικό σταμνί – κλήδονας, που ήταν σαν το κοινό σταμνί μεν, αλλά το ήταν ειδική παραγγελία στον σταμνά, να είναι η κατασκευή του σαν σταμνί μεν, αλλά να έχει μεγαλύτερο στόμιο, και να χωράει μέσα άνετα το χέρι ενός μεγάλου! Αυτό γιατί σχεδόν πάντα τον Κλήδονα τον άνοιγαν μεγάλες κοπέλες και όχι παιδιά.
Ο σταμνάς του χωριού, πάντα είχε στην άκρη συν τοις άλλοις και κάποια τέτοια σταμνιά – Κλήδονες έτοιμα!
Στη Γαλιά συνήθως πήγαιναν τη στάμνα με το αμίλητο νερό για να την ανοίξουν, είτε σε συγκεκριμένο αλώνι στη περιοχή «Καλύβι», είτε έξω στην πλατεία της εκκλησίας. Μπορούσε βέβαια να γινόταν ο Κλήδονας και σε άλλη ανοιχτή πλατεία, είτε στην εξοχή, είτε στου «Παπαγιάννη το Καμίνι», ή οπουδήποτε υπήρχε κατάλληλος χώρος. Καταλήγανε συνήθως τις περισσότερες φορές έξω από την εκκλησία, γιατί με τη θρησκεία πάντα τα είχαν καλά οι Γαλιανοί, αλλά και από πρόληψη τυχόν πυρκαγιάς στην εξοχή λόγω της φωτιάς του Κλήδωνα! Ακόμα και για κάποιον άλλο λόγο, γιατί ήταν κοντά και μπορούσαν να έρχονται ευκολότερα και οι γριές και οι άλλες ευπαθείς ομάδες, που επιθυμούσαν να τον παρακολουθήσουν!
Για την συνέχεια, το πώς πήγαιναν στην πλατεία της εκκλησίας να ανοίξουν τον Κλήδονα, θα μας τα πει η κα Αμαλία Φαραγκουλιτάκη –Λεβεντάκη:

Όταν ερχόταν η ημέρα του Αϊ Γιαννιού και η κατάλληλη ώρα για να ξεκινήσει ο Κλήδονας από το σπίτι που ήταν συγκεντρωμένες οι κοπέλες, η παρθένα ανύπαντρη κοπελιά, στολισμένη με τα γιορτινά της, έπαιρνε τη στάμνα και την πήγαινε προς το μέρος που θα άνοιγε ο Κλήδονας, σε αλώνι ή στην πλατεία της εκκλησίας ανάλογα. Προχωρούσε μπροστά η κοπέλα με τη στάμνα στον ώμο της πάνω από ένα κεντητό προσώμι. Πίσω της οι λυράρηδες την ακολουθούσαν παίζοντας τα όργανα σιγοτραγουδώντας μαντινάδες, σαν να ήταν περίπου γάμος, σαν η νύφη να πήγαινε στην εκκλησία! Πίσω ακολουθούσαν όλοι της παρέας πηγαίνοντας προς την πλατεία, όπου εκεί μαζευόταν σιγά – σιγά όλος ο κόσμος. Η κοπελιά σαν έφθανε στην πλατεία, ακουμπούσε την στάμνα στο μέρος που είχαν στρώσει ένα χαλί, και γονάτιζε για να ακουμπήσει τη στάμνα κάτω. Το άνοιγμα του Κληδόνου θεωρείται πως ξεκινάει, από την στιγμή που η κοπέλα θα γονατίσει να «ξεκλείδωνε τον Κλείδωνα». Αφαιρούσε δηλαδή το λουκετάκι , το μικρό κλειδάκι, ή το μεγάλο κλειδί, και φυσικά έλυνε και την αλυσίδα και αφαιρούσε και το κόκκινο πανί . Την στάμνα την τοποθετούσε στη συνέχεια η κοπέλα επάνω σε ένα τραπέζι στολισμένο με λουλούδια και όμορφο κεντητό τραπεζομάντηλο, εκείνη τη στιγμή ακριβώς άρχιζαν επίσημα και ζωηρά να παίζουν τα όργανα!
Οι οργανοπαίχτες στο κέντρο, και οι παρευρισκόμενοι το έστρωναν στο χορό σε κύκλο, και πάντα πρώτος τον έσυρε ως συνήθως ο παππάς του χωριού! Σιγά – σιγά μαζευόταν και άλλοι χωριανοί όλων των ηλικιών, για να παρακολουθήσουν το θέαμα που θα ακολουθήσει!
Μια γυναίκα ή άνδρας μαντιναδολόγος ξεκίναγε με τη πρώτη μαντινάδα, που άρχιζε συνήθως με το «ανοίξετε τον Κλείδωνα…» όπως οι παρακάτω:
–Ανοίξετε το Κλείδωνα, στ’ Άη Γιαννιού τη Χάρη, κι απού ‘χει ριζικό καλό, ας έρθει να το πάρει.
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη, κι απ’ έχει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να πάρει το δικό του καθείς να δει τη τύχη του, να δει το ριζικό του»
–Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγάλουμε τα μήλα, να δούμε ποιά απ’ όλες μας είναι η καλομοίρα
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει η μηλιά με τ’ άνθη, να βγει σγουρός βασιλικός που μ’ έβαλε στα πάθη
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και τ’ αχλαδάκι να δω αν είν’ τσ’ αγάπης μου γιατί το ‘χω μεράκι
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα στ’ Αϊ-Γιαννιού τη χάρη να πάρω ‘γω το μήλο μου κι η νιά το παλικάρι
– Δώστε μου τα αργυρά κλειδιά με το μαργαριτάρι, να ανοίξουμε τον Κλείδωνα στου Άη Γιαννιού τη Χάρη.
Μετά την πρώτη μαντινάδα, πλέον «ξεκλείδωσε ο Κλείδονας» η στάμνα δηλαδή ανοίχτηκε, και με την βοήθεια κι άλλης κοπέλας έβγαζαν εκ περιτροπής τα ριζικάρια, πότε δηλαδή η μία πότε η άλλη. Συνήθως στη Γαλιά έβγαζαν ότι φρούτο η οτιδήποτε είχε βάλει η κάθε μια, και μετά ακολουθούσε η μαντινάδα. Αν για παράδειγμα έβγαζαν οι κοπέλες ένα αχλάδι, αλλά υπήρχαν δυο τρία άλλα ακόμα μέσα, ήξερε ποιας ήταν δικό της , γιατί το είχε σημαδέψει με τα αρχικά της γράμματα. Όταν κάποια στιγμή τελείωναν τα ριζικάρια, έβαζαν στην άκρη τα συμπράγκαλα του Κληδόνου και συνεχιζόταν κανονικά το γλέντι.
Ο χορός συνέχιζε με τις μαντινάδες να λέγονται τραγουδιστά και να επαναλαμβάνουν οι υπόλοιποι. Ειδικοί μαντιναδολόγοι με ταλέντο είχαν καλεστεί, ώστε όχι μονάχα να λένε παλιές μαντινάδες αλλά και να σκαρώνουν και νέες επιτόπου! Συνήθως γινόταν το μεσημέρι το άνοιγμα του Κλείδωνα, αλλά εν ανάγκη μπορούσε και το απογευματάκι.
Στον Κλήδονα έλεγαν και πολλές σατιρικές μαντινάδες ακόμα και πειραχτικές, αλλά λόγω της ημέρας κανείς δεν παρεξηγούσε! Καμιά φορά κρατούσαν και μήνες οι σχολιασμοί για τις καυστικές μαντινάδες του κάθε κλήδονα!

