Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Το τραγούδι του γενικού αρχηγού Μιχαήλ Κόρακα

Δημοσιεύτηκε

στις

Γραμμένο πριν ένα και πλέον αιώνα στις φυλακές του Ιντζεδίν της Κρήτης και αντιγραμμένο από το τετράδιο του Κωνσταντίνου Ζωγραφάκη, που βρέθηκε ”φιλοξενούμενος” σ’ αυτές τις φυλακές το έτος 1904 δια να εκτίσει ”πενταετήν φυλάκισιν”


Αυτό το Κρητικό δημοτικό τραγούδι, το αντέγραψε πιστά ο Γ. Ι. Ζωγραφάκης και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του ”Κρητικά Τραγούδια, στον έρωτα, στη ζωή, στη Λευτεριά”.

Αηδόνια, μη μιλήσετε, πουλιά, μην κιλαηδείτε,
τον αρχηγό τον Κόρακα να τονε λυπηθείτε.
Στα χίλια οχτακόσια, στα ογδοήντα απάνω,
ο Κόρακας επόθανε, ο χάρος του Σουλτάνο.
Ο Κόρακας επόθανε, το κρητικό το θάρρος,
πάνω στα ογδοήντα δυο τον έπηρε ο χάρος.
Όλη βοά η Μεσαρά και τα βουνά κι η Χώρα
επόθανε ο Κόρακας, δε στένει μπλιο κολόνα.
Τώρα θα βάλω χερικό, πρέπει να σιωπείτε,
ν’ ακούσετε το βίος του και να ‘φχαριστηθείτε.
Στη Πόμπια εγεννήθηκε κι έλαβε την αξία
και τουρκοφάγος ήτονε και θρήσκος στη θρησκεία.
Δέκα οχτώ χρονώ ‘τονε που βγήκε στο ποδάρι
και σκότωσε έναν αγά που ‘τονε παλικάρι.
Και ο αγάς εφόργιενε σαρίκι με τη φούντα
και ο Κόρακας τον σκότωσε με ξύλινη χουρχούδα.
Μ’ απίτις τον εσκότωσε και πήρε τ’ άρματά του
και τα ‘βαλε στη μέση του, να ‘ξερες τη χαρά του.
Όπλα δεν είχα οι Χρισθιανοί μα ‘χανε την αντρεία
‘πανάσταση εσκώσανε για την ελευτερία.
Κι από τη Σ’τεία ως τα Σφακιά ( να πά ; ) εις τη Γραμπούσα
‘φτακόσα όπλα είχανε μα πάντοτε νικούσαν.
Στα ‘κοσιένα εγίνηκε ‘πανάσταση στη Κρήτη
και αρχηγός εγίνηκε κι ‘κανε το τερτίπι.
Μα ‘χε καρδιά λεονταργιού κι ήτο και τιμημένος,
όσους πολέμους έκαμε εβγήκε κερδεμένος.
Επήγαινε και στο Μοργιά μα ‘τονε γυμνασμένος
και όσους πολέμους έκαμε εβγήκε κερδεμένος.
Στ’ Ανάπλι επολέμησε, ψηλά στο Καλαμίδι, (εννοεί Παλαμίδι)
μα σφαίρα δεν τον έπιανε, γιτί ‘χε χαμαϊλι.
Στα εικοσιπέντε αρχίνησε πάλι στην Κρήτη μπάλα
κι ο Κόρακας κατέβηκε και γύριζε καβάλα.
Για να βρεθεί το ταίρι του είναι των αδυνάτω,
εφτά αγάδες σκότωσε στσι Κούρτες αποκάτω.
Μα ‘χε καρδιά και φρόνεση και ‘κανε και τερτίπι
ο γλιτωμός τως των Τουρκώ δεν ήτονε στη Κρήτη.
Και στη Ψαλίδα μια φορά, μαζί με τον Τσακίρη
τρεις Τούρκους εσκοτώσανε μ’ ένα ψαρό μπεγίρι.
Και δεν του φαίνεται πρεπό και δε μπορεί να βλέπει,
τσι σκλάβες που κρατούσανε το σκύλινο μιλέτι.
Και μια ν-ημέρα κίνησε, πριχού το μεσημέρι,
σαράντα σκλάβες έπηρε ‘πό των Τουρκώ το χέρι.
Κι όντε ν-εκίνησε η Τουρκιά γι αυτό το Ξωπατέρα,
οι ποταμοί μποδίζανε και δεν επέρνα πέρα.
Οι ποταμοί μποδίζανε για να τον βοηθήσουν
και πόμεινέ ντως των Τουρκώ για να τον καταλύσουν.
Και μια φορά στα Τρυπητά είπε του Μαλικούτη,
