Connect with us

Life

Το προξενιό

Δημοσιεύτηκε

στις

Το παρακάτω ποίημα μιλά για μια χωριανή μιας κοπελιάς προξενήτρα, που τη στείλανε από άλλο χωριό, για να κάνει ένα προξενιό για λογαριασμό κάποιου αξιόλογου λέει νεαρού από άλλο όμως χωριό


Εκείνη η πονηρή, όταν είδε την νύφη στο σπίτι αυτό πως ήταν δηλαδή όμορφη, τελειόφυτη λυκείου και ικανή, της καλάρεσε!

Έτσι άρχισε μόνη της να αντιβανει το ίδιο το προξενιό της με τροπο, παραφράζοντας τα λόγια που είπε η κοπελιά για τον υποψήφιο γαμπρό!

Αυτή η ίδια πονηρή προξενήτρα, κάποια άλλη μέρα ξαναπήγε στο ίδιο σπίτι, για άλλο προξενιό. Αυτή τη φορά όμως καθαρά πλέον για το γιο της!

Έγινε μια προσπάθεια να αποδοθεί η ιστορία σε μορφή Ερωτόκριτου…

Όντε προβαίρνει η Ανοιξη, κι αρχίζει και βγορίζει,
και κελαιδουνε τα πουλιά, κάτι μ’αναθυμίζει.
Μια κοπελιά το Μαρουλιό, ήτο στα δεκοχτώ ντου
να παντρευτεί θαρρούσανε πως ήταν στο καιρό ντου.
Πλεμένες χάρες είχενε, χίλιες καλοσυνάδες,
κι ως ήτο μπαινοβγαίνασι πολλοί προξενητάδες!
Χώμα ‘πιανε στα χέρια ντου, και το ‘κανε χρυσάφι,
και πρόσεχε τα έκανε, για να μην κάνει λάθη.
Μιας κοπανάς που βράδυαζε, με τον αποσπερίτη,
μια προξενήτρα πρόβαλε κουρφά κουρφά στο σπίτι.
Πιάσαν κεράσανε τηνε, κι ήπιε κιάνα ποτήρι,
και πήγε χώρια μυστικά, και τα ‘πε με τον κύρη.
Νάμι η κόρη ν’ έδωκε στ’αυτιά η των αθρώπω,
και στείλασι το προξενιό να ‘ρθει απ’ άλλο τόπο.
Επέμενε στον κύρη τση πως πρέπει να διαλέξει
μιας κοντοχωριανής το γιο, τον όμορφο Αλέξη!
Που “ναι ετσέ, που ναι αλλιώς, που δεν κατέχει ήντα ΄’χει,
κι ενα σωρό παινεματα, π’ άδικο να τση λάχει!
Παίρνει χαμπαρ η κορασά, με κάποια στεναχώρια,
διο λόγια λε’ του κύρη τση, απ τη γυναίκα χώρια.
-Μικρή ‘μαι αφεντάκι μου, να μπω σε τέθει’ αγώνα,
και από γαμπρούς στα δεκοχτώ, να μπω στο διαλλεγώνα.
Εγώ δε θέλω παντρηγές, δουλειά θελ ‘α κατέχω,
που να μπορώ αργά ταχια, τα που ποθώ να έχω.
Από ντα δα να παντρευτώ, σκλαβώνετ’ η ζωή μου,
βάσανα έγνοιες και καημαοι θα μπούνε στην ψυχή μου.
Θορώ τη αφέντη τη σκλαβια, που ζουν οι παντρεμενοι
θωρώ πως ουλοι ντως πολλά, νοιώθουν αδηκιμενοι.
Θέλω εγώ ελεύθερη να χαίρομαι τον ήλιο,
και δε με κόφτει απο ντα δά, να’ χω κιανένα φίλο.
Θέλω να τρέχω να γελώ, να τραγουδώ να κλαίω,
τα που αισθάνομαι κουρφα, στον ήλιο να τα λέω.
Να βρεχομα να μου κολλά, στη ράχη το νεράκι,
να μου χαιδεύγει τα μαλλιά, τ’απόγιο αεράκι.
Θέλω να μάθω για πολλά, μόνο αυτό με μέλλει,
να σε τιμήσω αφέντη μου, αυτό η ψυχή μου θέλει.
Κι όντο θε να’ ρθει ετοτεσάς και μένα ο καιρός μου,
θα τον διαλέξουμε κι οι διό, μαζι το σύντροφό μου.
Μα η προξενήτρα τόπωνε, σιγά σιγά την κόρη,
το προξενιό σταμάτησε να κάνει με…το ζόρι!
Παραπετρές του γιόκα τση, σα που και που επέτα,
δος του και τον επαίνευε, και τον συχνομελέτα!
Η κόρη πάντως είπενε, οτι δεν το μπαταίρνει,
και ένα γουρούνι στο σακί κι άθωρο δεν το παίρνει.
Κι εκανονίστηκε μαζί, με το γαμπρό να ‘ρθούνε
να πιούνε ούλοι ένα κρασί, να καλογνωριστούνε.
Κι η προξενήτρα έφυγε και στον Αλέξη πήγε,
τα όσα είδε κι άκουσε, στα ψεματα του διήγε.
”Λυπούμαι” λέει του γαμπρού, ”μα μου’πενε η νύφη,
ετσα γουρούνι κι άθωρο, καλλια’ χει να τση λείπει!”
Και ο Αλέξης κόμπιασε, ετσά ντροπή να πάρει,
“γουρούνι” λέει να τον πει, κόρη με τόση χάρη!
Κι ως κάθε νέος συνετός γρηκά ετσά μαντάτο,
παρετησε το προξενιό, τ’ αφήνει και ξεχνά το!
Μα ο κυρης πήγε κι ηβρικε μια μέρα τον Αλέξη,
κι είπεν του πως η κοπελιά, δεν είπε τέθοια λέξη!
Είπε μονάχα να βρεθούν να δουν αν κάνουν ταίρι, γιατί γουρούνι στο σακί, είπε πως δεν το παίρνει!
Όμως με τούτα είχενε, το προξενιό παγώσει, κι ο γαμπρός δεν ήθελε να το αποτελειώσει.
Μα η προξενήτρα βρέθηκε ξανά στο ίδιο σπίτι
για προξενιό το γιόκα τζη λεβεντη συντοπιτη.
Όμως ο κυρης πονηριές στο σπίτι του δεν θέλει
Και εξαπόστελε ντηνε, τη πονηρή εν τέλει!

( Από την ποιητική μου Συλλογή
”ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΠΟΥ ΚΑΛΛΙΕΡΓΩ”)

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Cretanmagazine