Μαντινάδες του Κλείδωνα

Οι μαντινάδες που έλεγαν ήταν φυσικά πολλές, άλλες αυτοσχέδιες, και μπορούσε να είναι προφητικές, είτε σοβαρές, είτε αστείες και ιδιαίτερα πειραχτικές!
Κλασικές όμως μαντινάδες που μίλαγαν για τον Κλήδονα ή τον Αϊ Γιάννη είχαμε πάρα πολλές όπως τις παρακάτω.
–Να ‘μουνα και που να ‘μουνα εκεί που πάει ο νους μου, εκεί που τρώει και γλέντα ο γιος του πεθερού μου
– Βγαίνει το μήλο τ’ άρχοντα του πρώτου μας λεβέντη, του πρώτου μας ντελικανή στα λούσα και στο γλέντι
– Το μήλο κατακόκκινο στο Κλείδωνα θα βάλω , στον Άη Γιάννη έταξα άντρα μου να σε πάρω
– Το αρχοντικό σου όνομα έγραψα στο απίδι, να σ’ αποκτήσω άντρα μου να σ’ έχω νοικοκύρη
– Κοριτσόπουλα κοπελιά με το σταμνί στον ώμο, φέρε τ’ αμίλητο νερό, μα πρόσεχε στο δρόμο
– Ας πιεις τ’ αμίλητο νερό εμένα μη μου δώσεις, για να σου λέω ‘’σ’ αγαπώ’’, μέχρι να ξημερώσει
– Πού ‘σουν οψές πού ‘σουν προχθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Κλειδώνου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου και πως δα ζω του χρόνου
– Πού σουν οψές κι αντιπροθές πού ‘σουν τ’ Αγιού Πνεμάτου, δε σ’ έδανε τα μάθια μου αθέ του μαλαμά του.
– Σεβντά βαστώ, σεβντά πουλώ, σεβντάδες καμπανίζω, τον εδικό σου το σεβντά δεν τονε νταγιαντίζω– Σήμερο πουν’ τ’ Αϊ-Γιαννιού μια χάρη θα μου κάνει , του χρόνου σαν και σήμερο να βάλομε στεφάνι
– Σήμερα που ν’ Αϊ-Γιαννιού βάλε αρχή κερά μου, του χρόνου σαν και σήμερο να ‘σαι στην αγκαλιά μου
Άλλες:
– Σε είδα οψές την ν-ταχινή και ράγισε η καρδιά μου κι ορκίστηκα στην Παναγιά να σ’ έχω εγώ δικιά μου
– Ήθελα και να κάτεχα ήντα καπνό φουμάρεις , τέτοιο καλό ντελικανή, πότε θα τον ε-πάρεις
– Θα καβαλικέψω τ’ άλογο να ‘ρθω στο παραθύρι, για να σε κλέψω κοπελιά κι ας γίνουμε σεϊρι
– Κουρούπα σκεπασμένη μου τον πόνο μου τον ξέρεις, απόψε στην αγκάλη μου πέσ’ μου πως θα τον φέρεις
– Ανοίξετε τον Κλείδωνα να βγει και το δικό τζη, θαρρώ πως δεν αντέχει μπλιό, από το σκυλεμό τζη!

Οι φωτιές του Άη Γιάννη

Όπως και στην υπόλοιπη χώρα, έτσι και στη Κρήτη είχαμε φωτιές τη παραμονή του Άη Γιάννη. Το ίδιο είχαμε και στη Μεσαρά και φυσικά στις Μοίρες. Στη Γαλιά όμως, δεν είχαμε τις φωτιές το βράδυ του Αι Γιάννη, αλλά την επ’ αύριο με την συγκέντρωση του κόσμου στον Κλήδονα, μια και γίνεται περισσότερος σαματάς, αφού ήδη είναι όλοι εκεί παρόντες!
Το μεσημέρι ή και το πρωί λοιπόν του Αι Γιαννιού, τα νεαρά παιδιά έπιαναν τις γειτονιές, και ζητούσαν από τις νοικοκυρές να τους δώσουν τον ξερό πλέον Μάη τους, που είχαν κρεμάσει πίσω από την πόρτα από την Πρωτομαγιά.
-Θεία, να πάρουμε το Μάη, γιατί θα τον –ε κάψουμε σήμερο?
-Ναι παιδί μου, πάρτε τονε!
Ο «Μάης» μπορεί να ήταν μαργαρίτες περασμένες επάνω σε τέλι, σε σπάγκο, είτε ματσάκια με λουλούδια στερεωμένα σε λυγερό ξύλο ή αγκάθινο ξύλο, είτε ένα απλό ματσάκι με διάφορα λουλούδια της εξοχής. Τον «Μάη» δεν τον κατεβάζανε ποτέ από την πόρτα σε καμία περίπτωση, ακόμα κι αν ασβεστώνανε το σπίτι, και παρέμενε εκεί μέχρι τη μέρα του Κληδόνου! Όλους τους αποξηραμένους Μάηδες, τα παιδιά τους μάζευαν και τους έκαναν στο τέλος ένα σωρό, είτε στην εκκλησία απ’ έξω, είτε στη πλατεία, είτε σε κάποιο αλώνι, ή σε κάποια ανοιχτάδα που γινόταν και ο Κλήδονας. Άναβαν λοιπόν φωτιά και έκαιγαν όλους τους «Μάηδες» του χωριού, και τα παιδιά έπειτα πηδούσαν επάνω στις φλόγες! Πίστευαν πως σαν καιγόταν οι «Μάηδες», έφευγαν μακριά όλα τα κακά πνεύματα, και οι γλωσσοφαγιές κάθε σπιτικού! Πίστευαν πολύ στο κακό από γλωσσοφαγιά, και έτσι πηδώντας στις φωτιές ξόρκιζαν όλο αυτό το κακό στη ρίζα του. Δεν έκαιγαν στη Γαλιά κλαδιά θυμάρια κλπ, παρά μονάχα «Μάηδες».

