Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μουγκρινάρα, ένα αρχαίο αμυντικό όπλο,εργαλείο,μουσικό όργανο,παιχνίδι

Δημοσιεύτηκε

στις

Ένα αρχαίο αμυντικό όπλο – εργαλείο – μουσικό όργανο – παιχνίδι – μια θύμηση από τα παιδικά μου χρόνια – πενήντα χρόνια πριν…..


Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1960, που τουλάχιστον ο γράφων δεν ξεπερνούσε τα δέκα χρόνια της ζωής του.

Οι σχέσεις των ανθρώπων τότε, ήταν πολύ οικίες, αγνές και πολύ φιλικές.

Όλο το χωριό μας τουλάχιστον, η Γαλιά δηλαδή, αποτελούσε μια γειτονιά, μια παρέα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Μια γειτονιά όμως αποτελούσε και κατά τη διάρκεια της νύχτας και ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες.

Και όλα αυτά, γιατί όλοι οι χωριανοί μας, κοιμόντουσαν στις ταράτσες των σπιτιών των, για να απολαύσουν την νυχτερινή δροσιά και τον καθαρό αέρα, καθ’ όσον τα σπίτια δεν μπορούσαν να δροσιστούν στο εσωτερικό όπως σήμερα συμβαίνει, που με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας μεταβάλλονται σε τεχνητή όαση.

Και έτσι το κουτσομπολιό έπαιρνε και έδινε μέρα και νύχτα.

Τα βράδια, εμείς τα μικρά παιδιά, επικοινωνούσαμε πάνω από τις ταράτσες των σπιτιών, όσον αφορούσε τα δικά μας θέματα.

Τις περισσότερες όμως φορές, μέναμε απλοί ακροατές στην διαλογική συζήτηση των πιο μεγάλων της γειτονιάς.

Ο γράφων, το καλοκαίρι του 1964 είχε την τύχη να βρεθεί, έστω προσωρινά, σε πλεονεκτική θέση ως προς τα άλλα παιδιά της γειτονιάς και η αιτία ήταν ένα καινούριο παιχνίδι, που είχε αρκετά μεγάλη πέραση μόλις το σκότος έπεφτε.

Δημιουργός του παιχνιδιού αυτού ήταν ο πατέρας του Μανώλης Ζαχαριουδάκης ή Ντουϊντομανώλης και που έφτιαξε αυτό το πρωτόγνωρο, το πρωτότυπο, το εντυπωσιακό, τουλάχιστον για την εποχή εκείνη.

Έφτιαξε μία μουγκρινάρα !!!!!!!!

stamni9

Λίγες μέρες όμως αργότερα οι μουγκρινάρες ήταν αρκετά πολλές στη γειτονιά μας, καθ’ όσον και άλλοι γείτονες τον μιμήθηκαν.

Την λέξη μουγκρινάρα, την ακούσαμε τότε για πρώτη φορά στη ζωή μας, όπως και πολλοί άλλοι.

Ονομαζόταν μουγκρινάρα, διότι ο ήχος που έδινε έμοιαζε με πάρα πολύ δυνατό μούγκρισμα.

Σίγουρα δεν ήταν δική του η τεχνική.

Από κάπου, πιο παλιά και αυτός την είχε μάθει.

Η κατασκευή της ήταν πολύ απλή και κατανοητή.

Όλοι εξεπλάγησαν με το τελικό αποτέλεσμα.

Δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια και στα αυτιά των.

Πήρε μια ολάκερη στάμνα, απ’ αυτές που έβαζαν το πόσιμο νερό και έκοψε προσεκτικά το κάτω μέρος αυτής, τον πάτο δηλαδή.

Δημιουργήθηκε τόσο άνοιγμα, όσο να μπορούν να μπαίνουν και να βγαίνουν τα χέρια μας συγχρόνως χωρίς να δυσκολεύονται.

Το στόμιο της στάμνας το σκέπασε με φρέσκο δέρμα λαγού, αφού το τέντωσε και το έδεσε πολύ καλά με λουρί από δέρμα.

Χρησιμοποίησε δέρμα λαγού λόγω της ανθεκτικότητας και της λεπτότητας του.

Δεν χρειαζόταν λέει να είναι πολύ παχύ, όπως παράδειγμα από μεγάλο ζώο.

Το άφησε και ξεράθηκε πάνω στη στάμνα πολύ καλά.

Στη συνέχεια τρύπησε το δέρμα και πέρασε ένα καλά κερωμένο σπάγκο από τη στάμνα μέσα, μέχρι έξω.

Το ίδιο λέει αποτέλεσμα θα είχε και εάν πέρναγε και ένα δροσερό βούρλο.

Στην άκρη του σπάγκου, έξω από το δέρμα, είχε κάμει ένα κόμπο για να μένει σταθερός ο σπάγκος.

