Γιατί έφτιαχναν κάποτε τα χωμάτινα σπίτια;


Οι λόγοι που πολλοί κάποτε έφτιαχναν σπίτια από χώμα ήταν κυρίως η ανέχεια και ο περιορισμός του χρόνου. Στο Τυμπάκι για παράδειιγμα της Μεσαράς, αρχές του 1942 όπου ξεκίνησε το αεροδρόμιο, γκρέμισαν οι Γερμανοί όλα τα σπίτια του χωριού για να πάρουν τις πέτρες τους, και άφησαν μονάχα περίπου 15, τα πιο μεγάλα, για να στεγάσουν τις διάφορες υπηρεσίες τους, όπως μαγειρεία ιατρεία διοικητικές υπηρεσίες, αποθήκες κλπ. Άφησαν φυσικά και την εκκλησία τον Άγιο Τίτο.

Παράλληλα πήραν και τις ελιές τους για να κατασκευάσουν στη θέση τους το αεροδρόμιο με τα υλικά τις πέτρες όπου οι Έλληνες εργάτες τις έσπαγαν σε μέγεθος αυγού! Μετά και τη διαταγή να εκκενώσουν το Τυμπάκι, οι κάτοικοι πλέον σκόρπισαν στα γύρω κοντινά χωριά για να κατοικήσουν, όπως στους Βόρους, στη Φανερωμένη στο Κλίμα στο Λαγολιό στον Άη Γιάννης στη Γαλιά κλπ. Υπήρχε τόση φτώχεια στη περιοχή που εκείνη τη χρονιά δεν έβρισκες ούτε χόρτο πουθενά ή χοχλιό να μαγειρέψεις!

Στη συνέχεια βομβαρδίστηκε και το Μαγαρικάρι και άλλα χωριά.

Οι κάτοικοι πήραν αργότερα και κάποια μικρή οικονομική ενίσχυση με το «σχέδιο Τρούμαν», και ξεκίνησαν σιγά σιγά και αγόραζαν τα υλικά για το νέο τους σπιτικό. Με βάσει το χώμα λοιπόν και το αχυρο, θα έφτιαχνε κάποτε το σπίτι του! Κάποιος που δεν είχε την οικονομική άνεση να χρησιμοποιήσει τη πέτρα τον ασβέστη και τα τσιμέντα που είχαν κόστος, το εκανε με αυτα τα χωρίς κόστος υλικα!

Οι περισσότεροι για να μπουν το γρηγορότερο στο νέο τους σπίτι, έπρεπε να κατασκευάσουν ένα δύο δωμάτια τουλάχιστον προσορινά, με χωμάτινους πλίνθους που τους λέγανε και «πλίθρες».

Οι πλίθρες και το λεπιδόχωμα

Σχεδόν σε όλα τα χωριά της Μεσαράς υπήρχαν παλιά αρκετά χωμάτινα σπίτια εκείνα τα χρόνια, αλλά πιο πολλά στο Τυμπάκι. Και σημερα ακομα μετά από τόσα χρόνια σώζεται ενα, αυτό της φωτογραφιας. Κατάλληλο χώμα για χτίσιμο αλλά και στεγανοποίηση της οροφής, ήταν το λεγόμενο «λεπιδόχωμα» ή «λεπίδα», γιατί ήταν άργιλος και αν βρεχόταν γινόταν γλιστερό σαν σαπούνι. Με αυτό οι τεχνίτες της κεραμικής, έφτιαχναν και τα κεραμικά τους, όπως σταμνιά και τα πιθάρια, αλλά και οιφτωχοί με αυτό έφτιαχνε και τις σκεπές των σπιτιών τους. Στη Μεσαρά υπήρχαν πολλά μικρά λατομεία με τέτοιο χώμα αργιλώδες, αλλά το ποιο σπουδαίο λατομείο ήταν ο «λεπιδιάς» ή «λεπιδόλακος» που ήταν στα Σκούρβουλα, με μαύρο χώμα ιδανικό για όλες τις παραπάνω χρίσεις. Το χώμα το έσκαβαν οι μεγάλοι, το έβαζαν σε «(γ)ίτινα σακιά» σαν λινάτσες, το φόρτωναν στα γαϊδούρια περίπου 50 οκάδες και το άδειαζαν στην αυλή του σπιτιού, τα άπλωναν για να ξεραθεί και να χρησιμοποιηθεί αργότερα.
Το ύφασμα το έφτιαχναν αρχικά στη Ιτα της Αμερικής από φυτικές ίνες αθάνατου ή χουρμαδιάς, και αργότερα έφτιαχναν και στην Ελλάδα, διότι ήταν ανθεκτικά αού η κλωστή ήταν ανθεκτική. Τέτοια σακιά είχαμε μέχρι το 1960, και σε αυτά έβαζαν και το τσιμέντο οι τσιμεντοβιομηχανίες, και το οποίο σακί επιστρεφόταν από τον αγοραστή. Μετά βγήκαν τα χάρτινα σακιά. Για μια ταράτσα 5Χ5 μέτρων, ήθελε 10 δρομολόγια λεπιδόχωμα.

Ξεκινώντας μια κατασκευή ενός σπιτιού με χωμάτινες πλίθρες

Όταν ξεραινόταν το χώμα το κοπάνιζαν καλά με ένα κόπανο να γίνει ψιλό, το κοσκίνιζαν και πάνω στο σωρό με το κοσκινισμένο χώμα αυτό, έριχναν ψιλό άχυρο από τον αχυρώνα ή το αλώνι, ή τις ματζαδούρες (φάτνες), κυρίως αυτό που δεν έτρωγαν τα ζώα γιατί ήταν, ή πολύ χονδρό κόνυλο, ή ήταν πολύ λεπτό, γιατί είχε πολύ άγανο.

Έριχναν το άχυρο στο σωρό και το ανεκάτευαν καλά, και μετά έριχναν το νερό, Το μάλασαν καλά ώσπου να γίνει λάσπη, στη συνέχεια την έβαζαν σε καλούπι ξύλινο, πίεζαν με τα χέρια τους τη λάσπη καλά από πάνω να καθίσει παντού, και μετά την τούμπαραν σε σειρές μία – μία πλίθρα, και κάθε δύο ή τρείς μέρες τις γύριζαν ανάποδα να στεγνώσουν και από κάτω.

Σε μια βδομάδα οι πλίνθοι ήταν έτοιμοι για το χτίσιμο! Δεν πείραζε κι αν δεν ήταν τελείως στεγνές οι πλίθρες, γιατί θα στέγνωναν και χτισμένες στον τοίχο στη συνέχεια. Πολλές φορές και μετά τη κατοχή που δεν υπήρχε η ανάγκη κύριας κατοικίας, έφτιαχναν χωμάτινα δωμάτια, κυρίως οι γυναίκες πρόχειρα καταλύματα όπως στάβλους, κοτέτσια, χοιροστάσια κλπ. Οι ίδιες οι γυναίκες καμιά φορά τα σοβάντιζαν κιόλας με λάσπη και άχυρο! ‘Εφτιαχναν επίσης και τη παρασθιά τους από πυρίμαχα υλικά με βάση την άμμο, και τη σοβάντιζαν και εκείνη με λάσπη!

Πάντως ο σοβάς στις περισσότερες παλιές κατοικίες πέτρινες ή χωμάτινες, ήταν και αυτός με λάσπη και άχυρο, και στη συνέχεια έτριβαν τον τοίχο με την παλάμη τους ή με ένα ταβλί που είχε ένα χερούλι. Το δε πάτωμα τις πιο πολλές φορές ήταν φτιαγμένο όπως τα αλώνια, δηλαδή με λάσπη άχυρο και βουτσά (κόπρανα αγελάδας). Πατούσαν αρχικά καλά – καλά το χώμα έριχναν το μείγμα και όταν είχε πλέον ξεραθεί, το πάτωμα ήταν πολύ ανθεκτικό, αλλά και ιδανικό στο να μην γλιστράει!

