Connect with us

Life

Το παραμύθι της κας Αμαλίας – Ο Ζητιάνος

Δημοσιεύτηκε

στις

Συμβουλές για να αποκτήσουν τα παιδιά χριστιανική αντίληψη, έδιναν παλιά οι μανάδες στα παιδιά τους, και για να βγάζουν μόνα τους τα συμπεράσματά τους


Τους έλεγαν δηλαδή συν τοις άλλοις και διάφορα παραμύθια, που κι εκείνοι κάπου τα είχαν ακούσει από παλαιότερους.
Το σημερινό παραμύθι μας το θύμισε η κα Αμαλία Α. Φαραγκουλιτάκη από τη Γαλιά.

Στα πολύ παλιά χρόνια, υπήρχαν σε ένα χωριό κάποιοι νταλικανήδες, οι οποίοι δεν ήθελαν δουλειά! Όμως γύριζαν στα χωριά, και όπου γινόταν πανηγύρια, μήπως και βρούνε καμιά κοπέλα πλούσια να την παντρευτούν. Ένα ντελικανιδάκι που το έλεγαν Μανωλιό, έτρεχε και εκείνο και έψαχνε πλούσια γυναίκα, αλλά από το πολύ ψάξιμο κουράστηκε και κάθισε κάτω από μία συκιά να ξαποστάσει. Η συκιά ήταν φορτωμένη σύκα, και τα κλαδιά της ακουμπούσαν σχεδόν στο πάτωμα. Σκεφτότανε και ονειρευόταν πόσο όμορφο θα ήταν, να γύριζε πίσω στο χωριό του, και τον περιμένει μια πλούσια νύφη! Ήταν δε τόσο τεμπέλης που για να κόψει το σύκο όπως ήταν ξαπλωμένος, σήκωνε το πόδι του τραβούσε το κλαδί και με το χέρι, έκοβε το σύκο για να το φαΐ.

Εκείνη την ώρα πέρασε ένας ζητιάνος, και βλέποντάς τον γέλασε, επειδή τον είδε ξυπόλυτο και με ματωμένα πόδια. O νεαρός φού τον χαιρέτισε, τον ρώτησε προς τα που πηγαίνει. Ο ζητιάνος απλά τον ρώτησε να του πει προς τα πού είναι το κοντινότερο χωριό. Ήταν κάπου εκεί δίπλα ένα σταυροδρόμι και ο τεμπέλης σήκωσε το πόδι του, και του υπέδειξε να τραβήξει προς τα δεξιά. Ο Ζητιάνος τράβηξε προς τα εκεί που του έδειξε ο Μανωλιός, και ο ίδιος συνέχιζε τον ύπνο του.

Ο ζητιάνος σαν έφτασε στην αρχή του χωριού, βλέπει μια κοπέλα που τη λέγανε Κατερινιώ, να πλένει ρούχα σε μια σκάφη. Μόλις τον είδε η κοπέλα άφησε το πλύσιμο, τον πλησίασε, και του έδωσε μια καρέκλα να καθίσει, του πρόσφερε και ένα ποτήρι νερό. Κατόπιν τον ρώτησε αν πεινά να του βάλει λίγο φαγητό. Την ρώτησε εκείνος τι φαγητό έχει μαγειρέψει, και η κοπέλα του απάντησε «φακές», γιατί είναι Τετάρτη, οπότε νηστεύουν. Εκείνος την ευχαρίστησε, και πριν φύγει είπε ότι θα ξαναγυρίσει!

Το Κατερινιώ τελείωσε το πλύσιμο, και περίμενε τους γονείς της να τους πη τα νέα. Ο Ζητιάνος συνεχίζοντας το δρόμο του, και φτάνει στην πλατεία του χωριού. Βλέπει εκεί ένα πλουσιόσπιτο και χτυπά την πόρτα. Τού ανοίγει μία καλοντυμένη κυρία, όπου της ζήτησε ελεημοσύνη. Εκείνη του έδωσε ένα ξεροκόμματο ψωμί, και του έκλεισε την πόρτα. Πάει να φύγει ο ζητιάνος, και ακούγεται ένα γαύγισμα σκύλου από μέσα σε ένα σπιτάκι που είχε η αυλή. Από εκεί βγαίνει ένα σκυλί, και η γυναίκα του σπρώχνει ένα γεμάτο πιάτο με ψητό κοτόπουλο. Ο Ζητιάνος είδε το σκυλί που έτρωγε το κοτόπουλο, το χάιδεψε στο κεφάλι, και είπε στη γυναίκα: «Θα ξαναπεράσω»!

