Connect with us

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο Ντουϊντομανώλης από τα Βορίζα κάτοικος Γαλιάς, παλαίμαχος του Αλβανικού μετώπου, ετών 102, θυμάται

Avatar

Δημοσιεύτηκε

στις

Θυμάται εβδομηνταπέντε χρόνια πριν, τις πρώτες στιγμές της μάχης, της πρώτης γραμμής του Αλβανικού μετώπου.


Θυμάται, που με ταγματάρχη τον αείμνηστο Κουρή και ομαδάρχη του τον αείμνηστο Ιωάννη Αλεξάκη από το Ζαρό, δάσκαλο, όλοι τους μαζί τραγούδαγαν εμψυχωτικά τραγούδια και συγχρόνως πολεμούσαν κατά των Ιταλών.
Θυμάται πως με αυτά τα τραγούδια έπαιρναν κουράγιο και δύναμη και με ανεβασμένο το ηθικό, απέτρεπαν τα σχέδια του αντιπάλου.

Θυμάται επίσης και πολλά άλλα πολεμικά τραγούδια της εποχής του, που κατέγραψα ακούγοντας τα απ’ αυτόν, καθώς διαπίστωσα την αυθεντικότητα τους, και θα τα παραθέσω στη συνέχεια.

Δεν θα παραλείψω όμως να αναφερθώ εν συντομία στη μεγάλη δράση του, στο συγκεκριμένο πόλεμο.

Ειδικά στις πρώτες στιγμές της μάχης, που ενώ όλο το τάγμα του ευρίσκετο ακόμα στους πρόποδες του υψώματος, αυτός σηκώνοντας το οπλοπολυβόλο του στον ώμο και με ” μια αναπνιά ” ευρέθη στη ψηλότερη κορφή του υψώματος.

Στη συνέχεια με τη συνδρομή των γεμιστών του οπλοπολυβόλου, έβαζε αλλεπάλληλες ριπές κατά των Ιταλών, με αποτέλεσμα το Τάγμα του να ανέβει το ύψωμα με κάποια σχετική ευκολία.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του αείμνηστου Ταγματάρχη του,του Κουρή, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του Παπαδοδημήτρη από τα Βορίζα, αλλά και του Ζαχαρογιάννη από τη Γαλιά, πως αν είχε άνδρες στο Τάγμα του από τα Βορίζα και τη Γαλιά και να μοιάζουν του Ντουϊντομανώλη, ο πόλεμος με τους Ιταλούς θα ήταν, γι αυτόν, ”παιχνίδι”.

Επίσης ο Γεώργιος .Ι.Ζωγραφάκης, στο βιβλίο του ΄΄Αναμνήσεις από το πόλεμο του 1940 – 41 στην Αλβανία όπως τις καταγράφει ο Μιχαήλ Λεμονάκης, διαβιβαστής, από το Ζαρό”, τον αναφαίρει σαν τον, γενναίο Ντουϊντομανώλη από τη Γαλιά.

Ενώ στο ίδιο βιβλίο, ο Μιχαήλ Λεμονάκης, στο πολεμικό του ημερολόγιο γράφει: ” Κατευθυνόμουν δια της πύρινης κάνης, όπου έπρεπε ν’ αλλάξουν, μη προσέλθουν εις εμπλοκήν, τους εύρισκα περί το ένα μέτρος και εκαλυβόταν από τους κάλυκες μες στο σκοτάδι, όπως ο Ντουϊντομανώλης από τα Βορίζα, όπου σήμερο κατοικεί εις το χωρίον Γαλιά, σκοπευτής ”. Και συνεχίζει: ” Όταν στο λεπτό ρίχνει 300 σφαίρες, την ώρα ρίχνει 20.000, σκέψου τα δέκα ημερόνυχτα σε μία θέση, (για)τι ήταν χωσμένοι στσι κάλυκες.

Πριν ξεκινήσω όμως να σας παραθέσω τα πολεμικά τραγούδια που κατέγραψα από αυτόν, θα σας αναφέρω ότι ο Μανώλης, στις προαναφερώμενες μάχες, τραυματίστηκε στο κεφάλι και μάλιστα στην Ινιακή χώρα, αλλά δεν εκαταδέχθηκε ποτέ να υποβάλει δικαιολογητικά για να πάρει πολεμική σύνταξη από το Ελληνικό Κράτος!! (Αυτή ήταν μια επιλογή δική του!! Λάθος ή σωστή;;;)
———————————–
ΣΑΝ ΠΕΘΑΝΩ ΜΕΣ ΤΗ ΜΑΧΗ…..

