Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Βασίλης Λυμπέρης: Ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα το 1972

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γνωριμία και ο γάμος του με τη Βασιλική Μάρκου – Τα προβλήματα, ο χωρισμός και η απόφαση του Λυμπέρη να κάψει το σπίτι του – Οι τρεις συνεργοί του – Πώς έγινε το φρικιαστικό έγκλημα – Το σκηνικό της τραγωδίας, η σύλληψη του Λυμπέρη και των συνεργών του – Το δικαστήριο, η απόφαση και η εκτέλεση του Λυμπέρη


Τον τελευταίο καιρό είναι πολλά και διαδοχικά τα εγκλήματα που έχουν συγκλονίσει την κοινή γνώμη και έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Η φρικτή δολοφονία της άτυχης Ελένης στη Ρόδο πέρα από όλα τα άλλα, έχει προκαλέσει στα τηλεοπτικά παράθυρα, τα σάιτ και τα σόσιαλ μίντια μεγάλες συζητήσεις. Ανάμεσα σε όλα όσα γράφονται ή ακούγονται ,δεσπόζουσα θέση κατέχει η συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής στη χώρα μας για ειδεχθή εγκλήματα.

Τυπικά η θανατική ποινή καταργήθηκε το 1993 από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, ουσιαστικά όμως έπαψε να ισχύει από το 1972, οπότε και εκτελέστηκε ο τελευταίος θανατοποινίτης στην Ελλάδα, ο Βασίλειος Λυμπέρης. Για την υπόθεση αυτή έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Θα παραθέσουμε όμως και στο άρθρο μας αυτό, στοιχεία που δεν υπάρχουν αλλού, καθώς την υπόθεση Λυμπέρη περιγράφει ανάμεσα σε δεκάδες άλλες, ο “πατριάρχης του αστυνομικού ρεπορτάζ” στη χώρα μας Πάνος Σόμπολος στο βιβλίο του “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου”.

 

Ο μοιραίος γάμος

Στις αρχές Μαΐου 1967 ο Γιώργος Λυμπέρης, πατέρας του Βασίλη Λυμπέρη, νοσηλευόταν μετά από έμφραγμα που είχε υποστεί στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών. Στο ίδιο νοσοκομείο και στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν και ο Π. Μάρκου. Κατά τις επισκέψεις στον πατέρα της η Βασιλική Μάρκου, γνώρισε τον ηλεκτρολόγο Β.Λυμπέρη και τον ερωτεύτηκε. Στις 19 Αυγούστου 1967 οι δύο νέοι αρραβωνιάστηκαν. Ο Λυμπέρης ήταν τότε 22 ετών και η Βασιλική 19. Στις 17 Δεκεμβρίου 1967 έγινε ο γάμος τους. Οι δύο νέοι εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της Βασιλικής στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου ,στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Σύντομα όμως άρχισαν τα προβλήματα. Έντονοι διαπληκτισμοί, συνεχείς φιλονικίες και καβγάδες. Ο Λυμπέρης αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει από σύζυγό του να χωρίσουν πριν αποκτήσουν παιδιά, αυτή όμως δεν δεχόταν γιατί τον αγαπούσε πολύ και πίστευε ότι η κατάσταση σταδιακά θα βελτιωνόταν.

Στις 26 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε το πρώτο παιδί του ζευγαριού η Παναγιώτα, ένα πανέμορφο κοριτσάκι, ενώ αργότερα γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους ο Γιώργος.

Ενώ η Βασιλική ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους οι τσακωμοί στο οικογενειακό περιβάλλον εντάθηκαν, κυρίως ανάμεσα στον Λυμπέρη και την πεθερά του. Έτσι εκείνος αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να εγκατασταθεί σε σπίτι στην πλατεία Βάθη στην οδό Σωνιέρου 15, όπου πλέον ζούσε μόνος του. Συγγενείς και φίλοι της οικογένειας κατηγορούσαν τον Λυμπέρη ότι μεταχειριζόταν άσχημα τη Βασιλική, μεθούσε και σπαταλούσε πολλά χρήματα σε κέντρα διασκέδασης συχνά με συντροφιά γυναικών, ενώ είχε πουλήσει κι ένα προικώο οικόπεδο. Τα χρήματα που εισέπραξε από την πώληση τα ξόδεψε σε ασωτίες και διασκεδάσεις.

Κάποιοι έλεγαν ότι δεν πρόσεχε καθόλου την οικογένειά του και ότι έπαιρνε χρήματα από την πεθερά του τα οποία δεν τα επέστρεφε ποτέ. Η σύζυγός του, Βασιλική ωστόσο ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ο Λυμπέρης υποστήριζε ότι η Βασιλική δεν ήταν καλή νοικοκυρά, ότι δεν ταίριαζαν καθόλου και ότι δεν άξιζε να είναι γυναίκα του.

 

Το σατανικό σχέδιο

Τα Χριστούγεννα του 1971, στην οδό Σωνιέρου, ο Λυμπέρης γνωρίστηκε με τρεις νεαρούς που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Τον 20χρονο Αθανάσιο Σταμάτη, τον 25χρονο Θεόδωρο Καπρέτσο και τον 18χρονο Παύλο Αγγελόπουλο. Ένα βράδυ, εμφανώς πιωμένος, ο Λυμπέρης τους είπε ότι κάποιος φίλος του είχε κάψει το σπίτι και την οικογένειά του και δεν είχε συλληφθεί και ότι θα έκανε και αυτός το ίδιο. Ο Αγγελόπουλος του είπε ότι δεν έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο και να λύσει “ειρηνικά” τις διαφορές του με τη σύζυγο και την πεθερά του. Ο Λυμπέρης ήταν όμως αποφασισμένος. Είχε εγκαταλείψει τη δουλειά του (ήταν ηλεκτρολόγος) και τον απασχολούσε μόνο το πώς θα πραγματοποιήσει το εγκληματικό του σχέδιο. Λέγοντας στους υπόλοιπους ότι η πεθερά και η γυναίκα του είχαν μεγάλη περιουσία, έπεσε αρχικά τον Αγγελόπουλο, υποσχόμενος ότι θα του αγοράσει αυτοκίνητο και θα του δώσει χρήματα, αν τον βοηθήσει, ενώ το ίδιο έγινε στη συνέχεια με τον Καπρέτσο και τον Σταμάτη.

 

Το φρικτό έγκλημα

Ο Λυμπέρης έπεισε τον Αγγελόπουλο να βάλουν φωτιά στο σπίτι όπου έμενε η οικογένεια του ενώ θα έλειπαν όλοι απ’ αυτό.

Ένα βράδυ, ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο πήγαν στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου με ένα μπιτόνι βενζίνη. Τελικά δεν πραγματοποίησαν το σχέδιό τους είτε γιατί η βενζίνη ήταν λίγη είτε γιατί μέσα στο σπίτι βρίσκονταν και τα παιδιά.

Ωστόσο μερικές μέρες αργότερα έγινε τελικά το φρικτό έγκλημα. Στις 2.10 τη νύχτα της 5ης Ιανουαρίου 1972 ο Λυμπέρης, ο Αγγελόπουλος και ο Καπρέτσος μπήκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου και ξεκίνησαν αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν όσα είχαν σχεδιάσει. Ο Λυμπέρης, ο οποίος είχε απειλήσει τους άλλους δύο ότι θα τους σκοτώσει αν μιλήσουν στην αστυνομία, αγόρασε από ένα πρατήριο υγρών καυσίμων στη Λεωφόρο Κηφισίας μεγάλη ποσότητα βενζίνης.

Φτάνοντας στο σπίτι άφησαν τον Καπρέτσο σαν τσιλιαδόρο να τους “σφυρίξει” αν έβλεπε ή άκουγε κάτι ύποπτο. Ο Αγγελόπουλος με δύο μπιτόνια βενζίνης προχώρησε προς την είσοδο. Ακολούθησε ο Λυμπέρης που κρατούσε το τρίτο μπιτόνι. Άνοιξε την πόρτα και άφησε το κλειδί πάνω στην κλειδαριά. Ο Αγγελόπουλος ξαφνικά μετάνιωσε, ο Λυμπέρης όμως τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και έτσι συνέχισε τη δράση του. Με ένα μπιτόνι βενζίνη στα χέρια ο καθένας (το τρίτο το είχαν αφήσει στην είσοδο) μπήκαν στο σπίτι. Ο Αγγελόπουλος πήγε στο δωμάτιο που κοιμόταν η πεθερά του Λυμπέρη, ενώ δίπλα της σε μία κούνια κοιμόταν το αγοράκι. Ο Λυμπέρης πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γυναίκα του με την μικρή κόρη τους. Πρώτος ο Αγγελόπουλος άδειασε τη βενζίνη στο δωμάτιο της πεθεράς του Λυμπέρη. Άναψε ένα σπίρτο, το οποίο έσπασε. Στη συνέχεια, άναψε και δεύτερο. Το ίδιο έκανε και ο Λυμπέρης στο άλλο δωμάτιο.

Ακολούθησαν κόλαση φωτιάς, εκρήξεις και κραυγές απόγνωσης από τις δύο γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Παντού φλόγες και καπνοί. Η Βασιλική πετάχτηκε από το κρεβάτι της και προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και την Πυροσβεστική, όμως ο Λυμπέρης με μίσος και μανία την έπιασε από τα μαλλιά και την έριξε στις φλόγες, ενώ παράλληλα καθώς ήταν πεσμένη κάτω, την πατούσε στο στήθος με το πόδι για να μην γλιτώσει, λέγοντας της “τώρα θα τα πληρώσεις όλα…”.

Ο Αγγελόπουλος ακούγοντας τις κραυγές των γυναικών και των παιδιών, λύγισε. Πήρε το τρίτο μπιτόνι με τη βενζίνη και προσπάθησε να το αδειάσει πάνω στον Λυμπέρη για να τον κάψει. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι το έκανε αυτό επειδή ο Λυμπέρης τους είπε ψέματα πως τα παιδιά δεν ήταν στο σπίτι. Τελικά ο Λυμπέρης κρύφτηκε πίσω από μία πόρτα και γλίτωσε. Αμέσως μετά, Λυμπέρης, Αγγελόπουλος και Καπρέτσος επέστρεψαν στην Πλατεία Βάθη.

Ο Λυμπέρης που είπε στους άλλους δύο “ό,τι έγινε έγινε, μη μιλήσει κανείς”, είχε εγκαύματα στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα ρούχα των δύο δραστών είχαν καεί σε αρκετά σημεία. Αφού άλλαξαν, έδωσαν τα καμένα ρούχα στον Σταμάτη ο οποίος τα πέταξε σε ένα κάδο απορριμμάτων.

Η αποκάλυψη του εγκλήματος

Στις 5 το πρωί, ο Αντώνης Στρογγυλούδης, σύζυγος της αδελφής της Βασιλικής, Ευαγγελίας, περνώντας από το σπίτι της πεθεράς του με το αυτοκίνητό του για να πάει στη δουλειά, είδε να βγαίνουν από μέσα καπνοί. Έτρεξε και κατάφερε να μπει στο σπίτι. Πίσω από την πόρτα ήταν πεσμένη και βογκούσε η κουνιάδα του η Βασιλική. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν ο Γιωργάκης που σημειωτέον την επόμενη μέρα θα γιόρταζε τα γενέθλιά του. Η Παναγιώτα βρισκόταν στο δωμάτιο όπου κοιμόταν με τη γιαγιά της η οποία βρέθηκε στο μπάνιο. Σε λίγο έφτασε η αδελφή της Βασιλικής, Ευαγγελία που όπως είπε ένιωσε ανατριχίλα καθώς το θέαμα ήταν φρικτό. Η Βασιλική ήταν μισοπεθαμένη, με καθολικά εγκαύματα. Την μετέφεραν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Δεν άντεξε. Το βράδυ ξεψύχησε, πρόλαβε όμως στο νοσοκομείο να πει λίγα λόγια στη θεία της Αθήνα Μάρκου που ήταν μοναχή και έφερε το όνομα Φιλοθέη και στους γιατρούς. Τους αποκάλυψε ότι δράστης του στυγερού εγκλήματος ήταν ο σύζυγός της. Στο γιατρό Νίκο Σγούρδα είπε ότι γνώριζε και για την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της με κάποια Μαρία, 18 ετών τότε, και πρόσθεσε ότι ίσως ο Λυμπέρης έκανε το έγκλημα γιατί στις 18 Ιανουαρίου θα γινόταν η δίκη για τη διατροφή που έπρεπε να πληρώσει. Εντυπωσιακό είναι ότι η Βασιλική είπε στο γιατρό “Μην του κάνετε κακό, μην του κάνετε κακό…”. Δυστυχώς, λίγες ώρες αργότερα, υπέκυψε.

Ο προϊστάμενος τότε της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Σωκράτης Καψάσκης, είπε: “Πρόκειται για το ανατριχιαστικότερο έγκλημα που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Απαισιότερο έγκλημα δεν έχω ιδεί στα 30 χρόνια της σταδιοδρομίας μου ως ιατροδικαστού”.

Οι δύο γυναίκες είχαν εγκαύματα στο 95% του σώματός τους. Μάλιστα η Βασιλική είχε τυφλωθεί, ενώ τα δύο παιδάκια είχαν εγκαύματα στο 75% του σώματός τους. Την Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 1972, έγινε η κηδεία των τεσσάρων θυμάτων του Λυμπέρη και των συνεργών του.

Η αποκάλυψη των δολοφόνων

Ο Λυμπέρης είχε συμβουλεύσει τους συνεργούς του να πουν ότι μέχρι τα μεσάνυχτα έπαιζαν χαρτιά και έπειτα κοιμήθηκαν για να πάνε το πρωί στις δουλειές τους. Για τα εγκαύματά του ο ίδιος θα ισχυριζόταν ότι πήρε φωτιά το καμινέτο ενώ έφτιαχνε καφέ και κάηκε. Μάλιστα στον πατέρα του που του τηλεφώνησε να μάθει τι έγινε, έκανε τον ανήξερο. Βέβαιος ότι και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του ήταν νεκρά, ξεκίνησε και πήγε στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου. Πολύς κόσμος ήταν μαζεμένος. Όλοι πίστευαν ότι το σπίτι πήρε φωτιά από τη σόμπα ή κάποιο άλλο τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης φαινόταν θλιμμένος και συγκλονισμένος από το κακό που τον βρήκε. Εκείνη τη μέρα κυκλοφόρησαν έκτακτες εκδόσεις για το περιστατικό το οποίο απέδιδαν σε τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης όταν διάβασε τα όσα γράφονταν ήταν πλέον σίγουρος ότι έχει διαπράξει το τέλειο έγκλημα. Σύντομα όμως, η μοναχή Φιλοθέη τηλεφώνησε στον συνταγματάρχη της χωροφυλακής Μαυροειδή, τον ενημέρωσε για τις αποκαλύψεις της ανιψιάς της.

Ο Λυμπέρης οδηγήθηκε στο Τμήμα Χαλανδρίου και ανακρίθηκε. Αρχικά είπε όλα όσα είχε προετοιμάσει από πριν. Σύντομα κλήθηκαν για κατάθεση και οι Αγγελόπουλος-Καπρέτσος. Ο Λυμπέρης αν και δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τα εκτεταμένα εγκαύματα, εξακολουθούσε να παριστάνει τον αθώο. Όταν όμως έφτασε στο τμήμα η μοναχή Φιλοθέη που αποκάλυψε ό,τι της είχε πει η Βασιλική, ο Λυμπέρης που νόμιζε ότι η σύζυγός του ήταν νεκρή, λύγισε και ομολόγησε. Το ίδιο έκαναν μετά και οι δύο συνεργοί του. Την επόμενη ημέρα έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος. 1.500 άτομα είχαν συγκεντρωθεί, τα οποία έβριζαν και καταριόνταν τους φονιάδες, ενώ ζητούσαν να τους εκτελέσουν. Η υπόθεση για πολλές μέρες απασχόλησε την κοινή γνώμη, ενώ το γεγονός μεταδόθηκε και στο εξωτερικό από τα διεθνή πρακτορεία.

Η δίκη

Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 5 Μαΐου 1972, ημέρα Παρασκευή. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Κ. Ποταμιάνος και εισαγγελέας ο Γ. Δημητριάδης. Ο Λυμπέρης στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι αιτία για τα προβλήματα στον γάμο του ήταν η πεθερά του. Πίστευε ότι αν έκαιγε το σπίτι η γυναίκα του και τα παιδιά του θα ερχόταν να μείνουν μαζί του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι γνώριζε πως η Βασιλική και τα δύο μικρά βρίσκονταν εκείνο το βράδυ στο σπίτι και πως ζήτησε και μόνος του από τον ανακριτή να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου αν οι Αρχές πίστευαν ότι είχε σκοπό να κάψει τέσσερις ανθρώπους. Οι άλλοι τέσσερις κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν την τους και δήλωσαν μετανιωμένοι. Το μεσημέρι της Κυριακής 7 Μαΐου 1972, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του. Ο Λυμπέρης και ο Αγγελόπουλος καταδικάστηκαν 4 φορές σε θάνατο, ο Καπρέτσος σε ισόβια κάθειρξη και ο Σταμάτης σε φυλάκιση τριών ετών. Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα στο άκουσμα των ποινών. Ο Λυμπέρης μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου κρατήθηκε σε ειδικό χώρο και όχι σε κελί, από φόβο μήπως οι άλλοι κρατούμενοι τον κακοποιήσουν ή τον σκοτώσουν.

 

Η τελευταία εκτέλεση

Αργότερα, μεταφέρθηκε στις φυλακές Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η αίτησή του για απονομή χάριτος απορρίφθηκε και έτσι βρέθηκε απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Στις 5.50 το πρωί της Παρασκευής 25 Αυγούστου 1972, μεταφέρθηκε στην ορεινή θέση “Δύο Αοράκια” στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), κοινώνησε από δύο ιερείς, τους Κωνσταντίνο Ασπετάκη και Μανώλη Ανδριανάκη. Ο Εισαγγελέας Α. Νικολόπουλος τον ρώτησε αν είχε κάποια επιθυμία ή αν ήθελε να πει κάτι. Εκείνος όμως σκυμμένος όλη την ώρα απάντησε αρνητικά. Ο Λυμπέρης εκτελέστηκε από 12μελές απόσπασμα. Μόνο τα 6 από τα 12 όπλα περιείχαν πυρά για να μην γνωρίζει κάθε στρατιώτης αν από δική του σφαίρα σκοτώθηκε ο καταδικασμένος σε θάνατο. Ο Λυμπέρης τάφηκε στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου.