Στο τέλος τού χωριού βλέπει μια άλλη γυναίκα να φουρνίζει ψωμιά. Μόλις τον είδε η γυναίκα ξυπόλυτο και κουρελή, το πρώτο ψωμί που ήδη είχε βγάλει, το τοποθετεί γρήγορα επάνω στην καρέκλα, και κάθεται η ίδια επάνω σκεπάζοντας το με το φουστάνι της, να μην το δει ο ζητιάνος! Έκαιγε το ψωμί, αλλά δεν μιλούσε, νομίζοντας ότι ο ζητιάνος δεν την είδε. Της ζήτησε και εκείνης λίγο ψωμί, αλλά εκείνη είπε ότι δεν είναι έτοιμο ακόμα. Εκείνος έχασε την υπομονή του και της απάντησε:

Ένα ολόκληρο ζευγάρι παπούτσια κατανάλωσα μέχρι να έρθω στο χωριό σας να βρω κάτι να φάω, και εσύ τώρα θα μου πεις ότι δεν είναι έτοιμο! Όσο καυτό είναι το ψωμί τόση κρυάδα να έχει η ψυχή σου, και τα πόδια σου να είναι και αυτά πάντα κρύα!

Άλλαξε μπροστά στα μάτια της και έβαλε ρούχα καθαρά και πέδιλα. Βλέποντας τον η γυναίκα τα ‘χασε! Ο Ζητιάνος που πια ήταν καλοντυμένος, πήγε κοντά στο ψωμί και το σταύρωσε, λέγοντας:

-Να τρώνε πάντα πίτα στο τηγάνι, και όχι ψωμί στο φούρνο!

Γυρίζει πίσω και πάει στο σπίτι που έδωσαν το κοτόπουλο στο σκύλο που ήταν η πλούσια με το ξεροκόμματο που τον έβγαλε έξω.
Η πόρτα εκεί ήταν ανοιχτή γιατί περίμεναν κόσμου. Μπαίνοντας μέσα νομίζοντας ότι ήταν καλεσμένος τον χαιρέτησαν, και εκείνος πηγαίνει στην κουζίνα ανοίγει την κατσαρόλα, ρωτάει τι μαγείρεψαν και του απάντησαν κοτόπουλο!
Εκείνος σταύρωσε το φαγητό, κάτι είπε και κάθισε στο τραπέζι .Είχε κρασί η κανάτα το σταυρώνει κι αυτό και φεύγει.
Πάει να σερβίρει η αρχόντισσα, και το κοτόπουλο είχε γίνει φακές!
Τότε κατάλαβαν όλοι ποιος ήταν!

Τώρα είναι η σειρά τού τεμπέλη με την πλούσια νύφη. Πηγαίνει και τον βρίσκει ακόμα να είναι ξαπλωμένος στην συκιά! Μίλησε στον τεμπέλη, αλλά με τα νέα ρούχα εκείνος δεν τον γνώρισε! Τον ρωτάει: «Θέλεις ακόμα εκείνο το καλό κορίτσι που ονειρευόσουν για να νοικοκυρευτείς». Ο Μανωλιός ρωτάει απλά αν είναι πλούσια ή όχι. Τού απαντά ο Ψευτοζητάνος, ότι είναι φτωχιά. Συμφωνεί όμως τελικά ο Μανωλιός, και ο Ψευτοζητιάνος τον παίρνει και πάνε στο Κατερινιώ, που πάλι εκείνη τη στιγμή έπλενε στην σκάφη. Το Κατερινιώ πράγματι στην πρώτη επίσκεψη του σαν ζητιάνος, του φέρθηκε ανθρώπινα. Αυτή τη φορά όμως τον είδε διαφορετικό στο ντύσιμο. Μόλις ο Μανωλιός είδε το Κατερινιώ, το συμπάθησε, και αμέσως ξέχασε και πλούτη και ντεμπελιό! Το κορίτσι τους είπε να μπουν μέσα να φάνε τις φακές που πάλι είχε μαγειρέψει. Σηκώνεται ο Ψευτοζιτιάνος και πηγαίνει στην κουζίνα, σταυρώνει την κατσαρόλα, και η φακές έγιναν επιτόπου κοτόπουλο, και το νερό στην κανάτα έγινε κρασί !

Ο Ζητιάνος τελικά ήταν ο ίδιος ο Χριστός. Ο τεμπέλης πήρε προκομμένη γυναίκα και ευτύχισε στη ζωή του! Οι φακές έφυγαν από το φτωχό Κατερινιώ, και πήγαν στην αρχόντισσα και τα κοτόπουλα εκείνης που ήταν αχάριστη, και πήγαν στο Κατερινιώ!

Κείμενο: Γεώργιος Χουστουλάκης

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Cretanmagazine