στον πόλεμο να πάμενε, καλή ‘ναι η μέρα τούτη.
Όλοι ετοιμαστήκανε, μαζί με τον Τσακίρη
κι ώστε να πούνε εμπρός παιδιά ήσανε και χαζίρι (ή -ροι).
Σφαγή μεγάλη εκάμανε εκείνη τη ν-ημέρα
και οι Τούρκοι επολπιστήκανε δεν έχουνε (γλιτέρα;)
(διαγραμμένο: ”πως δεν πομένει ένας”, που φαίνεται πιο λογικό τελείωμα του στίχου)
Κι Αντώνης ο Γερώνυμος του Κάστρου παλικάρι,
‘ς’ τσι Τούρκους (εγυρούντησε;) σαν τ’ άγριο γεράκι.
Στον πόλεμο πηγαίνανε μαζί και ο Ρωμάνος
και πολεμούσαν τη Τουρκιά, απού ‘πεμπε ο Σουλτάνος.
Μαζί μ’ αυτούς κι ο Τσικριτσής ήκανε το τερτίπι
και σκότωσαν γιανίτσαρους απού ‘σανε στη Κρήτη.
Περνούνε χρόνοι μερικοί κι έρχονται τα σαράντα (δηλ. 1840)
πολέμους ήκαμε φριχτούς εις του Ξυδά τη μπάντα.
Και τότες ήρθε ο Σκουλάς κι ήσερνε ‘θελοντάδες
νέους και άντρες του Μοριά που ‘ναι (Αρβανιτάδες;).
Πάλι στα πενηντά οχτώ (δηλ. 1858) ‘πανάσταση γυρίζει
κι ο Μαύρος (είναι;) στα Χανιά, τσι Τούρκους φοβερίζει.
Ο Κόρακας, ως τ’ άκουσε, εγύρευε αιτία
(μάλλον λείπει στίχος)
Στον κόσμο εφημίστηκε και στα εξήντα έξε (1866 )
το δίκαιο τω Χριστιανώ, Θέ μου, στον κόσμο πέψε.
Χίλιες φορές εξώμεινε στα χιόνια και στη Νίδα,
τέθοιο γενναίο αρχηγό εγώ ποτέ δεν είδα.
Ο ήλιος είναι χαμηλά, κοντεύει να βραδιάσει,
άθρωπος δε θα γεννηθεί στον κόσμο να του μοιάσει.
Σα ‘θελα βάλει τ’ άρματα, να σύρει τα κουμπούργια
αμοναχός του στην Τουρκιά την έκανε τη γιούργια.
Μα ‘πενε (δηλ.είπε) και του (Ηρακλή;) να κάτσει στη δουλιά του
κι αυτός δεν τ’ αφρουκάστηκε και ‘χασε την αντρειά του.
Στων Ασιτώ στη (τύλιξαν;-Τύλισο;) του Μαστραχά το τέλος,
ο Κόρακας παρά Θεού ήτονε αγαπημένος.
Πέντε χιλιάδες το στρατός (ήτεσε; -ήδεσε;) το κορδόνι
κι ο Μαστραχάς τως είπενε κανένας δε γλιτώνει.
Για μία ετοιμαστήκανε και στρώσαν τ’ άλογά τους
κι όλοι καβαλικέψανε και σέρνουν τ’ άρματά τους.
Μια παταρία παίζουνε και κάνουνμε αρεσάρλο
και το κορδόνι εσπάσανε και κάνουν το άνω -κάτω.
Του Κόρακα σκοτώθηκε τ’ άλογο στη (Ρουμάδα;-φουμάδα;)
κι ο Αδαμάκης αρχηγός του ‘δωκε τη φοράδα.
Αυτός (αετός;) δεν εφοβούτονε γιατί ‘το γυμνασμένος
ο Μαστραχάς λυπούντανε γιατί ‘τον αντρειωμένος.
Ετούτοι απ’ αναφέρνομε όλοι ‘ναι ποθαμένοι
και τ’ όνομά τους θα τιμούν γιατί ‘ναι (αγωνισμένοι;).
Βρίσκουνται κι άλλοι αρχηγοί και ζούνε ως τη ν-ώρα
και κάθουνται όλοι στα χωργιά, μα ‘χει καημούς στη (χώρα).
‘ποφέρανε τά σας ειπά μέσα ‘πο την Ελλάδα.
(μάλλον λείπει στίχος)
Τότε ο Θεός εφώτισε το έθνος της ρουσίας
και του σουλτάνο εκάμανε μεγάλη αδικία.
Κι οι Τούρκοι φοβηθήκανε, μπαίνουν για μια στη Χώρα
και λέει ντως ο Κόρακας, παιδιά εδά ‘ναι η γιώρα.
Τσι καβαλάρους έπηρε, μπαίνει στο Μέσα Κάμπο
και βγάνει την εκδίκηση τω παλαιών αγάδω.
Του Μαυρογένη ο (σκοτωμός;) ‘εφερ’ ανησυχία,