Ο Αγγελόπουλος δεν εκτελέστηκε καθώς δεν είχε συμπληρώσει τα 18 του χρόνια. Αργότερα έγινε αναστολή της εκτέλεσης και το 1975 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, του απονεμήθηκε χάρη και μετά από 20 χρόνια στη φυλακή αφέθηκε ελεύθερος.

 

Οι σατανάδες της νύχτας

Η υπόθεση Λυμπέρη μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1972 (πραγματικά εντυπωσιακά γρήγορα) έγινε η πρώτη προβολή της ταινίας “Σατανάδες της Νύχτας” που ήταν βασισμένη στα γεγονότα που αναφέραμε. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Μάριος Ρετσίλας και σεναριογράφος ο Βασίλης Μανουσάκης. Τον Βασίλη Λυμπέρη ενσάρκωσε ο έξοχος ηθοποιός Γιάννης Κατράνης. Πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Άρης Μιχόπουλος, Μάκης Γιαννόπουλος Χρήστος Καλαβρούζος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Κική Γρηγορίου, Μαρία Συνοδινού, Μάνος Βενιέρης και άλλοι. Η ταινία έκοψε 56.650 εισιτήρια (33η ανάμεσα σε 66 ταινίες της σεζόν 1972-73, με πρώτη τη “Μαρία της Σιωπής”, με 202. 403 εισιτήρια).

(Α. Ρουβάς – Χ. Σταθακόπουλος, “Ελληνικός Κινηματογράφος” και Στάθης Βαλούκος, “Φιλμογραφία Ελληνικού Κινηματογράφου”)

Αυτή ήταν και η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στη χώρα μας. Όσες φορές στη συνέχεια επιβλήθηκε η θανατική ποινή στη χώρα μας δεν εκτελέστηκε. Η οριστική κατάργηση της θανατικής ποινής έγινε από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1993.

Πηγή: Πάνος Σόμπολος, “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου, όπως τους έζησα”, εκδόσεις Πατάκη 2017.

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

photo

Καθαρή Δευτέρα στην Ελεύθερνα Ρεθύμνου το 1961

Δημοσιεύτηκε

στις


Μια σπάνια φωτογραφία την Καθαρή Δευτέρα στην πλατεία της Ελευθερνας το 1961. Η φωτογραφία είναι από το καφενείο “Τρεις Καμάρες” στην Ελεύθερνα.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο ματωμένος Μάρτιος των γυναικών

Δημοσιεύτηκε

στις

Δεν είναι η γιορτή της γυναίκας ημέρα για λουδουδάκια, σοκολατάκια και συνάξεις γυναικοπαρεών για καλοπέραση. Είναι μια εργατική πρωτομαγιά που προηγήθηκε της γνωστής, διότι αν και οι γυναίκες ανήκαν στο ανθρώπινο είδος, επί αιώνες εργαζόταν πολλές φορές διπλάσια από ό,τι το “ισχυρό φύλο”


Τα δικαιώματά τους ως ανθρώπινο είδος τα κατέκτησαν μετά από πολλά εργατικά “ατυχήματα”, πολύ ξύλο και απίστευτη διαπόμπευση τόσο από την κοινωνία των ανδρών όσο και από το οικείο τους περιβάλλον. Ενώ τα πρώτα συνδικάτα στο Σικάγο εξεγέρθηκαν υπέρ των εργατικών δικαιωμάτων τους το Μάιο 1886, η πρώτη διαμαρτυρία εργατριών για τις άθλιες συνθήκες εργασίας τους στα κλωστοϋφαντουργεία της Αμερικής έγιναν 10 χρόνια νωρίτερα, το Μάρτιο του 1857.

Πριν λοιπόν, αρχίσουν τα “χρόνια πολλά” και οι ηλεκτρονικές καρδούλες να στέλνονται σε γυναίκες που ούτε καν γνωρίζουν τι αντιπροσωπεύει η 8η Μαρτίου, καλό θα είναι να διαβάσουν σελίδες ιστορίας του γυναικείου κινήματος.

Μία από αυτές είναι η ακόλουθη που δεν είναι ροζ αλλά κατακόκκινη όπως και το αίμα που έχυσαν για ένα κομμάτι ψωμί οι προγιαγιάδες όλων των γυναικών του κόσμου για να μην διανοηθεί κανείς ότι τις εγγόνες τους θα τις μεταχειρίζονται μόνο ως άξιες για ένα μπουκέτο λουλούδια σαν να είναι πραγματικά οι ασθενείς του ανθρώπινου είδους.

Μόνο όταν το ανθρώπινο μάτι βλέπει την φρίκη τότε αρχίζει η συνείδηση να αναζητά το δίκαιο. Η φρίκη που αντίκρισαν οι Νεοϋορκέζοι πριν ακριβώς 100 χρόνια ήταν η αιτία να αλλάξουν ριζικά στην Αμερική οι συνθήκες εργασίας αλλά και να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων.

Η πυρκαγιά στο εργοστάσιο γυναικείων πουκαμίσων της «Triangle Shirtwaist» είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους 131 εργάτριες και 17 εργάτες με τραγικό τρόπο. Οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου, Max Blanck και Isaak Harris, είχαν στήσει στο πολυόροφο κτίριο του Asch Building ένα σύγχρονο χώρο εκμετάλλευσης δούλων οι οποίοι ήταν όλοι τους μετανάστες στην χώρα της «επαγγελίας».

Στο εργοστάσιο δούλευαν 500 εργάτες ανάμεσα στους οποίους παιδιά που για ένα πενιχρό μεροκάματο έμπαιναν από την πόρτα το ξημέρωμα και έβγαιναν το βράδυ. Οι εργοστασιάρχες για να μην έχουν την έννοια ότι μπορεί κάποιος από τους εργάτες να κλέψει εμπόρευμα, αμπάρωναν τις πόρτες των ορόφων όταν οι μηχανές δούλευαν.

Το χρονικό

Το απόγευμα του Σαββάτου της 25ης Μαρτίου του 1911 ξεσπάει φωτιά στον όγδοο όροφο του εργοστασίου και εργάτες αρχίζουν να φωνάζουν στους συναδέλφους τους να εγκαταλείψουν το κτίριο. Όσοι βρισκόταν όμως στον ένατο και δέκατο όροφο ήταν κλειδωμένοι και ο επιστάτης που είχε τα κλειδιά είχε ήδη εγκαταλείψει το κτίριο.

Κάποιες από τις εργάτριες κατάφεραν να προλάβουν να φύγουν από τους φλεγόμενους ορόφους από το ασανσέρ που μετέφερε μόνο εμπορεύματα και κάποιες από την σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτιρίου, αλλά η φωτιά πήρε τέτοιες διαστάσεις που και κι αυτές οι έξοδοι διαφυγής έκλεισαν για όσους απέμειναν πίσω.

Οι εργοστασιάρχες που εκείνη την μέρα ήταν με τα παιδιά τους στο εργοστάσιο ήταν οι πρώτοι που έφυγαν και στεκόταν έξω από το κτίριο παρακολουθώντας την φρίκη που οι ίδιοι προκάλεσαν.

Μέσα σε λίγα λεπτά οι Νεοϋορκέζοι μαζεύτηκαν για να δουν το πανδαιμόνιο που επικρατούσε αλλά και να αλλάξει την ήσυχη ζωή τους για πάντα. Στα παράθυρα των τελευταίων ορόφων οι εργάτριες στέκονταν όρθιες και κρατώντας η μία το χέρι της άλλης βουτούσαν στο κενό για να μην καούν ζωντανές.

Οι πρώτοι που έπεσαν στο κενό ήταν ένας νεαρός άνδρας και ένα κορίτσι που αφού φιλήθηκαν έκαναν μαζί το τελευταίο μοιραίο βήμα. Η λεωφόρος των καφέ, των καταστημάτων και των εστιατορίων μέσα σε λίγα λεπτά έγινε μία αρένα νεκρών και η φρίκη δεν σταματούσε εκεί. Κάποιες από τις εργάτριες παρά την μοιραία πτώση κείτονταν ζωντανές, ακόμα και για 2 ώρες, αφήνοντας τα ουρλιαχτά τους να σημαδέψουν για πάντα την μέχρι τότε ήσυχη ζωής των πολιτών της Νέας Υόρκης.

Η δικαιοσύνη δεν ήρθε ποτέ

Οι μετανάστριες εργάτριες και εργάτες δεν ήταν πια κάτι, αλλά ήταν άνθρωποι που πέθαιναν μπροστά τους για ένα μεροκάματο επιβίωσης. Από τους 148 μετανάστες εργάτες της πυρκαγιάς του «Triangle Shirtwaist Factory», οι έξι αναγνωρίστηκαν τον Φεβρουάριο του 2011.

Για εκατό χρόνια ήταν θαμμένοι το ένα δίπλα στο άλλο χωρίς ταυτότητα και χωρίς δικαίωμα θρήνου συγγενών. Μόνο ένα θύμα ήταν 48 χρόνων, τα υπόλοιπα ήταν από 14 μέχρι 25 χρόνων.

Η δίκη των ιδιοκτητών ξεκίνησε 9 μήνες αργότερα και με δικηγόρο τον Max Steuer, εύπορο γιο μεταναστών από την Αυστρία, κατάφεραν να αθωωθούν υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζαν για το κλείδωμα των εξόδων φυγής ενώ πήραν από την ασφαλιστική εταιρεία 60,000 δολάρια για ζημίες.

Το 1913 ο Max Blanck, ο ένας εκ των συνεταίρων δολοφόνων, που συνέχιζε να είναι εργοστασιάρχης συνελήφθη για κλείδωμα πάλι των εργατών του νέου εργοστασίου του και το πρόστιμο που κλήθηκε να πληρώσει ήταν 20 δολάρια.

Μπορεί η δικαιοσύνη να πούλησε και μεταθανάτια τα θύματα αυτού του μεγάλου εργατικού δυστυχήματος αλλά ο λαός έκανε λάβαρο το θάνατό τους και μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στην Νέα Υόρκη.

Τον Οκτώβριο του 1911 ιδρύθηκε και η Αμερικανική Ένωση Ασφάλειας Μηχανικών η οποία είχε ως μέλημα την επιθεώρηση στους χώρους εργασίας της ασφάλειας του ανθρώπινου δυναμικού.

Ανάμεσα στους μάρτυρες θεατές εκείνου του ματωμένου Σαββάτου ήταν και ένα πρόσωπο το οποίο στιγματίστηκε τόσο από την εικόνα απόγνωσης του θανάτου των εργατών που άλλαξε, όταν ήρθε η ώρα, όλη την εργατική νομοθεσία της Αμερικής. Η Φράνσις Πέρκινς, η πρώτη γυναίκα Γραμματέας Εργασίας των ΗΠΑ. Μία γυναίκα που δεν ξέχασε τις γυναίκες που η ανάγκη της εργασίας τις έκανε μάρτυρες δουλείας εις το όνομα του κέρδους.

Πηγή: www.stontoixo.com

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Το σαμποτάζ στα μεταλλεία της Κατερίνης και τα αντίποινα των ναζί

Δημοσιεύτηκε

στις

Τεράστια σημασία είχαν για την πολεμική μηχανή των ναζιστών, είχαν τα μεταλλεία χρωμίου της Πιερίας


Η επιμνημόσυνη δέηση θα γίνει την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019 στις 11.30πμ στο μνημείο των πεσόντων στο Σιδηροδρομικό Σταθμό (οδός Διγενή Ακρίτα) και την ευθύνη των εκδηλώσεων έχει ο Δήμος Κατερίνης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το μεταλλείο ήταν υπό γερμανική εκμετάλλευση και προ του πολέμου, αλλά στην κατοχή τον απόλυτο έλεγχό του είχε αναλάβει ο γερμανικός στρατός. Εκεί εργάζονταν χωρίς αμοιβή κυρίως κάτοικοι του χωριού Άγιος Δημήτρης και 34 Εβραίοι που οι ναζί τους είχαν μεταφέρει από τη Θεσσαλονίκη.

Εκτός από το σαμποτάζ οι αντάρτες πήραν μαζί τους και ενέταξαν στις δυνάμεις τους Έλληνες εργάτες του μεταλλείου, ενώ απήγαγαν τους δυο Γερμανούς φρουρούς του μεταλλείου. Ακολούθησε η λυσσασμένη αντίδραση των κατακτητών. Άμεσα ήταν τα αντίποινα των Γερμανών, που συλλαμβάνουν 38 ομήρους από τα χωριά Άγιος Δημήτριος και Λιβάδι και τους οδηγούν στο σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης κρατώντας τους έγκλειστους σε ένα βαγόνι. Παράλληλα στέλνουν τελεσίγραφο στους αντάρτες να απελευθερώσουν μέσα σε τρεις μέρες τους δύο Γερμανούς στρατιώτες, για να απελευθερωθούν και οι Έλληνες όμηροι. Σε διαφορετική περίπτωση θα τους εκτελούσαν.

Ο ΕΛΑΣ είχε ενημερώσει τους κατοίκους για τα γερμανικά αποσπάσματα και αρκετοί είχαν προλάβει να διαφύγουν, με τους γεροντότερους όμως να έχουν μείνει στα χωριά τους.

Οι δύο Γερμανοί στρατιώτες είχαν εκτελεστεί, πιθανότατα για αντίποινα στην εκτέλεση 117 αμάχων στο Δομένικο της Θεσσαλίας στις 16/2/1943.

Στις 23/2/1943 οι Γερμανοί συλλαμβάνουν επίσης και τον πρώην δήμαρχο της Κατερίνης Αιμίλιο Ξανθόπουλο, που ήταν επιμελητής τροφοδοσίας των εργατών του μεταλλείου, με την κατηγορία ότι είχε συνεργαστεί με τον ΕΛΑΣ, αλλά δείχνουν και τις προθέσεις τους για την τύχη των ομήρων, αφού επιστρατεύουν 15 κατοίκους και τους δίνουν φτυάρια και κασμάδες με εντολή να πάνε προς το σταθμό.

Ήταν αυτοί που επιλέχθηκαν για να σκάψουν τους τάφους όσων θα εκτελούσαν οι Γερμανοί.

Ο Κατερινιώτης λόγιος Σ. Κανταρτζής (πηγή Δήμος Κατερίνης) καταγράφει το πώς ξετυλίχθηκε το δράμα στις 23 Φεβρουαρίου 1943: «Ξαφνικά το μεσημέρι Γερμανοί στρατιώτες με τα αυτόματα στα χέρια τους μπλόκαραν το καφενείο της Δημοτικής Αγοράς και άρπαξαν καμιά δεκαπενταριά γερούς και χεροδύναμους άντρες, θαμώνες του καφενείου, τους οποίους διέταξαν να τους ακολουθήσουν. Τρομοκρατημένοι οι συμπολίτες μας από το φόβο μήπως έχουν την τύχη των Αη-δημητριανών τους ακολούθησαν ως τη «Φελδ-Κομαντατούρ», όπου τους ανέμενε μια άλλη οδυνηρή έκπληξη. Τους έδωσαν από ένα κασμά και φτυάρι, έθεσαν επικεφαλής τους τον Έλληνα διερμηνέα που είχαν στην υπηρεσία τους και τους διέταξαν να τραβήξουν με τα πόδια στο σιδηροδρομικό σταθμό. Ήταν ολοφάνερο για πού τους προόριζαν».

Χωρίς να υπάρχει οπτική επαφή καθώς οι όμηροι οδηγήθηκαν πίσω από ένα σταθμευμένο τρένο που έκοβε τη θέα, γράφτηκε ο επίλογος, αφού τη σιωπή που επικρατούσε τη διέκοψε ο ήχος των πολυβολισμών. Οι όμηροι που βρίσκονταν στο βαγόνι του θανάτου, αλλά και ο Δήμαρχος Κατερίνης Αιμίλιος Ξανθόπουλος, κείτονταν νεκροί μέσα σε λίμνη αίματος, όπως ανέφεραν στις μαρτυρίες τους οι 15 που είχαν επιστρατευτεί για να παίξουν το ρόλο του νεκροθάφτη.

Aπό την ομιλία που έκαναν εκπρόσωποι του  ΔΣ της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ (παράρτημα Κατερίνης) στις εκδηλώσεις του 2016 σταχυολογούμε:

«Στις 23 Φλεβάρη του 1943 στο Σιδ. Σταθμό Κατερίνης εκτελέστηκαν 40 κάτοικοι από τα χωριά Άγιος Δημήτριος και Λιβάδι, ως αντίποινα για την καταστροφή του μεταλλείου χρωμίου στον Άγιο Δημήτριο από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, στα πλαίσια γενικότερων επιθέσεων σε μεταλλεία και ορυχεία σ’ όλη την Ελλάδα. Σκοπός των επιθέσεων αυτών ήταν να σταματήσει η λεηλασία του ορυκτού πλούτου της χώρας και να στερηθούν τα κατοχικά στρατεύματα το χρώμιο, που τους ήταν τόσο απαραίτητο για την πολεμική τους βιομηχανία.

Το μεταλλείο το εκμεταλλεύονταν οι Γερμανοί και πριν από το 1940. Στη διάρκεια της κατοχής τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα συνέχισαν την εκμετάλλευση.

Στο μεταλλείο οι Γερμανοί απασχολούσαν Αϊ-δημητρινούς χωρίς να τους πληρώνουν.

Το βράδυ της 18ης προς 19ης Φλεβαρη του 1943 αντάρτες του ΕΛΑΣ από τα τμήματα Θεσσαλίας ανατίναξαν το μηχανοστάσιο, έβαλαν φωτιά στις αποθήκες , αφού προηγουμένως πήραν τρόφιμα και εκρηκτικές ύλες. Οδηγοί στην επιχείρηση χρησιμοποιήθηκαν από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ Αγ. Δημητρίου, ενώ αποχωρώντας οι αντάρτες πήραν μαζί τους και δυο Γερμανούς στρατιώτες τους οποίους αργότερα εκτέλεσαν.

Λέγεται πώς καθοριστικό ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξε το γεγονός της εκτέλεσης 117 αμάχων στο χωριό Δομήνικο της Θεσσαλίας, δυο μέρες πριν.

Την ίδια μέρα οι γερμανοί κάνουν επιδρομή στο χωριό για να συλλάβουν ομήρους. Από το παρατηρητήριο των ανταρτών ειδοποιούνται οι κάτοικοι να φύγουν. Έτσι μένουν στο χωριό κυρίως ηλικιωμένοι. Ο γερμανικός στρατός συλλαμβάνει ομήρους και φεύγει για την Κατερίνη. Η προσπάθεια απελευθέρωσής τους από τον ΕΛΑΣ δεν είναι έγκαιρη.

Οι όμηροι μεταφέρονται στο Σιδ. Σταθμό Κατερίνης και κλείνονται σ’ ένα βαγόνι. Στο Σταθμό φτάνουν και οι συγγενείς τους , οι οποίοι μάταια περιμένουν την απελευθέρωση τους».

Σε άλλο σημείο της ομιλίας αναφέρεται ότι: «Στις 23 του Φλεβάρη συλλαμβάνεται και ο πρώην Δήμαρχος Κατερίνης Αιμίλιος Ξανθόπουλος , ο όποιος ήταν επιμελητής τροφοδοσίας των εργατών του μεταλλείου, κατηγορούμενος ότι εφοδίαζε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ.

Την ίδια μέρα επιστρατεύονται δεκαπέντε Κατερινιώτες για να σκάψουν τον τάφο των ομήρων.

Οι μελλοθάνατοι οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσης και εκτελούνται. Ο Αιμίλιος Ξανθόπουλος , λίγο πριν , είχε προλάβει ν’ αφήσει σημείωμα στη γυναίκα του, στο όποιο , μεταξύ άλλων, έγραφε…. «δεν μπόρεσα να δημιουργήσω περιουσία γιατί έζησα τίμια».

Την ίδια μέρα ο ΕΛΑΣ έδωσε μάχη στα στενά της Πέτρας και ανατίναξε το εργοστάσιο ξυλείας στη Μόρνα.

Στις 2 του Μάρτη του 1943 η εφημερίδα των δωσίλογων στη Θεσσαλονίκη «Νέα Ευρώπη» γνωστοποιεί ( με ανακοίνωση του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή Θεσσαλονίκης –Αιγαίου) στους πολίτες ότι «…Έλληνες λησταί παραπλανηθέντες από μπολσεβίκους τρομοκράτας επετέθησαν εναντίον ενός ορυχείου» και « για το λόγο αυτό ετυφεκίσθησαν , εκ της εκεί περιοχής, 37 κάτοικοι». Προειδοποιεί ότι «ο γερμανικός στρατός θα τιμωρήσει και εις το μέλλον κάθε τρομοκρατικήν εκδήλωσιν Ελλήνων κομμουνιστών».

Αυτά είναι σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, τα γεγονότα που έγιναν τον Φλεβάρη του 1943 στην Πιερία».

Ποιες όμως ήταν οι αιτίες και ποιες οι συνέπειες της βάρβαρης αυτής πράξης των Γερμανών ναζιστών;

Σύμφωνα με τους αντιστασιακούς: «Ο Αιμίλιος Ξανθόπουλος αναρωτιόταν στο τελευταίο του γράμμα… «…κι εγώ δεν ξέρω πως μου ήρθε αυτό το κακό». Η απορία αυτή του πρώην δημάρχου Κατερίνης θα μπορούσε ν’ απαντηθεί , αν γνώριζε τη διαταγή που είχε εκδώσει ο Χίτλερ το 1942 για την ένταση της τρομοκρατίας στα Βαλκάνια, μαζί και στην Ελλάδα.

«Αν ο αγώνας αυτός κατά των συμμοριών στα Βαλκάνια –έλεγε ο Χίτλερ- δεν διεξαχθει με τα πιο ωμα μέσα , τότε δεν θα επαρκούν πια οι διαθέσιμες δυνάμεις …γι’ αυτό ο στρατός έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κατά των γυναικών και των παιδιών κάθε μέσο…»

Γιατί όμως ο Χίτλερ έδωσε αυτή τη διαταγή;

Πρόκειται για τη διαταγή ενός τρελού που προσπαθούσε να κατακτήσει τον κόσμο, όπως θα ήθελε μια απλοϊκή ερμηνεία; Σίγουρα όχι. Πίσω από τον Χίτλερ κρύβονταν οι επιδιώξεις του γερμανικού κεφαλαίου που ήθελε με κάθε μέσο την επέκτασή του. Πίσω από τη φοβερή πολεμική μηχανή του τρίτου Ράιχ και τις ωμότητές της υπήρχαν οι βλέψεις των βιομηχανικών κολοσσών της Γερμανίας για ένα νέο μοίρασμα της ευρωπαϊκής αγοράς , συμφώνα με τα συμφέροντα τους.

Έτσι, μέσα στα πλαίσια αυτών των σχεδιασμών, τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου είχαν αναθέσει το ρόλο του τροφοδότη των γεωργικών και μεταλλευτικών προϊόντων στις βαλκανικές χώρες.

Ο Φελιγκερ πρόεδρος ταυτόχρονα της Επιτροπής Εξωτερικού Εμπορίου και Βιομηχανίας του Ράιχ αλλά και στέλεχος των εργοστασίων Ντάντευε , μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος της «ευρωπαϊκής ιδέας». Μιλώντας το Νοέμβρη του 1941 για το «Σχεδιασμό του μεγάλου χώρου» τόνιζε τα παρακάτω…. «μόνο ένα σταθερό ευρωπαϊκό μπλοκ …… μπορεί να ικανοποιήσει σε επαρκή βαθμό τις ανάγκες που αναμένεται να προκύψουν μετά τον πόλεμο …Επιδιώκουμε μια όσο το δυνατόν καλύτερη εκμετάλλευση των πηγών των πρώτων υλών… Για το σκοπό αυτό, δηλαδή για την οργάνωση της πρωτοβουλίας της ιδιωτικής οικονομίας, είναι αναγκαία μια ηγεσία την οποία εμείς βέβαια την αξιώνουμε για τη Γερμανία.

Σε άρθρο στην «Εθνική εφημερίδα της Εσσης» με τίτλο «Δυο έθνη δυο αντιθέσεις- η προδοσία της Σερβίας έναντι της Ν.Α. Ευρώπης , η ευρωπαϊκή προσαρμογή της Ελλάδας» , ο Γερμανός αρθρογράφος ανέθετε στην Ελλάδα την τύχη της «Καλιφόρνιας της νέας Ευρώπης» που θα παίξει το ρόλο «προμηθευτού δι’ ειδικην διατροφην του ευρωπαϊκού πληθυσμού». Πιο κάτω αναφέρει… «στην οργάνωσή της πρέπει να συμπεριληφθεί και η εκμετάλλευση των υπαρχόντων μεγάλων κοιτασμάτων διαφόρων ορυκτών». Ο αρθρογράφος σημείωνε ακόμη ότι θα πρέπει «…να περιοριστούν μερικοί βιομηχανικοί κλάδοι οι οποίοι διατηρούνται τεχνηέντως» (βλέπε σημερινούς στόχους Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Πίσω από τους προσεκτικά διατυπωμένους σχεδιασμούς του γερμανικού ιμπεριαλισμού για το χώρο των Βαλκανίων και την Ελλάδα κρυβόταν η επιδίωξη της ληστρικής εκμετάλλευσης της ελληνικής παραγωγής. Ακόμη και ο Μουσολίνι αναγκάστηκε να πει ότι «οι Γερμανοί πήραν απ’ τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια των παπουτσιών τους», γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον πίνακα της Γερμανικής Κρατικής Τράπεζας από τον οποίο προκύπτει ότι η κατά κεφαλή επιβάρυνση των ελλήνων από τους Γερμανούς ανερχόταν σε 78 μάρκα το μήνα, τη μεγαλύτερη δηλαδή από όλες τις κατεχόμενες χώρες στην Ευρώπη.

Μέσα στα πλαίσια της ληστρικής εκμετάλλευσης της χώρας μας κυρίαρχη θέση έχει η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και κυρίως του χρωμίου, από το όποιο παράγεται το ατσάλι, μέταλλο πολύτιμο για την πολεμική βιομηχανία. Η εξασφάλιση του ορυκτού πλούτου γινόταν κυρίως προς όφελος των γερμανικών μονοπωλίων, όπως η εταιρία ΚΡΟΥΠ.

Πραγματικά δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος διαπραγματεύεται την αγορά ή ενοικίαση των μεταλλείων, η εταιρία ή ο γερμανικός στρατός.

Η σπουδαιότητα του χρωμίου

Η αξία του χρωμίου για τη γερμανική βιομηχανία προκύπτει από μια σειρά αναφορές σε επιστολές κλπ. υπηρεσιακών και στρατιωτικών παραγόντων. Στις σημειώσεις του αντιστράτηγου Τόμας, προϊσταμένου του Γραφείου Εφοδιασμού και Εξοπλισμού του γερμανικού στρατού, στις 3-5-1941, αναφέρεται ότι «…τα μεταλλεύματα της Ελλάδας σαν κράματα έχουν εξαιρετική σημασία για την παράγωγη της γερμανικής βιομηχανίας εξοπλισμών, προπάντων τα μεταλλεύματα νικελίου και χρωμίου» .

Η ποσότητα του χρωμίου που υπολόγιζε να εκμεταλλευτεί η Γερμανία στην Ελλάδα ήταν 60.000 τόνοι , δηλαδή το 33 % της κατανάλωσης της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας.

Η εξαιρετική σημασία που είχε η αξιοποίηση του χρωμίου για τη γερμανική πολεμική μηχανή έγινε φαίνεται αντιληπτή από το επιτελείο του ΕΛΑΣ και τους συμμάχους. Ο ΕΛΑΣ κατέστρεψε το μεταλλείο χρωμίου στον Άγιο Δημήτριο. Λίγο μετά επιτέθηκε στο μεταλλείο Τσαγκλή και δέκα μέρες αργότερα στο μεταλλείο Τσαγκλη –Αρντουάν . Έτσι, το αποτέλεσμα των επιθέσεων αυτών ήταν να κλείσουν τα μεταλλεία «Όλυμπος», «Ελαφίνα», «Χρώμιο», «Τσαγκλής». Η παραγωγή για το 1943 μειώθηκε.

Ο προϊστάμενος του τμήματος Μεταλλείων του Υπουργείου Οικονομίας του Ράιχ, σε δυο επιστολές του το Γενάρη και τον Αύγουστο του 1944 σημείωνε τους κινδύνους από την ανταρτική δράση, για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης εξόρυξης του χρωμίου. Την πρώτη φορά ζητά «την εξασφάλιση των δρόμων μεταφοράς καθώς και την προστασία των επιχειρήσεων έναντι επιθέσεων συμμοριών».

Τη δεύτερη φορά η γερμανική ψυχραιμία δίνει τη θέση της στην αγωνία. Ο Γκάμπελ γράφει: «δεν υπάρχει στην Ευρώπη καμία άλλη δυνατότητα παραγωγής χρωμίου, εκτός από τα Βαλκάνια. Γι’ αυτό η προστασία των μεταλλευμάτων χρωμίου και της μεταφοράς τους, πρέπει να θεωρηθεί από τη γερμανική Βέρμαχτ σαν ένα από τα πιο επείγοντα καθήκοντά της».

Ακολουθεί η αξιολόγηση των μεταλλείων, ώστε να παρθούν ανάλογα μέτρα προστασίας. Το μεταλλείο του Αγίου Δημητρίου έχει πάψει να λειτουργεί από καιρό».

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Facebook

Δημοφιλη