Και η μουγκρινάρα ήταν έτοιμη για χρήση.

Ο παίκτης καθίζει κάτω στο έδαφος και προσαρμόζει την στάμνα μέσα στα σκέλια του και την κρατά καλά.

Βρέχει τα χέρια του με νερό ή με σάλιο και τραβάει απαλά το κερωμένο σπάγκο ή το βούρλο από μέσα προς τα έξω.

Όταν πάει το ένα χέρι γυρίζει το άλλο.

Ο ήχος που δίνει μοιάζει με δυνατό μούγκρισμα και ακούγεται από πολύ μεγάλες αποστάσεις.

Δέος μεγάλο καταπιάνει όποιον την ακούσει και ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της νύχτας και ακόμα περισσότερο αν την ακούσει στην εξοχή.

Γρήγορα ξαπλώθηκε η τεχνική αυτή σ’ ολόκληρη τη γειτονιά μας.

Ένα παιδί σταμάταγε……. άλλα τρία συνέχιζαν με αμείωτη ένταση, ευθύς αμέσως μετά την δύση του ηλίου.

Και να και τον φίλο μου το Γιάννη του Παπά και να και το φίλο μου το Γιώργη του Ρετσεπομιχάλη και τόσους και τόσους άλλους…….

Δημιουργούνταν κάθε βράδυ κάτι το μοναδικό, κάτι το ανεπανάληπτο.

Λες και θέλαμε να διώξουμε τους γείτονες από τα σπίτια των μέσα.

Μια συγχορδία από το μουγκριτό, που ας πούμε, μονάχα την παραμονή των Χριστουγέννων την είχαμε γνωρίσει μέχρι τότε, καθ’ όσον όλοι οι χωριανοί έσφαζαν τον χοίρο τους, ο οποίος ήταν προορισμένος για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Η μουγκρινάρα έχει χαρακτηριστεί και σαν μουσικό όργανο.

Η φωνή και οι ήχοι βγαίνουν από το βάθος της στάμνας προς τα έξω.

Στην Κρήτη λέγεται ότι την χρησιμοποιούσαν ως επί το πλείστον στα κεντρικά και δυτικά για να διώχνουν τα πουλιά και τα αρπαχτικά ζώα από του σιτοβολώνες, τα μποστάνια και τα αμπέλια, καθ’ όσον αποτελούσαν μια μεγάλη μάστιγα την εποχή εκείνη.

Λέγεται επίσης ότι την χρησιμοποιούσαν και σαν αμυντικό όπλο. Διότι με το δυνατό μουγκριτό που βγάζει, ο εχθρός ή τα άγρια ζώα έφευγαν και πολύ περισσότερο αν ήταν νύχτα, διότι νόμιζαν ότι βρισκόταν κοντά σε επικίνδυνη ζώνη.

Όπως και να έχει το πράγμα εμείς τα παιδιά την γνωρίσαμε, την αγαπήσαμε και την αγκαλιάσαμε σαν το αγαπημένο καθημερινό και πολύ διασκεδαστικό παιχνίδι.

Και ενώ οι ‘μέρες περνούσαν, ο χρόνος
κυλούσε, εμείς μεγαλώναμε και τα ενδιαφέροντα μας άλλαξαν, η μουγκρινάρα παρέμεινε, μόνη, εγκαταλελειμμένη, σκονισμένη και χωρίς φίλους, αλλά ευτυχώς σε ασφαλές μέρος.

Μέσα σε μία προθήκη της αποθήκης του σπιτιού μας.

Πέρασαν τόσα πολλά χρόνια, που φαίνεται να ‘ταν σαν χθες από το καιρό εκείνο.

Ο γράφων την ανέσυρε, την φωτογράφησε και της έδωσε την ανάλογη διάσταση και αξία που της άρμοζε.

Τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα.

Η φωτογραφία αυτή συνοδεύει το παρόν δημοσίευμα.

Όπως προαναφέραμε, στη Γαλιά την γνωρίσαμε από τον πατέρα μας Μανώλη Ζαχαριουδάκη ή Ντουϊντομανώλη, σήμερα ακόμα στη ζωή, ενώ διανύει τα 101 χρόνια της ζωής του.

Ήταν όμως διαδεδομένη από τα παλιά χρόνια σε ολόκληρη τη Κρήτη.

Ήρθε στην Κρήτη το πιθανότερο από την Αφρική, καθ’ όσον εκεί την χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό για την εκδίωξη αγρίων ζώων, αλλά η χρησιμότητα της ταιριάζει και με τελετές κατά τη διάρκεια μύηση ή θανάτου κάποιου σημαντικού ανθρώπου από την κοινότητα, που γίνονται στη χώρα αυτή.

Κείμενο: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