πολλοί εχάσανε ζωή για την ελευτερία.
Τα πράματα που έκαμε ν’ ακούσεις να θαμάσεις,
εις τον καιρό του έκαμε εφτά επαναστάσεις.
Πρώτα ‘κανε τη δέηση κι ύστερα την καβάλα,
Τετάρτη γή Παρασκευή ποτέ του δεν εχάλα.
Όλοι τονε γνωρίζανε τον Κόρακα πατέρα,
γιατί πολέμους έκανε και το ‘βγανε και πέρα.
Σε κάθε επανάσταση, έκανε το τερτίπι
και έφερνε τα προνόμια στη σκλαβωμένη Κρήτη.
Στα χίλια οχτακόσια, πάνω στα ογδοήντα,
πάλι μισεύει ο Κόρακας και πάει στην Αθήνα.
Τρεις χρόνους έκαμε σωστούς, μα μπλιο δε νταγιαντίζει
και την πατρίδα ανεζητά και θέλει να γυρίζει.
Και σαν εξεβαρκάρισε στο Κάστρο το Μεγάλο,
κουράστηκε να χαιρετά τον ένα και τον άλλο.
Οι γιαρχηγοί κι οι ‘πλαρχηγοί, όλοι οι καπετάνιοι
στη μέση τονε βάλανε και πλέξανε στεφάνι.
Ήρθες και καλώς όρισες, των Κρητικώ πατέρας,
χαράς την τύχη των Κρητώ, να ‘ζε κι ο Ξωπατέρας.
Απίτις ήπιε ένα καφέ (κι εύρε;) το φυσικό του,
επήγε στη Μητρόπολη κι ‘καμε το σταυρό του.
Την Κυργιακή ξεβάρκαρε και φεύγει τη Δευτέρα
κι όλοι τον συνοδεύανε ως τη Γιόφυρο από πέρα.
Και στο χωργιό του επέζεψε εις του Χατζή τη σκάλα,
‘κείνοι που τ’ ακολουθούσανε, όλοι ‘σανε καβάλα.
Σα τρεις χιλιάδες Χριστιανοί, όλοι τον συνοδεύαν
(και εδώ πρέπει να λείπει στίχος)
Κι απίς εξεκουράστηκε, ήθελε να πατήσει
στη Γέργερη και στο Ζαρό, να πάει στο Βροντήσι.
Και στο Βρονήσι πάτησε και κάνει τρεις ημέρες
κι Τούρκοι εμανίσανε πως έσυρε σημαίες.
Κι από κειδά σηκώθηκε και πήγε στο χωργιό του
στο δρόμο όπου πήγαινε βλέπει το θάνατό του.
Μα καερέτι έκαμε και νταγιαντά μια ν-ώρα
και πήγε στ’ Αγιιοφάραγγο στην (παλαιά του χώρα;).
Και, σαν εγύρισε, αρρωστεί, κάνει για μια ένα γράμμα
και πήγαν όλοι οι γιαρχηγοί μα πράμα δε του κάμα.
Κι όντε ν-εψυχομάχαινε, τσι Τούρκους επολέμα,
γιουρούσι τως εφώναζε, δε μου παντίδει εμένα.
Λένε (….) οι γιαρχηγοί κι όλοι οι καπετάνιοι,
κουράγιο κάνε αρχηγέ, μα εσπάσαμέ τσι πάλι.
Την ν-ώρα που ξεψύχανε, φωνάζει τα παιδιά του,
πολύ τονε τιμήσανε, τώρα στα γεραθειά του.
Κλάψε τε, Κρήτες, κλάψετε, γιατί ‘τονε αντρειωμένος,
στην Κρήτη και στην ξενιθιά, ήτονε ξακουσμένος.
Ανάσταση του κάμανε, λαμπρά κεροδοσία,
αζωντανός και λείψανο την είχε την αξία.
Είκοσι δύο ιερείς, μαζί με το Δεσπότη,
επήγαν και ‘νταφίασαν την όμορφή του νιότη.
Σαράντα Καστρινοί ‘ρθανε και τα Γερονυμάκια,
Ζαχάρης, Γιώργος, Νικολής, τα πρώτα του τσιράκια.
Εσυναχτήκανε πολλοί, πάνω από μια χιλιάδα
κι ένας ανθυπολοχαγός ήρθε ‘που την Ελλάδα.
Ήρθαν και προσκυνήσανε την παινεμένη βγιόλα,
απόθανε ο Κόρακας, δε στένει μπλιο κολόνα.
Τ’ Αριστοτέλη εγράψανε νε μην τονε λυπάται,
μα ‘στε (ώστε) να στέκουν τα βουνά, τ’ όνομα θα γροικάται.
Όταν επόθανε ήτονε χρονών ογδονταπέντε
τέθοιους γενναίους αρχηγούς, Θε μου στον κόσμο πέμπε.

