Connect with us

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κρητικά γιατροσόφια (Μέρος Α’)

Δημοσιεύτηκε

στις

Γραμμένα πριν ένα και πλέον αιώνα στις φυλακές του Ιντζεδίν της Κρήτης και αντιγραμμένα από το τετράδιο του Κωνσταντίνου Ζωγραφάκη, που βρέθηκε ”φιλοξενούμενος” σ’ αυτές τις φυλακές το έτος 1904 δια να εκτίσει ”πενταετήν φυλάκισιν”


Τα γιατροσόφια αυτά, ίσως κάποιοι να τα χαρακτηρίσουν ως απλοϊκά και αφελή, αλλά όμως δε διαφέρουν και πολύ από τις σημερινές ιατρικές οδηγίες .

Τα παραθέτουμε, ως συμβολή στη γνώση της δημώδους ιατρικής της εποχής εκείνης, σε συνδυασμό με τις επεξηγήσεις των αγνώστων λέξεων.

Τα γιατροσόφια αυτά, τα αντέγραψε πιστά ο Γ. Ι. Ζωγραφάκης και περιλαμβάνονται στο βιβλίο του ”Κρητικά Τραγούδια, στον έρωτα, στη ζωή, στη Λευτεριά”.

1) Δια τους ο φ θ α λ μ ο ύ ς, να βρεις 10 λεπτώ*κάδιο* και να πας εις τον καλαμνιώνα* να βρεις ένα καλάμι (ταζέδικο*;) μισομεστωμένο, να κόψεις την απάνω μπάντα*, ν’ αφήσεις δυο-τρεις κοντύλους* και εις αυτό απάνω θα κόψεις να βάλεις εις τον κόντυλα μέσα αυτό το κάδιο, να το αφήσεις να κάμει μιαν αργαντινή* κι έπειτα να πας να ψήσεις το κάδιο (εδώ το λέει ”κάρδιο” -μάλλον λάθος), να το βάνεις εις το μάτι και με αυτό γίνεσαι καλά.
> Επεξηγήσεις: κάδιο: κρυσταλλικό καλαμοζάχαρο πολύ γλυκειάς γεύσης. Το αγόραζες στα μπακάλικα της εποχής. <<Κάδιο 10 λεπτώ>>, δηλ. κάδιο αξίας 10 λεπτών της δραχμής – μία δραχμή = 100 λεπτά.- καλαμνιώνας: ο καλαμιώνας – ταζέδικο: φρέσκο, νωπό – να κόψεις την απάνω μπάντα: δηλ. να κόψεις την πάνω μεριά, την κορυφή του καλαμιού. – κόντυλος: το κομμάτι του καλαμιού ανάμεσα σε δυο <<γόνατα>>. – αργαντινή: μια νύχτα.

2) Δια κ α σ ί δ α*, γιατρική: Μια (ρασομανίκα*;) να τη βάλεις στο λάδι να το πίνει κι έπειτα να βρεις (ιτέα;) με το απύρι* να κουκίσεις* τη μανίκα, έπειτα να την κόψεις, να τση θέσεις ένα (γάστρι*;) από κάτω (καυτό;) και το (όπου;) μαζώξεις στο χαρτί, να το αλείφεις μια φορά την ημέρα, κάμε αυτό και θα γίνεις καλά.
> Επεξηγήσεις: κασίδα: τριχόπτωση – ρασομανίκα (;): μανίκι από χοντρό μάλλινο ύφασμα(;). – απύρι: το θειάφι – να κουκίσεις: να σκορπίσεις πάνω ρίχνοντας κόκκους – (γάστρι;): Μάλλον εννοεί κάποιο πήλινο κομμάτι.

3) Π ο ν ό δ ο ν τ ο, να πάρεις 10 λεπτώ γαρόφαλα*, να βρεις μια κούπα, να τση βάλεις ένα χαρτί (απάνω εκεί στην κούπα) και έπειτα να τη δέσεις σφιχτά και απάνω εις το χαρτί τση κούπας να (θέσεις;) τα γαρόφαλα, έπειτα να βρεις ένα ντενεκέ, να βάλεις κάρβουνα αναμμένα, να τ’ αφήσεις από πάνω εις την κούπα απού είναι τα γαρόφαλα και το χαρτί τρυπημένο να είναι σαν το κόσκινο, να τρέχει μέσα εις την κούπα το σπίρτο* του γαρόφαλου και με αυτό θα κάψεις το αδόντι* αλλά να βλέπεις* να μην πέσει εις άλλο, διότι είναι φαρμάκι* και θα σε κάψει.
> Επεξηγήσεις: 10 λεπτώ γαρόφαλα: Και εδώ εννοεί να αγοράσεις γαρόφαλα (γαρύφαλα ζαχαροπλαστικής) αξίας 10 λεπτών της δραχμής. – Το σπίρτο δηλ. το υγρό που θα βγάνει, το γαρυφαλέλαιο (το γαρυφαλέλαιο είναι το βασικό παυσίπονο και στη σημερινή οδοντιατρική). Το αδόντι, εννοεί φυσικά, το δόντι – Να βλέπεις, δηλ. να προσέχεις – Φαρμάκι: Εννοεί ότι είναι καυστικό, ότι καίει.

4) Δια την τ α π ε ι ν ά ρ α* να πάεις να βρεις μια καρυδιά, να σκάψεις εις τη ρίζα, να βγάλεις από το χώμα μέσα φλούδα….. ένα κομμάτι ως μια παλάμη*, να την κοπανίσεις* λιγάκι δια να ζουμίσει*, έπειτα να τη βάλεις εις την ταπεινάρα από πάνω να τη δέσεις να γιάνει* ευτύς.
> Επεξηγήσεις: Ταπεινάρα: Πρήξιμο αδένων της μασχάλης και των βουβώνων (σοβαρή οξεία αδενίτις) – Ως μια παλάμη: δηλ. να έχει μέγεθος όσο μια παλάμη χεριού – να την κοπανίσεις: δηλ. να τη χτυπήσεις με κάποιο σφυρί, με κάποιο κόπανο. – Να ζουμίσει: Να μαλακώσει, να βγάλει ζουμί. – Να γιάνει: θα γίνει καλά.

5) Δια τη δ ι ά ρ ρ ο ι α να βρεις μερθιά να τη βράσεις να πίνεις το ζουμί, κάθε ώρα να πίνεις μια κουταλιά ή να βράσεις ρίζα να πίνεις το ζουμί και με αυτό περνά η διάρροια
> Επεξηγήσεις: Μερθιά: δηλ. μυρτιά.

6) Διά την π έ τ ρ α*, αγογλώσσους* να ξεπατώσεις, να βάλεις τσι ρίζες εις (εννοεί ως) 150 δράμνια*, να βάλεις και κρασί παλιό 1 οκά*, να το βράσεις να ‘πομείνει 200 δράμια το κρασί, να πίνεις 3 ποτηράκια την ημέρα νηστικός να γίνεις καλά.
> Επεξηγήσεις: Δεν ξεκαθαρίζει που εννοεί την πέτρα. (Στα νεφρά; Στη χολή;) – δράμνια…..οκά: Η οκά ήταν το μέτρο βάρους της εποχής. Καταργήθηκε το 1958 και αντικαταστάθηκε από το κιλό. Ισοδυναμούσε με 1280 γραμμάρια και υποδιαιρούνταν σε 400 δράμια (από κει και η έκφραση: τα έχει 400, δηλ. είναι πλήρης διανοητικά) – Αγογλώσσοι: άγριο χόρτο, μονοετές, βρώσιμο, με μακρύ χνουδωτό φύλλο.

7) Όταν ψ α κ ω θ ε ί* κανείς με αμανίτες* ή με χοχλιούς*, να βράσει σινιαβρόσπορο* έως 160 δράμια, να ‘πομείνει 80 δράμια, να το πιει και να βάλεις και (σιναπισμούς;)* εις τον κύκλο της καρδιάς, δηλαδή εις τη ζερβή μεργιά, εις το βυζί από κάτω* και πόδια και χέργια, να ζεσταίνεις ρασόπανα*, να τα τυλίσσεις συχνά κα να (τρίβεσαι;) με ζεστό νερό εις την καρδιά και (ούτως πως;) γίνεσαι καλά.
> Επεξηγήσεις: Όταν ψακωθεί….με αμανίτες ή χοχλιούς. Όταν δηλητηριαστεί από μανιτάρια ή από σαλιγκάρια – Σινιαβρόσπορος.Σπόρος από σινάπι – Σιναπισμούς. Μάλλον εννοεί καταπλάσματα με σπόρο σιναπιού. – Εις το βυζί από κάτω….Προσδιορίζει ακριβώς τον <<κύκλο της καρδιάς>> – Ρασόπανα: Πανιά από χοντρό μάλλινο ύφασμα.