Η ώρα της σκεπής με λεπιδόχωμα

Σαν τέλειωναν οι τοίχοι, για οροφή επάνω έμπαιναν αρχικά τα μεσοδόκια, που ήταν κυρίως από κυπαρίσσια ή πλατάνια ή άγρια μουριά. Τα τοποθετούσαν στη σειρά ανά 70 εκατοστά, και πάνω εκεί πλεκόταν η καλαμωτή, η οποία ήταν καλάμια κομμένα ομοιόμορφα καθαρισμένα σε ίδιο μήκος, και ένα – ένα τα τοποθετούσαν στη σειρά και κολλητά. Τα καλάμια όλα τα έδεναν το ένα με το άλλο απ’ άκρη σε άκρημε σπάγκο ή ψιλό τέλι.

Πολύ σπουδαίο ρόλο έπαιζε η καλαμωτή τότε, διότι το καλάμι απορουφούσε όλη την υγρασία τον χειμώνα και την ελευθέρωνε το καλοκαίρι! Το ίδιο και οι χωματινοι τοίχοι με το άχυρο.

Πάνω από τη καλαμωτή έμπαιναν βλαστοί από σφάκες (πικροδάφνες) παντού και στη συνέχεια έμπαινε στρώση λάσπης, η οποία απλωνόταν με τα χέρια παντού για να μην υπάρχουν οπές. Αν η κατασκευή ηταν λίγο πιό προσεγμένη, τότε αντί σφάκες εμπαιναν πλεχτά αφράτα, φυτό που ευρισκαν σε λιμνώδη εδάφη, όπως στον Αφραθιά, δυτικά των Μοιρων.

Τέλος έμπαινε η λεπίδα σε μορφή ψιλοκοπανισμένου χώματος, σε πάχος 5 εως και 20 εκατοστών περίπου. Κι όμως αυτό το πάχος της λεπίδας ήταν αρκετό να στεγανοποιήσει τέλεια την οροφή, τουλάχιστον για τρία τέσσερα χρόνια! Αν τύχαινε μονάχα και ήταν βαρύς ο χειμώνας, και έκανε κάποιες μεγάλες νεροποντές, μπορούσαν να παρασύρουν ένα μέρος της, οπότε έφερναν νέο χώμα και την αντικαθιστούσαν.

Ένα τέτοιο σπίτι χωρίς το ηλεκτρικό πεδίο του ηλεκτρικού ρεύματος, ήταν ένα απόλυτα φυσικό περιβάλλον, απολυτα ανακυκλώσιμο, και ας το υποτιμούμε εμείς σήμερα!

Το παλιό χαμηλοτάβανο σπίτι του παππού

Δεν ξεχάσαμε φυσικά εμείς οι παλαιότεροι, τα χαμηλοτάβανα σπίτια των παππούδων μας, που αν και λιτά και φτωχικά, εκεί περνάγαμε ατέλειωτες ώρες τα χειμωνιάτικα βράδια. Τα γέρικα αυτά πέτρινα σπίτια ασοβάντιστα απ’ έξω, και σοβαντισμένα με πηλό από μέσα, πολλές φορές ήταν και κύριες κατοικίες νοικοκύρηδων, απλά υπήρχε η νοοτροπία της εποχής που δίδασκε τους ανθρώπους:

«Σπίτι όσο χωρείς, και χωράφι όσο θωρείς!»
Ας μην έχεις δηλαδή μεγάλο σπίτι, φτάνει να διαθέτεις χωράφι μεγάλο, όσο φτάνει το μάτι σου! Αυτά τα απλοϊκά σπίτια, μπορούσαν να στεγάσουν την οικογένεια προφυλαγμένη όχι μονάχα από το νερό της βροχής, αλλά και από το κρύο και τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού! Μπορούσαν να κρατήσουν και τη ζεστασιά της οικογένειας και την ελπίδα για ένα πιο όμορφο αύριο. Τα απλά αυτά σπίτια στέγαζαν και πολύτεκνες οικογένειες με δέκα παιδιά ή και παραπάνω, και αν και υπήρχαν λίγα τα αγαθά στο σπίτι, όμως υπήρχαν κανόνες, σεβασμός προς τους γονείς, προς τους δασκάλους, και γενικά στους μεγαλύτερους. Υπήρχαν λίγα αντικείμενα στο σπίτι, και κυρίως τα βασικά, η λάμπα πετρελαίου, ο λύχνος, όμως υπήρχε περισσότερο φως στην καρδιά τους από ότι σήμερα που έχουμε άπλετο φώς αλλά με πολύ σκοτάδι μέσα μας! Ο νους ήταν ο φωτεινός, και έτσι και το χαμόγελο του διπλανού σου. Σήμερα με την απομόνωση του ανθρώπου, ο κάθε ένας φοβάται να έρθει σε επικοινωνία με τον άλλο, και είναι και αδιάφοροι στα προβλήματα των άλλων! Την ίδια μέρα που ο ένας πενθεί το χαμό προσφιλούς του ανθρώπου, ο γείτονάς του κάνει γάμο και διασκεδάζει!

Το χωμάτινο σπίτι στη σημερινή εποχή, και τι είναι η η “φυσική δόμηση”

Η τεχνική κατασκευής των παλιών σπιτιών δεν έχει μεταφερθεί στις νεώτερες γενιές από τους παλιότερους, και έτσι πλέον έχει ξεχαστεί τελείως καθώς και αυτή η ίδια η ύπαρξη χωμάτινων σπιτιών! Κι όμως σήμερα υπάρχει πλέον μια σύγχρονη τεχνική κατασκευής τέτοιων σπιτιών, που λειτουργεί περισσότερο σαν ιδεολογία, και λέγεται «φυσική δόμηση».

Υπάρχουν στην Κρήτη ομάδες μηχανικών όπως είναι στα Χανιά η «πηλΟίκο» – Βιοκλιματική Αρχιτεκτονική, Οικολογική δόμηση. Παρόμοια ομάδα οικολογικής δόμησης έχουμε και στο Ηράκλειο η «Minoeco». Οι ομάδες αυτές δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη τη Κρήτη σε κατασκευές τέτοιων οικολογικών χωμάτινων σπιτιών επιχρίσματα κλπ. Οι ίδιες οι ομάδες κάνουν σεμινάρια, αλλά παρέχουν και συμβουλές σε όποιον ενδιαφέρεται να κατασκευάσει ένα τέτοιο σπίτι. Πάντως η Κρήτη αποχτά σιγά σιγά τέτοια σπίτια, και υπάρχει μάλιστα ένα στον Πρινιά, φτιαγμένο με αχυρόμπαλες! Ξεκινά και άλλο ένα στη Μεσαρά δίπλα στην Καλυβιανή λίγο πιο πάνω. Αν και το κόστος κατασκευής είναι το ίδιο με ένα κανονικό σπίτι, τα οφέλη όμως ενός τέτοιου σπιτιού είναι πολύ περισσότερα! Ένα σπίτι που αντί τούβλων ή τσιμεντόλιθων, είναι φτιαγμένο με βάση το χώμα το ξύλο και το άχυρο, τελειωμένο δεν είναι αντιληπτό από τι είναι φτιαγμένο, γιατί δεν ξεχωρίζει από τα άλλα!

Η τεχνική του όμως είναι δύσκολη, και χρειάζεται χρόνο και χρήμα, αλλά και σε ορισμένες εργασίες τον ειδικό μηχανικό αλλά και τους ειδικούς τεχνίτες. Όμως και το ξύλο κοστίζει διότι δεν υπάρχει σε αφθονία στην περιοχή μας.

Η βάση μονάχα και τα θεμέλια ενός τέτοιου σπιτιού παραμένει τσιμεντένια, και μετά στη συνέχεια θα μπει ο μαραγκός να φτιάξει τον σκελετό, όπου θα αφήσει ξύλιναπλαίσια όπου θα υπάρχουν πόρτες ή παράθυρα.

Μπορούν να γίνουν και δύο όροφοι αν υπάρχει η σχετική μελέτη εκ των προτέρων.

Σαν υλικό χτισίματος χρησιμοποιούνται μεγάλοι πλίθοι κατασκευασμένοι ή με ελαφρύ αχυροπηλό, ή ακόμα και σκέτες αχυρόμπαλες. Ποιο κατάλληλα άχυρα για τη περίπτωση είναι τα σταράχερα.

Το σκέτο χώμα δεν έχει τη μόνωση που χρειάζεται, για αυτό αναμειγνύεται με άχυρο και έτσι εκτός από αντοχή, έχει τον κατάλληλο συντελεστή μόνωσης. Τα κέρδη από ένα τέτοιο σπίτι είναι φυσικά πάρα πολλά! Εκτός του γεγονός που δεν περιέχει τίποτε τοξικό ούτε από τα χρώματα ούτε από τα φελιζόλ κλπ, καταργεί τελείως την θέρμανση και τα σώματα, διότι από μόνο του το σπίτι είναι ζεστό το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι!

Οι σοβάδες μέσα και έξω είναι διαφορετικοί και πάντα δύο χέρια. Εσωτερικά το πρώτο χέρι γίνεται με χώμα και ψιλή νταμαρίσια άμμο, και το δεύτερο χέρι με χώμα και ψιλή χαλικωτή άμμο. Απ έξω το σοβάντισμα γίνεται με ασβεστοσοβά, δηλαδή με άμμο και ασβέστη. Στα πρώτα χέρια μπαίνει και λίγο ψιλοκομμένο άχυρο.

Σχετικά με τη βαφή των τοίχων, επ’ ουδενί δεν μπαίνουν πλαστικά χρώματα! Με τη χρήση πλαστκού χρώματος, φελιζόλ, τσιμέντων, βερνικιών με τις διάφορες κόλες και όλα τα χημικά, δεν επιτρέπουν όλα αυτά να αναπνέει το σπίτι. Με βάσει της κατασκευής του σπιτιού όμως με ξύλο χώμα και ασβέστη, το σπίτι αναπνέει φυσιολογικά, δηλαδή παίρνει αέρα και δίνει. Το χώμα τραβά την υγρασία το χειμώνα και τη δίνει το καλοκαίρι. Έτσι ρυθμίζεται μόνη της η υγρασία.

Σαν χρώματα επιτρέπονται τα ασβεστοχρώματα, δηλαδή ασβέστης με διάφορα φυσικά χρώματα, καθώς και αργιλοχρώματα, δηλαδή άργιλος με χρώματα. Με ο σπίτι τελειωμένο δημιουργείται καθαρό περιβάλλον κατάλληλο γα διαμονή. Από την άλλη ένα τέτοιο σπίτι ανακυκλώνεται πλήρως, και δεν δημιουργεί καν μπάζα! Για να μην υπάρξουν προβλήματα, εκ των προτέρων θα πρέπει να έχει μελετηθεί που θα μπει το κάθε πράγμα, όπως πόρτες παράθυρα, ακόμα και η τηλεόραση πλάσμα στον τοίχο, οι πίνακες, και γενικά όπου θα χρειαστεί έστω και ένα καρφί, θα πρέπει εκ των προτέρων να έχει υπολογιστεί να μπει ξύλο πριν σοβαντιστεί.

Φυσικά από ένα τέτοιο σπίτι δεν μπορούν να λείπουν και τα μειονεκτήματα, όπως το ότι εύκολα μπορούν να προκληθούν ζημιές στους τοίχους με τη μετακίνηση επίπλων κλπ, όμως είναι και εύκολα πάλι επισκευάσιμες. Τα υπόλοιπα ηλεκτρικά υδραυλικά και πλακάκια στο πάτωμα γίνονται κανονικά. Αν και έχει διακοπεί η γνώση της παλιάς τεχνικής από παλιές εποχές, σήμερα ωστόσο δραστηριοποιούνται πολλοί νέοι άνθρωποι, ειδικά στο εξωτερικό, φυσικά με μεθόδους πιο σύγχρονες και μελετημένες, και το κόστος το πολύ ανήκει περισσότερο στην εργασία που κοστίζει παρά στα ίδια τα υλικά.

Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης