Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Βασίλης Λυμπέρης: Ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα το 1972

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γνωριμία και ο γάμος του με τη Βασιλική Μάρκου – Τα προβλήματα, ο χωρισμός και η απόφαση του Λυμπέρη να κάψει το σπίτι του – Οι τρεις συνεργοί του – Πώς έγινε το φρικιαστικό έγκλημα – Το σκηνικό της τραγωδίας, η σύλληψη του Λυμπέρη και των συνεργών του – Το δικαστήριο, η απόφαση και η εκτέλεση του Λυμπέρη


Τον τελευταίο καιρό είναι πολλά και διαδοχικά τα εγκλήματα που έχουν συγκλονίσει την κοινή γνώμη και έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Η φρικτή δολοφονία της άτυχης Ελένης στη Ρόδο πέρα από όλα τα άλλα, έχει προκαλέσει στα τηλεοπτικά παράθυρα, τα σάιτ και τα σόσιαλ μίντια μεγάλες συζητήσεις. Ανάμεσα σε όλα όσα γράφονται ή ακούγονται ,δεσπόζουσα θέση κατέχει η συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής στη χώρα μας για ειδεχθή εγκλήματα.

Τυπικά η θανατική ποινή καταργήθηκε το 1993 από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, ουσιαστικά όμως έπαψε να ισχύει από το 1972, οπότε και εκτελέστηκε ο τελευταίος θανατοποινίτης στην Ελλάδα, ο Βασίλειος Λυμπέρης. Για την υπόθεση αυτή έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Θα παραθέσουμε όμως και στο άρθρο μας αυτό, στοιχεία που δεν υπάρχουν αλλού, καθώς την υπόθεση Λυμπέρη περιγράφει ανάμεσα σε δεκάδες άλλες, ο “πατριάρχης του αστυνομικού ρεπορτάζ” στη χώρα μας Πάνος Σόμπολος στο βιβλίο του “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου”.

 

Ο μοιραίος γάμος

Στις αρχές Μαΐου 1967 ο Γιώργος Λυμπέρης, πατέρας του Βασίλη Λυμπέρη, νοσηλευόταν μετά από έμφραγμα που είχε υποστεί στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών. Στο ίδιο νοσοκομείο και στον ίδιο θάλαμο νοσηλευόταν και ο Π. Μάρκου. Κατά τις επισκέψεις στον πατέρα της η Βασιλική Μάρκου, γνώρισε τον ηλεκτρολόγο Β.Λυμπέρη και τον ερωτεύτηκε. Στις 19 Αυγούστου 1967 οι δύο νέοι αρραβωνιάστηκαν. Ο Λυμπέρης ήταν τότε 22 ετών και η Βασιλική 19. Στις 17 Δεκεμβρίου 1967 έγινε ο γάμος τους. Οι δύο νέοι εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της Βασιλικής στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου ,στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου. Σύντομα όμως άρχισαν τα προβλήματα. Έντονοι διαπληκτισμοί, συνεχείς φιλονικίες και καβγάδες. Ο Λυμπέρης αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει από σύζυγό του να χωρίσουν πριν αποκτήσουν παιδιά, αυτή όμως δεν δεχόταν γιατί τον αγαπούσε πολύ και πίστευε ότι η κατάσταση σταδιακά θα βελτιωνόταν.

Στις 26 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε το πρώτο παιδί του ζευγαριού η Παναγιώτα, ένα πανέμορφο κοριτσάκι, ενώ αργότερα γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους ο Γιώργος.

Ενώ η Βασιλική ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους οι τσακωμοί στο οικογενειακό περιβάλλον εντάθηκαν, κυρίως ανάμεσα στον Λυμπέρη και την πεθερά του. Έτσι εκείνος αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να εγκατασταθεί σε σπίτι στην πλατεία Βάθη στην οδό Σωνιέρου 15, όπου πλέον ζούσε μόνος του. Συγγενείς και φίλοι της οικογένειας κατηγορούσαν τον Λυμπέρη ότι μεταχειριζόταν άσχημα τη Βασιλική, μεθούσε και σπαταλούσε πολλά χρήματα σε κέντρα διασκέδασης συχνά με συντροφιά γυναικών, ενώ είχε πουλήσει κι ένα προικώο οικόπεδο. Τα χρήματα που εισέπραξε από την πώληση τα ξόδεψε σε ασωτίες και διασκεδάσεις.

Κάποιοι έλεγαν ότι δεν πρόσεχε καθόλου την οικογένειά του και ότι έπαιρνε χρήματα από την πεθερά του τα οποία δεν τα επέστρεφε ποτέ. Η σύζυγός του, Βασιλική ωστόσο ήταν ερωτευμένη μαζί του. Ο Λυμπέρης υποστήριζε ότι η Βασιλική δεν ήταν καλή νοικοκυρά, ότι δεν ταίριαζαν καθόλου και ότι δεν άξιζε να είναι γυναίκα του.