Ο πρώτος που συναντούν στο δρόμο

Η μαρτυρία της κας Αμαλίας Φαραγκουλιτάκη, μας λέει τι γινόταν όταν οι ανύπαντρες κοπελιές έφευγαν από την τελετή του Κλήδονα σαν τελείωνε με δικά της λόγια:
-Τελειώνοντας η γιορτή του Κλήδονα , αλλά και πιο νωρίς αν θέλαμε, εμείς τα κορίτσια βάζαμε αμίλητο νερό στο στόμα μας και φεύγαμε. Όλες οι κοπέλες χωριζόμαστε και γυρίζαμε στο χωριό, και οι χωριανοί ξέρανε ότι είχαμε το αμίλητο νερό στο στόμα. Γνωρίζοντας λοιπόν εκείνοι το έθιμο, μας έλεγαν υποχρεωτικά ένα ανδρικό όνομα, στην τύχη!
Αν ήμασταν ας πούμε για παράδειγμα τρία κορίτσια στη παρέα μας, φώναζαν: Αμαλία – Γιώργο! Μαρία – Νίκο! Ελένη Κώστα κλπ. Όποιο όνομα τους κατέβαιναν έλεγαν αυτοί που συναντούσαμε! Αφού έλεγαν το όνομα, τότε μονάχα εμείς φτύναμε το νερό! Τώρα πόσο ήταν αλήθεια δεν ξέρω, μα σε μένα πάντως βγήκε πράγματι αληθινό!
Θυμάμαι όταν γυρνούσα στο χωριό με το στόμα μου γεμάτο αμίλητο νερό, συνάντησα πρώτο – πρώτο τον θείο μου τον Τσικνόσαβα, και μου φώναξε: «Αμαλιό – Γιώργος»!
Και όντως τον άνδρα που πήρα τον έλεγαν Γιώργο!
Σε άλλα βέβαια μέρη ίσχυε το εξής: «Όποιο όνομα ακούσουν πρώτο στο δρόμο τα κορίτσια εκείνη την ημέρα, αυτό θα ήταν και του άνδρα τους»!
Μάλιστα πολλά αστεία συνέβαιναν εκείνη την ημέρα.
Οι νεαροί στα καφενεία όπου έβλεπαν κοπέλες με γεμάτο το στόμα τους αμίλητο νερό, ή να κρατάνε στον ώμο τη στάμνα με το αμίλητο νερό, τις κορόιδευαν με διάφορα πειράγματα, φωνάζοντας στα ψέματα διάφορα ονόματα!
Μια γυναίκα από κάποιο άλλο χωριό, θυμάται σήμερα τότε που ακόμα ήταν δεκάχρονο κοριτσάκι, ήθελε να παίξει με το έθιμο, και να μιμηθεί τους μεγάλους! Έτσι αντί να πάρει νερό στο στόμα της από τον Κλήδονα, γέμισε το στόμα του με νερό από τη βρύση και έπιασε τις ρούγες! Ξαφνικά ακούει μια γυναίκα από μακριά να φωνάζει δυνατά τον άνδρα της:
-Κώστα!!!!!
Και όμως κατά στανική σύμπτωση, ο άνδρας που πήρε και εκείνο το κοριτσάκι σαν μεγάλωσε τον λέγανε πράγματι Κώστα!

Μπροστά στον καρφίχτη

Πολλά από τα νεαρά ανύπαντρα κορίτσια της Γαλιάς, μάθαιναν και διάφορα άλλα μυστικά, έθιμα κι αυτά του Κλήδονα από τις μεγαλύτερες ανύπαντρες γυναίκες, που ήταν κάτι σαν ταμπού της εποχής. Ένα από αυτά ήταν και το παρακάτω με τον καρφίχτη (καθρέφτη) της ντουλάπας. Ουδέποτε βέβαια αυτά έπεφταν στην αντίληψη των υπολοίπων μελών της οικογένειας, επειδή ήταν άκρως εμπιστευτικά!
Σχετικά με τον καθρέφτη η Γαλιανή κα Αμαλία μας λέει:
-Για τον καθρέφτη θυμάμαι πως πρέπει να ήταν οπωσδήποτε δώδεκα η ώρα, είτε μεσημέρι είτε το βράδυ τα μεσάνυχτα. Έφευγε η κοπέλα από τον Κλείδωνα, πήγαινε στο σπίτι δίχως να μιλά, γδυνόταν δίχως να μιλά και στεκόταν τσίτσιδη μπροστά από ένα μεγάλο καρφίχτη! Εκεί μπροστά γυμνή, έκλεινε τα μάτια και έκανε από μέσα της μια ευχή: -«Για τα’ Άϊ Γιαννιού τη Χάρη, δείξε μου καθρέφτη μου, ποιός λεβέντης θα με πάρει»!
Τότε ανοίγοντας τα μάτια της, έβλεπε δίπλα στο σώμα της μια μορφή, που η μορφή αυτή θα είχε σχέση με τον μέλλοντα άντρα της! Φυσικά εννοείται πως, «εάν δεν ήταν παρθένα δεν θα έβλεπε τίποτα στον καρφίχτη, ή κι αν έβλεπε κάτι δεν θα της έβγαινε», όπως έλεγαν τότε. Εμένα πάντως στη ζωή μου βγήκαν όλα! Στο καθρέφτη εγώ είδα ένα ναύτη, και πράγματι ο άνδρας μου όταν τον γνώρισα ήταν στο στρατό υπηρετούσε στο ναυτικό.
Η μακαρίτισσα η Μελίνα Μερκούρη τον είχε προσωπικό οδηγό στο αυτοκίνητό της, και μια μέρα ο άνδρας μου την πήγαινε στον μέλλοντα σύζυγό της, τον Τζον Ντασέν. Με εντολή του Ντασέν, ο μέλλων άνδρας μου περίμενε στο αυτοκίνητο, ενώ έτυχε να περάσω εγώ από εκεί τυχαία και με είδε …!
Ήταν το τυχερό μου για να μου βγει αληθινός ο Κλήδονας!

Το αμίλητο νερό και το πηγάδι

Το μεσημέρι 12 η ώρα ή βράδυ πάλι στις 12 τα μεσάνυχτα, πήγαινε η παρέα των νέων στο πιο κοντινό πηγάδι όπου ήταν και αυτό από βραδύς σκεπασμένο κι αυτό από βραδύς με ένα κόκκινο σεντόνι ή άλλο μεγάλο κόκκινο πανί.
Εκεί ξεσκέπαζαν το κόκκινο πανί , και η κάθε νέα ή και νέος από τους παρευρισκομένους έριχνε μέσα από λίγο από το αμίλητο νερό που είχε το σταμνί, ανασηκώνοντας ελαφρά το κόκκινο αυτό πανί.
Πέφτοντας στο πηγάδι το αμίλητο νερό, αν ήταν μεσημέρι και υπήρχε ήλιος, τότε οι αχτίνες που έπεφταν στο πηγάδι, έκαναν κάποια σχέδια ανάμεσα στους κυματισμούς του νερού στην επιφάνεια του, που έμοιαζαν με κάποια αντικείμενα ή κάποιες περίεργες μορφές!
Λέγανε πως τα κυματάκια σχημάτιζαν τη μορφή του μέλλοντα συντρόφου!
Αν ήταν νύχτα, ανασήκωναν πάλι λίγο το πανί, έριχναν πάλι λίγο αμίλητο νερό, και το φώς του φακού, για να δούν και εδώ τα σχήματα αυτά. Κάθε μια λοιπόν από τις ανύπαντρες κοπέλες έριχνε από λίγο νερό, και δοκίμαζε έτσι να δει τη τύχη της, πως θα είναι η μορφή αυτού που θα πάρει!
Σε άλλα χωριά βέβαια πίστευαν πως μπορούσε να δούν και πεθαμένους ή ακόμα και φαντάσματα, πράγμα που στη Γαλιά δεν ίσχυσε αυτή η εκδοχή, εκτός αν το έλεγαν αυτά κάποιοι νεαροί πλακατζήδες αστειευόμενοι!
Στη Γαλιά το πιο κοντινό πηγάδι ήταν στα Ληδιανά, όπου πήγαιναν του Κληδόνου, και ήταν του Ζαχαρία Δαμιανάκη. Υπήρχαν και άλλα, όπως στου Αγγέλου, και στου Βελούδη.

Συνεχίζεται….

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα την Εύα Λεβεντάκη για τις δυο φωτογραφίες που μας έστειλε.

Κείμενο – Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Ο Λέντας, το Ασκληπιείο και η ”τρύπα του Ασκληπιού”!!

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Λέντας είναι οικισμός στο δήμο Γόρτυνας του νομού Ηρακλείου


Εκεί βρίσκεται η αρχαία Λεβήν, λιμάνι στα παράλια της επαρχίας Καινούργιου προς το Νότιο Κρητικό Πέλαγος.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, ένα από τα λιοντάρια που έσυρε την άμαξα της Ρέας έγινε πέτρα από τη θέση αυτή και γι’ αυτό ονομάστηκε Λεβήν.

Το πιθανότερο όμως είναι ότι, το όνομα οφείλεται στο παρακείμενο ακρωτήριο το οποίο μοιάζει με λιοντάρι από τη συγκεκριμένη θέση στην οποία βρίσκεται.

Το αρχαιότερο μνημείο της Λεβήνος είναι ο Θησαυρός, τετράγωνο πηγάδι βάθους 1.090 μ. που χρονολογείται από το 2ο ή τον 1ο αιώνα π. Χ. Ανατολικότερα στο βάθος 3,30μ. βρέθηκε η πηγή του νερού με θεραπευτικές ιδιότητες.

Υπήρχαν επίσης κολυμπήθρες , οι οποίες επικοινωνούσαν, μέσα στις οποίες λούζονταν οι ασθενείς.

Η Λεβήν ήκμασε στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, ως λιμάνι της Γόρτυνας αλλά και ως ιερή πόλη, όπου λατρευόταν ο Ασκληπιός και η Υγιεία Σώτειρα.

Το Ασκληπιείο ήταν στην ακμή του κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια της Ρώμης και ο χώρος αυτός εξελίχτηκε σε θεραπευτικό κέντρο.

Κανείς δεν έπρεπε να μάθει τις μυστικές θεραπείες που γίνονταν εδώ και γι’ αυτό συνηθιζόταν στα Ασκληπιεία να δίνουν όρκο σιωπής, όπως γινόταν, δηλαδή, και στα Ελευσίνια μυστήρια!

Στα Ασκληπιεία σε όλη την Ελλάδα κατέφευγαν συνήθως ασθενείς με την ελπίδα να θεραπευτούν.

Πράγματι, τις περισσότερες φορές γιατρεύονταν μέσα από μια ολοκληρωμένη και εντατική θεραπεία που περιλάμβανε δεήσεις, ειδική δίαιτα, χειρομαλάξεις, λουτροθεραπεία, χειρουργικές επεμβάσεις ως και ψυχοθεραπεία με την ακρόαση μουσικών και θεατρικών παραστάσεων!

Το τελευταίο στάδιο της θεραπείας στα Ασκληπιεία της αρχαιότητος στην Ελλάδα, εφόσον βέβαια αυτό ήταν απαραίτητο, ήταν η εγκοίμηση. Τότε ο ασθενής, ενώ κοιμόταν σε ειδικό χώρο, έβλεπε σε όνειρο τον ίδιο το θεό Ασκληπιό να του φανερώνει τη θεραπεία για την ασθένειά του.

Έτσι έχουμε τη διαδικασία της θεραπείας του Πλούτου κατά την εγκοίμηση… όπως τη διασώζει ο Αριστοφάνης: Καρίωνας: «Μετά (ο θεός) πήγε και κάθισε δίπλα στον Πλούτο. Πρώτα του έπιασε το κεφάλι κι ύστερα με ένα πανί Του σφούγγισε τα ματόφυλλα.

Η Πανάκεια με κόκκινο ύφασμα του σκέπασε την κεφαλή κι όλο το πρόσωπο. Έπειτα ο θεός εσφύριξε. Πετάχτηκαν από το ιερό δυό φίδαροι να!»

Γυναίκα (του Χρεμύλου): «Πώωπω, θεούλη μου!»

Καρίωνας: «Χώθηκαν κάτω από το κόκκινο ύφασμα Και θαρρώ του έγλειψαν τα βλέφαρα. Λοιπόν, κυρά, προτού προλάβεις να πιεις κανά δυο κιλά κρασί, σηκώθηκε ο Πλούτος κι είχε το φως του. Απ’ τη χαρά μου χτυπάω παλαμάκια και ξυπνώ τον αφέντη. Ευθύς, θεός και φίδια γίναν άφαντοι στο ναό».

(Αριστοφάνης, Πλούτος, στ. 727-741) Μερικές φορές, μάλιστα, η θεραπεία γινόταν όσο ο ασθενής κοιμόταν και όταν ξυπνούσε από το βαθύ του ύπνο, ήταν και πάλι απολύτως υγιής! Κάπου μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, με τη θεραπευτική επέμβαση του θεού ή με τη δύναμη της αυθυποβολής, επιτυγχανόταν τις περισσότερες φορές η θεραπεία των ασθενών.

Ωστόσο ο Ασκληπιός εδώ στο Λέντα είχε μια παρεμφερή τεχνική με τα άλλα Ασκληπιεία της Ελλάδας, αλλά ολότελα δική του, που δεν την συναντούμε πουθενά σε κανένα Ασκληπιείο, εις το να θεραπεύσει δηλαδή τους ασθενείς του, καθώς περιγράφεται στο λαογραφικό που ακολουθεί:

Ο Ασκληπιός του Λέντα, πάντα υποσχόταν σε όλους τους ασθενείς του ότι θα τους κάνει καλά, έχοντας ως σύμμαχο, το ξεχωριστό κλίμα του Λέντα, το φημισμένο του νερό , αλλά και ακόμα μια ”μαγική” τρύπα!!

Συνιστούσε λοιπόν στους ασθενείς του να τον επισκεφτούν και να μείνουν μαζί του ένα μήνα, κρατώντας τρόφιμα ικανά για να περάσουν, όλον αυτό τον μήνα. Μόλις πήγαινε εκεί ο ασθενής, ο Ασκληπιός τον έβαζε σε πρόγραμμα και του έλεγε τα παρακάτω λόγια:

– Για να πάνε όλα καλά, θα πρέπει να σηκώνεσαι το πρωϊ και να πηγαίνεις να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως καλά και θα πίνεις νερό απ’ αυτήν εδώ την πηγή και μετά θα πηγαίνεις εκεί στην τρύπα και θα κοιτάζεις, μήπως δεις να ξεπροβάλει ένας όφις. Αν δεις να ξεπροβάλει ο όφις, τα νέα θα είναι δυσάρεστα!! Φυσικά θα πεθάνεις!! Αν δεν δεις τον όφι, όλα θα πάνε καλά!! Μετά θα πηγαίνεις να κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι. Το μεσημέρι θα πηγαίνεις πάλι να κάνεις ένα μπάνιο στη θάλασσα, μετά θα τρως και θα πίνεις πάλι από αυτό το ίδιο νερό και στη συνέχεια θα πηγαίνεις πάλι στην τρύπα και να ξανοίγεις μήπως δεις να ξεπροβάλει ο όφις. Μετά θα πηγαίνεις πάλι για ύπνο. Το ίδιο ακριβώς πράγμα θα κάνεις και το βράδυ. Με αποτέλεσμα όποιος πήγαινε εκεί, ξεκουραζόταν αρκετά, έκανε τα μπάνια του για ένα ολόκληρο μήνα, έτρωγε και έπινε από το φημισμένο νερό του Λέντα, ενώ ποτέ του δεν έβλεπε τον όφι να βγαίνει από την τρύπα!! Εφόσον λοιπόν δεν είχε δει τον όφι να βγαίνει από την τρύπα, δεν είχε νε κανένα φόβο για να πεθάνει!!

Στο τέλος του μήνα, βρισκότανε ξεκουρασμένος, ξεχασμένος από την πρώην καθημερινότητα, ενώ ο οργανισμός του είχε νε τονωθεί από τα μπάνια τη καλοπέραση και το καλό νερό, μα πάν’ απ’ όλα, τη καλή ψυχολογία, που δεν είδε νε τον όφι να ξεπροβάλει!!

Τελικά έφευγε για το σπίτι του, υγιέστατος και πολύ ικανοποιημένος, από τον γιατρό Ασκληπιό!!

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Οι χοχλιοί ο «μεζές» των φτωχών!

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι χοχλιοί μέσα από την λαογραφία της Κρήτης


Η ζωή του Κρητικού ήταν και είναι στενά συνδεδεμένη με τους χοχλιούς από την Μινωική εποχή μέχρι σήμερα, καθ ότι δεν κόστιζε στο τραπέζι του τίποτα, αφού είναι δώρο της φύσης, και ειδικά δώρο για την φτωχολογιά, την οποία ο χοχλιός έχει σώσει σε δύσκολους καιρούς, ειδικά στην κατοχή, αλλά ακόμα και στην τωρινή κρίση.
Το ότι είναι νηστίσιμοι οι χοχλιοί το γνωρίζουν όλοι, και πάντα θα υπάρχει η λαχτάρα να βρεθεί στο τραπέζι. Εύκολη κατά κάποιο τρόπο τροφή, να βγάλει τις νηστείες του χρόνου η φτωχή οικογένεια με πιο πολύ άνεση, αλλά και εν ανάγκη να πουλήσει και μερικά κιλά στον μπακάλη για ένα χαρτζιλίκι.
-«Για δες τε πάλι το Μαργιώ ένα μασκαραλίκι
να προσπαθεί απ τσοι χοχλιούς να βγάλει χαρτζιλίκι»!
Θα μας πει μια παλιά σατυρική μαντινάδα. Η δε κατοχική μάνα θα πει:
-«Εμείς κάποτε όλες τις νηστείες με χοχλιούς τη βγάζαμε»!
Όλη τη βδομάδα τα Καλοκαίρια η φτωχή οικογένεια μάζευε χοχλιούς στο χωράφι που ήταν η εκάστοτε εργασία τους, συγκέντρωναν τέσσερα πέντε κιλά, και το Σάββατο κατέβαιναν στο παζάρι και τους πουλούσαν, ή τους έδιναν στον μπακάλη χωριού. Ερχόταν κάποτε μεγαλέμποροι από τις μεγάλες πόλεις και τους χοχλιούς που αγόραζαν τους έστελναν συνήθως στη Γαλλία. Οι Γάλλοι πάντα λάτρευαν τους χοχλιούς της Κρήτης.

Τα χοχλίδια του …ούζου!

Τα μικρά χοχλίδια έχουν την ιδιότητα να μην κρύβονται, και τα Καλοκαίρια σκαρφαλώνουν επάνω σε πασσάλους, σε κλαριά σε θάμνους, σε δένδρα ανά δεκάδες και προκαλούν μάλιστα σε πολλούς και ένα εντυπωσιακό θέαμα!
Εκτός από τους χονδρούς χοχλιούς και τους λιανούς, πριν και μετά την κατοχή την τιμητική τους είχαν οι λιανοί χοχλιοί που ήταν νοστιμότατοι πιλάφι ή με χόνδρο, αλλά και τα μικρά χοχλίδια βραστά! 
Τα μικρά αυτά καμπίσια χοχλίδια ήταν μικρά μεν αλλά περιζήτητα, και για τα παιδιά ένα σπορ συναγωνισμού, στο ποιο παιδί θα καταφέρει να φάει πιο πολλά! Τα ονομάζανε μάλιστα και «χοχλίδια του ούζου», γιατί ήταν ίσως ο εκλεκτότερος μεζές να συνοδέψει το ούζο της παρέας. Στη κατοχή πριν αλλά και μετά, ήταν στις Μοίρες δυο καφενεία που εκτός από καφέδες, πρόσφεραν και διάφορους μεζέδες, από κρέας μέχρι χοχλιούς! Εκεί συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες σέρβιραν χοχλίδια! Σέρβιραν λιανούς χοχλιούς βραστούς για κρασί, αλλά σέρβιραν επίσης και τα πολύ μικρά χοχλίδια για συνοδεία του ούζου! Όταν πήγαινε παρέα να καθίσει, επάνω στο μεταλλικό στρογγυλό τεζιάκι , τους άφηνε ο καφετζής τα ποτήρια με το κρύο νερό που διατηρούσε από το ψυγείο του πάγου, έφερνε ένα καραφάκι ούζο με τα ποτήρια του, και ένα πιατάκι με χοχλίδια. Τα χοχλίδια έλεγαν ήταν ο αποκλειστικός «μεζές για μερακλήδες»! Μέχρι τουλάχιστον το ΄55 συνέβαιναν αυτά, όπου σιγά – σιγά ξεχάστηκαν.
Όμως για πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα οι καφετζήδες βράζουν χοχλιούς χονδρούς ή λιανούς, και σερβίρουν για το κρασί ή την μπύρα της παρέας.

Το ξύγκι του χοχλιού!

Ο χοχλιός ο χονδρός λένε τη Κρήτη πως αποτελείται από τη γλώσσα, το ξύγκι στη μέση και στο πίσω μέρος το λεγόμενο «αποκόλι» που είναι κάπως στριφτό. Το αποκόλι αν ο χοχλιός έχει φάει τροφή είναι μαύρο και έχει μια γεύση σαν χώμα. Το καλύτερο όμως και πιο νόστιμο σημείο του χοχλιού όταν είναι παχύς είναι το λεγόμενο ξύγκι του, το οποίο βέβαια είναι σε στερεά μορφή, και ανοιχτού χρώματος. Κάποτε μάλιστα υπήρχε στα χωριά μια φράση που έλεγε το εξής:
-«Το ξύγκι του χοχλιού του βάλανε στα μάθια και τον εποστραβώσανε, που δεν ήφεγγε ο κακομοίρης να δει ήντα ‘κανε»! 
Η ιδιωματική βέβαια φράση αυτή ήθελε να πει εν ολίγοις, πως κάποιον τον ξεγελάσανε κάποιοι τον κορόιδεψαν, και δεν έβλεπε την κατάσταση, για το τι έχε κάνει!
Όσο και να φαίνεται παράξενο, υπάρχει η λογική εξήγηση της φράσης αυτής, διότι πράγματι το ξύγκι του χοχλιού κάποτε έπαιζε το ρόλο του, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.
Τα παιδιά στα χωριά τα έστελναν κάποτε τους καλοκαιρινούς μήνες οι γονείς τους στα έχνη, δηλαδή στη βοσκική των οικόσιτων ζώων του σπιτιού.
Συνήθως δεν πήγαινε μόνο του το κάθε ένα παιδί, αλλά μαζί με άλλα παιδιά αδέρφια ή ξαδέρφια για παρέα. Κάποιο όμως παιδί που βαριόταν να βλέπει τα ζώα, δηλαδή να προσέχει, προτιμούσε να την αράξει στον ύπνο κάτω από ένα παχύ και δροσερό ίσκιο μιας μεγάλης χαρουπιάς!
Τα υπόλοιπα παιδιά που δεν τους άρεσε αυτή η κατάσταση, και αφού ήταν όλα διαολάκια, σκαρφίζονταν το εξής τραγελαφικό:
Τα παιδιά έσπαγαν με μια πέτρα ένα χονδροχοχλιό, έβγαζαν το ξύγκι του, το μάλασαν με τα δάχτυλα να λιώσει, και στη συνέχεια το έβαζαν να στάξει επάνω και στα δυο μάτια του κοιμισμένου!
Το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα σε μια ώρα περίπου να σκληραίνει πολύ και να γίνεται κολλώδης ουσία! Έτσι όταν το παιδί πήγαινε να ανοίξει τα μάτια του δεν μπορούσε, αφού είχαν κολλήσει τελείως μεταξύ τους τα ματοτσίνορα, και το παιδί κατατρομαγμένο νόμιζε πως είχε στραβωθεί! 
Έτσι μετά την πρώτη λαχτάρα, αφού ζούσε με την αγωνία του τυφλού, ότι κάτι έπαθε δηλαδή στα μάτια και στραβώθηκε, οι άλλοι του έφερναν νερό να ξεπλύνει τα μάτια του, και φυσικά να πάρει το μάθημά του και να μην κοιμηθεί ξανά!
Δεν τολμούσε βέβαια πλέον το υπναλέο παιδί να ξανακοιμηθεί στα έχνη, αλλά και κανένα άλλο παιδί της παρέας, από τον φόβο μην του κάνουν τα ίδια! Έτσι αν κάποιο από τα παιδιά σκεφτόταν να την αράξει για ύπνο, τότε πήγαινε κάπου μακριά σε ένα μυστικό σημείο να την πέσει, που να μην μπορούν να το ανακαλύψουν τα άλλα!

Το φάρμακο για το έλκος

Από την αρχαιότητα και την εποχή του Ασκληπιού, γνώριζαν οι άνθρωποι πως τα λιπαρά έκαναν καλό στο στομάχι. Σε πόνους του στομαχιού παλιά μας έδιναν οι μανάδες μας μια κουταλιά λάδι με ζάχαρη, και ο πόνος πέρναγε αμέσως!
Το ξύγκι του χοχλιού ή χοχλιδόξυγκο, ήταν κι αυτό αποδεδειγμένα το τέλειο φάρμακο για το έλκος και πόνους στο στομάχι, γιατί απλούστατα και αυτό είναι λίπος. Ο άρρωστος με έλκος παλιά, έβραζε μια τσικαλιά χοχλιούς, και έτρωγε μόνο το ξύγκι! Αυτό αν το έκανε δυο τρείς φορές, τότε το ξύγκι αυτό είχε την ιδιότητα να κάθεται στα τοιχώματα της κοιλιάς και να κλείνει τις πληγές, και ο πόνος τους πέρναγε οριστικά αφού οη πληγές της κοιλιάς έκλειναν.

Ο χοχλιός και το… τσιμπούκι!