8) Δια τον κ ε φ α λ ό π ο ν ο λεμόνι φλούδα χωρίς ψίχα και να το δέσεις εις το κούτελό σου. Εάν δεν γίνεις καλά με αυτό, να κοπανίσεις σινιαβρόσπορο* να τονε βάλεις εις ένα πανί και να το πιτίξεις* με ρακή, να το θέσεις στο κούτελό σου, να γίνεις καλά.
> Επεξηγήσεις: Σινιαβρόσπορος: Δες το προηγούμενο. – Να το πιτίξεις: Να το καταβρέξεις.

9) Δια τα ώ τ α θεραπεία, να σφίξεις της δρακοντιάς* τ’ αστάχυ, να βάλεις 3 επί 4 σταλαγματιές εις το αυτί, έπειτα να το πλύνεις με το (χλιο*) νερό, να γίνεις καλά.
> Επεξηγήσεις: Ώτα: τα αυτιά. – Της δρακοντιάς τ’ αστάχυ: Πλατύφυλλο φυτό με βολβό μικρού μεγέθους. Το φύλλο της, ”ψημένο” στα κάρβουνα, το έβαζαν στο στήθος για να φύγει το κρύωμα. – Χλιο: Χλιαρό.

10) Όταν είναι β ρ α χ ν ι α σ μ έ ν ο ς κανείς, να βάλει σταφίδες και σύκα, και τα δυο επί 100 δράμνια, και 200 δράμνια νερό, να τις βράσεις να μείνει 125 δράμια, να το πιεις να σου περάσει.

11) Δια το ρ ί γ ο ς, να βρεις λεμονοκούκουδα, να τα καβουρντίσεις εις αφόργιο τσικάλι, να τα καβουρντίσεις να γίνουνε σαν τον καφέ κι έπειτα να τα (κοπανάς;) και να τα πίνεις σαν τον καφέ, να βράζεις 2 επί 3 φορές και έπειτα να το συρώνεις* να πίνεις το πρωϊ και να κάνεις περίπατο να πιάνει τσι φλέγες σου κι έπειτα να θέσεις να κοιμηθείς ολίγο και με αυτό θα γίνεις καλά.
Επεξηγήσεις: Λεμονοκούκουδα: Κουκούτσια από λεμόνι. – Αφόργιο τσικάλι: Αχρησιμοποίητο τσουκάλι (κατά κανόνα πήλινο) – Να το συρώνεις. Να το στραγγίζεις – Να πιάνει τσι φλέγες. Να κυκλοφορεί στις φλέβες με το περπάτημα – Να θέσεις. Να ξαπλώσεις.

12) Δια να γιατρέψει κανείς π λ η γ ή, όπου κι αν ευρίσκεται, να βρεις ποντικαλάκια* να μην είναι ξετυφλωμένα, δηλαδή αμάλλιαστα, να τα βάλεις εις ένα μπουκάλι και να βάλεις και λάδι να τα χώνει και να βάλεις όξω το μπουκάλι, αλλά να μην του δίνει ο ήλιος, μόνο να του δίνει ο αέρας έως να λύσουν- μάλλον εννοεί να λιώσουν- τα ποντικαλάκια εις το λάδι και έπειτα να το βάνεις εις την πληγή και να την αλείφεις με αυτό και όντως θα γίνεις καλά.
> Επεξηγήσεις: Ποντικαλάκια, δηλ. ποντικάκια – Αμάλλιαστα, δηλ. δεν έχουν βγάλει ακόμη μαλλιά-είναι τυφλά ακόμη, δεν είναι ξετυφλωμένα, όπως λέει – Να τα χώνει το λάδι, δηλ. να τα σκεπάζει το λάδι – Να μην του δίνει ο ήλιος, δηλ. να μην το χτυπά ο ήλιος.

(Τα γιατροσόφια θα συνεχιστούν σε επόμενο άρθρο!!)

Επιμέλεια κειμένου: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Σχολιασε

ΑΦΗΣΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *