Να ‘χε μη σωσ’ η Μεσσαρά να βγάλει πρασινάδα όντε εστέσαν τω Ρωμιώ οι Τούρκοι τη μπροσκάδα.


Έδ’ άλογα,έδ άρματα κι όμορφοι καβαλάροι
τον ήλιο εθαμπώνανε τ’ άστρα και το φεγγάρι.
Και τα πετούμενα πουλιά που πάνε στον αέρα
κι εκείνα να εκλάψανε μιαν Παρασκήν ημέρα.
Επιάστηκε τ’ ασκέριν του του καπετάν Νικόλα
η Κρήτη όλη θλίβεται, μα χαίρεται η χώρα.
Χαίρετ’ η χώρα, χαίρεται, χαίρετ’ η βουλισμένη
γιατ’ ήσανε Λαμπρόσκολα κι ήτονε στολισμένη.
Στη Μεσσαριά στον Πλάτανο εστέσανεν την προσκάδα
οι Τούρκοι κι εσκοτώσανε το Λέκα με τριάντα.
Κι ο Μαλικούτης σ’ εκκλησιά κλειέται και πολεμούσε
μ’ εννιά λεβέντες λιάπηδες τσι Τούρκους εχτυπούσε.
Σώθηκαν τα φυσέκια τους, ζητούν το Χουσε’ί’νη
κι ο Χουσε’ί’νης ο Ντελής υπόσχεση τους δίνει
πως δε θ’ αφήσει την Τουρκιά για να τόνε χαλάσει
μα πιάνει τον αζωντανό κι η γνώμη του αλλάσσει.
Τσι λιάπηδες εμόλαρε, όμως το Μαλικούτη
στο Κάστρο τον εφέρανε πισθάγκωνα οι Τούρκοι.
Κι όντε τον ανεβάζανε στη σκάλα του Βεζίρη
ο Κόνσολας τον ερωτά ποιός είν’ κι από πού σύρει.
-Εγώ ‘μαι που τον όριζα τση Μεσσαριάς τον τόπο
και των τεσσάρω καστελιώ, χιλίαρχος ανθρώπω.
Μια φορεσά του χάρισε να ντύσει το κορμίν του
και τότε σας λυσσάξανε οι σκύλοι οι εχθροίν του
και μια φρεγάδα έστεκε στου Κάστρου το λιμάνι
κι ο καπετάνιος το ‘κουσε και πάει να τον βγάλει.
Και τότε σας ο Κόνσολας ζητά τον του Βεζίρη
να του τον εζυγιάσουνε, να τον εδώσ’ ασήμι.
-Κόνσολε πώς τον εζητάς να σου τον εχαρίσω
δέκ’ αρτζιχάλια ήρθανε, θένε να τον επνίξω,
που κατεργάρης ήτονε κι έβλεπε στην Καμάρα
κι έκαμε τσι χανούμισσες και βάλανε τα μαύρα.
Ως κι γη Αγριολίδαινα εβγήκε στο παλάτι:
”Να τον ε κατακόψετε το σκύλο στου τζελάτη
μπουκιές να τόνε κάμετε να πάρω έναν κομμάτι”.
Και τότες αποκρίθηκε ως ήτον αντρρειωμένος
κι είπ’ ένα λόγο αντρίστικο ως ήτο μαθημένος:
”Μα ‘μένα κι αν με κόψετε γουλιές γουλιές στην τάβλα
τα μπα’ι’ράκια δε χαλούν μόνο θα ρθούνε κι άλλα.
Μα ‘μέ κι αν με σκοτώσετε δε σάζουν τα καστέλια
κι αφήνω να μ’ εκδικηθούν τση Κρήτης τα κοπέλια”.

[Ερμηνευτικά: Κόνσολας = Πρόξενος.
αρτζιχάλι = αίτηση, αναφορά.
τζελάτης = δήμιος.