Σαν πεθάνω μες στη μάχη,
του πολέμου τη φωτιά
θάψετε με φανταράκια,
τρίτου λόχου τα παιδιά.(ανήκε στον τρίτο λόχο)

Βάλετε μου για σημάδι,
ένα πέτρινο σταυρό
μ’ άσπρα γράμματα γραμμένο,
για να λεν πως είμαι ‘γώ.

Βάλετε μου για σεντόνι,
μια σημαία γαλανή
μες το αίμα βουτηγμένη,
να σκεπάζει το χακί.

Ξενιάσου καημένη πατρίδα,
σαν έχεις εμάς τα παιδιά
στον όρκο επάνω πεθαίνω,
για σένα πατρίδα γλυκιά!!
———————————-
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΕΡΝΟΥΝΕ….

Στρατιώτες στο δρόμο περνούνε
γοργό τραγουδόντας σκοπό
Ντουφέκι κρατάνε στον ώμο
και ξίφος φορούν στο πλευρό.

Κοπέλα στη πόρτα πεθιέται
και λέει το τραγούδι σιγά
με κάποιο φαντάρο αγαπιέται
και να ο λεβέντης περνά.

Ξενιάσου καημένη πατρίδα,
σαν έχεις εμάς τα παιδιά
στον όρκο επάνω πεθαίνω,
για σένα πατρίδα γλυκιά!!
———————————
ΚΟΡΟΙΔΟ ΜΟΥΣΟΛΙΝΗ……

Κορόιδο Μουσολίνι,
κανείς δεν θα σου μείνει,
και εσύ και η Ιταλία,
η πατρίδα σου η γελοία,
τρέμετε όλοι το χακί.

Δεν έχεις διόλου μπέσα
κι όντο θα μπούμε μέσα,
ακόμα και στη Ρώμη, γαλανόλευκη
θα υψώσουμε σημαία ελληνική.

– Που ‘σε βρε Μπενίτο;;
– Κρυμμένος στη σπηλιά!!
– Κατέβα παρακάτω.
– Φοβάμαι το Τσολιά!!
———————————–
ΒΑΝΕΙ Ο ΝΤΟΥΤΣΕ ΤΗ ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ…..

Βάνει ο Ντούτσε τη στολή του
και τη σκούφια την ψηλή του,
μ όλα τα φτερά!
μ’ όλα τα φτερά!

Και μια νύχτα με φεγγάρι
την Ελλάδα πάει να πάρει,
βρε, το φουκαρά!
βρε το μασκαρά!

Το τσολιά μας τον λεβέντη
βρίχνει στα βουνά
και σπαράζει τον αφέντη
το μακαρουνά!
το μακαρουνά!

Αχ, Τσιάνο!
με τους τσολιάδες ποιος μου τό ‘πε να τα βάνω!
η χώρα η ξακουσμένη η Ελλάδα δηλαδή
τον Ντούτσε περιμένει ποχείρες ζηλευτή.

Στέλνει ο μέγας Ναπολέως
μεραρχίες πειναλέως
στο βουνό ψηλά!
στο βουνό ψηλά!

για να βρουν τον διάβολό τους
κι ο στρατός μας αιχμαλώτους
τσούρμο κουβαλά!
τσούρμο κουβαλά!

Κι οι Κένταυροι οι καημένοι,
νηστικοί, ξελιγωμένοι
πέφτουν στο νερά!
πέφτουν στα νερά!

Αχ! Γκράτσι, αυτό που πάθαμε εσένα νε να κάτσει,
σε κάρβουνα αναμμένα μ’ έχεις κάτσει,
μας πήρανε τη Κορυτσά και τ’ Αργυρόκαστρο
και έθια ορμή την έχουνε ογλήγορα στα Τίρανα θα μπουν.
————————————————
ΣΤΟ ΠΟΥΝΤΑΤΟΡ

Στο Πουντατόρ στο βουνό, χόρτο να μη φυτρώσει,
ούτ’ ένα φίδι βρομερό να μη μπορεί να σώσει.
Εκεί χαθήκαν τα παιδιά του γέρο ψηλορείτη
και μαύρα ρούχα εφόρεσε η μάνα μας η Κρήτη.
Μα με τα ρούχα μας ογρά και λάσπες φορτωμένοι
πέφτομε και κοιμούμαστε οι κακομοιργιασμένοι.
Ποτέ φωθιά δεν ήψαμε λίγο να ζεσταθούμε,
γιατ’ είχαμε τον κίνδυνο πως θα βομβαρδιστούμε.
Γονατιστοί κατέβαιναν από το Πουντατόρ
”Μητέρα μου – φωνάζανε – και φάγανε με οι πόνοι”.
Μα ‘ταν η μάνα τους μακριά, καθόλου δε γρικούσε
μα ‘ταν η Παναγιά κοντά, και τους εβοηθούσε!
—————————————————
T Ο Υ Β Λ Α Χ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ

Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι Αλέξης ο αντρειωμένος
Και το μικρό βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης
Αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοτραγουδούνε
Κι αντάμα ‘χουν τσοι μαύρους τους στον πλάτανο δεμένους.
Πουλάκι επήγε κι ήκατσε δεξιά μεριά στην τάβλα.
Δεν τραγουδούσε σαν πουλί ,δεν έλεγε σαν αηδόνι ,
Μόνο μιλούσε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα.
« Αντάμα τρώτε , πίνετε και γλυκοτραγουδείτε
Κι αντάμα είν ‘ οι μαύροι σας στον πλάτανο δεμένοι,
Μα οπίσω σας κουρσεύγουνε Σαρακηνοί κουρσάροι.
Πήραν του Κώστα τα παιδιά , τ’ Αλέξη τη γυναίκα
Και του μικρού βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη» .
Ώστε να στρώσει ο Κωσταντής και να σελώσει Αλέξης
Βρέθηκε το βλαχόπουλο στ’ άλογο καβαλάρης.
« Για σύρε, βρε βλαχόπουλο, στη βίγλα να βιγλίσεις.
Αν είν‘ πενήντα κι εκατό χύσου μακέλεψέ τσοι.
Αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησέ μας» .
΄Ησυρε το βλαχόπουλο στη βίγλα και βιγλίζει.
Θωρεί Τουρκιά , Σαρακηνούς κι αράπηδες κουρσάρους .
Άρχισε να τσοι διαμετρά,διαμετρημό δεν έχουν.
Σκύβει φιλεί το μαύρο ντου.
« Δύνασαι ,μαύρε, δύνασαι στο αίμα για να πλέξεις
Κι όσους θα κόψει το σπαθί, τόσους θε να πατήσεις ?
« Δύναμ ‘, αφέντη , δύναμαι στο αίμα για να πλέξω
Κι όσους θα κόψει το σπαθί , τόσους θε να πατήσω».
« Βοήθα ευκή τση μάνας μου , ευκή και του γονιού μου,
Βλόγα του πρώτου μ ‘ αδελφού ευκή και του στερνού μου».
Στο έμπα χίλιους έκοψε , στο έβγα δυο χιλιάδες
Και στ ‘ αναποδογύρισμα δεν ήβρικε να κόψει.
————————————————–
ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ

Άγρυπνος φρουρός στα ένδοξα σύνορα της αγαπημένης μας πατρίδας
όπως το Διάκο και το Λεωνίδα κάτω στα στενά των Θερμοπυλών.
Η ψυχή μου γεμάτη από το Μαραθώνα, από τις Θερμοπύλες
από το χάνι της Γραβιάς, από την Αλαμάνα, από το Μεσολόγγι,
από το Σούλι, από τ’ Αρκάδι, από το σπήλιο του Μελιδονιού
από το σπήλιο της Μιλάτου και από τον ένδοξο πύργο του Ξωπατέρα.
Μα συ για τη πατρίδα σου όταν θα σε προστάξει
γίνεσαι θρύλος σταυραϊτός στο χέρι σου ν’ αρπάξεις
εκείνονά που βάλθηκε το χώμα να μολύνει
μέχρι από το αίμα του μια στάλα να μη μείνει.
Το ν- αψηφάς το θάνατο, όσο κοντά κι’ α- νάναι
το ένδοξο το βήμα σου χιλιάδες το μετράνε,
το τιμημένο όπλο σου τη Λευτεριά φυλάει
και με τις τόσες νίκες σου ο κόσμος εξεπλάει.
Γεννήθηκες να πολεμάς το βάρβαρο εχθρό μας
κι αν πάτησε πολλές φορές στο χώμα το δικό μας
η λόγχη σου τον τρύπησε κι’ έφυγε ντροπιασμένος
και μήσεψε με στεναγμό, καταξεφτηλισμένος!!!

Καταγραφή, διατύπωση, φωτογραφικό υλικό: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Ακολουθήστε το Cretanmagazine στο Google News και στο Facebook