Τα παιδιά τους άρεσε να μαζεύουν χοχλιούς για να πάρουν αργά την ευκή της μάνας τους, και εκείνη να τους ψήσει αργά να φάνε κι αυτά και η οικογένεια. Πρόσεχαν όμως ιδιαιτέρως πού έβαζαν τα χέρια τους σε κουφάλες ή τρύπες, μην τυχόν κρύβεται κάποιος σκορπιός ή φίδι. 
Τα διαβολόπαιδα βέβαια κάποτε κάνανε πολλά σαν βρίσκονταν στην εξοχή στα έχνη. Μπορούσαν να πάρουν ένα κονσερβοκούτι να του βάλουν νερό και να βράσουν χοχλιούς και να τους βγάζουν με μια μεγάλη αγκάθα αγριαχλαδιάς, ή ένα ξυλάκι που το έκαναν σαν οδοντογλυφίδα ξύνοντας το στην άκρη. Συνήθως τους έτρωγαν χωρίς αλάτι και σχεδόν ζωντανούς, ίσα να είχαν άρει μια βράση! Καμιά φορά κάποια παιδιά έφερναν αλάτι από το σπίτι, αλλά και αυτό ήταν δύσκολο, γιατί το απαγόρευε η μάνα, καθ’ ότι το αλάτι όπως και τα σπίρτα και το οινόπνευμα, ανήκαν στο μονοπώλιο του κράτους, και ήταν εξαιρετικά δυσεύρετα εκείνα τα χρόνια! 
Άλλες φορές τα παιδιά άναβαν μια μικρή φωτιά σε κάποια καλλουργιά, και έκαναν οφτούς μερικούς χοχλιούς και τους έτρωγαν, σπάζοντάς τους με μια πέτρα.
Από τους βραστούς χονδροχοχλιούς που έτρωγαν, διάλεγε κάθε παιδί από έναν μεγάλο, τον τρυπούσαν στο πλάι, περνούσαν στην τρύπα μια καλαμιά, και έκαναν τον χοχλιό αυτό τσιμπούκι!
Σαν διαβολόπαιδα και τότε, ήθελαν να μιμούνται τους μεγάλους, και έτσι στο τσιμπούκι έβαζαν τρίματα από διάφορα δένδρα ή θάμνους. Έκοβαν μικρά κλαριά ελιάς, σκίνου, μυρτιάς, φασκομηλιάς ή ότι άλλο αρωματικό φυτό υπήρχε κοντά και με το μαχαιράκι έξυναν τρίματα και γέμιζαν το χοχλιδοτσιμπούκι τους! Άναβαν τα τρίμματα με ένα σπίρτο και κάπνιζαν τον χοχλιό σαν κανονικό τσιμπούκι! Βέβαια με τα τρίμματα αυτά μπορούσαν αν είχαν χαρτί να τα κάνουν και τσιγάρο!

Οι χοχλιοί του Μάρτη

Του Μάρτη οι χοχλιοί ήταν κατάλληλοι για φαγητό, γιατί ήταν παχείς, αφού χόρτα υπήρχαν άφθονα. Οι χοχλιοί τον Μάρτη έβγαινα την νύχτα μετά από μια βροχούλα, η αν η βραδιά είχε πολύ δροσούλα. Ο πατέρας έπαιρνε ένα δυο παιδιά του με τα καλαθάκια τους, και πήγαιναν νύχτα στους χοχλιούς. Για να βλέπουν κρατούσαν στο χέρι με φαναράκια θυέλης, αργότερα λουξ, και καμιά φορά φακούς. Οι χοχλιοί σαλεύγανε παντού, στα πλάγια σε δρόμους, σε πλαγιές λόφων, σε τράφους, κοντά σε σωρούς με πέτρες, και περνώντας, έναν – έναν τον πετούσαν στο καλάθι. Μόλις όμως έβγαινε ο ήλιος ή φύσαγε αέρας, οι χοχλιοί εξαφανιζόταν, γιατί κρυβόταν και δεν φαινόταν. Έτσι ή θα έπρεπε να πάνε από τις 10 με 12 τη νύχτα για δυο ώρες, ή ξημερώματα το πρωί, να προλάβουν να βρουν μισό καλάθι και να τους πάνε στο σπίτι. Δεν τους μάζευαν όλους, για να μπορούν πάλι να αναπιαστούν, έτσι πατέρας έλεγε στα παιδιά, να μην τους μαζεύουν από τους δαμάκους (λοξές πλαγιές, γκρεμούς), μια και υπήρχε κίνδυνος να γλιστρήσουν και να πέσουν. Τέλος έφεραν τους χοχλιούς στο σπίτι αλλά επειδή είχαν φάει άγνωστα χόρτα, δεν ήταν σίγουροι για τυχόν δηλητηρίαση. Έπρεπε λοιπόν να τους «σακάσουν», δηλαδή να τους ταΐσουν μια καθαρή τροφή, και αφού την αποβάλουν, τότε μπορούσαν να φαγωθούν ελεύθερα. Έτσι τους έβαζαν σε ένα καλάθι ή κοφίνι, και τους έριχναν μέσα τραχανά από σιτάρι, ζυμάρι από αλεύρι σε τρίματα, η εν ανάγκη πέταγαν μέσα και ένα θυμάρι, που είναι ακίνδυνο και ο χοχλιός θα πάρει και από το άρωμα του. Οχι όμως αλμυρες τροφες όπως μακαρόνια γιατί έχουν αλάτι, το οποίο ψοφάει το χοχλιό αν τυχόν φάει. Όταν έτρωγαν αυτές τις κατάληλες τροφές οι χοχλιοί, σε δυο τρείς μέρες ήταν έτοιμοι για μαγείρεμα. Για να μην φεύγουν όμως οι χοχλιοί από το καλάθι ή το κοφίνι, έβαζαν σε ένα ντενεκάκι ελάχιστο νερό και πολύ αλάτι, και με ένα πανί έβρεχαν με αλατόνερο το εσωτερικό στο πάνω μέρος του καλαθιού ή της κοφίνας, και όταν έφτανε έως εκεί ο χοχλιός τον ενοχλούσε το αλάτι και ξαναγύριζε πάλι πίσω! Έτσι δεν μπορούσαν να δραπετεύσουν!
Όταν η μητέρα έψηνε στο σπίτι χοχλιούς, συνήθως τα μικρά παιδιά τους σιχαινόταν, γιατί τους θύμιζαν κάτι σαν σκουλήκια! Όμως οι γονείς επέμεναν να φάνε σαλιγκάρια, γιατί «είχαν ασβέστιο», και αν φάε θα κάνουν γερά κόκκαλα, όμορφα δόντια! Τα δε κορίτσια αν φάνε θα κάνουν όμορφα κατσαρά μαλλιά, ωραία κορμοστασιά, και έτσι τα ξεγελούσαν για να τους φάνε!
Όμως τα εκπαίδευαν κιόλας να μην ρουφάνε τους χοχλιούς και καταπιούν κανέναν και πνιγούν, κι αν τον ρουφήξουν τους έλεγαν να τον κρατάνε σφιχτά με το χέρι! Είχαν μάλιστα φτιάξει και ειδικά πιρούνια ανοίγοντας περισσότερο το πρώτο δόντι, και αφού ήταν λιγάκι πιο ανοιχτό, διευκόλυνε έτσι ώστε να μπαίνει εύκολα στη κούπα του χοχλιού, και να τον «ξεφκαρώνει» ( βγάζει)! 
Από τον χοχλιό έτρωγαν όπως έλεγαν τη γλώσσα και το ξύγκι, το αποκόλι το πέταγαν γιατί περιείχε τα κόπρανα του χοχλιού, ειδικά όταν ήταν μαύρο, οπότε θα ήταν και πικρό.
Τις άδειες χοχλιδόκουπες τις πέταγαν στη φωτιά να καούν, ή τις κοπάνιζαν και τις έριχναν στις κότες.
Για τον χοχλιό πάντα λέγανε πολλά καθώς και πολλές μαντινάδες.
Χοχλιδοβολοσέρματα δε θέλω μπλιό μαζί σου,
γιατί είδα αλλονού χοχλιού, σημάδια στο κορμί σου!