 

Το σατανικό σχέδιο

Τα Χριστούγεννα του 1971, στην οδό Σωνιέρου, ο Λυμπέρης γνωρίστηκε με τρεις νεαρούς που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Τον 20χρονο Αθανάσιο Σταμάτη, τον 25χρονο Θεόδωρο Καπρέτσο και τον 18χρονο Παύλο Αγγελόπουλο. Ένα βράδυ, εμφανώς πιωμένος, ο Λυμπέρης τους είπε ότι κάποιος φίλος του είχε κάψει το σπίτι και την οικογένειά του και δεν είχε συλληφθεί και ότι θα έκανε και αυτός το ίδιο. Ο Αγγελόπουλος του είπε ότι δεν έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο και να λύσει “ειρηνικά” τις διαφορές του με τη σύζυγο και την πεθερά του. Ο Λυμπέρης ήταν όμως αποφασισμένος. Είχε εγκαταλείψει τη δουλειά του (ήταν ηλεκτρολόγος) και τον απασχολούσε μόνο το πώς θα πραγματοποιήσει το εγκληματικό του σχέδιο. Λέγοντας στους υπόλοιπους ότι η πεθερά και η γυναίκα του είχαν μεγάλη περιουσία, έπεσε αρχικά τον Αγγελόπουλο, υποσχόμενος ότι θα του αγοράσει αυτοκίνητο και θα του δώσει χρήματα, αν τον βοηθήσει, ενώ το ίδιο έγινε στη συνέχεια με τον Καπρέτσο και τον Σταμάτη.

 

Το φρικτό έγκλημα

Ο Λυμπέρης έπεισε τον Αγγελόπουλο να βάλουν φωτιά στο σπίτι όπου έμενε η οικογένεια του ενώ θα έλειπαν όλοι απ’ αυτό.

Ένα βράδυ, ο Λυμπέρης με τον Αγγελόπουλο πήγαν στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου με ένα μπιτόνι βενζίνη. Τελικά δεν πραγματοποίησαν το σχέδιό τους είτε γιατί η βενζίνη ήταν λίγη είτε γιατί μέσα στο σπίτι βρίσκονταν και τα παιδιά.

Ωστόσο μερικές μέρες αργότερα έγινε τελικά το φρικτό έγκλημα. Στις 2.10 τη νύχτα της 5ης Ιανουαρίου 1972 ο Λυμπέρης, ο Αγγελόπουλος και ο Καπρέτσος μπήκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου και ξεκίνησαν αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν όσα είχαν σχεδιάσει. Ο Λυμπέρης, ο οποίος είχε απειλήσει τους άλλους δύο ότι θα τους σκοτώσει αν μιλήσουν στην αστυνομία, αγόρασε από ένα πρατήριο υγρών καυσίμων στη Λεωφόρο Κηφισίας μεγάλη ποσότητα βενζίνης.

Φτάνοντας στο σπίτι άφησαν τον Καπρέτσο σαν τσιλιαδόρο να τους “σφυρίξει” αν έβλεπε ή άκουγε κάτι ύποπτο. Ο Αγγελόπουλος με δύο μπιτόνια βενζίνης προχώρησε προς την είσοδο. Ακολούθησε ο Λυμπέρης που κρατούσε το τρίτο μπιτόνι. Άνοιξε την πόρτα και άφησε το κλειδί πάνω στην κλειδαριά. Ο Αγγελόπουλος ξαφνικά μετάνιωσε, ο Λυμπέρης όμως τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει και έτσι συνέχισε τη δράση του. Με ένα μπιτόνι βενζίνη στα χέρια ο καθένας (το τρίτο το είχαν αφήσει στην είσοδο) μπήκαν στο σπίτι. Ο Αγγελόπουλος πήγε στο δωμάτιο που κοιμόταν η πεθερά του Λυμπέρη, ενώ δίπλα της σε μία κούνια κοιμόταν το αγοράκι. Ο Λυμπέρης πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γυναίκα του με την μικρή κόρη τους. Πρώτος ο Αγγελόπουλος άδειασε τη βενζίνη στο δωμάτιο της πεθεράς του Λυμπέρη. Άναψε ένα σπίρτο, το οποίο έσπασε. Στη συνέχεια, άναψε και δεύτερο. Το ίδιο έκανε και ο Λυμπέρης στο άλλο δωμάτιο.

Ακολούθησαν κόλαση φωτιάς, εκρήξεις και κραυγές απόγνωσης από τις δύο γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Παντού φλόγες και καπνοί. Η Βασιλική πετάχτηκε από το κρεβάτι της και προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και την Πυροσβεστική, όμως ο Λυμπέρης με μίσος και μανία την έπιασε από τα μαλλιά και την έριξε στις φλόγες, ενώ παράλληλα καθώς ήταν πεσμένη κάτω, την πατούσε στο στήθος με το πόδι για να μην γλιτώσει, λέγοντας της “τώρα θα τα πληρώσεις όλα…”.

Ο Αγγελόπουλος ακούγοντας τις κραυγές των γυναικών και των παιδιών, λύγισε. Πήρε το τρίτο μπιτόνι με τη βενζίνη και προσπάθησε να το αδειάσει πάνω στον Λυμπέρη για να τον κάψει. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι το έκανε αυτό επειδή ο Λυμπέρης τους είπε ψέματα πως τα παιδιά δεν ήταν στο σπίτι. Τελικά ο Λυμπέρης κρύφτηκε πίσω από μία πόρτα και γλίτωσε. Αμέσως μετά, Λυμπέρης, Αγγελόπουλος και Καπρέτσος επέστρεψαν στην Πλατεία Βάθη.

Ο Λυμπέρης που είπε στους άλλους δύο “ό,τι έγινε έγινε, μη μιλήσει κανείς”, είχε εγκαύματα στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, ενώ τα ρούχα των δύο δραστών είχαν καεί σε αρκετά σημεία. Αφού άλλαξαν, έδωσαν τα καμένα ρούχα στον Σταμάτη ο οποίος τα πέταξε σε ένα κάδο απορριμμάτων.

Η αποκάλυψη του εγκλήματος

Στις 5 το πρωί, ο Αντώνης Στρογγυλούδης, σύζυγος της αδελφής της Βασιλικής, Ευαγγελίας, περνώντας από το σπίτι της πεθεράς του με το αυτοκίνητό του για να πάει στη δουλειά, είδε να βγαίνουν από μέσα καπνοί. Έτρεξε και κατάφερε να μπει στο σπίτι. Πίσω από την πόρτα ήταν πεσμένη και βογκούσε η κουνιάδα του η Βασιλική. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν ο Γιωργάκης που σημειωτέον την επόμενη μέρα θα γιόρταζε τα γενέθλιά του. Η Παναγιώτα βρισκόταν στο δωμάτιο όπου κοιμόταν με τη γιαγιά της η οποία βρέθηκε στο μπάνιο. Σε λίγο έφτασε η αδελφή της Βασιλικής, Ευαγγελία που όπως είπε ένιωσε ανατριχίλα καθώς το θέαμα ήταν φρικτό. Η Βασιλική ήταν μισοπεθαμένη, με καθολικά εγκαύματα. Την μετέφεραν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών. Δεν άντεξε. Το βράδυ ξεψύχησε, πρόλαβε όμως στο νοσοκομείο να πει λίγα λόγια στη θεία της Αθήνα Μάρκου που ήταν μοναχή και έφερε το όνομα Φιλοθέη και στους γιατρούς. Τους αποκάλυψε ότι δράστης του στυγερού εγκλήματος ήταν ο σύζυγός της. Στο γιατρό Νίκο Σγούρδα είπε ότι γνώριζε και για την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της με κάποια Μαρία, 18 ετών τότε, και πρόσθεσε ότι ίσως ο Λυμπέρης έκανε το έγκλημα γιατί στις 18 Ιανουαρίου θα γινόταν η δίκη για τη διατροφή που έπρεπε να πληρώσει. Εντυπωσιακό είναι ότι η Βασιλική είπε στο γιατρό “Μην του κάνετε κακό, μην του κάνετε κακό…”. Δυστυχώς, λίγες ώρες αργότερα, υπέκυψε.

Ο προϊστάμενος τότε της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Σωκράτης Καψάσκης, είπε: “Πρόκειται για το ανατριχιαστικότερο έγκλημα που έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Απαισιότερο έγκλημα δεν έχω ιδεί στα 30 χρόνια της σταδιοδρομίας μου ως ιατροδικαστού”.

Οι δύο γυναίκες είχαν εγκαύματα στο 95% του σώματός τους. Μάλιστα η Βασιλική είχε τυφλωθεί, ενώ τα δύο παιδάκια είχαν εγκαύματα στο 75% του σώματός τους. Την Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 1972, έγινε η κηδεία των τεσσάρων θυμάτων του Λυμπέρη και των συνεργών του.

Η αποκάλυψη των δολοφόνων

Ο Λυμπέρης είχε συμβουλεύσει τους συνεργούς του να πουν ότι μέχρι τα μεσάνυχτα έπαιζαν χαρτιά και έπειτα κοιμήθηκαν για να πάνε το πρωί στις δουλειές τους. Για τα εγκαύματά του ο ίδιος θα ισχυριζόταν ότι πήρε φωτιά το καμινέτο ενώ έφτιαχνε καφέ και κάηκε. Μάλιστα στον πατέρα του που του τηλεφώνησε να μάθει τι έγινε, έκανε τον ανήξερο. Βέβαιος ότι και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του ήταν νεκρά, ξεκίνησε και πήγε στο σπίτι στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου. Πολύς κόσμος ήταν μαζεμένος. Όλοι πίστευαν ότι το σπίτι πήρε φωτιά από τη σόμπα ή κάποιο άλλο τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης φαινόταν θλιμμένος και συγκλονισμένος από το κακό που τον βρήκε. Εκείνη τη μέρα κυκλοφόρησαν έκτακτες εκδόσεις για το περιστατικό το οποίο απέδιδαν σε τυχαίο γεγονός. Ο Λυμπέρης όταν διάβασε τα όσα γράφονταν ήταν πλέον σίγουρος ότι έχει διαπράξει το τέλειο έγκλημα. Σύντομα όμως, η μοναχή Φιλοθέη τηλεφώνησε στον συνταγματάρχη της χωροφυλακής Μαυροειδή, τον ενημέρωσε για τις αποκαλύψεις της ανιψιάς της.

Ο Λυμπέρης οδηγήθηκε στο Τμήμα Χαλανδρίου και ανακρίθηκε. Αρχικά είπε όλα όσα είχε προετοιμάσει από πριν. Σύντομα κλήθηκαν για κατάθεση και οι Αγγελόπουλος-Καπρέτσος. Ο Λυμπέρης αν και δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τα εκτεταμένα εγκαύματα, εξακολουθούσε να παριστάνει τον αθώο. Όταν όμως έφτασε στο τμήμα η μοναχή Φιλοθέη που αποκάλυψε ό,τι της είχε πει η Βασιλική, ο Λυμπέρης που νόμιζε ότι η σύζυγός του ήταν νεκρή, λύγισε και ομολόγησε. Το ίδιο έκαναν μετά και οι δύο συνεργοί του. Την επόμενη ημέρα έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος. 1.500 άτομα είχαν συγκεντρωθεί, τα οποία έβριζαν και καταριόνταν τους φονιάδες, ενώ ζητούσαν να τους εκτελέσουν. Η υπόθεση για πολλές μέρες απασχόλησε την κοινή γνώμη, ενώ το γεγονός μεταδόθηκε και στο εξωτερικό από τα διεθνή πρακτορεία.

Η δίκη

Η εκδίκαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 5 Μαΐου 1972, ημέρα Παρασκευή. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Κ. Ποταμιάνος και εισαγγελέας ο Γ. Δημητριάδης. Ο Λυμπέρης στην απολογία του ισχυρίστηκε ότι αιτία για τα προβλήματα στον γάμο του ήταν η πεθερά του. Πίστευε ότι αν έκαιγε το σπίτι η γυναίκα του και τα παιδιά του θα ερχόταν να μείνουν μαζί του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι γνώριζε πως η Βασιλική και τα δύο μικρά βρίσκονταν εκείνο το βράδυ στο σπίτι και πως ζήτησε και μόνος του από τον ανακριτή να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου αν οι Αρχές πίστευαν ότι είχε σκοπό να κάψει τέσσερις ανθρώπους. Οι άλλοι τέσσερις κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν την τους και δήλωσαν μετανιωμένοι. Το μεσημέρι της Κυριακής 7 Μαΐου 1972, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του. Ο Λυμπέρης και ο Αγγελόπουλος καταδικάστηκαν 4 φορές σε θάνατο, ο Καπρέτσος σε ισόβια κάθειρξη και ο Σταμάτης σε φυλάκιση τριών ετών. Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα στο άκουσμα των ποινών. Ο Λυμπέρης μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές της Αίγινας, όπου κρατήθηκε σε ειδικό χώρο και όχι σε κελί, από φόβο μήπως οι άλλοι κρατούμενοι τον κακοποιήσουν ή τον σκοτώσουν.

 

Η τελευταία εκτέλεση

Αργότερα, μεταφέρθηκε στις φυλακές Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η αίτησή του για απονομή χάριτος απορρίφθηκε και έτσι βρέθηκε απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Στις 5.50 το πρωί της Παρασκευής 25 Αυγούστου 1972, μεταφέρθηκε στην ορεινή θέση “Δύο Αοράκια” στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), κοινώνησε από δύο ιερείς, τους Κωνσταντίνο Ασπετάκη και Μανώλη Ανδριανάκη. Ο Εισαγγελέας Α. Νικολόπουλος τον ρώτησε αν είχε κάποια επιθυμία ή αν ήθελε να πει κάτι. Εκείνος όμως σκυμμένος όλη την ώρα απάντησε αρνητικά. Ο Λυμπέρης εκτελέστηκε από 12μελές απόσπασμα. Μόνο τα 6 από τα 12 όπλα περιείχαν πυρά για να μην γνωρίζει κάθε στρατιώτης αν από δική του σφαίρα σκοτώθηκε ο καταδικασμένος σε θάνατο. Ο Λυμπέρης τάφηκε στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου.

Ο Αγγελόπουλος δεν εκτελέστηκε καθώς δεν είχε συμπληρώσει τα 18 του χρόνια. Αργότερα έγινε αναστολή της εκτέλεσης και το 1975 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, του απονεμήθηκε χάρη και μετά από 20 χρόνια στη φυλακή αφέθηκε ελεύθερος.

 

Οι σατανάδες της νύχτας

Η υπόθεση Λυμπέρη μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1972 (πραγματικά εντυπωσιακά γρήγορα) έγινε η πρώτη προβολή της ταινίας “Σατανάδες της Νύχτας” που ήταν βασισμένη στα γεγονότα που αναφέραμε. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Μάριος Ρετσίλας και σεναριογράφος ο Βασίλης Μανουσάκης. Τον Βασίλη Λυμπέρη ενσάρκωσε ο έξοχος ηθοποιός Γιάννης Κατράνης. Πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Άρης Μιχόπουλος, Μάκης Γιαννόπουλος Χρήστος Καλαβρούζος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Κική Γρηγορίου, Μαρία Συνοδινού, Μάνος Βενιέρης και άλλοι. Η ταινία έκοψε 56.650 εισιτήρια (33η ανάμεσα σε 66 ταινίες της σεζόν 1972-73, με πρώτη τη “Μαρία της Σιωπής”, με 202. 403 εισιτήρια).

(Α. Ρουβάς – Χ. Σταθακόπουλος, “Ελληνικός Κινηματογράφος” και Στάθης Βαλούκος, “Φιλμογραφία Ελληνικού Κινηματογράφου”)

Αυτή ήταν και η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στη χώρα μας. Όσες φορές στη συνέχεια επιβλήθηκε η θανατική ποινή στη χώρα μας δεν εκτελέστηκε. Η οριστική κατάργηση της θανατικής ποινής έγινε από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1993.

Πηγή: Πάνος Σόμπολος, “Οι Αστέρες του Εγκληματικού Πανθέου, όπως τους έζησα”, εκδόσεις Πατάκη 2017.

-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-
Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΘΕΜΑ

Ο Νίκος Καζαντζάκης το 1946: «Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο»

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Νίκος Καζαντζάκης αποκαλύπτει ότι χάρηκε που η υποψηφιότητά του για Nobel ήταν εκπρόθεσμη – Ανέκδοτα χειρόγραφα του μεγάλου συγγραφέα που παρουσιάζονται μαζί με άλλων σπουδαίων λογοτεχνών


Φορτωμένος με τη ρετσινιά του άθεου, του κομμουνιστή και του μηδενιστή, μεταξύ άλλων, ο Καζαντζάκης (1883-1957) δεν αξιώθηκε Νόμπελ Λογοτεχνίας. «Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο… έμαθα πως πριν από δύο μήνες έφτασε στον Μαντούδη έγγραφο από τη Σουηδία (το είδε, λέει, κι ο Ξεφλούδας) ως αναγγέλνει πως είμαι εκπρόθεσμος. Χάρηκα, γιατί έτσι κανείς πια δε θα πει ως μπήκα εμπόδιο στον αγαπητό φίλο, ποιητή» γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης τον Νοέμβριο του 1946, σε επιστολή του προς τον «Σεβαστό φίλο και Προστάτη» των λογοτεχνών Νίκο Βέη, καθηγητή Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η επιστολή Καζαντζάκη με την αναφορά στο Νόμπελ, όπως και στον «αγαπητό φίλο, ποιητή» Άγγελο Σικελιανό αλλά και στην εκδίωξη του Βέη από το Πανεπιστήμιο με την κατηγορία συμμετοχής του στα Δεκεμβριανά είναι ένα από τα ανέκδοτα χειρόγραφα τεκμήρια που εναποτίθενται στις πλούσιες συλλογές του Ιστορικού Αρχείου του ΕΚΠΑ. Παρουσιάζεται από τις 15 Ιανουαρίου στην έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 19ος & 20ος αιώνας». Μαζί με άλλα σπάνια χειρόγραφα, φοιτητικούς φακέλους μετέπειτα σπουδαίων λογοτεχνών (Τερζάκης, Ελύτης, Θεοτοκάς, Σικελιανός, Βάρναλης κ.ά), βαθμολόγια, τεκμήρια από τη λογοτεχνική και φοιτητική τους δράση μέσα στο Πανεπιστήμιο, από ποιητικούς διαγωνισμούς, φωτογραφικό υλικό, αλληλογραφία λογοτεχνών με πανεπιστημιακούς καθηγητές.

Ίχνη από συναρπαστικές, πολυεπίπεδες διαδρομές στον χρόνο αποτυπώνονται μέσα από το Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ που συνεχίζει δυναμικά την πορεία του αξιοποιώντας ανέκδοτο αρχειακό υλικό των συλλογών του. Και σκιαγραφεί τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε το Πανεπιστήμιο της Αθήνας πέρα από το επιστημονικό πεδίο, στην πολιτική, κοινωνική και πνευματική ζωή της χώρας. Μια πολυδύναμη σχέση που ξεκίνησε το 1837 και συνεχίζεται ως σήμερα.

Paris, Place de la Madeleine, 1921-11-46

Αγαπητέ, Σεβαστέ φίλε και Προστάτη!

Δεν ξέρω πως μου γεννήθηκε η ιδέα να γράψω σε μια αμερικάνικη revue μία μελέτη για τον αμερικάνο φιλέλληνα How, που είταν, στη μάχη του Μανιάκι. Μα δεν έχω βιβλιογραφία κ είστε ο μόνος που μπορείτε να μου υποδείξετε που να στραφώ να μάθω για τη ζωή, τις περιπέτειες του φιλέλληνα τούτου. Σας παρακαλώ λοιπόν θερμά ό,τι ξέρετε γράψετέ τα στον φίλο μας Πρεβελάκη και αφτός θα μου τα διαβιβάσει, θα προσπαθήσει να με βρει κι ό,τι βιβλίο είναι έφκολο, να το συμβουλευτώ (τηλέφ. 32867 Πρεβελάκης).

Μάθαμε πως ένας καινούριος τίτλος προστέθηκε στους τόσους τίτλους τιμής που έχετε: πως η τωρινή, λέει Κυβέρνηση Σας έπαψε! Είναι αλήθεια; Δεν υπάρχει λοιπόν πια ντροπή στην επίσημη Ελλάδα;

Γλυτόσαμε από το Nobel για εφέτο? έμαθα πως πριν από δύο μήνες έφτασε στον Μαντούδη έγγραφο από τη Σουηδία (το είδε, λέει, κι ο Ξεφλούδας) που αναγγέλνει πως είμαι εκπρόθεσμος. Χάρηκα, γιατί έτσι κανείς πια δε θα πει πως μπήκα εμπόδιο στον αγαπητό φίλο, ποιητή.

Ο Θεός μαζί Σας, αγαπητέ φίλε! Υπομονή, υπομονή κι ο Θεός θα τα φέρει αριστερά.
Δικός σας πάντα
Ν.Καζαντζάκης

Για την επιστολή του Νίκου Καζαντζάκη όπως και του Άγγελου Σικελιανού προς τον Νίκο Βέη, που δημοσιεύει σήμερα το Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο πρόεδρος του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, επ. καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ιστοριογραφίας μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, σημειώνει:

«Το 1924 δημιουργήθηκε η πρώτη πανεπιστημιακή έδρα Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το πρώτο και μόνο ως τότε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας. Καθηγητής εκλέχθηκε ο Νίκος Βέης, εξέχων νεοελληνιστής και δημοτικιστής, με πολύ στενές σχέσεις με πολλούς λογοτέχνες της εποχής του. Μπλεγμένος από νωρίς στην πολιτική, συνδέθηκε με την Αριστερά και γνώρισε διώξεις ήδη από την προπολεμική περίοδο. Στην Κατοχή στρατεύτηκε όπως και πολλοί άλλοι λόγιοι της εποχής του στον εθνικό αγώνα, συμμετέχοντας στο ΕΑΜ, αλλά και σε άλλους πνευματικούς κύκλους που αντιστάθηκαν στους κατακτητές. Τι άλλο, θα μπορούσε, να είναι άλλωστε η πρόσκληση του Άγγελου Σικελιανού να συναντηθούν στο σπίτι της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη στις 15 Μαΐου 1941 λίγες μέρες μετά την είσοδο των Γερμανών κατακτητών για επείγοντα θέματα; Σημειώνουμε τη σύνθεση της παρέας: Βέης, Σικελιανός, Χατζημιχάλη και οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Κωνσταντίνος Τσάτσος και Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Βέης κατηγορήθηκε για τη συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά και εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο. Σε αυτή την απομάκρυνση αναφέρεται ο Νίκος Καζαντζάκης στην επιστολή του προς τον Βέη, από το Παρίσι. Καταξιωμένος λογοτέχνης πια, έχει μπει στη διεκδίκηση του Νόμπελ Λογοτεχνίας που ποτέ δεν ήλθε. Σε αυτή τη διεκδίκηση δεν ήταν ο μόνος ΄Ελληνας. Πίσω από την αναφορά στον “ αγαπητό φίλο, ποιητή”, δεν μπορεί να κρύβεται άλλος από τον Άγγελο Σικελιανό, ο οποίος επίσης δεν αξιώθηκε το βραβείο» .

Εκλεκτέ φίλε,

Το απόγεμμα του Σαββάτου ώρα έξι, θα συγκεντρωθούμε στο σπίτι της κας Αγγελικής Χατζημιχάλη, οδός Υπερείδου 18, οι Κανελλόπουλος, Τσάτσος, Θεοδωρακόπουλος, ο υποφαινόμενος και κάποιοι άλλοι να κουβεντιάσουμε για κάποια επείγοντα ζητήματα.

Φαντάζεστε τη χαρά που από χθές ξέρω πώς είστε εδώ και πόσο η χαρά αυτή θα «πληρωθή» αν θελήσετε να έρθετε και σεις σ’αυτή τη συγκέντρωση. Η παράκληση και προσμονή είναι φυσικά από μέρους όλων μα και ιδιαίτερα και της κυρίας Χατζημιχάλη.

Με άπειρη αγάπη
Περιμένοντάς σας
Αγγελος Σικελιανός

15.5.941
Πάνου Αραβαντινού
Αθήνα

Η έκθεση «Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 19ος & 20ος αιώνας» θα διαρκέσει έως 15 Φεβρουαρίου. Φιλοξενείται στο κτίριο του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ, Σκουφά 45. Διοργανώνεται στο πλαίσιο της ενότητας «Ανοιχτές Συλλογές- Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου» του δήμου Αθηναίων. Στα εγκαίνια (15/1, ώρα 6 μ.μ.) φοιτητές και φοιτήτριες του Πολιτιστικού Ομίλου Φοιτητών Πανεπιστημίου Αθηνών θα διαβάσουν αποσπάσματα από έργα σημαντικών λογοτεχνών, παλιών συμφοιτητών τους στο Πανεπιστήμιο.

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μέτρα, σταθμά και νομίσματα, των χωρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον ΙΗ’ αιώνα

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα μέτρα, τα σταθμά και τα νομίσματα των χωρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας όπως τα καταγράφει ο περιηγητής Felix Beauiour


Ο Felix Beauiour πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη κατά την τελευταία δεκαετία του ΙΗ’ αιώνα στο χρονικό του, που αναφέρεται κυρίως στο εμπόριο και γενικά την οικονομία του ελληνικού χώρου, έχουν ως εξής:

Μονάδες βάρους: το καντάρι, η οκά, το δράμι.

Ένα καντάρι, 137 λίτρες και 8 ουγγιές.

Η οκά, τρεις λίτρες και 2 ουγγιές ή 50 ουγγιές.

Τα μέτρα: ο πήχης για τα υφάσματα και το κοιλό για τα δημητριακά.

Ο πήχης ισοδυναμούσε με 25 δάχτυλα.

Όσο για το κοιλό υπήρχε το κοιλό της Θεσσαλονίκης και το κοιλό της Πόλης που είχε διαφορετικό βάρος.

Της Θεσσαλονίκης 85 οκάδες μακεδονικού σταριού και της Πόλης 22.

Το βασικό τουρκικό νόμισμα ήταν το ασημένιο γρόσι των 40 παράδων, δηλαδή το τουρκικό τάληρο.

Στο ευρωπαϊκό εμπόριο το αποκαλούσαν πιάστρο και ισοδυναμούσε με δύο γαλλικές λίβρες τουρνουά.

Ο παράς ήταν το γαλλικό σόλδι, ή πεντάρα.

Η κατώτερη υποδιαίρεση του τουρκικού νομίσματος ήταν το άσπρο.

Τρία άσπρα ισοδυναμούσαν με ένα παρά και σαράντα παράδες με ένα πιάστρο.

Το μπεσλίκ, το μικρότερο ασημένιο νόμισμα, αντιστοιχούσε σε πέντε παράδες, το ονλούκ σε 10 παράδες, το γιρμιλίκ 20, το ιζλότ 30 και το νέο ιζλότ ή γρόσι 40, το αλτμισλίκ 60, το ικιλίκ 80, το γιουσλούκ 100.

Αυτό το τελευταίο ήταν το μεγαλύτερο τουρκικό ασημένιο νόμισμα.

Οι Γάλλοι αποκαλούσαν το γιουσλούκ τουρκικό τάληρο, επειδή αντιστοιχούσε στο ουγγρικό τάληρο.

Το τάληρο της Ουγγαρίας ονομαζόταν στην Τουρκία καραγκρούς και στην Αίγυπτο πατάκα και αντιστοιχούσε σε τρία πιάστρα και 13 παράδες, το πιάστρο της Ισπανίας, η σεβιλλιάνα, τρία πιάστρα και 12 παράδες, το σαξωνικό τάληρο τρία πιάστρα και 12 παράδες, το βενετικό δουκάτο τρία πιάστρα και 12 παράδες και τέλος το ραγουζέϊκο δυο πιάστρα και πέντε παράδες.

Τα τουρκικά χρυσά νομίσματα ήταν το τσεκίνι φουντουκλή, το ζερμαμπούμπ και το μεσίρ.

Το τσεκίνι φουντουκλή ζύγιζε ένα δράμι και ένα δέκατο έκτο.

Ο χρυσός πουλιόταν στην Τουρκία σε μετικάλ και σε καράτια.

Δεκαέξι καράτια αντιστοιχούν σε ένα δράμι και 24 σε ένα μετικάλ.

Το χρυσό μετικάλ πουλιόταν εννέα πιάστρα και το καράτι 15 παράδες.

Το χρυσό δράμι είχε αξία έξη πιάστρα.

Η σχέση χρυσού και αργυρού ήταν ένα προς 15, ενώ στην Ευρώπη ένα προς 14.

Ο χρυσός ήταν ακριβότερος στην Τουρκία επειδή κινδύνευε πάντοτε από τις αρπακτικές διαθέσεις των οθωμανικών κυβερνήσεων.

Όλοι οι πλούσιοι στην Τουρκία φρόντιζαν να μετατρέπουν την περιουσία τους σε χρυσάφι.

Το τσεκίνι φουντουκλή ζύγιζε 17 καράτια. Είχε 13 καράτια καθαρό χρυσάφι και 4 σε κράμα.

Το τσεκίνι ζερμαμπούμπ, που ονομαζόταν σταμπούλ για να ξεχωρίζει από το τσεκίνι Καϊρου, το μεσίρ, ζύγιζε 13 καράτια (10 1/8 καράτια καθαρό χρυσάφι) και το μεσίρ της Αιγύπτου 13 καράτια.

Το Ουγγρικό τσεκίνι που λεγόταν μαντζιάρ, αντιστοιχούσε σε εφτά πιάστρα και ζύγιζε ένα δράμι (23 καράτια).

Το βενετικό τσεκίνι εφτάμιση πιάστα. Ζύγιζε ένα δράμι και 1/16 και ήταν το πιο περιζήτητο νόμισμα στην Τουρκία.

Ακολουθούσαν το ολλανδικό τσεκίνι και το τσεκίνι της Τοσκάνης.

Όλα τα άλλα νομίσματα αποτελούσαν στην Τουρκία εμπορεύματα.

Τα μεγάλα ποσά υπολογιζόταν σε πουγγιά.

Ένα πουγγί αντιστοιχούσε σε 500 πιάστρα
(Felix Beauiour, Tableau du Commerce de la Grece, forme d’ apres une annee moyenne depuis 1787 jusgu’ en 1797, A Paris 1800, τ. Β’, σ. 192-202).

Σύγχυση παρατηρείται γενικά στην αντιστοιχία των νομισμάτων κατά τον ΙΗ’ αιώνα.

Η πραγματική τιμή του πιάστρου δεν είχε ποτέ σταθερή αξία.

Στις αρχές του ΙΗ’ ισοδυναμούσε με πέντε φράγκα και στο τέλος με τέσσερα (A. Andreadis, L’administration financiere de la Grece sous la domination turgue, Paris 1910, σ. 5).

Κατά τον Σκαρλάτο Βυζάντιο (Η Κωνσταντινούπολις, τ. Γ’, σ. 251 κ. ε) το τουρκικό γρόσι ισοδυναμούσε το 1710 με 50 γαλλικά φράγκα, το 1775 με 2,69, το 1788 με 2 και το 1803 με 1,6.

Την υποτίμηση προκαλούσε η νοθεία των τουρκικών νομισμάτων.

Με αυτό τον τρόπο εκάλυπτε η Πύλη τα ελλείμματα που προκαλούσαν οι συχνοί πόλεμοι.

Έρευνα – δημοσίευση: Φανούριος Ζαχαριουδάκης, Μέλος της ΠΑ.Ε.ΔΗ κ. ΜΜΕ

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

ΘΕΜΑ

Η Αραβοκρατία στην Κρήτη (824 – 961 μ.Χ.)

Δημοσιεύτηκε

στις

Το 824 μ.Χ. καταλαμβάνουν την Κρήτη οι Άραβες Σαρακηνοί από τη βόρειο Αφρική και την Ισπανία, με αρχηγό τον Αμπού Χάψ Ομάρ (Απόχαψη) με απόβαση στην περιοχή της Ιεράπετρας και την αποσπούν από την ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία


Μεγάλη αντίσταση στους Άραβες προέβαλε η πρωτεύουσα της Κρήτης την περίοδο αυτή, η ισχυρή πόλη Γόρτυνα. Οι Άραβες με δυσκολία την κατέλαβαν και την κατέστρεψαν ολοσχερώς, όπως και εκατοντάδες ναών και αξιόλογων Χριστιανικών, Μινωικών και Ρωμαϊκών μνημείων της Κρήτη, όπως τον περίφημο ναό του Αποστόλου Τίτου, στη Γόρτυνα.

Ο Μητροπολίτης Κρήτης στη Γόρτυνα Κύριλλος, φονεύεται με μαρτυρικό θάνατο. Από τότε η «χώρα η εξακουστή η έμορφη Γορτύνη»: (Βλ.Βιντζέντζου Κορνάρου, Ερωτόκριτος, τ.Α΄. ,εκδ. Σύμπαν,(χ.χ.τ.), σ. 105), ύστερα από 1000 χρόνια δυναμικής παρουσίας στα πράγματα της Κρήτης, διαλύεται και πρωτεύουσα γίνεται το σημερινό Ηράκλειο ή Χάνδακας, όπως το ονόμασαν οι Άραβες, από την τεράστια προστατευτική τάφρο, χανδάκι (Chandak), που δημιούργησαν γύρω από την πόλη, για προστασία από τις πολιορκίες.

Η Κρήτη πλέον γίνεται ένα φοβερό βαρβαρικό και πειρατικό κέντρο στη Μεσόγειο, το φόβητρο και η μάστιγα των νησιών και των παραλίων περιοχών της Ελλάδος, με τις επιδρομές των «αθεωτάτων Κρητών», όπως ονομάζονται οι Αραβόκρητες στο βίο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Οι συγγραφείς της εποχής την αποκαλούν «βαρβαροτρόφο χώρα»:(Θεοδόσιος ο Διάκονος), είναι η «κατηραμένη χώρα των απίστων, η Θεόλετος Κρήτη» του Κωνσταντίνου του Πυρφυρογεννήτου.

Η αραβοκρατία της Κρήτης κράτησε 140 χρόνια. Την περίοδο αυτή της Αραβοκρατίας στην Κρήτη, έδρασαν και ο Άγιος Ευτύχιος Επίσκοπος Γορτύνης, ο αδελφός του Ευτυχιανός και η αδελφή τους Κασσιανή που ασκήτευσαν γύρω από τη Μονή της Οδηγήτριας στα Αστερούσια και τα λείψανά τους αποκαλύφθηκαν με όραμα στο Άγιο Ιωάννη τον Ξένο αργότερα. Με την περίοδο της Αραβοκρατίας συνδέεται η περιοχή Αμπαδιά (νότια περιοχή του Αμαρίου), η οποία κατά μία ερμηνεία, πήρε το όνομά της τον 9Ο μ.Χ. αιώνα από τον Αμπάδ, Σαρακηνό σεΐχη που εγκαταστάθηκε στην ορεινή αυτή περιοχή με τους άνδρες του μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς το 830 μ.Χ. Οι Αμπαδιώτες Σαρακηνοί παρέμειναν στην περιοχή αυτή και κατά την τουρκοκρατία.

Αποτελούσαν ξεχωριστή φυλή μεταξύ των υπολοίπων μουσουλμάνων, δεν ήταν τουρκογενείς, διατηρούσαν όχι μόνο τα παλαιά των ήθη και έθιμα, αλλά και τα χαρακτηριστικά της αφρικοαραβικής φυλής τους. Ήταν ζωηροί, ευκίνητοι, άξεστοι. Δεν είχαν έλθει ποτέ σε επιμιξία όχι μόνο με τους Χριστιανούς αλλά ούτε και με τους άλλους Οθωμανούς μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669. Τις σχέσεις των Αμπαδιωτών με τους υπόλοιπους μουσουλμάνους χαρακτήριζε αμοιβαία περιφρόνηση.

Οι άλλοι μουσουλμάνοι θεωρούσαν τους Αμπαδιώτες κατωτέρους τους, φυλή ξένη και ταπεινή.Το όνομα Αμπαδιώτης μεταξύ αυτών αποτελούσε ύβρι. Αντίθετα οι Αμπαδιώτες μουσουλμάνοι, ήταν υπερήφανοι για την προέλευσή τους από παλαιούς μουσουλμάνους. Είχαν θρησκευτικές διαφορές από τους υπόλοιπους, δική τους γλώσσα, σε αντίθεση με τους άλλους ομοθρήσκους τους, που μιλούσαν ελληνικά, θεωρούσαν τους άλλους Οθωμανούς νόθους, γιατί προερχόταν σχεδόν όλοι από εξισλαμισθέντες Κρήτες:(Πρβλ.Διονυσίου Κόκκινου, Ακαδημαϊκού, Η Ελληνική Επανάσταση, σ.105). Τα εχθρικά αυτά συναισθήματα, των Αμπαδιωτών Μωαμεθανών, με τους υπόλοιπους Οθωμανούς, επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν οι Χριστιανοί Κρήτες στην επανάσταση του 1821 και να συμμαχήσουν, αλλά προδόθηκαν απ’ αυτούς στον Πασά του Ηρακλείου.

Βέβαια την άποψη, ότι οι τουρκοκρητικοί της Αμπαδιάς Αμαρίου, που διακρινόταν από τους άλλους τουρκοκρητικούς, για το μικρό ανάστημα, τη μελαμψότητα και την ωμότητά τους, προοερχόταν από τους Άραβες, άλλοι ιστορικοί την απορρίπτουν. Κατ’ αυτούς, δεν υπάρχει καμία πληροφορία, ότι σώζονταν Άραβες στην Κρήτη στην επακολουθήσασα Βυζαντινή περίοδο, όπου έγινε συστηματικός εκχριστιανισμός της Κρήτης και στην μετέπειτα ενετοκρατία των 450 χρόνων, πριν την τουρκοκρατία: (Πρβλ. Στεφ. Ξανθουλίδου, Ιστορία της Κρήτης,εκδ. Ελληνική εκδοτική εταιρεία, Αθήνα 1981, σ.74). Τέλος στην τραγική αυτή περίοδο έδωσε ο περίφημος αραβομάχος Στρατηγός και μετέπειτα Βυζαντινός Αυτοκράτορας και Άγιος της Εκκλησίας Νικηφόρος Φωκάς, απελευθερώνοντάς την με μια γιγαντιαία απόβαση και φοβερή σφαγή των αραβοκρητών ως εκδίκηση για τις πέντε προηγούμενες πολύνεκρες προσπάθειες των Βυζαντινών.

Εκχριστιανίζει την Κρήτη με την βοήθεια των Αγίων Νίκωνος του Μετανοείτε και Αθανασίου του Αθωνίτου που έφερε γι΄ αυτό το σκοπό στην Κρήτη αλλά και του Ιωάννου του Ξένου.

Έτσι άντεξε η Κρήτη τα επόμενα 700 χρόνια συνεχούς σκλαβιάς (450 Ενετοκρατίας και 250 Τουρκοκρατίας).

ΕΥΤΥΧΙΟΣ Σ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩN

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Facebook

-ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ-

Δημοφιλη