Βιογραφικό του Καπετάν Μαλικούτη.
—————————-
Ο Καπετάν Μαλικούτης γεννήθηκε στα Βορίζια το 1782.
Το όνομα ”Μαλικούτης” ήταν προσονύμιο.
Του επεδόθηκε επειδή ήταν αψίθυμος και δημιουργούσε φασαρίες.
Το όνομα προέρχεται από το: ”μάλε χουλέ” που σημαίνει μεγάλη φασαρία, αναστάτωση, μεγάλος θόρυβος.
Το πραγματικό του όνομα σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες των Βορζανών του περασμένου και προπερασμένου αιώνα ήταν: Νικόλαος Ζαχαριουδάκης. Προεπαναστατικά, υπήρξε ένας από τους ξακουστούς χαΐνηδες της Μεσσαράς.
Με την έναρξη της επανάστασης του 1821, τάχθηκε αμέσως κάτω από τις διαταγές του τότε γενικού επαναστατικού αρχηγού της Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης, καπετάν Μιχάλη Κουρμούλη, από τον Κουσέ.
Έλαβε μέρος σε πάρα πολλές μάχες στα διάφορα μέρη της Κρήτης, όπου διακρίθηκε για την απαράμιλλη ανδρεία του κι έγινε παράδειγμα για τους νεότερους συναγωνιστές του, τον Κόρακα, τον Μαστραχά, τον Κατεχάκη, το Ρωμανό και τόσους άλλους.
Μετά την προσωρινή κατάπνιξη της επανάστασης της Κρήτης από τους Τουρκοαιγύπτιους κατά το 1824, ο Μαλικούτης ήρθε στην άλλη Ελλάδα και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, κάτω από τις διαταγές του Δημήτρη Κουρμούλη και του Καλλέργη.
Πολέμησε και στη φονική μάχη του Φαλήρου τον Απρίλη του 1827, απ’ όπου σώθηκε ως εκ θαύματος.
Στη συνέχεια κατέβηκε στην Κρήτη και συνέχισε το σκληρό αγώνα κατά των Τούρκων κατακτητών.
Στις 10-8-1828 σκότωσε σ’ ενέδρα στα Καπαριανά Μοιρών, τον περιβόητο, αιμοβόρο, αρχιγενίτσαρο και τύραννο της Μεσσαράς, Ιμπραχήμ Αγριολίδη, από τον Άγιο Ιωάννη της Φαιστού.ο οποίος ήταν αρχηγός των Τούρκων της ανατολικής Κρήτης.
Οι Μεσσαρίτες αγωνιστές τον ανακήρυξαν γενικό επαναστατικό αρχηγό της Μεσσαράς, σαν μεγαλύτερος στην ηλικία που ήταν, αλλά και λόγω της ένδοξης ιστορίας του.
Στις 10-4-1830, ο Ν. Μαλικούτης έπεσε σε ενέδρα 500 Τούρκων ιππέων υπό την αρχηγία του Ντελή Χουσε’ί’ν στη Μεσσαρά.
Κλείστηκε μαζί με εννέα εθελοντές από την άλλη Ελλάδα στο ξωκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην τοποθεσία Τρυπιτά, από όπου απέκρουαν τις επιθέσεις των Τούρκων.
Μετά όμως το τελείωμα των πυρομαχικών παραδώθησαν, λόγω των υποσχέσεων του Ντελή Χουσεϊν ότι δεν θα πάθαιναν τίποτα.
Ο Ντελή Χουσεϊν αθετώντας τις υποσχέσεις και τους όρκους του, δένει αμέσως πισθάγκονα τον Μαλικούτη και τους εθελοντές και με μύριους εξευτελισμούς και κακοποιήσεις τους φέρνει στο Ηράκλειο.
Τους εθελοντές, λέγεται ότι τους απελευθέρωσαν οι Τούρκοι, επειδή ήταν Έλληνες υπήκοοι.
Τον Μαλικούτη όμως τον υποβάλλουν σ’ ένα πολύ φρικτό μαρτύριο ανάλογο του Δασκαλογιάννη.
Ως και η Αγριολίδαινα ούρλιαζε και ζητούσε να τον σφάξουν και να τον κρεμάσουν στο πλάτανο της πλατείας των Λιονταριών.
Καθώς αναφέρει η παράδοση, ο Σουλεϊμάν Πασάς του Ηρακλείου έδωσε το όπλο στην Αγριολίδαινα και εκτέλεσε τον Μαλικούτη, σαν εκδίκηση της εξόντωσης του άνδρα της, τον Ιμπραχίμ Αγριολίδη.
Πεθαίνοντας, σε ηλικία 48 ετών, άφησε ένα μικρό γιο, το Μανούσο, ο οποίος ανατράφηκε στο Ναύπλιο και αργότερα, συνεχίζοντας το ηρωικό παράδειγμα του πατέρα του πολέμησε γενναία στη μεγάλη επανάσταση του 1866, κάτω από τις διαταγές του τότε αρχηγού και πατρικού του φίλου, Καπετάν Μιχάλη Κόρακα.
Απόγονος του Καπετάν Μαλικούτη είναι ο γράφων.
Ας είναι ιερό το χώμα που τον σκεπάζει.

Από το αρχείο του ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