Θα έλεγα να τελειώσουμε και το σημερινό θέμα με μια συνταγή, πώς φτιάχνουμε χοχλιούς στιφάδο και κοκκινιστούς!

Πως κάνουμε τους χοχλιούς στιφάδο

Πάλι θα μας τα πει η κα Αμαλία Φραγκουλιτάκη από τη Γαλιλα πως τους μαγειρεύει η ίδια στιφάδο, που την ευχαριστούμε:
-Για να φτιάξω στιφάδο ένα κιλό χοχλιούς, ξεκολλώ έναν – έναν τον χοχλιό, και κοιτάζω προσεκτικά αν υπάρχει κανένας χαλασμένος. 
Πλένω τους χοχλιούς καλά, αφού τους έχω ξύσει τα πολλά – πολλά ξένα σώματα με το μαχαιράκι, και περιμένω να βγούνε από τα καπάκια τους.
Ξεχωρίζω όσους σαλεύουν, που έτσι είμαι σίγουρη πως είναι όλοι ζωντανοί! 
Βάζω νερό στη κατσαρόλα με αλάτι μέχρι να βράσει. Ρίχνω αλάτι στους χοχλιούς για να ξαναμπούνε στο καβούκι τους, και τους ρίχνω στη κατσαρόλα για πέντε λεπτά βράσιμο. 
Με μια τρυπητή κουτάλα βγάζω τα σάλια, και στη συνέχεια μετά τα πέντε λεπτά τους κατεβάζω και τους πλένω πάλι καλά.
Με μαχαίρι πάλι καθαρίζω ότι έχει απομείνει στο κέλυφος, μια και με το βράσιμο έχουν ήδη μαλακώσει, και βγάζω και τα στουμπώματα τους. 
Όταν τους έχω καθαρίσει πολύ καλά, τους ξεπλένω πάλι, και τους τρυπάω έναν ένα με το πιρούνι από πίσω τους. 
Οι λιανοί ειδικά θέλουν τρύπημα οπωσδήποτε. Στη συνέχεια αφού τους ξεπλύνω από τα τρίμματα που δημιουργούνται με το τρύπημα με δυο τρία νερά, τους στραγγίζω στο σουρωτήρι. 
Στη κατσαρόλα βάζω λάδι αναλόγως την ποσότητα, και μόλις ζεσταθεί το λάδι, όχι να κάψει, ρίχνω τους χοχλιούς. 
Ρίχνω αλάτι και ανακατεύω με χαμηλή φωτιά. 
Έχω έτοιμα ένα κιλό κρεμμύδια κομμένα μακρόστενα, ανάλογα πάντα τους χοχλιούς, ή πέντε μεγάλα κρεμμύδια. Δεν με πειράζει αν τα κρεμμύδια είναι και δυο κιλά. 
Έχω καθαρίσει και δέκα ντομάτες μικρές στον τρίφτη ή πέντε έξη μεγάλες.
Ρίχνω τα κρεμμύδια στο τσικάλι και ανακατεύω για πέντε λεπτά.
Στη συνέχεια ρίχνω και την ντομάτα, όχι νερό γιατί η ντομάτες κατεβάζουν!
Εάν βάλουμε ντομάτες από κουτί βάζουμε ένα κουτί της ντομάτας κονσέρβας ψιλοκομμένη, ή ένα κουτάλι της σούπας πελτέ, δυο φύλλα δάφνης, αλάτι πιπέρι, ένα κουταλάκι κύμινο και μισό κουταλάκι μπαχάρι. Αν θέλουμε σβήνουμε με κόκκινο κρασί, το στιφάδο θέλει κρασί.
Όποιος θέλει βάζει και δυο πατάτες αν έχει παιδιά, γιατί οι πατάτα συνήθως αρέσει σε όλα τα παιδιά.
Βέβαια το κανονικό στιφάδο χοχλιούς είναι μόνο κρεμμύδια κομμένα σε κομμάτια και όχι ολόκληρα. Τα ολόκληρα κρεμμυδάκια μπαίνουν μόνο στα κρέατα και στις σουπιές όταν είναι να τα κάνουμε στιφάδο.
Ψήσιμο μισή ώρα έως μια ώρα, και δοκιμάζουμε αν ξευκαρώνει (βγαίνει ολόκληρος) ο χοχλιός!

Κοκκινιστοί χοχλιοί

Η διαδικασία του πλυσίματος είναι ίδια και για κοκκινιστούς χοχλιούς, πάλι ενός κιλού.
Η διαφορά αρχίζει στο τσιγάρισμα. Ένα μεγάλο κρεμμύδι το ετοιμάζουμε στο μπλέντερ, και το ρίχνουμε στην κατσαρόλα με τους χοχλιούς με το λάδι λίγο να τσιγαριστούν μαζί. 
Το λιωμένο κρεμμύδι, θα μας κάνει πιο νόστιμη τη σάλτσα μας! Βάζουμε 6 μεγάλες ώριμες ντομάτες ή δέκα περίπου μικρές έως μεσαίες φρέσκες, κομμένες κομματάκια. Ένα κουταλάκι της σούπας πελτέ, αλάτι πιπέρι, λίγο μπαχάρι και πάπρικα γλυκιά, όχι καυτερή γιατί μπαίνει το πιπέρι. 
Ρίχνουμε και ένα φλιτζάνι νερό άμα δούμε ότι έφυγε το νερό της ντομάτας, και τα βάζουμε για μια ώρα ψήσιμο σε σιγανή πάντα φωτιά. Βέβαια ο συνολικός χρόνος στο να φτιάξουμε κοκκινιστούς χοχλιούς είναι περίπου τρεις ώρες μαζί με την προετοιμασία, για αυτό πρέπει να αρχίσουμε να τους ετοιμάζουμε από νωρίς.
(Ευχαριστούμε και πάλι τον κ Μύρωνα Μαραγκάκη για τις πληροφορίες με τις συνήθειες της εποχής του, καθώς και την μαγείρισα κα Αμαλία για τις δυο συνταγές και τις φώτο στιφάδο και κοκκινιστούς)

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δημοφιλη