Μιχαήλ Κόρακας

Ονομαστός οπλαρχηγός της Κρήτης. Γεννήθηκε το 1797 στην Πόμπια της Κρήτης. Ήταν γιος του Νικ. Καρούσου, που μετονομάστηκε σε Κόρακας. Νεαρός πολέμησε τους Τούρκους με τον Ιωάννη Χούλη (Χουλογιάννη) από τον Κουσέ και αργότερα με τον Μιχ. Κουρμούλη. Ήταν εξαιρετικά τολμηρός και είχε μεγάλες στρατιωτικές ικανότητες.Το 1828 πήγε στην Αττική και στην Πελοπόννησο, όπου πήρε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα. Το 1834 επανήλθε στην Κρήτη και πήρε μέρος στις διαδοχικές επαναστάσεις που κρατούσαν την Κρήτη σε συνεχή αναταραχή ( 1841 – 1858 – 1866 -1877 ). Στην επανάσταση του 1866-69 διορίστηκε από την Κρητική Εθνοσυνέλευση Γενικός Αρχηγός όλων των ανατολικών επαρχιών. Άφησε πέντε κόρες και ένα γιο τον Αριστοτέλη, ο οποίος απουσίαζε όταν πέθανε ο Κόρακας. Ο Αριστοτέλης, που γεννίθηκε το 1858, έγινε στρατιωτικός στον Ελληνικό στρατό και έφθασε στο βαθμό του στρατηγού. Ο Μιχάλης Κόρακας πέθανε στην Κρήτη το 1882, σε ηλικία 85 χρόνων.

Σύνταξη κειμένου: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ 

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook